Διασφάλιση περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια αγωγής σε χώρα της ΕΕ

Κάτω Χώρες
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Υπάρχουν δύο είδη μέτρων: τα προσωρινά και τα συντηρητικά μέτρα.

Τα προσωρινά μέτρα είναι μέτρα που λαμβάνονται πριν από την έκδοση δικαστικής απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς. Η απόφαση που εκδίδεται από το δικαστήριο επί της ουσίας της διαφοράς μπορεί να επιβεβαιώσει ή να ακυρώσει το προσωρινό μέτρο.

Τα συντηρητικά μέτρα είναι μέτρα που έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη. Τα εν λόγω μέτρα δίνουν τη δυνατότητα στους πιστωτές να καλυφθούν έναντι του κινδύνου μη ικανοποίησης των απαιτήσεών τους.

Το δικαστήριο δύναται να επιβάλει προσωρινά και συντηρητικά μέτρα σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη. Ο πιστωτής δικαιούται βάσει του νόμου να ζητήσει τη λήψη ορισμένων μέτρων πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ακόμα και πριν από τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας, τα οποία αποσκοπούν στη διαφύλαξη δικαιωμάτων που μπορούν να ασκηθούν μόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Στόχος είναι να μην καταστήσει ο αντίδικος το δικαίωμα αναζήτησης του πιστωτή άνευ περιεχομένου, για παράδειγμα, μέσω της πώλησης, της απόκρυψης, της δωρεάς ή της επιβάρυνσης αγαθών με ενέχυρο ή υποθήκη.

1.1 Προσωρινά μέτρα

Προσωρινά μέτρα μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας που έχει κινηθεί ειδικά προς τον σκοπό αυτόν ή στο πλαίσιο διαδικασίας επί της ουσίας που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου.

Ειδικοί κανόνες ισχύουν σχετικά με τη λήψη προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου.

1.2 Συντηρητικά μέτρα

Α. Συντηρητική κατάσχεση (conservatoir beslag)

Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει στον πιστωτή να κατάσχει συντηρητικά περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, με σκοπό τη διαφύλαξή τους έως ότου κατοχυρωθεί το δικαίωμα για το οποίο προβάλλει αξίωση το πρόσωπο που αιτείται τη συντηρητική κατάσχεση.

Υπάρχουν τέσσερα είδη συντηρητικής κατάσχεσης:

  1. Συντηρητική κατάσχεση για την είσπραξη απαιτήσεων (conservatoire verhaalsbeslagen). Πραγματοποιείται κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων αφού το δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι πρέπει να ικανοποιηθεί χρηματική αξίωση.
  2. Συντηρητική κατάσχεση προς τον σκοπό της απόδοσης κινητών πραγμάτων ή της παράδοσης αγαθών (conservatoir beslag tot afgifte van roerende zaken of levering van goederen). Στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται συντηρητική κατάσχεση στον οφειλέτη προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του κυρίου ή δικαιούχου που δικαιούται να απαιτήσει παράδοση.
  3. Συντηρητική κατάσχεση συζυγικής περιουσίας (conservatoir marital beslag). Ο/Η σύζυγος που υποβάλλει αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας μπορεί να επιβάλει το συγκεκριμένο είδος συντηρητικής κατάσχεσης προκειμένου να αποτραπεί η απομάκρυνση αγαθών της κοινής περιουσίας πριν από την πραγματοποίηση της διανομής της.
  4. Συντηρητική κατάσχεση προς τον σκοπό της διαφύλαξης αποδεικτικών στοιχείων (conservatoir bewijsbeslag). Σκοπός της εν λόγω κατάσχεσης είναι η διαφύλαξη αποδεικτικών στοιχείων.

Β. Μεσεγγύηση

Το εν λόγω μέτρο αφορά κυρίως περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει κίνδυνος απομάκρυνσης των κατασχεθέντων αντικειμένων. Κατόπιν αιτήματος του προσώπου που αιτείται τη συντηρητική κατάσχεση, το δικαστήριο διατάσσει την παράδοση των κατασχεθέντων ή υπό κατάσχεση αντικειμένων σε μεσεγγυούχο τον οποίο ορίζει το δικαστήριο.

Μεσεγγύηση μπορεί επίσης να διαταχθεί ανεξαρτήτως κατάσχεσης.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Το δικαστήριο μπορεί να θέσει υπό αναγκαστική διαχείριση περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο διαφοράς ως προς την κυριότητα. Για παράδειγμα, υπάρχει διαφωνία σχετικά με το δικαίωμα μιας εταιρείας να πραγματοποιεί παραδόσεις εμπορευμάτων. Η κατάσχεση ή η θέση υπό μεσεγγύηση των εμπορευμάτων της εταιρείας θα μπορούσε να εμποδίσει τη συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Ο διαχειριστής μπορεί να διευθύνει την εταιρεία για όσο διάστημα εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία.

Δ. Σφράγιση και απογραφή

Κατόπιν άδειας του ειρηνοδίκη (kantonrechter), αγαθά που ανήκουν σε κληρονομιαία περιουσία ή συγκεκριμένη κοινή περιουσία μπορούν να σφραγιστούν από συμβολαιογράφο. Δεν απαιτείται η παρουσία δικηγόρου. Σπανίως γίνεται χρήση του συγκεκριμένου μέτρου. Σχετικό αίτημα μπορεί, για παράδειγμα, να κατατεθεί από κληρονόμους, τον επιζώντα σύζυγο ή καταχωρισμένο σύντροφο, εκτελεστές διαθήκης και (ορισμένα) πρόσωπα με δικαίωμα επί μεριδίου της κοινής περιουσίας.

Το αίτημα για αποσφράγιση κατατίθεται επίσης στο ειρηνοδικείο.

Κατόπιν αιτήματος που υποβάλλουν, μεταξύ άλλων, τα προαναφερθέντα πρόσωπα, το ειρηνοδικείο δύναται να διατάξει τη διενέργεια απογραφής από συμβολαιογράφο. Δεν απαιτείται η παρουσία δικηγόρου. Σκοπός του μέτρου είναι να καθοριστεί το μέγεθος (και η αξία) της περιουσίας. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται από αίτημα σφράγισης ή αποσφράγισης. Το μέτρο περιλαμβάνει μια σύντομη περιγραφή όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας και, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, εκτίμηση της αξίας της κινητής περιουσίας. Εάν οι διάδικοι δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν στον διορισμό πιστοποιημένου(-ων) εκτιμητή(-ών), αυτός(-οί) διορίζεται(-ονται) από τον συμβολαιογράφο.

1.3 Προσωρινή εκτέλεση

Κατόπιν αίτησης, το δικαστήριο δύναται να κηρύξει την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή σε κάθε περίπτωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο ή αν η φύση της υπόθεσης αποκλείει την προσωρινή εκτέλεση. Εάν η προσωρινή εκτελεστότητα δεν προβλέπεται ειδικά από τον νόμο, πρέπει να ζητηθεί από τον ενάγοντα. Το δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπάγγελτα να προσδώσει προσωρινή εκτελεστότητα στην απόφασή του.

Απόφαση που έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή μπορεί να εκτελεστεί αμέσως, ακόμη και αν έχει κατατεθεί εναντίον της ανακοπή, έφεση ή αναίρεση. Η διάταξη περί προσωρινής εκτελεστότητας μπορεί να καλύπτει το σύνολο ή μέρος της απόφασης. Η απόφαση θα μπορούσε επίσης να εκτελεστεί και χωρίς διάταξη που να την κηρύσσει προσωρινά εκτελεστή, πλην όμως, στην περίπτωση αυτή, η εκτέλεσή της θα αναστελλόταν με την άσκηση έφεσης. Εάν απόφαση κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, η εκτέλεσή της μπορεί να συνεχιστεί ή ακόμα και να ξεκινήσει και μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση επιβάλλεται με την άδεια του αρμόδιου για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή (voorzieningenrechter) του πρωτοδικείου (rechtbank). Η αίτηση για άδεια επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης κατατίθεται από δικηγόρο. Ο δικαστής μπορεί καταρχήν να βασιστεί στους ισχυρισμούς του αιτούντος. Ο οφειλέτης καταρχήν δεν εξετάζεται. Η δικαστική απόφαση εκδίδεται συνήθως αυθημερόν. Σε περίπτωση χρηματικής αξίωσης, ο δικαστής ορίζει το ποσό για το οποίο χορηγείται η άδεια. Ο δικαστής δύναται να διατάξει εγγυοδοσία για τυχόν ζημία που θα προκληθεί από τη συντηρητική κατάσχεση.

Η συντηρητική κατάσχεση επιβάλλεται με πράξη που επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή. Πρόσωπο που διαπιστώνεται ότι κακώς έχει επιβάλει συντηρητική κατάσχεση μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση.

Η διαδικασία υποβολής αίτησης για συντηρητική κατάσχεση συνεπάγεται έξοδα, όπως τα εξής: δικαστικό ένσημο (http://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικηγόρου (http://www.advocatenorde.nl/) και αμοιβές δικαστικού επιμελητή (http://www.kbvg.nl/).

Β. Μεσεγγύηση

Η μεσεγγύηση διατάσσεται από τον αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή του πρωτοδικείου, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος τη συντηρητική κατάσχεση. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν ακρόασης του καθ’ ου η συντηρητική κατάσχεση καθώς και κάθε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους, εκτός αν αυτό αποκλείεται για λόγους επείγοντος. Δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά της απόφασης. Ο δικαστής δύναται να διατάξει εγγυοδοσία.

Ο αρμόδιος για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστής του πρωτοδικείου δύναται να διατάξει μεσεγγύηση και ανεξαρτήτως συντηρητικής κατάσχεσης.

Η διαδικασία υποβολής αίτησης για μεσεγγύηση συνεπάγεται έξοδα, όπως τα εξής: δικαστικό ένσημο (http://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικηγόρου (http://www.advocatenorde.nl/) και αμοιβές δικαστικού επιμελητή.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου διαδίκου, ο αρμόδιος για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστής του πρωτοδικείου θέτει τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία υπό αναγκαστική διαχείριση. Το μέτρο δεν συνδέεται με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Τυχόν συντηρητικές κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα περιουσιακά στοιχεία δεν περιορίζουν τις εξουσίες του διαχειριστή. Το μέτρο μπορεί να αφορά κάθε είδος αγαθών, κινητή και ακίνητη περιουσία, και περιουσιακά δικαιώματα. Η θέση υπό αναγκαστική διαχείριση εξυπηρετεί κυρίως την εξασφάλιση της απρόσκοπτης διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ιδίως επιχειρήσεων, από ανεξάρτητο τρίτο μέρος κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.

Η διαδικασία υποβολής αίτησης για επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης συνεπάγεται έξοδα, όπως τα εξής: δικαστικό ένσημο (http://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικηγόρου (http://www.advocatenorde.nl/) και αμοιβή αναγκαστικού διαχειριστή.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Η διαδικασία έκδοσης προσωρινών μέτρων μπορεί να διεξαχθεί εντελώς χωριστά από τη διαδικασία επί της ουσίας της υπόθεσης, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ακολουθείται από τέτοια.

Ο αρμόδιος για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστής του πρωτοδικείου είναι αρμόδιος να διατάζει, κατόπιν αίτησης, προσωρινά μέτρα σε κάθε υπόθεση. Επιπλέον, στις υποθέσεις των οποίων η επί της ουσίας εκδίκαση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη, αρμόδιος να διατάζει προσωρινά μέτρα είναι και ο ειρηνοδίκης. Εξάλλου, πέραν του κατά τόπο αρμόδιου βάσει των συνήθων κανόνων δικαστηρίου, συντρέχουσα αρμοδιότητα διαθέτει και το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το μέτρο. Κάθε διαταγή ή απαγόρευση που θα μπορούσε να ζητηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας επί της ουσίας μπορεί να ζητηθεί και στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης προσωρινών μέτρων. Χρηματικές αξιώσεις μπορούν να υποβληθούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις (βλ. σημείο 2.2).

Στις δίκες προσωρινών μέτρων ο αιτών πρέπει να παρίσταται με δικηγόρο. Ο καθ’ ου μπορεί να παρίσταται με δικηγόρο. Στο ειρηνοδικείο οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται χωρίς δικηγόρο. Η ακροαματική διαδικασία είναι προφορική και άτυπη. Η απόφαση εκδίδεται συνήθως ύστερα από μερικές εβδομάδες. Το δικαστήριο δύναται να κηρύξει αυτεπαγγέλτως το προσωρινό μέτρο προσωρινά εκτελεστό. Ο όρος «προσωρινό» σημαίνει ότι η απόφαση είναι νομικά ανατρέψιμη. Μπορεί να εκδοθεί διαφορετική απόφαση σε οποιαδήποτε δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης.

Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται τα ακόλουθα έξοδα: δικαστικό ένσημο (http://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικαστικού επιμελητή (http://www.kbvg.nl/) και, για τον αιτούντα, δαπάνες πρόσληψης δικηγόρου (http://www.advocatenorde.nl/).

Προσωρινά μέτρα μπορούν επίσης να διαταχθούν στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης επί της ουσίας, περίπτωση κατά την οποία ισχύουν για όλη τη διάρκεια της δίκης. Η ζητούμενη προσωρινή προστασία πρέπει να συνδέεται με την αξίωση στην κύρια δίκη. Η εν λόγω διαδικασία χρησιμοποιείται σπάνια.

Στις υποθέσεις διαζυγίου, προσωρινά μέτρα μπορούν να ζητηθούν για όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωσή της. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν, για παράδειγμα, να αφορούν τη συζυγική κατοικία, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα παιδιά και τη διατροφή προς καταβολή από τον ένα σύζυγο στον άλλο.

Η έκδοση των εν λόγω μέτρων ζητείται με χωριστή έγγραφη αίτηση πριν, κατά τη διάρκεια ή ακόμη και μετά τη διαδικασία διαζυγίου, έως ότου λήξει η περίοδος ισχύος τους. Η προφορική διαδικασία πρέπει να έχει ξεκινήσει το αργότερο εντός τριών εβδομάδων από την κατάθεση της αίτησης, ενώ ο δικαστής εκδίδει απόφαση το συντομότερο δυνατόν.

Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται τα ακόλουθα έξοδα: δικαστικό ένσημο (http://www.rechtspraak.nl/) και δαπάνες πρόσληψης δικηγόρου (http://www.advocatenorde.nl/).

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Στις συνήθεις διαδικασίες με κλήτευση, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, να κηρύξει προσωρινά εκτελεστό το σύνολο ή μέρος της απόφασής του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο ή αν η φύση της υπόθεσης αποκλείει την προσωρινή εκτέλεση. Μπορεί να θέσει την προσωρινή εκτελεστότητα υπό την προϋπόθεση της εγγυοδοσίας. Στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων, το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή και αυτεπαγγέλτως. Το ίδιο ισχύει στις διαδικασίες που κινούνται με αίτηση.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένες πληροφορίες: το είδος της συντηρητικής κατάσχεσης που ζητείται, το δικαίωμα που επικαλείται ο αιτών και, στην περίπτωση χρηματικής αξίωσης, το (μέγιστο) ποσό αυτής. Επιπλέον, ανάλογα με το είδος της κατάσχεσης που ζητείται, πρέπει να καταδειχθεί κατά πόσον ο κίνδυνος υπεξαγωγής είναι βάσιμος. Δεν απαιτείται η ύπαρξη επείγοντος.

Β. Μεσεγγύηση

Στην περίπτωση αιτήματος προσώπου που επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση, δεν απαιτείται η ύπαρξη επείγοντος. Αντιθέτως, στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων ο αιτών πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κίνδυνος υπεξαγωγής.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Αφορά διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων, επομένως ο αιτών πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη επείγοντος. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κίνδυνος υπεξαγωγής.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων, ο αιτών πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη επείγοντος, το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των διαδίκων και με την απόφασή του χορηγεί προσωρινή προστασία. Η ύπαρξη επείγοντος για τον αιτούντα δεν χρειάζεται να συνδέεται με συνθήκες που αφορούν τον καθ’ ου. Η αξίωση μπορεί να είναι ήδη αντικείμενο αμφισβήτησης ή να είναι αμφισβητήσιμη. Αυστηρότερες απαιτήσεις ισχύουν όσον αφορά το παραδεκτό των χρηματικών αξιώσεων στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων. Στο επίπεδο αυτό, ελέγχεται ιδιαίτερα η ύπαρξη επείγουσας ανάγκης προστασίας των συμφερόντων του αιτούντος, ενώ κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των μερών λαμβάνεται επίσης υπόψη ο κίνδυνος να επέλθει αδυναμία επιστροφής – ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψης της αίτησης προσωρινών μέτρων. Σε όλα τα πρωτοδικεία υπάρχει η δυνατότητα κίνησης διαδικασίας «προσωρινής είσπραξης απαιτήσεων» (incasso-kort geding) για απαιτήσεις που απορρέουν από την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και οποίες δεν αμφισβητούνται ή δεν μπορούν ευλόγως να αμφισβητηθούν.

Για να διαταχθούν προσωρινά μέτρα σε διαδικασίες διαζυγίου και άλλες διαδικασίες επί της ουσίας, δεν προβλέπονται απαιτήσεις σχετικά με τη δυνατότητα αμφισβήτησης ή το επείγον της υπόθεσης. Επίσης, δεν εξετάζεται ο τυχόν κίνδυνος υπεξαγωγής.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Άνευ αντικειμένου.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

Σκοπός των συντηρητικών μέτρων είναι η διατήρηση μιας de facto ή de jure κατάστασης για την προστασία δικαιωμάτων (έννομης προστασίας). Σκοπός των προσωρινών μέτρων είναι η δημιουργία μιας de facto ή de jure κατάστασης πριν από την έκδοση απόφασης στο πλαίσιο δίκης επί της ουσίας της διαφοράς.

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί καταρχήν να επιβληθεί σε όλα τα είδη περιουσιακών στοιχείων, με εξαίρεση τα στοιχεία που προορίζονται για δημόσιες υπηρεσίες και τα αντικείμενα που αναφέρονται στα άρθρα 447, 448 και 712 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering). Όσον αφορά τη συντηρητική κατάσχεση μισθών και άλλων απαιτήσεων περιοδικών πληρωμών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ακατάσχετο τμήμα αυτών. Συντηρητική κατάσχεση μπορεί επίσης να επιβληθεί σε περιορισμένο δικαίωμα ή σε μερίδιο περιουσιακού στοιχείου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται αναλογικά οι κανόνες που διέπουν τη συντηρητική κατάσχεση των οικείων περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 707 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Β. Μεσεγγύηση

Τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι καταχωρισμένα σε μητρώο.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τον δικαιούχο.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Όλα τα είδη περιουσιακών στοιχείων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αίτησης σε διαδικασία έκδοσης προσωρινών μέτρων ή αίτησης προσωρινών μέτρων σε διαδικασία επί της ουσίας.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Άνευ αντικειμένου.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Η συντηρητική κατάσχεση έχει ως αποτέλεσμα τη δέσμευση των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση δεν μπορεί πλέον, για παράδειγμα, να πωλήσει, να δωρίσει, να εγγράψει βάρος ή να μισθώσει το περιουσιακό στοιχείο. Η εν λόγω αδυναμία διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου είναι σχετική: ισχύει μόνο υπέρ του προσώπου που επιβάλλει την κατάσχεση. Σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση επίσης υποχρεούται να απέχει από κάθε περαιτέρω πληρωμή ή διάθεση περιουσιακού στοιχείου. Ωστόσο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο καλόπιστος τρίτος αγοραστής προστατεύεται. Στην περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση υποχρεούται να δηλώσει τι κατέχει για λογαριασμό του προσώπου σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Η υπεξαγωγή συντηρητικά κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται.

Β. Μεσεγγύηση

Η υπεξαγωγή περιουσιακών στοιχείων υπό μεσεγγύηση τιμωρείται.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων μεταβιβάζεται στον διαχειριστή.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Η συμμόρφωση συχνά επιβάλλεται με την απειλή χρηματικής ποινής.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Κατά τη χορήγηση άδειας για συντηρητική κατάσχεση, το δικαστήριο πρέπει πάντοτε να τάσσει προθεσμία για την υποβολή της κύριας αγωγής. Εάν δεν εκκρεμεί ακόμη η κύρια αγωγή, το δικαστήριο τάσσει με την άδεια συντηρητικής κατάσχεσης προθεσμία, διάρκειας τουλάχιστον οκτώ ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η κύρια αγωγή. Ως κύρια αγωγή μπορεί να θεωρηθεί μόνο αγωγή σε δικαστική διαδικασία για την έκδοση εκτελεστής απόφασης πληρωμής της αξίωσης για την εξασφάλιση της οποίας επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Στο μεταξύ, το δικαστήριο μπορεί να άρει τη συντηρητική κατάσχεση κατόπιν αιτήματος του προσώπου σε περιουσιακό στοιχείο του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση ή κατόπιν αιτήματος άλλου ενδιαφερόμενου μέρους. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο, η συντηρητική κατάσχεση ανατρέπεται.

Η συντηρητική κατάσχεση μετατρέπεται σε αναγκαστική μόλις το πρόσωπο που επέβαλε τη συντηρητική κατάσχεση εξασφαλίσει εκτελεστό τίτλο και αυτός επιδοθεί στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση (στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αφού επιδοθεί και στον τρίτο).

Σε περίπτωση ανέκκλητης απόρριψης της κύριας αγωγής, η συντηρητική κατάσχεση ανατρέπεται. Η συντηρητική κατάσχεση μπορεί να αρθεί κατόπιν αιτήματος του προσώπου σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε.

Β. Μεσεγγύηση

Η μεσεγγύηση μπορεί να αρθεί από τον αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε των διαδίκων στη διαδικασία έκδοσης προσωρινών μέτρων. Ο εν λόγω δικαστής καθορίζει, κατόπιν αιτήματος, σε ποιον διάδικο πρέπει να παραδώσει τα περιουσιακά στοιχεία ο μεσεγγυούχος. Άρση της συντηρητικής κατάσχεσης στην οποία βασίζεται η μεσεγγύηση έχει ως αποτέλεσμα την άρση της μεσεγγύησης. Στην περίπτωση αυτή, ο μεσεγγυούχος παραδίδει τα περιουσιακά στοιχεία στον διάδικο σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Αφού κριθεί με τελεσίδικη ή προσωρινά εκτελεστή απόφαση ο δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων, ο μεσεγγυούχος παραδίδει τα περιουσιακά στοιχεία στο πρόσωπο αυτό.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Εάν η αγωγή στην κύρια υπόθεση δεν έχει ακόμη ασκηθεί, πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας που τάσσει το δικαστήριο. Σε περίπτωση που η εν λόγω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η αναγκαστική διαχείριση παύει.

Αφού κριθεί με τελεσίδικη ή προσωρινά εκτελεστή απόφαση ο δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων, ο διαχειριστής παραδίδει τα περιουσιακά στοιχεία στο πρόσωπο αυτό. Η αναγκαστική διαχείριση αίρεται με κοινή απόφαση των διαδίκων ή, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, από τον αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Τα προσωρινά μέτρα ισχύουν έως ότου το δικαστήριο εκδώσει απόφαση στη δίκη επί της ουσίας της διαφοράς.

Ο δικαστής της διαδικασίας έκδοσης των προσωρινών μέτρων δύναται επίσης να περιορίσει τη διάρκεια ισχύος των μέτρων ή να τα εξαρτήσει από την προϋπόθεση της κίνησης δίκης επί της ουσίας εντός ορισμένης προθεσμίας. Η ισχύς προσωρινών μέτρων που έχουν διαταχθεί στο πλαίσιο δίκης επί της ουσίας λήγει σε περίπτωση πρόωρης περάτωσης της κύριας δίκης.

Προσωρινά μέτρα που έχουν διαταχθεί στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου δύνανται να παραμείνουν σε ισχύ και για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης διαζυγίου. Μπορούν να τροποποιηθούν ή να αρθούν. Προσωρινά μέτρα που έχουν διαταχθεί πριν από τη διαδικασία διαζυγίου παύουν να ισχύουν εάν η αίτηση διαζυγίου δεν κατατεθεί εντός τεσσάρων εβδομάδων από την έκδοση της απόφασης που διατάζει τα προσωρινά μέτρα.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Το εφετείο δύναται να αναστείλει την εκτέλεση. Αναστολή μπορεί επίσης να χορηγηθεί μέσω ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Γενικοί κανόνες

Κατά δικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Διάδικος που καταδικάστηκε ερήμην μπορεί να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την ερήμην απόφαση, εντός τεσσάρων εβδομάδων (η έναρξη της προθεσμίας ποικίλλει).

Ο ηττηθείς διάδικος μπορεί σε ασκήσει έφεση (για ποσά που υπερβαίνουν τα 1 750 EUR) ενώπιον του εφετείου, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Ο ηττηθείς διάδικος μπορεί σε ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden), εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης είτε του δικαστηρίου πρώτου και τελευταίου βαθμού είτε του εφετείου.

Κατά δικαστικής διάταξης μπορεί να ασκηθεί έφεση ενώπιον του εφετείου και αναίρεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών.

Έφεση μπορεί να ασκηθεί από τον αιτούντα και τα ενδιαφερόμενα μέρη που παρέστησαν στη δικαστική διαδικασία, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Τα τυχόν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ασκήσουν έφεση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που τους κοινοποιήθηκε η δικαστική διάταξη.

Αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από διάδικο που παρέστη σε ένα από τα ανωτέρω δικαστήρια, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Τα εν λόγω ένδικα μέσα έχουν ως αποτέλεσμα την αναστολή της εκτέλεσης, εκτός εάν η απόφαση έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή.

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά απόφασης που παρέχει άδεια επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρο 700 παράγραφος 2 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, ο αιτών τη συντηρητική κατάσχεση μπορεί να ασκήσει έφεση και, στη συνέχεια, αναίρεση.

Β. Μεσεγγύηση

Αν η μεσεγγύηση έχει διαταχθεί κατόπιν αιτήματος του προσώπου που επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση, δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά της απόφασης.

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ο αιτών μπορεί να ασκήσει έφεση και, στη συνέχεια, αναίρεση.

Κατά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Κατά απόφασης που διατάζει τη θέση περιουσιακών στοιχείων υπό αναγκαστική διαχείριση μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Κατά προσωρινών μέτρων που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης προσωρινών μέτρων ή διαδικασίας επί της ουσίας μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση. Δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης ή αναίρεσης κατά προσωρινών μέτρων που εκδόθηκαν σε διαδικασία διαζυγίου.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Αν μια απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αυτό μπορεί να επιδιωχθεί στο πλαίσιο έφεσης ή αναίρεσης ή μέσω δίκης περί την εκτέλεση. Αν μια απόφαση κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το εφετείο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεσή της. Αυτό δεν είναι εφικτό στο πλαίσιο αναίρεσης. Αναστολή μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.