Εθνική νομοθεσία

Γερµανία

Η παρούσα σελίδα παρέχει πληροφορίες σχετικά με την έννομη τάξη της Γερμανίας.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Γερµανία

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ένα δημοκρατικό, ομοσπονδιακό και κοινωνικό κράτος δικαίου. Μαζί με τα θεμελιώδη δικαιώματα, οι αρχές του δημοκρατικού, ομοσπονδιακού και κοινωνικού κράτους δικαίου αποτελούν τον απαράβατο πυρήνα του γερμανικού Συντάγματος, του οποίου την τήρηση διασφαλίζει το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht).

Πηγές δικαίου

Ο Θεμελιώδης Νόμος (Grundgesetz) είναι το γερμανικό σύνταγμα. Αυτός θέτει το πλαίσιο της έννομης τάξης και της κλίμακας αξιών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στον Θεμελιώδη Νόμο καθορίζονται τα ακόλουθα:

  • τα θεμελιώδη δικαιώματα ως ανώτατες κατευθυντήριες αρχές
  • η θεμελιώδης δομή και οι βασικές διαρθρωτικές αρχές του κράτους και των ανώτερων οργάνων του
  • οι αρχές βάσει των οποίων διεξάγονται οι εκλογές για την ανάδειξη της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag)
  • το καθεστώς και τα δικαιώματα των ελεύθερα εκλεγμένων βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής
  • ο τρόπος οργάνωσης και διεξαγωγής των εργασιών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής.

Είδη νομικών πράξεων — περιγραφή

Οι βασικότερες γραπτές πηγές του γερμανικού εγχώριου δικαίου είναι ο Θεμελιώδης Νόμος, οι νόμοι, τα κανονιστικά διατάγματα και οι κανονιστικές πράξεις αυτοδιοικούμενων οργανισμών. Επιπλέον, ως άγραφες πηγές δικαίου, υπάρχουν οι γενικά παραδεκτοί κανόνες του διεθνούς δικαίου και το έθιμο. Η νομολογία δεν αποτελεί, καταρχήν, πηγή δικαίου, παρά τον σημαντικό ρόλο της στην πράξη. Μόνο ορισμένες αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου έχουν ισχύ νόμου.

Η Γερμανία είναι ομοσπονδιακό κράτος, αποτελούμενο από 16 ομόσπονδα κρατίδια – τα Länder. Ως εκ τούτου, υπάρχουν ομοσπονδιακοί νόμοι, οι οποίοι ισχύουν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ομοσπονδίας, και νόμοι των ομόσπονδων κρατιδίων, οι οποίοι ισχύουν μόνο στο οικείο ομόσπονδο κρατίδιο. Κάθε ομόσπονδο κρατίδιο διαθέτει δικό του σύνταγμα, καθώς και, εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχει ο Θεμελιώδης Νόμος, το δικαίωμα να θεσπίζει νόμους, κανονιστικά διατάγματα και κανονιστικές πράξεις αυτοδιοικούμενων οργανισμών.

Οι νομοθετικές αρμοδιότητες της Ομοσπονδίας και των ομόσπονδων κρατιδίων ρυθμίζονται αναλυτικά στον Θεμελιώδη Νόμο. Τα ομόσπονδα κρατίδια διαθέτουν τη νομοθετική αρμοδιότητα στον βαθμό που αυτή δεν έχει απονεμηθεί με τον Θεμελιώδη Νόμο στην Ομοσπονδία. Οι κύριες νομοθετικές εξουσίες της Ομοσπονδίας απορρέουν από τα άρθρα 71 έως 74 του Θεμελιώδους Νόμου. Επιπλέον, περαιτέρω νομοθετικές αρμοδιότητες της Ομοσπονδίας προβλέπονται σε διάσπαρτες διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου.

Αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα της Ομοσπονδίας

Στους τομείς που υπάγονται στην αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα της Ομοσπονδίας, τα ομόσπονδα κρατίδια έχουν την εξουσία να νομοθετούν μόνο αν και στο μέτρο που εξουσιοδοτούνται συναφώς από ομοσπονδιακό νόμο (άρθρο 71 του Θεμελιώδους Νόμου).

Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Θεμελιώδους Νόμου, η Ομοσπονδία διαθέτει αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, στους ακόλουθους τομείς: εξωτερική πολιτική, άμυνα (συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του άμαχου πληθυσμού), ιθαγένεια, ελεύθερη κυκλοφορία, διαβατήρια, εγγραφή διαμονής και ταυτότητες, εισερχόμενη και εξερχόμενη μετανάστευση και έκδοση, νόμισμα και χρήμα, ενότητα του τελωνειακού και εμπορικού χώρου, αεροπορικές μεταφορές, συνεργασία μεταξύ της Ομοσπονδίας και των ομόσπονδων κρατιδίων όσον αφορά το ποινικό έργο της αστυνομίας, και νομοθεσία για τα όπλα και τις εκρηκτικές ύλες.

Συντρέχουσες νομοθετικές αρμοδιότητες

Στους τομείς που υπάγονται σε συντρέχουσες νομοθετικές αρμοδιότητες, τα ομόσπονδα κρατίδια δικαιούνται να θεσπίζουν νόμους αν και στο μέτρο που η Ομοσπονδία δεν ασκεί τη νομοθετική αρμοδιότητά της στον οικείο τομέα (άρθρο 72 του Θεμελιώδους Νόμου). Συντρέχουσα νομοθετική αρμοδιότητα υπάρχει, μεταξύ άλλων, στους ακόλουθους τομείς: αστικό δίκαιο, ποινικό δίκαιο, οδική κυκλοφορία, δίκαιο των σωματείων, δίκαιο της διαμονής και της εγκατάστασης αλλοδαπών, δίκαιο της οικονομίας, εργατικό δίκαιο και ορισμένες πτυχές της προστασίας του καταναλωτή. Σε ορισμένους τομείς που απαριθμούνται στο άρθρο 74 του Θεμελιώδους Νόμου ως υπαγόμενοι στο πεδίο της συντρέχουσας νομοθετικής αρμοδιότητας, η Ομοσπονδία δικαιούται να νομοθετεί μόνο αν και στον βαθμό που η καθιέρωση ισοδύναμων συνθηκών διαβίωσης σε ολόκληρη την ομοσπονδιακή επικράτεια ή η διαφύλαξη της νομικής ή οικονομικής ενότητας καθιστούν την ομοσπονδιακή ρύθμιση αναγκαία για το εθνικό συμφέρον.

Ο Θεμελιώδης Νόμος ρυθμίζει επίσης την περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ ομοσπονδιακού και κρατιδιακού δικαίου. Ο βασικός κανόνας περιλαμβάνεται στο άρθρο 31 του Θεμελιώδους Νόμου: «Το ομοσπονδιακό δίκαιο υπερισχύει του κρατιδιακού δικαίου». Η αρχή αυτή εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ιεραρχική τάξη των συγκρουόμενων κανόνων δικαίου. Έτσι, για παράδειγμα, ομοσπονδιακό κανονιστικό διάταγμα υπερισχύει του συντάγματος ομόσπονδου κρατιδίου.

Ιεραρχία κανόνων δικαίου

Ο Θεμελιώδης Νόμος βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας των εγχώριων κανόνων δικαίου. Υπερισχύει κάθε άλλης εγχώριας πηγής δικαίου. Ως Σύνταγμα, αποτελεί τη βάση ολόκληρης της γερμανικής έννομης τάξης. Κάθε νομική διάταξη που θεσπίζεται στη Γερμανία πρέπει να είναι συμβατή με τον Θεμελιώδη Νόμο από άποψη τόσο τύπου όσο και ουσίας. Συναφώς, το άρθρο 20 παράγραφος 3 του Θεμελιώδους Νόμου ορίζει ότι η νομοθετική εξουσία δεσμεύεται από τη συνταγματική τάξη, η δε εκτελεστική και η δικαστική εξουσία από τον νόμο και το δίκαιο. Εξάλλου, η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία δεσμεύονται από τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 1 έως 19 του Θεμελιώδους Νόμου, τα οποία αποτελούν άμεσα εφαρμοστέο δίκαιο (άρθρο 1 παράγραφος 3). Η υπεροχή του Θεμελιώδους Νόμου διαφυλάσσεται εντέλει από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Μόνο το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να κηρύξει κοινοβουλευτικό νόμο άκυρο λόγω αντισυνταγματικότητας.

Το άρθρο 79 παράγραφος 2 ορίζει ότι ο Θεμελιώδης Νόμος μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων των βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής και δύο τρίτων των ψήφων στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat). Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο είναι το όργανο μέσω του οποίου τα ομόσπονδα κρατίδια συμμετέχουν στη θέσπιση νομοθεσίας και στη διοίκηση της Ομοσπονδίας, καθώς και στα θέματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ορισμένα βασικά στοιχεία του Θεμελιώδους Νόμου, και συγκεκριμένα η διάρθρωση της Ομοσπονδίας σε ομόσπονδα κρατίδια, η θεμελιώδης αρχή της σύμπραξης των ομόσπονδων κρατιδίων στη νομοθέτηση και οι θεμελιώδεις αρχές που κατοχυρώνονται στα άρθρα 1 και 20, δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση (άρθρο 79 παράγραφος 3).

Οι γενικά παραδεκτοί κανόνες του διεθνούς δικαίου κατατάσσονται ιεραρχικά κάτω από το Σύνταγμα, αλλά πάνω από τους νόμους της Ομοσπονδίας και των ομόσπονδων κρατιδίων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το διεθνές εθιμικό δίκαιο και οι γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, όχι όμως το συμβατικό διεθνές δίκαιο. Ο Θεμελιώδης Νόμος ορίζει ρητά ότι οι γενικά παραδεκτοί κανόνες του διεθνούς δικαίου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ομοσπονδιακού δικαίου, ότι υπερέχουν των νόμων και ότι δημιουργούν ευθέως δικαιώματα και υποχρεώσεις για όσους κατοικούν στην ομοσπονδιακή επικράτεια (άρθρο 25). Στους γενικά παραδεκτούς κανόνες διεθνούς δικαίου που παράγουν έννομες συνέπειες για τα άτομα (δηλαδή που προστατεύουν τα άτομα) περιλαμβάνονται ιδίως οι κανόνες αναγκαστικού δημόσιου διεθνούς δικαίου που κατοχυρώνουν ανθρώπινα δικαιώματα, η εγγύηση προσήκουσας έννομης προστασίας για τους αλλοδαπούς και η «αρχή της ειδικότητας», σύμφωνα με την οποία οι ποινικές διαδικασίες περιορίζονται από τους όρους της άδειας έκδοσης του εκδόσαντος αλλοδαπού κράτους.

Οι απλοί νόμοι κατατάσσονται ιεραρχικά κάτω από το Σύνταγμα. Θεσπίζονται από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή σε σύμπραξη με το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Νομοσχέδια μπορούν να υποβληθούν στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ή από βουλευτές της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (από κοινοβουλευτική ομάδα ή από τουλάχιστον το 5% των βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής). Ο Θεμελιώδης Νόμος προσδιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες η νομοθετική απόφαση της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής χρήζει της έγκρισης του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύονται από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο στον δικτυακό τόπο του, επί του παρόντος, της έγκρισης του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου χρήζει περίπου το 45% του συνόλου των νόμων). Ως προς τους λοιπούς νόμους, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο μπορεί απλώς να προβάλει αντιρρήσεις, τις οποίες η Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή μπορεί να απορρίψει. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, μπορεί να συγκληθεί μια κοινή επιτροπή για την εξέταση των νομοσχεδίων (η λεγόμενη Επιτροπή Διαμεσολάβησης). Η εν λόγω επιτροπή απαρτίζεται από ίσο αριθμό μελών από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή και από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (επί του παρόντος 16 μέλη από το καθένα). Καθήκον της Επιτροπής Διαμεσολάβησης είναι η επεξεργασία προτάσεων για την επίτευξη συμφωνίας, αν και δεν μπορεί να λάβει η ίδια αποφάσεις για λογαριασμό της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.

Τα κανονιστικά διατάγματα κατατάσσονται ιεραρχικά κάτω από τους νόμους. Εκδίδονται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ομοσπονδιακό υπουργό ή την κυβέρνηση ομόσπονδου κρατιδίου. Οι κανονιστικές πράξεις αυτοδιοικούμενων οργανισμών κατατάσσονται ιεραρχικά κάτω από τα κανονιστικά διατάγματα. Εκδίδονται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (π.χ. δημοτική αρχή).

Θεσμικό πλαίσιο

Νομοθετικά όργανα

Η νομοθέτηση αποτελεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έργο των κοινοβουλίων. Η Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή αποτελεί, επομένως, το σημαντικότερο νομοθετικό όργανο. Αποφασίζει —με τη σύμπραξη του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου— για όλους τους νόμους που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ομοσπονδίας.

Οι βουλευτές και οι κοινοβουλευτικές ομάδες της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής —καθώς και το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση— μπορούν να υποβάλλουν στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή σχέδια νέων ή τροποποιητικών νόμων. Τα εν λόγω νομοσχέδια εξετάζονται, συζητούνται και ψηφίζονται στη Βουλή, σύμφωνα με λεπτομερώς καθοριζόμενη διαδικασία.

Βάσει του ομοσπονδιακού συστήματος της Γερμανίας, στα ομόσπονδα κρατίδια ανήκει σημαντικό τμήμα της κρατικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο συμμετέχει επίσης στη νομοθετική διαδικασία. Όλοι οι νόμοι υποβάλλονται στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο για ψηφοφορία και αυτό μπορεί —ανάλογα με τη φύση του νόμου— ακόμη και να προκαλέσει την απόρριψη ορισμένων νόμων.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. τον δικτυακό τόπο της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής.

Νομοθετική διαδικασία

Διαδικασία νομοθέτησης

Τα περισσότερα σχέδια και προτάσεις νόμου καταρτίζονται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ως το κεντρικό καθοδηγητικό επίπεδο της εκτελεστικής εξουσίας, διαθέτει τη μεγαλύτερη εμπειρία στην εφαρμογή της νομοθεσίας και άμεση γνώση των τομέων για τους οποίους απαιτούνται στην πράξη νέες κανονιστικές διατάξεις.

Ωστόσο, σχέδια νέων νόμων δεν καταρτίζει μόνο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και οι βουλευτές της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής έχουν επίσης το δικαίωμα να υποβάλλουν νομοσχέδια.

Πρωτοβουλίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ή του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου

Όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιθυμεί την τροποποίηση ή τη θέσπιση ενός νόμου, ο ομοσπονδιακός καγκελάριος πρέπει αρχικά να παραπέμψει το σχετικό νομοσχέδιο στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο.

Κατά κανόνα, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο διαθέτει προθεσμία έξι εβδομάδων για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του νομοσχεδίου, στις οποίες η κυβέρνηση μπορεί με τη σειρά της να απαντήσει εγγράφως. Στη συνέχεια, ο ομοσπονδιακός καγκελάριος διαβιβάζει το νομοσχέδιο στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή με τις παρατηρήσεις του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Από τη διαδικασία αυτή εξαιρείται ο νόμος για τον προϋπολογισμό: Για τον εν λόγω νόμο, το νομοσχέδιο αποστέλλεται ταυτόχρονα στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή.

Παρόμοια διαδικασία εφαρμόζεται ως προς τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Όταν η πλειοψηφία των μελών του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου αποφασίσει ορισμένο νομοσχέδιο, το νομοσχέδιο αποστέλλεται αρχικά στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διατυπώνει τη γνώμη της, κατά κανόνα εντός έξι εβδομάδων, και στη συνέχεια διαβιβάζει το νομοσχέδιο στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή.

Πρωτοβουλίες βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής

Νομοσχέδια μπορούν επίσης να δρομολογηθούν από βουλευτές της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής: είτε από τουλάχιστον μία κοινοβουλευτική ομάδα είτε από τουλάχιστον το πέντε τοις εκατό των βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής.

Τα νομοσχέδια που υποβάλλονται με τον τρόπο αυτό δεν χρειάζεται να υποβληθούν πρώτα στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση υποβάλλει τα ιδιαιτέρως επείγοντα νομοσχέδια μέσω των κοινοβουλευτικών ομάδων της Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή.

Διανομή της πρότασης

Πριν από τη συζήτηση νομοσχεδίου στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή, αυτό πρέπει πρώτα να υποβληθεί στον πρόεδρο της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής και έπειτα να καταχωρισθεί από τις διοικητικές υπηρεσίες.

Στη συνέχεια διανέμεται σε όλα τα μέλη της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, καθώς και στα ομοσπονδιακά υπουργεία, είτε σε έντυπη μορφή είτε, κατά κανόνα, με ηλεκτρονικά μέσα.

Η ένταξη του νομοσχεδίου στην ημερήσια διάταξη της ολομέλειας σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου της διαδρομής του. Πλέον, το νομοσχέδιο βρίσκεται πριν από τη δημόσια και επίσημη υποβολή του προς συζήτηση στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή.

Τρεις αναγνώσεις στην ολομέλεια

Κατά κανόνα, τα νομοσχέδια υποβάλλονται σε τρεις διασκέψεις της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής — οι διασκέψεις αυτές είναι γνωστές ως αναγνώσεις.

Κατά την πρώτη ανάγνωση, συζήτηση πραγματοποιείται μόνο αν αυτό συμφωνηθεί από το Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων (Ältestenrat — διευθυντικό όργανο της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής) ή ζητηθεί από κάποια από τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Ως επί το πλείστον, αυτό συμβαίνει όταν η νομοθετική πρόταση είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη ή εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το κοινό.

Κύριος στόχος της πρώτης ανάγνωσης είναι ο ορισμός μίας ή περισσότερων επιτροπών για να εξετάσουν το νομοσχέδιο και να το προετοιμάσουν για τη δεύτερη ανάγνωση. Αυτό γίνεται βάσει συστάσεων του Συμβουλίου των Πρεσβυτέρων.

Αν οριστούν περισσότερες επιτροπές, μία από αυτές ορίζεται ως κυρίως αρμόδια. Στην εν λόγω επιτροπή ανατίθεται η ευθύνη για την πρόοδο της διαδικασίας. Οι άλλες επιτροπές έχουν γνωμοδοτικό ρόλο.

Νομοθετικό έργο στις επιτροπές

Το αναλυτικό νομοθετικό έργο λαμβάνει χώρα στις μόνιμες επιτροπές, οι οποίες περιλαμβάνουν μέλη από όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Τα μέλη της επιτροπής εξοικειώνονται με το υλικό και το συζητούν κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεών τους. Μπορούν επίσης να καλέσουν εμπειρογνώμονες και εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων σε δημόσιες ακροάσεις.

Παράλληλα με το έργο που πραγματοποιείται από τις επιτροπές, οι κοινοβουλευτικές ομάδες σχηματίζουν ομάδες εργασίας, στις οποίες εξετάζουν τα σχετικά θέματα και καθορίζουν τις θέσεις τους.

Η δημιουργία «γεφυρών» μεταξύ των κοινοβουλευτικών ομάδων στις επιτροπές δεν είναι ασυνήθιστη. Ο διάλογος μεταξύ των κοινοβουλευτικών ομάδων της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης έχει ως αποτέλεσμα τα περισσότερα νομοσχέδια να αναθεωρούνται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.

Μετά τη λήξη των συζητήσεων, η κυρίως αρμόδια επιτροπή υποβάλλει στην ολομέλεια έκθεση σχετικά με την πορεία και τα αποτελέσματα των συζητήσεών της. Η απόφαση που εισηγείται αποτελεί τη βάση για τη δεύτερη ανάγνωση, η οποία πραγματοποιείται πλέον στην ολομέλεια.

Συζήτηση κατά τη δεύτερη ανάγνωση

Πριν από τη δεύτερη ανάγνωση, όλοι οι βουλευτές λαμβάνουν σε έντυπη μορφή τη δημοσιευμένη σύσταση απόφασης της κυρίως αρμόδιας επιτροπής. Επομένως, είναι καλά προετοιμασμένοι για τη συζήτηση. Επιπλέον, οι κοινοβουλευτικές ομάδες συντονίζουν εκ νέου τις θέσεις τους σε εσωτερικές συνεδριάσεις πριν από τη συζήτηση, προκειμένου να παρουσιάσουν ενιαίο μέτωπο στη δημόσια δεύτερη ανάγνωση.

Μετά τη γενική συζήτηση, όλες οι διατάξεις που περιέχονται στο νομοσχέδιο μπορούν να εξετασθούν μεμονωμένα. Ωστόσο, κατά κανόνα, η ολομέλεια ψηφίζει απευθείας επί του νομοσχεδίου στο σύνολό του.

Κάθε βουλευτής της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής μπορεί να καταθέσει προτάσεις τροπολογιών, οι οποίες εξετάζονται απευθείας στην ολομέλεια. Αν η ολομέλεια εγκρίνει τροπολογίες, η νέα έκδοση του νομοσχεδίου πρέπει καταρχάς να τυπωθεί και να διανεμηθεί. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή μπορεί να συντομευθεί με τη συγκατάθεση των δύο τρίτων των παρόντων βουλευτών. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η άμεση έναρξη της τρίτης ανάγνωσης.

Ψηφοφορία κατά την τρίτη ανάγνωση

Κατά την τρίτη ανάγνωση πραγματοποιείται νέα συζήτηση μόνο αν αυτό ζητηθεί από κοινοβουλευτική ομάδα ή από τουλάχιστον το πέντε τοις εκατό των βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής.

Στο παρόν στάδιο, προτάσεις τροπολογιών δεν μπορούν πλέον να κατατεθούν από μεμονωμένους βουλευτές, αλλά μόνο από κοινοβουλευτικές ομάδες ή από το πέντε τοις εκατό των βουλευτών της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, ενώ οι εν λόγω προτάσεις τροπολογιών μπορούν να αφορούν μόνο τροπολογίες που εγκρίθηκαν κατά τη δεύτερη ανάγνωση.

Στο τέλος της τρίτης ανάγνωσης πραγματοποιείται η τελική ψηφοφορία. Ο πρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής ζητεί τις ψήφους υπέρ του νομοσχεδίου, τις ψήφους κατά του νομοσχεδίου και τις αποχές, και οι βουλευτές σηκώνονται από τη θέση τους για να απαντήσουν.

Αν το νομοσχέδιο εξασφαλίσει την αναγκαία πλειοψηφία στην ολομέλεια της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, διαβιβάζεται στο Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ως νόμος.

Έγκριση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου

Μέσω του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, τα ομόσπονδα κρατίδια συμμετέχουν στη θέσπιση κάθε νόμου. Τα συναφή δικαιώματά τους σύμπραξης καθορίζονται επακριβώς.

Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο δεν μπορεί να τροποποιήσει νόμο που έχει εγκριθεί από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή. Ωστόσο, αν δεν εγκρίνει τον νόμο, μπορεί να ζητήσει τη σύγκληση της Επιτροπής Διαμεσολάβησης. Η Επιτροπή Διαμεσολάβησης απαρτίζεται από ίσο αριθμό μελών από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή και από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο.

Για ορισμένους νόμους, η έγκριση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση. Στους νόμους αυτούς περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, οι νόμοι που αφορούν τα οικονομικά και τις διοικητικές αρμοδιότητες των ομόσπονδων κρατιδίων.

Ως προς τους νόμους για τους οποίους το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο μπορεί απλώς να προβάλει αντιρρήσεις, οι εν λόγω νόμοι μπορούν να τεθούν σε ισχύ ακόμη και αν δεν επιτευχθεί συμφωνία στην Επιτροπή Διαμεσολάβησης. Ωστόσο, προς τον σκοπό αυτό απαιτείται νέα ψηφοφορία στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή και υπερψήφιση του νόμου με αυξημένη πλειοψηφία.

Θέση σε ισχύ

Αφού το νομοσχέδιο εγκριθεί από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή και το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, πρέπει να περάσει από ορισμένα ακόμη στάδια για να τεθεί σε ισχύ.

Καταρχάς, ο εγκριθείς νόμος τυπώνεται και διαβιβάζεται στον ομοσπονδιακό καγκελάριο και στον αρμόδιο ομοσπονδιακό υπουργό για προσυπογραφή.

Στη συνέχεια, ο νόμος διαβιβάζεται προς έκδοση στον πρόεδρο της Ομοσπονδίας. Αυτός εξετάζει αν η διαδικασία θέσπισης του νόμου συνάδει με τις συνταγματικές διατάξεις και αν το περιεχόμενο του νόμου προσκρούει προφανώς στον Θεμελιώδη Νόμο. Μετά τη διενέργεια των ελέγχων αυτών, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας υπογράφει τον νόμο και δίνει εντολή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα Ομοσπονδιακής Νομοθεσίας (Bundesgesetzblatt).

Με τον τρόπο αυτόν, ο νόμος δημοσιεύεται. Αν ο νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, αυτή επέρχεται τη 14η ημέρα από τη δημοσίευση του οικείου φύλλου της Εφημερίδας Ομοσπονδιακής Νομοθεσίας.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. τον δικτυακό τόπο της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης και Προστασίας του Καταναλωτή (Bundesministerium der Justiz und für Verbraucherschutz) και η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικαιοσύνης (Bundesamt für Justiz) παρέχουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες δωρεάν πρόσβαση, μέσω του διαδικτύου [στην ιστοσελίδα Gesetze im Internet (Νομοθεσία στο διαδίκτυο)], στο σύνολο σχεδόν της ισχύουσας ομοσπονδιακής νομοθεσίας. Στην ιστοσελίδα αυτή δημοσιεύονται νόμοι και κανονιστικά διατάγματα στην εκάστοτε ισχύουσα μορφή τους. Το κέντρο τεκμηρίωσης της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικαιοσύνης μεριμνά για τη διαρκή ενοποίηση των εν λόγω νομικών πράξεων. Πολλά σημαντικά νομοθετήματα διατίθενται και στην αγγλική γλώσσα.

Επιπλέον, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, μέσω του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εσωτερικών, Δομικών Έργων και Εθνικών Θεμάτων (Bundesministerium des Innern, für Bau und Heimat), παρέχει δωρεάν πρόσβαση, μέσω του διαδικτύου [στην ιστοσελίδα Verwaltungsvorschriften im Internet (Διοικητικές διατάξεις στο διαδίκτυο)], σε μια ευρεία βάση δεδομένων με ισχύουσες διοικητικές διατάξεις των ανώτατων ομοσπονδιακών αρχών.

Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελεί ομοσπονδιακό κράτος, τα ομόσπονδα κρατίδια μεριμνούν τα ίδια για τη δημοσίευση της δικής τους κρατιδιακής νομοθεσίας. Προς τον σκοπό αυτόν έχουν δημιουργήσει δικούς τους ιστότοπους, προς τους οποίους παρέχονται σύνδεσμοι στην πύλη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των ομόσπονδων κρατιδίων για τη δικαιοσύνη (Justizportal des Bundes und der Länder).

Σχετικοί σύνδεσμοι

Εφημερίδα Ομοσπονδιακής Νομοθεσίας

Νομοθεσία στο διαδίκτυο

Νομοθεσία στο διαδίκτυο — Μεταφράσεις νομοθετημάτων στα αγγλικά

Διοικητικές διατάξεις στο διαδίκτυο

Πύλη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των ομόσπονδων κρατιδίων για τη δικαιοσύνη

Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή

Γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/07/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.
Τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τη διαχείριση ιστοσελίδων με εθνικό περιεχόμενο προβαίνουν αυτή τη στιγμή στην επικαιροποίηση μέρους του περιεχομένου αυτού του ιστότοπου για να το προσαρμόσουν στην αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν στο περιεχόμενο του ιστοτόπου δεν λαμβάνεται ακόμη υπόψη η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για ακούσιο σφάλμα και θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις.