Διεξαγωγή αποδείξεων

Ιταλία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Βάρος της απόδειξης

1.1 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν το βάρος της απόδειξης;

Καταρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο ιταλικό δίκαιο, η διεξαγωγή αποδείξεων διέπεται από δύο διαφορετικές πράξεις: οι διαδικαστικοί κανόνες ορίζονται στα άρθρα 228 και 229 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ενώ οι λεγόμενοι «ουσιαστικοί» κανόνες ορίζονται στον Αστικό Κώδικα, στα άρθρα 2730 έως 2735. Η διάκριση του συστήματος σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες οφείλεται στον κώδικα που ίσχυε στο παρελθόν και ήταν σύμφωνος με τον Ναπολεόντειο Κώδικα, στο πλαίσιο του οποίου κυριαρχούσε η αντίληψη ότι τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να εξετάζονται τόσο από στατική όσο και από δυναμική άποψη (αμιγώς διαδικαστική). Η εισηγητική έκθεση του Αστικού Κώδικα εξηγεί, σε συμμόρφωση με τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι η απόδειξη χρησιμεύει στην άσκηση και εν γένει στην προάσπιση των δικαιωμάτων, όχι μόνο στο πλαίσιο των νομικών διαδικασιών αλλά και εκτός των διαδικασιών αυτών, και πριν από την κίνησή τους: εξ ου και η συμπερίληψη της απόδειξης στην κωδικοποίηση των δικαιωμάτων. Το βάρος της απόδειξης ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα και όχι από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η κατανομή του βάρους απόδειξης διέπεται, κατά γενικό κανόνα, από τον Αστικό Κώδικα, ο οποίος, στο άρθρο 2697, ορίζει ότι «όποιος επιδιώκει δικαστικά την αναγνώριση δικαιώματος οφείλει να προσκομίζει αποδείξεις για τα πραγματικά περιστατικά που τεκμηριώνουν την αξίωσή του. Ο διάδικος που αμφισβητεί τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά ή ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα έχει μεταβληθεί ή αποσβεσθεί, οφείλει να προσκομίσει αποδείξεις των πραγματικών περιστατικών που τεκμηριώνουν την ένστασή του.» Κατά συνέπεια, ο ενάγων υποχρεούται, βάσει των αρχών αυτών, να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η αξίωσή του, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που παράγουν τα έννομα αποτελέσματα τα οποία επικαλείται. Ο εναγόμενος, από την άλλη πλευρά, πρέπει να προσκομίσει αποδείξεις των πραγματικών περιστατικών που αποκλείουν την ευθύνη του, ή καταδεικνύουν ότι ένα δικαίωμα έχει αποσβεσθεί ή μεταβληθεί κατά τρόπο που καθιστά σκόπιμη την απόρριψη της αξίωσης του ενάγοντος. Σε περίπτωση που ο ενάγων δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει την αξίωσή του, η αγωγή απορρίπτεται, ανεξάρτητα από το εάν ο εναγόμενος προβάλλει επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία για την υπεράσπισή του. Το άρθρο 2698 του Αστικού Κώδικα καθιστά άκυρη και άνευ ισχύος κάθε συμφωνία που αποσκοπεί στην αντιστροφή ή την τροποποίηση του βάρους της απόδειξης σε σχέση με κάποιο απαράγραπτο δικαίωμα ή που δυσχεραίνει υπέρμετρα την άσκηση των δικαιωμάτων οποιουδήποτε εκ των διαδίκων. Οι ανεπαρκείς αποδείξεις επηρεάζουν δυσμενώς τις προοπτικές έκβασης της δίκης για τον διάδικο –είτε πρόκειται για τον ενάγοντα είτε για τον εναγόμενο– ο οποίος πρέπει να αποδείξει ή να διαψεύσει τα πραγματικά περιστατικά, και θεωρείται ότι οι ανεπαρκείς αποδείξεις ισοδυναμούν με απουσία αποδείξεων.

1.2 Υπάρχουν κανόνες που εξαιρούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά από το βάρος της απόδειξης; Σε ποιες περιπτώσεις; Είναι δυνατό στις περιπτώσεις αυτές να προσκομισθούν αποδείξεις περί της μη ισχύος συγκεκριμένου νόμιμου τεκμηρίου;

Βάσει του άρθρου 115 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο αριθ. 69 του 2009), το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να θεωρήσει ορισμένα πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα, ανεξάρτητα από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζονται από τον διάδικο που προέβαλε τη σχετική αξίωση, εάν δεν διατυπωθούν συγκεκριμένες αντιρρήσεις από τον εμφανισθέντα αντίδικο. Ως εκ τούτου, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2697 του Αστικού Κώδικα, ένα πραγματικό περιστατικό θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί, εφόσον δεν αμφισβητείται αμέσως. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται σε δίκες που διεξάγονται ερήμην: σε περίπτωση μη εμφάνισης του εναγομένου, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων δεν θεωρούνται «μη αμφισβητούμενα», καθώς ο προαναφερόμενος κανόνας που διέπει τις δίκες που διεξάγονται ερήμην «αντιβαίνει στις παραδόσεις του ιταλικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση μη εμφάνισης ή εκπρόθεσμης εμφάνισης διαδίκου, σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ότι ο εν λόγω διάδικος προέβη σε σιωπηρή ομολογία» [Συνταγματικό Δικαστήριο (Corte Constituzionale), απόφαση αριθ. 340 της 12ης Οκτωβρίου 2007]. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους κανόνες της ιταλικής πολιτικής δικονομίας, εάν ένας διάδικος δεν εμφανιστεί, δεν θεωρείται ότι έχει προβεί σε σιωπηρή ομολογία, αλλά ότι έχει αμφισβητήσει την αξίωση σιωπηρά. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο νόμος προβλέπει ρητά διάφορες περιπτώσεις στις οποίες η μη εμφάνιση διαδίκου συνιστά συγκεκριμένη συμπεριφορά που τεκμαίρεται: π.χ. σύμφωνα με το άρθρο 789 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εάν κανένας εκ των συγκυρίων δεν αμφισβητήσει το σχέδιο διανομής, η μη αμφισβήτηση ισοδυναμεί με έγκρισή του [βλ. απόφαση αριθ. 3810 του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (Corte Suprema di Cassazione), πολιτικό τμήμα, τμήμα ΙΙ, της 6ης Ιουνίου 1988].

Το βάρος απόδειξης περιορίζεται στην περίπτωση τεκμηρίων, δηλαδή όταν η ίδια η νομοθεσία καθορίζει την αποδεικτική ισχύ ορισμένων πραγματικών περιστατικών ή επιτρέπει στο δικαστήριο να συναγάγει συμπεράσματα σχετικά με άγνωστο περιστατικό από γνωστά πραγματικά περιστατικά (άρθρο 2727 του Αστικού Κώδικα). Τα τεκμήρια διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες: 1) νόμιμα τεκμήρια, ήτοι τα τεκμήρια που ορίζονται εκ του νόμου, τα οποία μπορεί να είναι μαχητά (iuris tantum), δηλαδή μπορεί να απορριφθούν εάν προσκομιστούν αποδείξεις περί του αντιθέτου, ή αμάχητα (iuris et de iure), δηλαδή δεν μπορούν να απορριφθούν με την προσκόμιση αποδείξεων περί του αντιθέτου στο δικαστήριο 2) απλά τεκμήρια, η εκτίμηση των οποίων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο κάνει δεκτά μόνο σοβαρά, ακριβή και συνεκτικά τεκμήρια τα απλά τεκμήρια δεν γίνονται δεκτά σε σχέση με πραγματικά περιστατικά για τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει την εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρο 2729 του Αστικού Κώδικα). Το βάρος της απόδειξης περιορίζεται επίσης και στην περίπτωση των πασίδηλων περιστατικών, δηλαδή γεγονότων τα οποία είναι εν γένει γνωστά κατά τον χρόνο και στον τόπο έκδοσης της απόφασης, ούτως ώστε να μην επιδέχονται αμφισβήτηση (άρθρο 115 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

1.3 Σε ποιο βαθμό πρέπει το δικαστήριο να πεισθεί για ένα πραγματικό περιστατικό ώστε να βασίσει την απόφασή του στην ύπαρξη αυτού του πραγματικού περιστατικού;

Το δικαστήριο πρέπει να αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία κατά συνείδηση, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά· μπορεί επίσης να εξαγάγει αποδείξεις από τις απαντήσεις των διαδίκων, από την αδικαιολόγητη άρνησή τους να επιτρέψουν τη διενέργεια αυτοψίας που διατάχθηκε από το δικαστήριο και, εν γένει, από τη συμπεριφορά των ίδιων των διαδίκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (άρθρο 116 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η απόφαση του δικαστηρίου να κάνει δεκτή αξίωση ς ή τυχόν σχετικές ενστάσεις πρέπει να βασίζεται αμιγώς σε πραγματικά περιστατικά που έχουν αποδειχθεί πλήρως, είτε άμεσα είτε μέσω τεκμηρίου. Η κρίση του δικαστηρίου δεν μπορεί να βασίζεται σε αναπόδεικτα γεγονότα, ακόμη και αν αυτά είναι δυνατά ή πολύ πιθανά.

2 Διεξαγωγή αποδείξεων

2.1 Απαιτείται πάντοτε αίτηση διαδίκου για τη διεξαγωγή των αποδείξεων ή μπορεί ο δικαστής σε ορισμένες περιπτώσεις να πραγματοποιήσει τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτεπαγγέλτως;

Στο ιταλικό νομικό σύστημα, η διεξαγωγή αποδείξεων διέπεται από την αρχή της διάθεσης (principio dispositivo) του άρθρου 115 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία ο δικαστής «με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται από τον νόμο», πρέπει να βασίσει την απόφασή του στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο, ορισμένες εξαιρέσεις από τον εν λόγω κανόνα προβλέπονται στα ακόλουθα άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:

- άρθρο 117, το οποίο επιτρέπει την ανεπίσημη εξέταση των διαδίκων

- άρθρο 118, το οποίο επιτρέπει να διαταχθεί η έρευνα προσώπων και αντικειμένων

- άρθρα 61 και 191, τα οποία επιτρέπουν στο δικαστήριο να ζητήσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης

- το άρθρο 257, το οποίο επιτρέπει στο δικαστήριο την κλήτευση μάρτυρα που αναφέρεται από άλλον μάρτυρα και

- το άρθρο 281-ter, το οποίο επιτρέπει σε μονομελές γενικό δικαστήριο (tribunale in composizione monocratica) να διατάξει τη διεξαγωγή εμμάρτυρης απόδειξης, εάν στην έκθεση πραγματικών περιστατικών που υποβάλλουν οι διάδικοι γίνεται μνεία προσώπων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να γνωρίζουν τα πραγματικά περιστατικά.

Σε εργατικές διαφορές, το σύστημα της διάθεσης υποκαθίσταται από σύστημα με ανακριτικά στοιχεία, ιδίως δυνάμει των ακόλουθων διατάξεων:

- άρθρο 420, το οποίο προβλέπει την ελεύθερη εξέταση των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης και

- άρθρο 421, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάσσει ανά πάσα στιγμή αυτεπαγγέλτως την αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων πάσης φύσεως, ακόμη και πέραν των ορίων που καθορίζονται από τον Αστικό Κώδικα. Σε διαδικασίες που αφορούν τη γονική μέριμνα, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων, μεταξύ άλλων τη διενέργεια ελέγχων από τη φορολογική αστυνομία (polizia tributaria), αλλά μόνο στο πλαίσιο λήψης μέτρων που αφορούν ανηλίκους. Στις διαδικασίες διαζυγίου, σε περίπτωση αμφισβητήσεων, το γενικό δικαστήριο διατάσσει τη διενέργεια ερευνών σχετικά με το εισόδημα, τα περιουσιακά στοιχεία και το πραγματικό επίπεδο διαβίωσης των διαδίκων, ενώ μπορεί να ζητήσει και τη συνδρομή της φορολογικής αστυνομίας, εάν απαιτείται.

2.2 Ποιες είναι οι ενέργειες μετά την έγκριση της αίτησης διαδίκου σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων;

Σε περίπτωση που ένας εκ των διαδίκων υποβάλλει αίτηση για διεξαγωγή αποδείξεων, ο αντίδικος μπορεί να υποβάλει αίτηση ανταπόδειξης ανταπόδειξη. Το δικαστήριο κάνει δεκτές αμφότερες τις αιτήσεις εάν έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι τα πραγματικά περιστατικά που υποβάλλονται είναι σημαντικά για τον σκοπό της έκδοσης της απόφασής του.

Εφόσον το δικαστήριο κάνει δεκτή τη διεξαγωγή αποδείξεων, κινεί εν συνεχεία τη σχετική ακροαματική διαδικασία.

Η υπόθεση εκδικάζεται μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων.

2.3 Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να απορρίψει αίτηση διαδίκου για συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων;

Ως απόδειξη νοείται κατά παράδοση το μέσο με το οποίο μπορεί να καταστεί γνωστό ένα πραγματικό περιστατικό και, συνεπώς, με το οποίο το εν λόγω πραγματικό γεγονός μπορεί να αποδειχθεί και να εξακριβωθεί η αλήθεια του, ή το μέσο με το οποίο σχηματίζεται η δικανική πεποίθηση σε σχέση με τα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά. Προκειμένου να γίνει δεκτή στη διαδικασία, η προκαταρκτική αίτηση πρέπει να είναι «παραδεκτή» και «συναφής». Για να κριθεί παραδεκτή, η προκαταρκτική αίτηση δεν πρέπει να προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (π.χ. στο άρθρο 2726 του Αστικού Κώδικα που αφορά τις πληρωμές): με άλλα λόγια, το δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει αν το συγκεκριμένο προτεινόμενο μέσο διεξαγωγής απόδειξης είναι παράνομο. Στις απαγορεύσεις του νόμου υπόκεινται και τα λεγόμενα «άτυπα» αποδεικτικά μέσα, δηλαδή αυτά που δεν έχουν τυποποιηθεί στον Αστικό Κώδικα. Σε αντιδιαστολή με τα ανωτέρω, η συνάφεια εξετάζεται από άλλη οπτική γωνία, και αφορά το «πραγματικό περιστατικό που αποτελεί το αντικείμενο της απόδειξης». Για να γίνει δεκτή η προκαταρκτική αίτηση, το δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει εάν το πραγματικό περιστατικό που αποτελεί το αντικείμενο της απόδειξης θα έχει ουσιώδη επιρροή στην απόφαση επί της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν γίνονται δεκτά πραγματικά περιστατικά που, ακόμα και αν αποδεικνύονταν, δεν θα είχαν καμία επιρροή στην αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης αγωγής. Για να διευκολύνει το δικαστήριο στην αξιολόγηση της συνάφειας των αποδεικτικών στοιχείων, ο νόμος θέτει ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις σχετικά με το ορισμένο της αίτησης, η οποία πρέπει, συνεπώς, να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τις κάτωθι τρεις διαφορετικές κατηγορίες πληροφοριών: τοπικές: ΤΟΠΟΣ ιστορικές: ΧΡΟΝΟΣ και λειτουργικές: ΣΚΟΠΟΣ. Δεν απαιτείται η απόδειξη πραγματικών περιστατικών που δεν τυγχάνουν συγκεκριμένης αμφισβήτησης (άρθρο 115 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

2.4 Ποια είναι τα διάφορα αποδεικτικά μέσα;

Στο ιταλικό δίκαιο γίνεται διάκριση μεταξύ έγγραφων και μη έγγραφων αποδείξεων. Τα αποδεικτικά μέσα που ρυθμίζονται στον Αστικό Κώδικα είναι γνωστά ως «τυπικά».

Στις έγγραφες αποδείξεις περιλαμβάνονται τα εξής:

  • δημόσια έγγραφα (άρθρα 2699 επ. του Αστικού Κώδικα)
  • ιδιωτικά έγγραφα (άρθρα 2702 επ. του Αστικού Κώδικα)
  • τηλεγραφήματα (άρθρα 2705 επ. του Αστικού Κώδικα)
  • εσωτερική αλληλογραφία και μητρώα (άρθρο 2707 του Αστικού Κώδικα)
  • λογιστικά στοιχεία επιχειρήσεων (άρθρο 2709 του Αστικού Κώδικα)
  • αντίγραφα παραγόμενα με μηχανικό τρόπο (άρθρο 2712 του Αστικού Κώδικα)
  • αντίγραφα εγγράφων και συμβάσεων (άρθρα 2714 επ. του Αστικού Κώδικα).

Απόδειξη συνιστούν επίσης και τα ηλεκτρονικά έγγραφα.

Στις μη έγγραφες αποδείξεις περιλαμβάνονται τα εξής:

  • μαρτυρικές καταθέσεις (άρθρα 2721 επ. του Αστικού Κώδικα)
  • έγγραφες μαρτυρικές καταθέσεις (άρθρο 257α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·
  • ομολογίες (άρθρα 2730 επ. του Αστικού Κώδικα)
  • επίσημη εξέταση (άρθρο 230 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)
  • ένορκες βεβαιώσεις (άρθρα 2736 επ. του Αστικού Κώδικα)
  • αυτοψία (άρθρα 258 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Υπάρχουν επίσης και οι εκθέσεις πραγματογνωμόνων, οι οποίες παρέχουν στο δικαστήριο τις τεχνικές γνώσεις που δεν κατέχει το ίδιο. Στο ιταλικό δικονομικό σύστημα, δεν υφίσταται διάταξη που να ρυθμίζει κατά απόλυτο τρόπο τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι η προσκόμισή τους καταρχήν δεν απαγορεύεται. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία των ιταλικών δικαστηρίων, τα λεγόμενα «άτυπα» αποδεικτικά μέσα δεν μπορούν να καταστρατηγήσουν τις απαγορεύσεις ή τους αποκλεισμούς που επιβάλλονται από κανόνες τόσο ουσιαστικής όσο και δικονομικής φύσης· σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν δυνατή η συγκεκαλυμμένη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων που διαφορετικά δεν θα γίνονταν δεκτά, ή των οποίων η αποδοχή θα απαιτούσε την παροχή των κατάλληλων τυπικών εγγυήσεων.

2.5 Ποιες είναι οι μέθοδοι συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων από την κατάθεση μαρτύρων και σε τι διαφέρουν από τη συγκέντρωση αποδείξεων που προέρχονται από πραγματογνώμονα; Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την υποβολή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων και εκθέσεων/γνωμοδοτήσεων πραγματογνωμόνων ;

Η εμμάρτυρη απόδειξη γίνεται δεκτή με διάταξη του δικαστηρίου (άρθρο 245 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) με την οποία ο μάρτυρας διατάσσεται να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου επί ποινή μέτρων καταναγκασμού και χρηματικού προστίμου σε περίπτωση μη εμφάνισής του. Το δικαστήριο ορίζει τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο διεξαγωγής αποδείξεων. Κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου διαδίκου, ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει την κλήτευση στον μάρτυρα. Ο μάρτυρας προβαίνει σε ανάγνωση δήλωσης με την οποία δεσμεύεται να πει την αλήθεια και στη συνέχεια απαντά στις ερωτήσεις που του θέτει ο δικαστής δεν επιτρέπεται η απευθείας εξέταση των μαρτύρων από τους διαδίκους. Το δικαστήριο μπορεί, με τη συγκατάθεση των διαδίκων, να διατάξει διαδικασία διεξαγωγής έγγραφων αποδείξεων (διάταξη του άρθρου 257-bis του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Οι πραγματογνώμονες διορίζονται από το δικαστήριο το οποίο τους διαβιβάζει τις ερωτήσεις στις οποίες καλούνται να απαντήσουν· παρίστανται επίσης στην ακροαματική διαδικασία και ορκίζονται να πουν την αλήθεια. Κατά κανόνα, οι πραγματογνώμονες καταρτίζουν γραπτή έκθεση, αλλά το δικαστήριο μπορεί επίσης να τους διατάξει να παραστούν στο δικαστήριο και να δώσουν προφορική κατάθεση στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας (άρθρο 195 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Οι έγγραφες αποδείξεις αποτελούν μέρος της διαδικασίας αμέσως μετά την ενσωμάτωσή τους στον φάκελο του διαδίκου κατά τον χρόνο της κατάρτισής του ή σε μεταγενέστερο στάδιο, με την επιφύλαξη των προθεσμιών που ορίζονται από τον νόμο (και πάντως εντός των προθεσμιών που έχουν ταχθεί για την ακρόαση σύμφωνα με το άρθρο 183 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στο πλαίσιο τακτικών διερευνητικών διαδικασιών).

2.6 Υπάρχουν αποδεικτικά μέσα με μεγαλύτερη αποδεικτική αξία από τα άλλα;

Το ιταλικό νομικό σύστημα αποδίδει μέγιστη βαρύτητα στα δημόσια έγγραφα και στα αμάχητα τεκμήρια. Τα δημόσια έγγραφα (άρθρα 2699 επ. του Αστικού Κώδικα) είναι έγγραφα τα οποία συντάσσονται, τηρουμένων των απαιτούμενων διατυπώσεων, από συμβολαιογράφο (notario) ή άλλο δημόσιο λειτουργό που είναι εξουσιοδοτημένος να επικυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα των εγγράφων στον τόπο κατάρτισής τους. Τα δημόσια έγγραφα έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ, εκτός εάν αποδειχθεί ότι είναι πλαστά. Αποκλειομένης της περίπτωσης αυτής, συνιστούν απόλυτες και αδιάσειστες αποδείξεις. Τα αμάχητα τεκμήρια (άρθρο 2727 του Αστικού Κώδικα) έχουν ακόμη μεγαλύτερη ισχύ, διότι δεν επιδέχονται καμία απόδειξη περί του αντιθέτου.

2.7 Είναι υποχρεωτική η χρήση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη ορισμένων πραγματικών περιστατικών;

Ο νόμος επιβάλλει την υποχρέωση απόδειξης ορισμένων πραγματικών περιστατικών μόνο με συγκεκριμένες μορφές αποδεικτικών στοιχείων, σε ορισμένες περιπτώσεις μέσω δημοσίων εγγράφων, ενώ σε άλλες μέσω δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων.

2.8 Οι μάρτυρες υποχρεούνται από το νόμο να καταθέσουν;

Οι μάρτυρες υποχρεούνται να καταθέσουν, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο. Προβλέπονται διατάξεις οι οποίες καλύπτουν τις ακόλουθες περιπτώσεις: ανικανότητα για κατάθεση απαγόρευση κατάθεσης για ορισμένα πρόσωπα και δυνατότητα άρνησης κατάθεσης. Η υποχρέωση του μάρτυρα να δώσει κατάθεση απορρέει έμμεσα από την εξουσία την οποία παρέχει το άρθρο 255 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στο δικαστήριο να διατάσσει, σε περίπτωση που ο μάρτυρας δεν εμφανιστεί, την προσαγωγή του μάρτυρα ενώπιον του δικαστηρίου και την επιβολή χρηματικού προστίμου.

2.9 Σε ποιες περιπτώσεις οι μάρτυρες μπορούν να αρνηθούν να καταθέσουν;

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις οποίες παραπέμπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας: πρόκειται για περιπτώσεις που αφορούν πρόσωπα τα οποία μπορούν να αρνηθούν να καταθέσουν επειδή δεσμεύονται από την τήρηση επαγγελματικού, υπηρεσιακού ή κρατικού απορρήτου.

2.10 Μπορεί ένα πρόσωπο που αρνείται τη μαρτυρία να υποστεί κυρώσεις ή να εξαναγκασθεί να καταθέσει;

Δυνάμει του άρθρου 256 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μάρτυρας ο οποίος παρίσταται στο δικαστήριο αλλά αρνείται να καταθέσει χωρίς δέουσα αιτιολόγηση, ή για τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ψευδομαρτυρίας ή απόκρυψης στοιχείων, παραπέμπεται από το δικαστήριο στον εισαγγελέα με τη διαβίβαση αντιγράφου των πρακτικών της ακροαματικής διαδικασίας.

2.11 Υπάρχουν πρόσωπα τα οποία δεν επιτρέπεται να εξετάζονται ως μάρτυρες;

Πρόσωπα που έχουν προσωπικό συμφέρον από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν μπορούν να δώσουν κατάθεση, διότι, λόγω του συμφέροντος που έχουν, ενδέχεται να νομιμοποιούνται να συμμετάσχουν στη διαδικασία ως διάδικοι (άρθρο 246 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Για τα μέρη που εμπλέκονται στη διαφορά τα οποία προδήλως δεν μπορούν να ενεργήσουν ως μάρτυρες, το ιταλικό νομικό σύστημα προβλέπει την επίσημη εξέταση, που αποτελεί μορφή αποδεικτικού μέσου που αποσκοπεί στη δικαστική ομολογία του διαδίκου (άρθρο 228 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να τηρούνται οι γενικοί κανόνες που διέπουν την απόδειξη· ειδικότερα, η επίσημη εξέταση πρέπει (άρθρα 230 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) να διεξάγεται επί μεμονωμένων και συγκεκριμένων στοιχείων. Ο διάδικος που υποβάλλεται σε εξέταση πρέπει να απαντά αυτοπροσώπως και να μη διαβάζει από σημειώσεις, εκτός εάν αυτό κρίνεται αναγκαίο και έχει επιτραπεί από το δικαστήριο. Οι ερωτήσεις που τίθενται στους διαδίκους που υποβάλλονται σε επίσημη εξέταση πρέπει να αφορούν τα πραγματικά περιστατικά που έχουν προβληθεί ως αποδεικτικά στοιχεία και που έχουν επιτραπεί στο πλαίσιο της διάταξης με την οποία έγινε η δεκτή η διεξαγωγή της επίσημης εξέτασης. Ωστόσο, μπορούν να τεθούν και ερωτήσεις που σχετίζονται με άλλα πραγματικά περιστατικά, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας των διαδίκων και εφόσον το δικαστήριο θεωρεί ότι έχουν χρησιμότητα. Η μη εμφάνιση διαδίκου στην επίσημη εξέταση χωρίς αιτιολόγηση ή άρνησή του να υποβληθεί σε επίσημη εξέταση ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την αποδοχή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν το αντικείμενο της απόδειξης, εάν το δικαστήριο θεωρεί ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Κατά πάγια νομολογία, η άρνηση διαδίκου να απαντήσει ή η μη εμφάνισή του δεν συνιστά αυτοδικαίως σιωπηρή ομολογία, αλλά κατάσταση η οποία, όταν εκτιμάται στο πλαίσιο άλλων αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μπορεί να δώσει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να εξαγάγει τα συμπεράσματά του επί των πραγματικών περιστατικών των οποίων έγινε επίκληση κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να επιβάλει άλλα μέτρα καταναγκασμού πέραν αυτών που περιγράφονται ανωτέρω.

2.12 Ποιος είναι ο ρόλος του δικαστή και των διαδίκων κατά την εξέταση μάρτυρα; Υπό ποίους όρους μπορεί ένας μάρτυρας να εξεταστεί με τηλεδιάσκεψη ή άλλα τεχνικά μέσα;

Ο δικαστής εξετάζει τον μάρτυρα θέτοντάς του απευθείας ερωτήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν κριθεί συναφή προς τη διαδικασία, καθώς και τυχόν άλλες ερωτήσεις που αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά και έχουν ζητηθεί από τους δικηγόρους των διαδίκων κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Η εξέταση με βιντεοδιάσκεψη δεν αποκλείεται, παρότι δεν προβλέπεται ρητώς από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 202 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι, σε περίπτωση που διατάσσεται διεξαγωγή αποδείξεων, το δικαστήριο «ορίζει τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο διεξαγωγής των αποδείξεων», και η διάταξη αυτή επιτρέπει στο δικαστήριο να διατάσσει την ακρόαση μάρτυρα μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο 261 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται επίσης ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει τη μαγνητοσκόπηση της διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας απαιτείται η χρήση μηχανικών μέσων, εργαλείων ή διαδικασιών.

3 Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων

3.1 Στις περιπτώσεις που τα αποδεικτικά στοιχεία δεν έχουν συγκεντρωθεί με νόμιμο τρόπο από διάδικο, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του;

Το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τυχόν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν έχουν υποβληθεί και γίνει δεκτά επισήμως.

3.2 Γίνονται δεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία οι μαρτυρίες των διαδίκων;

Δεν λογίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία οι δηλώσεις διαδίκου που είναι ευνοϊκές για τον ίδιο. Ωστόσο, η δήλωση που περιέχει ομολογία (το οποίο σημαίνει ότι έχει αρνητικό εννοιολογικό περιεχόμενο) στην οποία προέβη ο διάδικος κατά τη διάρκεια επίσημης εξέτασης (βλ. παράγραφο 2.11) λαμβάνεται υπόψη ως αρνητικό αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος του.

Τελευταία επικαιροποίηση: 17/11/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.
Τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τη διαχείριση ιστοσελίδων με εθνικό περιεχόμενο προβαίνουν αυτή τη στιγμή στην επικαιροποίηση μέρους του περιεχομένου αυτού του ιστότοπου για να το προσαρμόσουν στην αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν στο περιεχόμενο του ιστοτόπου δεν λαμβάνεται ακόμη υπόψη η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για ακούσιο σφάλμα και θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο