Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες
Swipe to change

Διαζύγιο και δικαστικός χωρισμός

Ιταλία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις έκδοσης διαζυγίου;

Η νομοθεσία προβλέπει τις νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση διαζυγίου (βλέπε ενότητα 2). Το δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει εάν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης διαζυγίου.

Η εξέταση αυτή είναι απαραίτητη ακόμη και στην περίπτωση κοινής αίτησης διαζυγίου. Πράγματι, η συναίνεση των συζύγων δεν αποτελεί αφ' εαυτής έγκυρο λόγο διαζυγίου και, κατά συνέπεια, δεν προβλέπεται συναινετικό διαζύγιο στην Ιταλία το δικαστήριο οφείλει σε κάθε περίπτωση να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η αγωγή διαζυγίου, για να είναι αποδεκτή.

Το διαζύγιο έχει ως αποτέλεσμα τη λύση του γάμου που είχε συναφθεί βάσει του Αστικού Κώδικα ή την παύση των αποτελεσμάτων της έγγαμης σχέσης που παράγονται μετά από θρησκευτική τελετή και εγγραφή στο Ληξιαρχείο. Στη διαδικασία είναι αναγκαία η συμμετοχή του εισαγγελέα.

Πηγές: νόμος αριθ. 898 της 1ης Δεκεμβρίου 1970, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 436 της 1ης Αυγούστου 1978 και τον νόμο αριθ. 74 της 6ης Μαρτίου 1987.

2 Ποιοι είναι οι λόγοι διαζυγίου;

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

1) όταν ο άλλος σύζυγος, μετά την τέλεση του γάμου, καταδικάστηκε, με τελεσίδικη απόφαση, για ιδιαίτερης σοβαρότητας πράξεις, οι οποίες μπορεί να έχουν διαπραχθεί και πριν από τον γάμο, ήτοι:

σε ποινή ισόβιας κάθειρξης ή φυλάκισης άνω των 15 ετών, ακόμη και στην περίπτωση πολλαπλής καταδίκης για αδικήματα εκ προθέσεως, αποκλειομένων των πολιτικών αδικημάτων, καθώς και εκείνων που διαπράχθηκαν για «σοβαρούς ηθικούς και κοινωνικούς λόγους» (motivi di particolare valore morale e sociale)

σε στερητική της ελευθερίας ποινή για αδικήματα αιμομιξίας (άρθρο 564 του Ποινικού Κώδικα) ή για αδικήματα σεξουαλικής βίας βάσει των άρθρων 609α (σεξουαλική βία), 609γ, 609δ ή 609ζ (δυνάμει του νόμου αριθ. 66 του 1996)

σε στερητική της ελευθερίας ποινή για φόνο εκ προθέσεως τέκνου ή για απόπειρα δολοφονίας του συζύγου ή τέκνου του

σε στερητική της ελευθερίας ποινή, με δύο ή περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις, για αδικήματα που οδήγησαν σε βαρύτατες σωματικές βλάβες, παραβίαση των υποχρεώσεων οικογενειακής συνδρομής, κακοποίηση μελών της οικογένειας και παιδιών νεαρής ηλικίας, καταχρηστική συμπεριφορά σε βάρος ανικάνων, σε βάρος της συζύγου ή ενός παιδιού, εκτός εάν ο αιτών το διαζύγιο καταδικάστηκε για συνέργεια ή εάν διαπιστώθηκε ότι οι σύζυγοι συμβιώνουν εκ νέου

2) σε περιπτώσεις στις οποίες:

ο άλλος σύζυγος αθωώθηκε για τις κατηγορίες της αιμομιξίας και της σεξουαλικής βίας που προβλέπονται στο σημείο 1 στοιχεία β) και γ), εάν ο δικαστής πιστοποιήσει την ανικανότητα του εναγομένου να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει την οικογενειακή συμβίωση

υπήρξε δικαστικός χωρισμός, είτε συναινετικός είτε κατόπιν αίτησης ενός εκ των συζύγων, για διάστημα τουλάχιστον τριών ετών που προηγήθηκε της εμφάνισης των συζύγων ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χωρισμού

η ποινική διαδικασία που κινήθηκε για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στο σημείο 1 στοιχεία β) και γ), κατέληξε σε απαλλακτικό βούλευμα λόγω παραγραφής, αλλά το αρμόδιο για την εκδίκαση του διαζυγίου δικαστήριο πιστοποιεί ότι υπάρχει αξιόποινο για τα αδικήματα αυτά

η ποινική διαδικασία για το αδίκημα της αιμομιξίας περατώθηκε με απαλλακτικό βούλευμα λόγω έλλειψης πρόκλησης «δημοσίου σκανδάλου»

ο άλλος σύζυγος, αλλοδαπής ιθαγένειας, πέτυχε στο εξωτερικό την ακύρωση ή τη λύση του γάμου ή συνήψε στο εξωτερικό νέο γάμο

ο γάμος ήταν λευκός

ένας από τους συζύγους πέτυχε την έκδοση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με την αλλαγή φύλου στην περίπτωση αυτή, η αγωγή διαζυγίου μπορεί να υποβληθεί είτε από τον σύζυγο που άλλαξε φύλο είτε από τον άλλο σύζυγο.

Συνοπτικά, πλην των «ποινικών» περιπτώσεων (περιλαμβανομένων επίσης, πέραν της καταδίκης για αδικήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, των περιπτώσεων αθώωσης λόγω ψυχικής διαταραχής, παραγραφής της αξιόποινης πράξης, έλλειψης αντικειμενικών προϋποθέσεων αξιόποινου στην περίπτωση αιμομιξίας), αποτελούν πιθανό λόγο διαζυγίου η διάσταση, η ακύρωση, η λύση του γάμου ή η σύναψη νέου γάμου του άλλου συζύγου στο εξωτερικό, ο λευκός γάμος ή η αλλαγή φύλου.

3 Ποιές είναι οι νομικές συνέπειες του διαζυγίου όσον αφορά:

3.1 τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων (π.χ. επώνυμο);

Η απόφαση διαζυγίου συνεπάγεται:

κατά πρώτο λόγο, τη λύση του συζυγικού δεσμού, με αποτέλεσμα την αποκατάσταση, από τη σκοπιά της οικογενειακής κατάστασης, του καθεστώτος της αγαμίας των συζύγων, γεγονός που τους επιτρέπει να συνάψουν νέο γάμο

για τη σύζυγο, την απώλεια του επιθέτου το οποίο είχε προσθέσει στο δικό της ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στη σύζυγο να διατηρήσει το επίθετο του συζύγου προσθέτοντάς το στο δικό της, όταν καταδεικνύεται ότι συμβαδίζει με το συμφέρον της αιτούσας ή των παιδιών για λόγους που χρήζουν προστασίας.

Το διαζύγιο δεν καταργεί τη συγγένεια εξ αγχιστείας και ιδίως δεν καταργεί το κώλυμα που προβλέπεται για τους συγγενείς εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή (άρθρο 87 παράγραφος 4 του Αστικού Κώδικα).

Οι αλλοδαποί σύζυγοι δεν χάνουν την ιθαγένεια που απέκτησαν λόγω του γάμου.

3.2 την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων;

Το διαζύγιο οδηγεί στη διάλυση της κοινότητας των περιουσιακών στοιχείων (κοινοκτημοσύνης) που ορίζεται από τη νομοθεσία (comunione legale, η οποία αφορά όλες τις αγορές που έγιναν από τους δύο συζύγους από κοινού ή χωριστά κατά τη διάρκεια του γάμου, εκτός εάν πρόκειται για τα προσωπικά αντικείμενα που προβλέπονται στο άρθρο 179 του Αστικού Κώδικα), καθώς και στην διάλυση κάθε ταμείου περιουσιακών στοιχείων (fondo patrimoniale). Ωστόσο, εφόσον υπάρχουν ανήλικα παιδιά, το ταμείο συνεχίζει να υφίσταται έως την ενηλικίωση του μικρότερου παιδιού. Το διαζύγιο δεν παράγει αποτελέσματα όσον αφορά τα κοινά περιουσιακά στοιχεία (comunione ordinaria, παραδείγματος χάρη στην περίπτωση αγαθών που αποκτήθηκαν με διαφορετικά μερίδια πριν από τον γάμο ή επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά υπό το καθεστώς του διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων (separazione dei beni)), που μπορεί να αρθεί κατόπιν αιτήσεως ενός από τους συζύγους.

Στον γονέα ο οποίος ασκεί τη γονική μέριμνα ανήλικου παιδιού μπορεί να χορηγηθεί το δικαίωμα να εξακολουθήσει να κατοικεί στην πρώην οικογενειακή στέγη των συζύγων, εφόσον είναι προς το συμφέρον του παιδιού να συνεχίσει να διαμένει υπό την ίδια οικογενειακή στέγη.

3.3 τα ανήλικα τέκνα των συζύγων;

Το δικαστήριο που εκδίδει το διαζύγιο αναθέτει επίσης την επιμέλεια των ανήλικων παιδιών στους δύο γονείς από κοινού η άσκηση της επιμέλειας ανατίθεται αποκλειστικά στον έναν γονέα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το δικαστήριο καθορίζει επίσης τις περιόδους φιλοξενίας των παιδιών στον γονέα που δεν ασκεί τη γονική μέριμνα. Αποφασίζει για τη διαχείριση της περιουσίας των παιδιών, ενώ λαμβάνει μέτρα για τον προσδιορισμό της μηνιαίας  διατροφής η οποία πρέπει να καταβάλλεται για τα παιδιά στον γονέα που ζει μαζί τους ( εάν τα παιδιά είναι ανήλικα).

3.4 την υποχρέωση καταβολής διατροφής στον άλλο σύζυγο;

Κατά την έκδοση του διαζυγίου, το δικαστήριο διατάσσει, κατόπιν αιτήσεως ενός από τους διαδίκους, την τακτική καταβολή διατροφής στον διάδικο που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του για αντικειμενικούς λόγους. Η υποχρέωση καταβολής διατροφής παύει εάν ο δικαιούχος συνάψει νέο γάμο. Εφόσον συναινέσουν οι δύο σύζυγοι, μπορεί επίσης να προβλεφθεί μια εφάπαξ παροχή με τη μεταβίβαση δικαιωμάτων κυριότητας επί ακινήτου υπέρ του δικαιούχου (για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε «Αξιώσεις διατροφής – Ιταλία»).

Οι σύζυγοι που δεν καταβάλλουν τη διατροφή σε περίπτωση δικαστικού χωρισμού ή μετά την έκδοση διαζυγίου διαπράττουν το αδίκημα της παραβίασης της υποχρέωσης οικογενειακής συνδρομής (άρθρο 570 του Ποινικού Κώδικα).

Επιπλέον, παράγονται περαιτέρω αποτελέσματα. Ο σύζυγος που έλαβε διαζύγιο και δικαιούται διατροφή, εφόσον δεν έχει ξαναπαντρευτεί, δικαιούται επίσης μέρος της αποζημίωσης που συνδέεται με τη λήξη εργασιακής σχέσης του άλλου συζύγου. Στην περίπτωση θανάτου του τέως συζύγου, ο επιζών πρώην σύζυγος δικαιούται σύνταξη επιζώντος ή μέρος της εν λόγω σύνταξης που θα μοιράζεται με τυχόν επόμενο επιζώντα σύζυγο, καθώς και σύνταξη λόγω κληρονομικής διαδοχής που επιβαρύνει τους κληρονόμου, εφόσον το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε οικονομική ανάγκη. Ο νόμος προβλέπει εξάλλου τη δυνατότητα για τον δικαιούχο διατροφής σύζυγο να εγγράψει υποθήκη ή να προβεί σε κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου σε καταβολή διατροφής συζύγου.

4 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «δικαστικός χωρισμός»;

Δικαστικός χωρισμός σημαίνει ότι ο νόμος δεν απαιτεί πλέον την έγγαμη συμβίωση. Ο εν τοις πράγμασι («de facto») χωρισμός δεν παράγει αποτελέσματα (εκτός από περιπτώσεις προγενέστερες του μεταρρυθμιστικού νόμου αριθ. 151 του 1975).

Ο δικαστικός χωρισμός δεν ακυρώνει τη διάλυση του συζυγικού δεσμού , αλλά εξασθενίζει τους δεσμούς αυτούς.

Ο δικαστικός χωρισμός μπορεί να διατάσσεται με δικαστική απόφαση ή να είναι συναινετικός.

Πηγές: οι ουσιαστικοί κανόνες προβλέπονται στον Αστικό Κώδικα (άρθρα 150 και εξής σχετικά με ζητήματα που αφορούν την κληρονομική διαδοχή, βλέπε τα άρθρα 548 και 585).

5 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις του δικαστικού χωρισμού;

Ο δικαστικός χωρισμός, ήτοι ο χωρισμός βάσει απόφασης του δικαστηρίου, προϋποθέτει ότι στοιχειοθετείται η αδυναμία συνέχισης της έγγαμης συμβίωσης των συζύγων.

Εφόσον πληρούται αυτή η προϋπόθεση, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση δικαστικού χωρισμού, μετά από αίτηση ενός από τους συζύγους, ακόμη και παρά τη θέληση του άλλου συζύγου.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί επίσης να αποφανθεί για το ποιος από τους δύο συζύγους είναι υπαίτιος του χωρισμού η υπαιτιότητα έχει επιπτώσεις όσον αφορά την επιδίκαση διατροφής κατά τη διάρκεια του δικαστικού χωρισμού και μετά την έκδοση διαζυγίου, καθώς και όσον αφορά τα κληρονομικά δικαιώματα. Στη διαδικασία προβλέπεται η συμμετοχή του εισαγγελέα.

Ο χωρισμός με κοινή συναίνεση βασίζεται στη συμφωνία των συζύγων, αλλά παράγει αποτελέσματα μόνον εφόσον επικυρωθεί από τον δικαστή, ο οποίος είναι υπεύθυνος να διερευνήσει κατά πόσον οι συμφωνίες μεταξύ των συζύγων εξυπηρετούν τα ύψιστα συμφέροντα της οικογένειας. Ειδικότερα, εάν η συμφωνία σχετικά με τη γονική μέριμνα και την καταβολή διατροφής των παιδιών δεν είναι προς το συμφέρον των παιδιών, το δικαστήριο καλεί εκ νέου τους συζύγους και υποδεικνύει τις απαιτούμενες αλλαγές. Εάν οι διάδικοι δεν συμμορφωθούν προς τις εν λόγω υποδείξεις, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει την έγκρισή του για τον χωρισμό.

6 Ποιες είναι οι νομικές συνέπειες του δικαστικού χωρισμού;

Προσωπικές σχέσεις: με τον χωρισμό (δικαστικό ή συναινετικό), χάνεται η απαίτηση για όλες τις μορφές συνδρομής που προβλέπονται στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης και δεν υφίσταται πλέον το τεκμήριο πατρότητας. Η σύζυγος δεν χάνει το επώνυμο του συζύγου εάν το είχε προσθέσει στο δικό της, αλλά ο δικαστής μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του συζύγου, να απαγορεύσει τη χρήση του, εφόσον μια τέτοια χρήση μπορεί να του προκαλέσει σοβαρή ζημία. Ομοίως, μπορεί να επιτρέψει στη σύζυγο να μην χρησιμοποιήσει το επώνυμο του συζύγου όταν η χρήση αυτή μπορεί να είναι σε βάρος της.

Κυριότητα της κοινής περιουσίας: η απόφαση για τον χωρισμό λύει την κοινοκτημοσύνη που προβλέπεται από τον νόμο (comunione legale).

Γονική μέριμνα: το δικαστήριο που αποφαίνεται για τον χωρισμό προβλέπει την επιμέλεια των ανήλικων παιδιών και καθορίζει το ποσό της διατροφής που πρέπει να καταβληθεί για το παιδί από τον γονέα ο οποίος δεν ασκεί τη γονική μέριμνα (ή, στην εξαιρετική περίπτωση της αποκλειστικής επιμέλειας, από τον γονέα στον οποίο δεν χορηγείται η επιμέλεια). Κατά τη χορήγηση του δικαιώματος χρήσης της οικογενειακής στέγης, προτεραιότητα δίδεται στον γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε «Η επιμέλεια των παιδιών και το δικαίωμα επικοινωνίας»).

Υποχρέωση καταβολής διατροφής: κατόπιν αιτήσεως, ο δικαστής καθορίζει την καταβολή διατροφής υπέρ του αναίτιου συζύγου, εφόσον δεν διαθέτει επαρκή ανεξάρτητα μέσα. Ο σύζυγος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του δικαιούται να λαμβάνει διατροφή, ήτοι περιοδική καταβολή του απαραίτητου ποσού για τη διαβίωσή του, ακόμη και εάν είναι υπεύθυνος για τον χωρισμό (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε «Αξιώσεις διατροφής – Ιταλία»).

Βάσει σχετικής επέκτασης της νομολογίας, προβλέπεται ρητώς η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή λόγω πληθωρισμού για τη διατροφή στο πλαίσιο χωρισμού κατά τον ίδιο τρόπο με τη διατροφή στο πλαίσιο διαζυγίου.

Τα μέτρα που προβλέπονται στη δικαστική απόφαση σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών και τον υπολογισμό της διατροφής για σύζυγο και παιδιά μπορούν να τροποποιηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Η μη καταβολή της διατροφής συνιστά ποινικό αδίκημα βάσει του άρθρου 570 του Ποινικού Κώδικα.

Δικαστικός χωρισμός χωρίς και με υπαιτιότητα: ο αναίτιος σύζυγος που βρίσκεται σε διάσταση διατηρεί τα ίδια κληρονομικά δικαιώματα με τους συζύγους που δεν είναι σε διάσταση.

Ο υπαίτιος για τον χωρισμό σύζυγος δικαιούται διατροφή μόνον από την περιουσία του αποθανόντος συζύγου και μόνον εάν κατά τη στιγμή της έναρξης της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής λάμβανε ήδη διατροφή από τον αποθανόντα σύζυγο (άρθρα 548 και 585 του Αστικού Κώδικα).

Λοιπά αποτελέσματα: στην περίπτωση μη συμμόρφωσης, η απόφαση δικαστικού χωρισμού αποτελεί τίτλο που παρέχει δικαίωμα για την εγγραφή υποθήκης κατόπιν δε αιτήσεως του δικαιούχου, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου συζύγου ή να εκδώσει απόφαση συντηρητικής κατάσχεσης εσόδων.

7 Τι σημαίνει στην πράξη η έννοια «ακύρωση του γάμου»;

Δυνάμει των άρθρων 117 και εξής του Αστικού Κώδικα, ένας γάμος μπορεί να κηρυχθεί άκυρος ή ακυρώσιμος σε διάφορες περιπτώσεις. Το θέμα μπορεί να εξεταστεί καλύτερα στο πλαίσιο της ακυρότητας, με αναφορά των λόγων ακυρότητας και του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος σε κάθε περίπτωση.

Ο γάμος είναι άκυρος εάν βαρύνεται με οποιοδήποτε από τα ελαττώματα που προβλέπονται στη νομοθεσία, αλλά αυτά πρέπει να προβληθούν με την άσκηση αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου.

Η αγωγή για την ακύρωση του γάμου δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους, εκτός εάν ήδη εκκρεμεί η έκδοση της σχετικής απόφασης. Στη διαδικασία είναι αναγκαία η συμμετοχή του εισαγγελέα.

Πηγές: οι ουσιαστικοί κανόνες προβλέπονται στα άρθρα 117 έως 129α του Αστικού Κώδικα.

8 Ποιοι είναι οι λόγοι ακύρωσης του γάμου;

Οι λόγοι ακυρότητας του γάμου είναι οι ακόλουθοι (άρθρο 117 και εξής του Αστικού Κώδικα):

  1. ύπαρξη προηγούμενου γάμου ενός από τους συζύγους: η ακυρότητα είναι απόλυτη και απαράγραπτη η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από τους συζύγους, τους άμεσους ανιόντες, τον εισαγγελέα ή οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον
  2. impedimentum criminis: ο γάμος συνάπτεται από δύο άτομα το ένα εκ των οποίων έχει καταδικαστεί για φόνο ή απόπειρα δολοφονίας κατά του συζύγου του άλλου η ακυρότητα είναι απόλυτη και ανεπανόρθωτη και μπορεί να προβληθεί από κάθε σύζυγο, από τον εισαγγελέα ή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον
  3. απαγόρευση λόγω πνευματικής αναπηρίας ενός των συζύγων η απαγόρευση μπορεί να κηρυχθεί ακόμη και μετά τον γάμο, εφόσον πιστοποιηθεί η ύπαρξη της αναπηρίας κατά τη στιγμή του γάμου η αίτηση ακύρωσης μπορεί να υποβληθεί από τον κηδεμόνα, τον εισαγγελέα ή οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον
  4. ανικανότητα κατανόησης και εκδήλωσης βουλήσεως (φυσική ανικανότητα) ενός από τους συζύγους η αίτηση ακύρωσης μπορεί να γίνει από έναν από τους συζύγους ο οποίος, παρότι δεν είναι υπό απαγόρευση, αποδεικνύει ότι συνήψε τον γάμο σε κατάσταση ανικανότητας κατανόησης και εκδήλωσης βουλήσεως. Η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή εάν, αφού ανέκτησε τη διανοητική του ικανότητα, υπήρξε συμβίωση για διάστημα ενός έτους
  5. ένας από τους συζύγους ήταν ανήλικος η αίτηση ακύρωσης μπορεί να γίνει από τους συζύγους, από τον εισαγγελέα ή τους γονείς το δικαίωμα του ανηλίκου να υποβάλει την αίτηση ακύρωσης παρέρχεται ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του
  6. δεσμός συγγένειας εξ αίματος, εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας ή λόγω σχέσης καταγωγής τον συγκεκριμένο λόγο ακυρότητας του γάμου μπορούν να επικαλεστούν οι σύζυγοι, ο εισαγγελέας ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εκτός εάν παρέλθει διάστημα ενός έτους μετά τον γάμο και εάν υπήρχε δυνατότητα να δοθεί άδεια γάμου παρά τους δεσμούς συγγένειας
  7. βία, φόβος, πλάνη: συγκατάθεση που αποσπάστηκε με τη χρήση βίας ή συνεπεία εντονότατου φόβου οφειλόμενου σε παράγοντες οι οποίοι διαφεύγουν από τον έλεγχο του συζύγου πλάνη ως προς την ταυτότητα ή πλάνη σχετικά με την προσωπικότητα του άλλου συζύγου, όπως προβλέπονται στο άρθρο 122 του Αστικού Κώδικα. Η αίτηση ακύρωσης μπορεί να υποβληθεί από τον σύζυγο, η συγκατάθεση του οποίου επηρεάστηκε εξαιτίας κάποιου από τα προαναφερομένα ελαττώματα, εκτός εάν το ζευγάρι συνέχισε να συζεί για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους μετά την εξάλειψη της αιτίας της βίας ή του φόβου ή από την ημερομηνία που αποκαλύφθηκε το ελάττωμα
  8. προσποίηση: η αίτηση ακύρωσης μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε εκ των συζύγων συνήψε τον γάμο έχοντας συμφωνήσει να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις ή να μην ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτόν. Οι αιτήσεις ακύρωσης δεν μπορούν να ασκηθούν εάν έχει περάσει ένας χρόνος από την τέλεση του γάμου ή εάν οι συνάπτοντες τον γάμο συμβίωσαν ως ζεύγος εν παλλακεία έστω και για μικρό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση του γάμου.

9 Ποιες είναι οι νομικές συνέπειες της ακύρωσης ενός γάμου;

Εάν οι σύζυγοι ήταν καλής πίστης (δηλαδή εάν αγνοούσαν το ελάττωμα κατά τη στιγμή της τέλεσης του γάμου), ο γάμος θεωρείται έγκυρος έως την κήρυξη της ακύρωσης, η οποία παράγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον (η «αρχή του υποθετικού γάμου» (matrimonio putativo)). Τα παιδιά που έχουν γεννηθεί ή συλληφθεί κατά τη διάρκεια του γάμου θεωρούνται νόμιμα και κατά συνέπεια καλύπτονται από τους κανόνες που διέπουν τον δικαστικό χωρισμό ζευγαριών με ανήλικα παιδιά.

Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να επιβαρύνει τον έναν από τους συζύγους με την υποχρέωση να καταβάλλει περιοδικές χρηματικές παροχές στον άλλο σύζυγο για διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τα τρία έτη, εφόσον ο άλλος σύζυγος δεν έχει επαρκή μέσα διαβίωσης και δεν έχει ξαναπαντρευτεί.

Εάν ένας μόνον από τους συζύγους ήταν καλόπιστος, τα αποτελέσματα του υποθετικού γάμου εφαρμόζονται στον εν λόγω σύζυγο και τα τυχόν παιδιά. Ο σύζυγος που ενήργησε κακόπιστα καλείται να καταβάλει εύλογη αποζημίωση που αντιστοιχεί σε διατροφή για διάστημα τριών ετών, καθώς και να καταβάλει περαιτέρω διατροφή, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι υπόχρεοι διατροφής.

Εάν και οι δύο σύζυγοι ενήργησαν με κακή πίστη, ο γάμος παράγει αποτελέσματα για τα παιδιά που έχουν γεννηθεί ή συλληφθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, εκτός εάν η ακυρότητα του γάμου είναι απόρροια διγαμίας ή αιμομιξίας τα παιδιά που γεννήθηκαν στο πλαίσιο γάμου που ακυρώθηκε λόγω διγαμίας μπορούν να αποκτήσουν το καθεστώς του αναγνωρισμένου εκτός γάμου παιδιού.

Η καλή πίστη τεκμαίρεται ότι υπήρχε και πρέπει να υφίσταται μόνο κατά τη στιγμή της σύναψης των δεσμών του γάμου.

10 Υπάρχουν εναλλακτικά εξωδικαστικά μέσα επίλυσης των θεμάτων που αφορούν ένα διαζύγιο, χωρίς προσφυγή στη δικαιοσύνη;

Δεν προβλέπονται εναλλακτικές μορφές επίλυσης των θεμάτων που συνδέονται με το διαζύγιο (ή τον χωρισμό). Οι ενδιαφερόμενοι έχουν ελεύθερη πρόσβαση στις υπηρεσίες οικογενειακής διαμεσολάβησης για την παροχή συνδρομής με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις ρυθμίσεις που αφορούν την επιμέλεια παιδιών.

Μπορούν επίσης να προβούν σε κοινές οικονομικές ρυθμίσεις για την καταβολή διατροφής στα παιδιά και στον έναν εκ των δύο συζύγων.

11 Πού πρέπει να καταθέσω την αίτηση αγωγής διαζυγίου/δικαστικού χωρισμού/ακύρωσης γάμου; Ποιες είναι οι επίσημες διαδικασίες και ποια τα σχετικά έγγραφα που πρέπει να συνυποβάλλονται με την αγωγή;

Η διαδικασία του διαζυγίου εφαρμόζεται επίσης και στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικού χωρισμού, τηρουμένων των αναλογιών. Σε μικρότερο βαθμό, προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 706 και εξής του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η διαδικασία λαμβάνει τη μορφή ειδικής διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας που διέπεται από διαφορετικούς κανόνες σε σχέση με εκείνους που διέπουν την τακτική διαδικασία, ιδίως στο εισαγωγικό στάδιο (πρόκειται ουσιαστικά για διαδικασία δύο σταδίων: το στάδιο της συνδιαλλαγής και, ακριβέστερα, το στάδιο της εξέτασης υπό το καθεστώς της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας).

Δικαιοδοσία: αρμόδιο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο (tribunale) του τελευταίου τόπου κοινής κατοικίας των συζύγων ή οποιουδήποτε άλλου τόπου ορίζεται από τη νομοθεσία (άρθρο 706 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) ή, εάν ο εναγόμενος δεν έχει γνωστό τόπο κατοικίας ή διαμένει στο εξωτερικό, του τόπου διαμονής ή κατοικίας του ενάγοντος. Εάν και οι δύο διάδικοι διαμένουν στο εξωτερικό, η υπόθεση μπορεί να εκδικαστεί από οποιοδήποτε δικαστήριο της χώρας. Εάν το διαζύγιο είναι συναινετικό, οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του ενός ή του άλλου.

Διαδικασία: η αίτηση χωρισμού ή διαζυγίου υποβάλλεται με τη μορφή αιτήματος (ricorso) που κατατίθεται στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου. Στο αίτημα πρέπει να επισυνάπτονται τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, αλλά είναι επίσης δυνατή η προσκόμισή τους απευθείας στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας. Ο ενάγων είναι υπεύθυνος για τη διασφάλιση της επίδοσης του αιτήματος στον άλλο σύζυγο, καθώς και της διάταξης με την οποία ο πρόεδρος του δικαστηρίου καθόρισε την ημερομηνία δικασίμου, κατά την οποία οι διάδικοι μπορούν να εμφανιστούν ενώπιόν του. Εάν η διαδικασία συμφιλίωσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστή είναι ανεπιτυχής, ο πρόεδρος εκδίδει προσωρινά μέτρα προς το συμφέρον των συζύγων και των παιδιών και ορίζει την ημερομηνία ακρόασης ενώπιον του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας εξετάζει την ουσία της υπόθεσης σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες διεξαγωγής αποδείξεων.

Κοινό διαζύγιο: η κοινή αγωγή διαζυγίου προϋποθέτει τη συμφωνία των συζύγων σχετικά με το διαζύγιο, καθώς και τους όρους όσον αφορά τα παιδιά και τις οικονομικές τους σχέσεις. Η διαδικασία είναι απλουστευμένη.

Πηγές: νόμος αριθ. 898 του 1970, όπως τροποποιήθηκε όσον αφορά τον δικαστικό χωρισμό, εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις των άρθρων 706 έως 711 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

12 Μπορώ να τύχω νομικής συνδρομής για τα έξοδα της διαδικασίας;

Είναι δυνατόν να δοθεί δικαστική συνδρομή (patrocinio a spese dello Stato) και κατά συνέπεια να παρασχεθεί συνδρομή από δικηγόρο χωρίς να καταβληθεί η αμοιβή του και οι άλλες δικαστικές δαπάνες. Το ευεργέτημα της νομικής συνδρομής μπορεί επίσης να παρασχεθεί στους αλλοδαπούς που κατοικούν νομίμως στην Ιταλία. Οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας προβλέπονται στην νόμο 1990/217, καθώς και στο ενημερωτικό δελτίο σχετικά με τη νομική συνδρομή. Οι αιτήσεις νομικής συνδρομής πρέπει να υποβάλλονται στον αντίστοιχο δικηγορικό σύλλογο (consiglio dell’ordine degli avvocati) βλέπε τους σχετικούς ιστοτόπους των δικηγορικών συλλόγων (π.χ. δικηγορικός σύλλογος Ρώμης), καθώς και τον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Πηγές: νόμος αριθ. 217 του 1990, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 134 του 2001.

13 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά απόφασης διαζυγίου/δικαστικού χωρισμού/ακύρωσης γάμου;

Υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά αποφάσεων δικαστικού χωρισμού, διαζυγίου ή ακύρωσης γάμου. Οι μη οριστικές αποφάσεις σε διαδικασίες διαζυγίου (π.χ. αποφάσεις σχετικά με το καθεστώς των συζύγων) ή δικαστικού χωρισμού (π.χ. αποφάσεις σχετικά με τη γονική μέριμνα ή την καταβολή διατροφής) δεν υπόκεινται στην άσκηση ένδικου μέσου σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή μαζί με έφεση κατά της οριστικής απόφασης: θα πρέπει να προσβληθούν εντός των συνήθων νόμιμων προθεσμιών.

14 Τι πρέπει να κάνω για να επιτύχω αναγνώριση στο παρόν κράτος μέλος απόφασης διαζυγίου/δικαστικού χωρισμού/ακύρωσης γάμου η οποία έχει εκδοθεί από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους;

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 της 27ης Νοεμβρίου 2003, ο οποίος προβλέπει μια κοινή διαδικασία σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Η αναγνώριση είναι αυτόματη. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται ειδική διαδικασία ενημέρωσης των μητρώων οικογενειακής κατάστασης ενός κράτους μέλους μετά από απόφαση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου κατά της οποίας δεν είναι πλέον δυνατή η άσκηση προσφυγής.

Ωστόσο, οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος τρίτος μπορεί επίσης να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση δήλωσης ότι η απόφαση που εκδόθηκε από δικαστήριο της αλλοδαπής πρέπει ή δεν πρέπει να αναγνωριστεί Οι ειδικοί λόγοι μη αναγνώρισης προβλέπονται ρητά στον κανονισμό. Η σχετική διαδικασία, η οποία κινείται με τη μορφή αιτήματος ενώπιον του δικαστηρίου (ricorso), πρέπει να υποβληθεί στο Εφετείο (corte di appello) που είναι κατά τόπον αρμόδιο στον τόπο εφαρμογής της απόφασης, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου στην Ιταλία. Ο δικαστής αποφασίζει αμελλητί, με ή χωρίς κατ' αντιμωλία διαδικασία, και η απόφαση κοινοποιείται στον αιτούντα.

15 Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για την προσβολή της αναγνώρισης απόφασης διαζυγίου/δικαστικού χωρισμού/ακύρωσης γάμου η οποία έχει εκδοθεί από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους; Ποια διαδικασία ακολουθείται σε αυτή την περίπτωση;

Και οι δύο διάδικοι μπορούν να προσβάλουν την απόφαση αναγνώρισης ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε το μέτρο εντός μηνός από την κοινοποίησή της (εντός δύο μηνών εάν ο αντίδικος διαμένει σε άλλη χώρα). Στο δεύτερο αυτό στάδιο τηρούνται οι κανόνες της κατ' αντιμωλία εξέτασης και εφαρμόζονται οι συνήθεις κανόνες της τακτικής διαδικασίας αγωγής.

Κατά της απόφασης που εκδίδεται για την προσβολή της αναγνώρισης μπορεί να ασκηθεί εν συνεχεία ένδικο μέσο ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου (βλέπε τα παραρτήματα του κανονισμού).

16 Ποιο δίκαιο εφαρμόζεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαζυγίου μεταξύ συζύγων που δεν διαμένουν στο παρόν κράτος μέλος ή που έχουν διαφορετικές ιθαγένειες;

Ο δικαστικός χωρισμός και το διαζύγιο διέπονται από την κοινή εθνική νομοθεσία των συζύγων κατά τη στιγμή της αγωγής δικαστικού χωρισμού ή διαζυγίου στην περίπτωση συζύγων με διαφορετική ιθαγένεια, επαφίεται στο δικαστήριο, κατόπιν συνετής εκτίμησης, να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο με βάση τη χώρα στην οποία εντοπίζεται ότι το ζευγάρι έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος του έγγαμου βίου του.

Εάν το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο δεν προβλέπει τον δικαστικό χωρισμό και το διαζύγιο, εφαρμόζεται το ιταλικό δίκαιο (άρθρο 31 του νόμου αριθ. 218 του 1995), με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή να υπερισχύει το lex fori. Όσον αφορά το σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι το ιταλικό δίκαιο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του ενάγοντος και μπορεί επίσης να γίνει επίκλησή του από αλλοδαπό, είτε στο πλαίσιο μεικτού γάμου είτε στο πλαίσιο γάμου μεταξύ αλλοδαπών.

Οι ιταλοί σύζυγοι που άσκησαν αγωγή για δικαστικό χωρισμό ή διαζύγιο στην Ιταλία υπόκεινται στο ιταλικό δίκαιο, ακόμη και αν δεν διαμένουν στην Ιταλία. Οι σύζυγοι διαφορετικής ιθαγένειας υπόκεινται στο δίκαιο της χώρας στην οποία το ζευγάρι περνάει το μεγαλύτερο μέρος του έγγαμου βίου του. Ωστόσο, εάν το δίκαιο της χώρας αυτής δεν προβλέπει δικαστικό χωρισμό ή διαζύγιο, το ιταλικό δικαστήριο θα εφαρμόσει το ιταλικό δίκαιο.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/10/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.