Insolvency/bankruptcy

If a company or entrepreneur gets into financial distress, or cannot pay its debts, specific proceedings are available in every country to address the situation inclusively, involving all the creditors (parties who are owed money).

Insolvency proceedings differ according to their objectives:

Companies

  • If the company can be saved or the business is viable – its debts may be restructured (usually in agreement with creditors). This is to safeguard the firm and preserve jobs.
  • If the business cannot be saved, the company must be wound up (it 'goes bankrupt').

Entrepreneurs

  • Can usually apply for a procedure involving an ordered repayment plan for their debts and a debt-discharge following a reasonable period of time (3 years, usually). This ensures they are not personally bankrupted and can launch further ventures in future.

In all cases, as soon as the proceedings are formally opened, creditors can no longer take individual action to reclaim their debts. This is to ensure all creditors are on an equal footing and protect the debtor's assets.

To be paid, creditors must prove their claims, either to the court or to the body (generally an administrator or liquidator) responsible for reorganising or liquidating the debtor's assets. In specific circumstances, this can be done by the debtor themself.

Cross-border insolvency (EU rules)

Insolvency cases involving companies or entrepreneurs with activities, assets or affairs in several countries can be resolved under EU law – specifically Regulation 2015/848 (see here for a summary of how it works).

Forms referred to in Regulation 2015/848

National procedures

Please select the relevant country's flag to obtain detailed national information.

Related link

Insolvency registers

Last update: 18/01/2019

This page is maintained by the European Commission. The information on this page does not necessarily reflect the official position of the European Commission. The Commission accepts no responsibility or liability whatsoever with regard to any information or data contained or referred to in this document. Please refer to the legal notice with regard to copyright rules for European pages.

Αφερεγγυότητα - Βουλγαρία

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας στη Βουλγαρία δεν διέπονται από ειδική νομοθεσία. Οι γενικές διατάξεις που διέπουν την αφερεγγυότητα περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο περί αφερεγγυότητας του εμπορικού νόμου. Η αφερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων διέπεται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου περί αφερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του κώδικα ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται κατά αφερέγγυων εμπόρων. Επιπλέον, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται κατά υπερχρεωμένων εταιριών περιορισμένης ευθύνης, εταιριών κατά μετοχές ή ετερόρρυθμων εταιριών.

Διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορεί επίσης να κινηθούν κατά ενός προσώπου που ασκεί συγκαλυμμένη εμπορική δραστηριότητα μέσω ενός αφερέγγυου οφειλέτη. Η έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας κατά μιας εμπορικής επιχείρησης συνεπάγεται την ταυτόχρονη κίνηση μιας συντρέχουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του ομόρρυθμου εταίρου.

Διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται επίσης κατά των ατομικών επιχειρήσεων των οποίων οι ιδιοκτήτες έχουν αποβιώσει ή διαγραφεί από το Εμπορικό Μητρώο, εφόσον κατά τον χρόνο θανάτου τους ήταν αφερέγγυοι ή είχαν διαγραφεί. Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας στρέφονται επίσης κατά του ομόρρυθμου εταίρου, ακόμη κι αν έχει αποβιώσει ή διαγραφεί από το Εμπορικό Μητρώο. Η αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μπορεί να κατατεθεί μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία θανάτου ή διαγραφής του οφειλέτη από το Εμπορικό Μητρώο.

Διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται επίσης κατά των αφερέγγυων εταιριών σε εκκαθάριση. Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων διέπονται από τους κανόνες και τις διαδικασίες που ορίζονται σε ξεχωριστό νόμο.

Τα ζητήματα που αφορούν την αφερεγγυότητα μιας δημόσιας επιχείρησης με εμπορική ιδιότητα, που ασκεί κρατικό μονοπώλιο ή έχει ιδρυθεί βάσει ειδικού νόμου, διέπονται από ξεχωριστό νόμο. Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν μπορούν να κινηθούν κατά μιας δημόσιας επιχείρησης που έχει την εμπορική ιδιότητα και ασκεί κρατικό μονοπώλιο ή έχει ιδρυθεί βάσει ειδικού νόμου.

Το εθνικό δίκαιο προβλέπει την κίνηση διαδικασιών αφερεγγυότητας μόνο κατά των φυσικών προσώπων με ατομικές επιχειρήσεις.

Τα βουλγαρικά δικαστήρια μπορούν να κινήσουν δευτερεύουσες διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά ενός εμπόρου που έχει κηρυχθεί αφερέγγυος από αλλοδαπό δικαστήριο, εφόσον κατέχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται μόνον εάν τα πρόσωπα με την εμπορική ιδιότητα πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:

(1) Ο οφειλέτης πρέπει να έχει την εμπορική ιδιότητα.

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθούν όχι μόνον κατά των εμπόρων αλλά και όσων ασκούν συγκαλυμμένη εμπορική δραστηριότητα μέσω ενός αφερέγγυου οφειλέτη, κατά ενός ομόρρυθμου εταίρου, ακόμη κι αν έχει αποβιώσει ή διαγραφεί και κατά μιας ατομικής επιχείρησης της οποίας ο ιδιοκτήτης έχει αποβιώσει ή διαγραφεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 612 του εμπορικού νόμου, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν μπορούν να στραφούν κατά δημόσιων επιχειρήσεων που ασκούν μονοπώλιο βάσει κρατικής επιταγής ή έχουν ιδρυθεί σύμφωνα με ειδικό νόμο.

(2) Την αίτηση πρέπει να καταθέσει ένα από τα πρόσωπα που μνημονεύονται στα άρθρα 625 και 742 παράγραφος 2 του εμπορικού νόμου, και ειδικότερα: ο οφειλέτης, ο εκκαθαριστής ή ένας πιστωτής του οφειλέτη σε περίπτωση επιχειρηματικής συναλλαγής, η Εθνική Υπηρεσία Εσόδων (για οφειλές προς το δημόσιο και συγκεκριμένα την κεντρική διοίκηση ή την τοπική αυτοδιοίκηση, που απορρέουν από την επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη ή για οφειλές του ιδιωτικού δικαίου προς την κεντρική διοίκηση) ή ένα μέλος του διοικητικού οργάνου της εταιρίας.

Μόλις καταστεί αφερέγγυος ή υπερχρεωμένος ο οφειλέτης πρέπει να καταθέσει μια αίτηση για την άδεια κίνησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας μέσα σε προθεσμία 30 ημερών. Στις ατομικές επιχειρήσεις, την αίτηση μπορεί να καταθέσει ο έμπορος ή ο διάδοχός του. Όταν ο οφειλέτης είναι εταιρία, η αίτηση κατατίθεται από το διοικητικό όργανο, τον ομόρρυθμο εταίρο ή έναν εκπρόσωπο της εταιρίας ή έναν εκκαθαριστή διορισμένο από το δικαστήριο. Σε αυτή την περίπτωση, στην αίτηση πρέπει να προσαρτώνται τα παρακάτω έγγραφα:

  • ένα αντίγραφο της τελευταίας ετήσιας οικονομικής έκθεσης πιστοποιημένης από τον ορκωτό ελεγκτή και του ισολογισμού της εταιρίας κατά τον χρόνο της αίτησης, εφόσον το πρόσωπο που έχει την εμπορική ιδιότητα έχει νόμιμη υποχρέωση να συντάσσει οικονομικές εκθέσεις και ισολογισμούς
  • μια απογραφή και περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων κατά τον χρόνο της αίτησης
  • ένας πίνακας πιστωτών, που θα αναγράφει τις διευθύνσεις τους, το είδος και το ποσό των απαιτήσεών τους και την ασφάλεια των απαιτήσεών τους
  • ένας κατάλογος με τα προσωπικά και συζυγικά περιουσιακά στοιχεία των εμπόρων που έχουν ατομική επιχείρηση και των ομόρρυθμων εταίρων
  • η απόδειξη ότι η Εθνική Υπηρεσία Εσόδων ενημερώθηκε για την κίνηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • ένα έγγραφο πληρεξούσιο, εάν η αίτηση κατατίθεται δια πληρεξουσίου.

Όταν η αίτηση κατατίθεται από πιστωτή, πρέπει να προσαρτώνται σε αυτή όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πιστωτής για την τεκμηρίωση της απαίτησής του και της επικαλούμενης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, και μια απόδειξη καταβολής του τέλους χαρτοσήμου, καθώς και η απόδειξη ότι ενημερώθηκε η Εθνική Υπηρεσία Εσόδων για την αίτηση.

(3) Προϋποθέσεις εκτελεστότητας:

  • μια οικονομική υποχρέωση του οφειλέτη που συναρτάται με ή απορρέει από μια εμπορική συναλλαγή, περιλαμβανομένης της εγκυρότητας, της εκτέλεσης, μη εκτέλεσης, καταγγελίας, ακύρωσης και κήρυξης της ακυρότητας της εν λόγω συναλλαγής ή τις επιπτώσεις της καταγγελίας της
  • μια οφειλή του δημοσίου δικαίου προς την κεντρική διοίκηση και την αυτοδιοίκηση, η οποία απορρέει από τις εμπορικές δραστηριότητες του οφειλέτη
  • ή μια οφειλή που απορρέει από ιδιωτικού δικαίου απαίτηση της κρατικής διοίκησης.

Ως «εμπορική συναλλαγή» νοείται η συναλλαγή που καταρτίζει ένας έμπορος κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, περιλαμβανομένων των συναλλαγών που προσδιορίζονται ρητά στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου (αγορά εμπορευμάτων ή άλλων αγαθών προς μεταπώληση στην αρχική, κατεργασμένη ή τελική τους μορφή, πώληση εμπορευμάτων ίδιας κατασκευής, αγορά πιστωτικών τίτλων προς μεταπώληση, εμπορική αντιπροσωπεία και μεσιτεία, προμήθεια, συναλλαγές μεταφοράς και αποστολής, ασφαλιστικές συναλλαγές, τραπεζικές συναλλαγές και συναλλαγές που αφορούν συνάλλαγμα, συναλλαγματικές, γραμμάτια εις διαταγή και επιταγές, συναλλαγές αποθήκευσης, αδειοδότησης, επίβλεψης εμπορευμάτων, συναλλαγές διανοητικής ιδιοκτησίας, λειτουργία ξενοδοχείων, ο κλάδος του τουρισμού, της διαφήμισης, της πληροφόρησης, της παραγωγής θεαμάτων και της ψυχαγωγίας και άλλες υπηρεσίες, η αγορά, ανέγερση ή η παροχή ακινήτων για τον σκοπό της πώλησης και μίσθωσης) ανεξαρτήτως της ικανότητας των προσώπων που διεξάγουν τις εν λόγω συναλλαγές. Προς άρση κάθε αμφιβολίας, οι έμποροι θεωρούνται ότι καταρτίζουν συναλλαγές κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.

Τα είδη των απαιτήσεων του δημοσίου δικαίου που μπορεί να έχουν η κεντρική διοίκηση και η τοπική αυτοδιοίκηση ορίζονται στο άρθρο 162 παράγραφος 2 του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας. Πρόκειται για τις εξής απαιτήσεις:

  • φόροι, περιλαμβανομένων των ειδικών φόρων κατανάλωσης και των τελωνειακών δασμών, των υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και άλλων εισφορών που καταβάλλονται για τον κρατικό προϋπολογισμό
  • άλλες υποχρεώσεις, βάσης και ποσού που ορίζονται από τον νόμο
  • τα τέλη χαρτοσήμου και τα δημοτικά τέλη που ορίζει ο νόμος
  • οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που αποδίδονται με τρόπο που δεν πληροί τις απαιτήσεις του νόμου
  • το χρηματικό ισοδύναμο των περιουσιακών στοιχείων που έχουν κατασχεθεί από το κράτος, τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές, καθώς και τα χρηματικά ποσά σε μετρητά που δημεύονται και κατάσχονται από το κράτος
  • οι οφειλές χρηματικών ποσών που επιδικάζονται στην κεντρική διοίκηση ή την τοπική αυτοδιοίκηση, με καταδικαστικές αποφάσεις, δικαστικές αποφάσεις και διατάξεις που έχουν τεθεί σε ισχύ και με αποφάσεις για την ανόρθωση της κρατικής βοήθειας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που έχει χορηγηθεί παράνομα
  • οι οφειλές που απορρέουν από πράξεις επιβολής προστίμων
  • τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ή τα επιπλέον ποσά που έχουν εισπραχθεί ή τα ποσά που έχουν εκταμιευτεί παράνομα στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων έργων με χρηματοδοτικά μέσα προενταξιακής ενίσχυσης, στο πλαίσιο επιχειρησιακών προγραμμάτων, από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα Ευρωπαϊκά Γεωργικά Ταμεία, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας, τη διευκόλυνση Σένγκεν και τη μεταβατική διευκόλυνση, περιλαμβανόμενων των συναφών εθνικών συγχρηματοδοτήσεων, που έχουν εισπραχθεί σύμφωνα με εκδοθείσα διοικητική απόφαση και άλλα πρόστιμα και χρηματικές κυρώσεις που ορίζει το εθνικό δίκαιο και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • οι οφειλόμενοι τόκοι για τις παραπάνω υποχρεώσεις

Οι εισπρακτέες απαιτήσεις του δημοσίου περιλαμβάνουν τις εισπρακτέες απαιτήσεις που θα καταβληθούν στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που επιβάλλουν χρηματικές ενοχές υποκείμενες σε αναγκαστική εκτέλεση βάσει του άρθρου 256 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις εισπρακτέες απαιτήσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθίστανται εκτελεστές βάσει αμετάκλητων αποφάσεων που διατάσσουν τη δήμευση ή κατάσχεση μετρητών ή του ισοδύναμου σε μετρητά της δημευμένης ή κατασχεμένης περιουσίας, καθώς και βάσει αποφάσεων για την εκτέλεση των οικονομικών κυρώσεων που επιβάλλονται σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναγνωρίζονται και εκτελούνται στη Βουλγαρία.

Η απαίτηση, ανεξάρτητα από το αν απορρέει από εμπορική συναλλαγή ή το δημόσιο δίκαιο, πρέπει να βεβαιώνεται ως έγκυρη και υφιστάμενη κατά την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης επί της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

(4) Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται κατά των αφερέγγυων εμπόρων. Διαδικασίες αφερεγγυότητας κινούνται επίσης κατά των υπερχρεωμένων εταιριών περιορισμένης ευθύνης, των εταιριών κατά μετοχές ή των ετερόρρυθμων εταιριών. Η αφερεγγυότητα και η υπερχρέωση συνιστούν αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις, των οποίων ο νομικός ορισμός περιλαμβάνεται στον εμπορικό νόμο.

Ένας έμπορος είναι αφερέγγυος όταν δεν μπορεί να καταβάλει:

  • μια ληξιπρόθεσμη χρηματική ενοχή, που απορρέει από ή συναρτάται με μια εμπορική συναλλαγή, περιλαμβανομένου του κύρους, της εκτέλεσης, μη εκτέλεσης, καταγγελίας, ακύρωσης και κήρυξης της ακυρότητας της εν λόγω συναλλαγής ή τις επιπτώσεις της καταγγελίας της
  • μια οφειλή του δημοσίου δικαίου προς την κεντρική διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία απορρέει από τις εμπορικές δραστηριότητες του οφειλέτη
  • μια ενοχή που συνιστά εισπρακτέα κρατική απαίτηση του ιδιωτικού δικαίου.

Ένας έμπορος τεκμαίρεται ότι δεν είναι σε θέση να πληρώσει μια ληξιπρόθεσμη οφειλή του σύμφωνα με την πρώτη υποθετική περίπτωση, αν κατά τα τρία προηγούμενα έτη από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, δεν είχε υποβάλει προς δημοσίευση τις οικονομικές του εκθέσεις στο Εμπορικό Μητρώο.

Ένας οφειλέτης θεωρείται αφερέγγυος εάν έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών. Ένας οφειλέτης θεωρείται ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών ακόμη κι αν έχει αποπληρώσει πλήρως ή εν μέρει τις οφειλές του σε συγκεκριμένους πιστωτές. Η αφερεγγυότητα τεκμαίρεται επίσης εάν, στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης που έχει επισπευσθεί βάσει μιας αμετάκλητης απόφασης που εκδόθηκε επί αίτησης πιστωτή για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η οφειλή δεν πληρώθηκε, στο σύνολό της ή εν μέρει, μέσα σε 6 μήνες από την παραλαβή ενός αιτήματος ή μιας ειδοποίησης για εκούσια πληρωμή εκ μέρους του οφειλέτη.

Μια εταιρία θεωρείται υπερχρεωμένη όταν τα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της.

(5) Ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προσωρινές δυσχέρειες, αλλά έχει περιέλθει σε κατάσταση αντικειμενικής και μόνιμης αφερεγγυότητας και υπερχρέωσης.

Αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο του τόπου όπου έχει την έδρα του ο έμπορος κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Η αίτηση του οφειλέτη ή του εκκαθαριστή για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας εκδικάζεται χωρίς καθυστέρηση από το δικαστήριο σε μια διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, ενώ σχετική ειδοποίηση δημοσιεύεται στο Εμπορικό Μητρώο. Η αίτηση του πιστωτή για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας εκδικάζεται σε μια διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, στην οποία ο πιστωτής και ο αιτών πρέπει να παραστούν στο δικαστήριο με ειδοποίηση του δικαστηρίου, το αργότερο 14 ημέρες μετά την ημερομηνία της αίτησης. Το δικαστήριο αναστέλλει τη δίκη που εισάγεται με αίτηση του οφειλέτη ή του εκκαθαριστή για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, εάν κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης επί της αίτησης έχει ήδη κατατεθεί όμοια αίτηση από πιστωτή. Έως το πέρας της πρώτης δικασίμου στη δίκη που έχει εισαχθεί με αίτηση πιστωτή, άλλοι πιστωτές μπορεί να καταστούν διάδικοι, να προβάλουν ενστάσεις και να προσκομίσουν γραπτές αποδείξεις. Το δικαστήριο αποδίδει έναν αριθμό υπόθεσης στην αίτηση κατά την ημερομηνία της κατάθεσής της και ορίζει την καταληκτική ημερομηνία για την έκδοση απόφασης επ’ αυτής. Η εν λόγω περίοδος δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

Πριν από την έκδοση απόφασης επί της αίτησης, το πτωχευτικό δικαστήριο, με αίτημα του πιστωτή ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει τα παρακάτω προληπτικά και συντηρητικά μέτρα, εφόσον τα κρίνει αναγκαία για τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη:

  • τον διορισμό διαχειριστή
  • την εξασφάλιση με επίσχεση, κατάσχεση ή άλλα συντηρητικά μέτρα
  • την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με εξαίρεση τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδονται δυνάμει του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας
  • τη λήψη των μέτρων που προβλέπει ο νόμος για την προστασία των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη
  • τη σφράγιση των εγκαταστάσεων, του εξοπλισμού, των μεταφορικών μέσων κ.ο.κ όπου είναι αποθηκευμένη η προσωπική περιουσία και τα προσωπικά είδη του οφειλέτη, εκτός από τις χρησιμοποιούμενες εγκαταστάσεις και άλλους χώρους, που είναι απαραίτητοι για τη συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη ή την αποθήκευση αναλώσιμων αγαθών.

Όταν τα ασφαλιστικά μέτρα ζητά ο πιστωτής, το δικαστήριο τα κάνει δεκτά εφόσον το αίτημά του τεκμαίρεται με αδιάσειστες γραπτές αποδείξεις και/ή παρέχει εμπράγματη εξασφάλιση ποσού που ορίζεται από το δικαστήριο για την αποζημίωση του οφειλέτη σε περίπτωση ζημίας από την τυχόν μεταγενέστερη διαπίστωση ότι ο οφειλέτης δεν ήταν αφερέγγυος ή υπερχρεωμένος. Τα ασφαλιστικά μέτρα εξασφαλίζουν όλους τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, ενώ η άρση τους μπορεί να διαταχθεί δικαστικά εάν παύσουν να είναι αναγκαία για τη διατήρηση της πτωχευτικής περιουσίας και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πιστωτών.

Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων κοινοποιείται στον καθ’ού και τον αιτούντα. Είναι άμεσα εκτελεστή και επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατ’ αυτής μέσα σε προθεσμία 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης. Οι εφέσεις δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τα ασφαλιστικά μέτρα θεωρείται ότι έχουν αρθεί από την ημερομηνία έκδοσης της απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Τα ασφαλιστικά μέτρα παραμένουν σε ισχύ έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Όταν επιβεβαιώνεται η αφερεγγυότητα ή η υπερχρέωση, το δικαστήριο, με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 630 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου, κηρύσσει την αφερεγγυότητα ή την υπερχρέωση, ορίζει την ημερομηνία έναρξης αυτής, κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ορίζει προσωρινό διαχειριστή, κάνει δεκτή την εμπράγματη εξασφάλιση μέσω κατάσχεσης, επίσχεσης ή άλλων συντηρητικών μέτρων και τάσσει ημερομηνία για τη σύγκληση της πρώτης συνέλευσης των πιστωτών μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης το αργότερο.

Όταν η συνέχιση της δραστηριότητας θα είναι προδήλως επιζήμια για την πτωχευτική περιουσία, το δικαστήριο μπορεί, με αίτημα του οφειλέτη ή του διαχειριστή, της Εθνικής Υπηρεσίας Εσόδων ή πιστωτή, να κηρύξει αφερέγγυο τον οφειλέτη με απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 630 παράγραφος 2 του εμπορικού νόμου και να διατάξει την παύση των εμπορικών δραστηριοτήτων, είτε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε από μεταγενέστερη ημερομηνία που πάντως δεν θα έπεται της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την πρόταση ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης. Όταν το δικαστήριο αποφασίζει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας κατά ενός παρόχου ύδρευσης και αποχέτευσης, δεν μπορεί να διατάξει την παύση των εργασιών πριν από τον διορισμό ενός συναφούς νέου παρόχου ύδρευσης και αποχέτευσης.

Η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας δεσμεύει όλους τους διαδίκους.

Μετά τη δικαστική κήρυξη της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας ή την επιβολή προληπτικών και συντηρητικών μέτρων, ο οφειλέτης συνεχίζει να ασκεί εμπορική δραστηριότητα υπό την εποπτεία του διαχειριστή, ενώ μπορεί να συνάπτει νέες συμβάσεις μόνον με την προηγούμενη συναίνεση του διαχειριστή, και με τον όρο ότι εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τα μέτρα που διατάσσονται με την απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Το δικαστήριο μπορεί να στερήσει από τον οφειλέτη το δικαίωμα διαχείρισης και διάθεσης της περιουσίας του και να απονείμει το εν λόγω δικαίωμα στον διαχειριστή, εφόσον κρίνει ότι οι πράξεις του οφειλέτη παραβλάπτουν τα συμφέροντα των πιστωτών.

Με την απόφαση του άρθρου 631 του εμπορικού νόμου, το δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας εάν επιβεβαιώσει ότι οι δυσχέρειες του οφειλέτη είναι προσωρινές ή ότι τα περιουσιακά του στοιχεία επαρκούν για την κάλυψη των οφειλών του χωρίς να θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών.

Όταν τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν για την κάλυψη των αρχικών εξόδων των διαδικασιών αφερεγγυότητας και τα έξοδα δεν έχουν προκαταβληθεί, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση, δυνάμει του άρθρου 632 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου, με την οποία κηρύσσει την αφερεγγυότητα ή την υπερχρέωση, κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, κάνει δεκτή την εξασφάλιση με τη μορφή επίσχεσης, κατάσχεσης ή άλλων συντηρητικών μέτρων, διατάσσει την παύση των εμπορικών δραστηριοτήτων της εταιρίας, κηρύσσει αφερέγγυο τον οφειλέτη και αναστέλλει τη διαδικασία, χωρίς να διατάξει τη διαγραφή του εμπόρου από το Εμπορικό Μητρώο. Οι διαδικασίες που έχουν ανασταλεί μπορεί να κινηθούν εκ νέου με αίτηση του οφειλέτη ή του πιστωτή μέσα σε ένα έτος από την καταχώριση της απόφασης στο Εμπορικό Μητρώο. Οι διαδικασίες μπορεί να κινηθούν εκ νέου, εάν ο αιτών μπορεί να αποδείξει ότι διατίθενται επαρκή περιουσιακά στοιχεία ή αν καταθέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αρχικών εξόδων. Εάν δεν ζητηθεί η εκ νέου κίνηση των διαδικασιών από διάδικο, το δικαστήριο περατώνει τη διαδικασία και διατάσσει τη διαγραφή του εμπόρου από το Εμπορικό Μητρώο. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν εάν κατά τη διάρκεια της δίκης διαπιστωθεί ότι τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 630 και 632 του εμπορικού νόμου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης μέσα σε προθεσμία 7 ημερών από την καταχώρισή τους στο Εμπορικό Μητρώο, ενώ κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μπορεί να ασκηθεί έφεση μέσα σε προθεσμία 7 ημερών από την ημερομηνία της δημοσίευσής της, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 630 είναι άμεσα εκτελεστές.

Οι διαδικασίες της αφερεγγυότητας θεωρείται ότι έχουν ξεκινήσει από την ημερομηνία της δημοσίευσης της απόφασης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 630 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου. Εάν ακυρωθεί η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η επίσχεση και η κατάσχεση θεωρούνται ότι έχουν αρθεί, τα δικαιώματα του οφειλέτη αποκαθίστανται και οι εξουσίες του διαχειριστή παύουν από την ημερομηνία καταχώρισης της αμετάκλητης απόφασης στο Εμπορικό Μητρώο.

Το δικαστήριο εγκρίνει ή απορρίπτει το σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης με ειδική του απόφαση. Μετά την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο περατώνει τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και διορίζει το εποπτικό όργανο το οποίο προτείνεται στο σχέδιο ή εκλέγεται από τη συνέλευση των πιστωτών. Επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατά της απόφασης μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της καταχώρισής της στο Εμπορικό Μητρώο.

Με την απόφαση του άρθρου 710 του εμπορικού νόμου το δικαστήριο κηρύσσει αφερέγγυο τον οφειλέτη, εάν δεν έχει προταθεί σχέδιο αναδιοργάνωσης μέσα στην οικεία προθεσμία που τάσσει ο νόμος ή εάν το σχέδιο που προτάθηκε δεν έχει εγκριθεί ή επικυρωθεί. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν στις περιπτώσεις που ορίζουν τα άρθρα 630 παράγραφος 2, 632 παράγραφος 1 και 709 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου (εκ νέου κίνηση των διαδικασιών αν ο οφειλέτης δεν εκτελέσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης). Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο κηρύσσει αφερέγγυο τον οφειλέτη, διατάσσει την παύση των εμπορικών δραστηριοτήτων της αφερέγγυας επιχείρησης, κάνει δεκτή τη γενική επίσχεση και κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, παύει τις εξουσίες των διοικητικών οργάνων του οφειλέτη με νομική προσωπικότητα, στερεί από τον οφειλέτη το δικαίωμα διαχείρισης και διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας και διατάσσει τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και τη διανομή του προϊόντος της εκποίησης. Η απόφαση που κηρύσσει την αφερεγγυότητα ισχύει έναντι όλων των διαδίκων και πρέπει να καταχωριστεί στο Εμπορικό Μητρώο. Είναι άμεσα εκτελεστή και μπορεί να προσβληθεί με έφεση μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της καταχώρισής της.

Από τον χρόνο καταχώρισης στο Εμπορικό Μητρώο της απόφασης που κηρύσσει την αφερεγγυότητα, η ακίνητη και η κινητή περιουσία του οφειλέτη και οι οφειλές έναντι καλόπιστων τρίτων θεωρούνται κατασχεμένες. Η γενική κατάσχεση επί της ακίνητης περιουσίας και των πλοίων της κυριότητας του οφειλέτη καταχωρίζεται στα συμβολαιογραφικά μητρώα ή τα νηολόγια βάσει της απόφασης που κηρύσσει αφερέγγυο τον οφειλέτη η οποία έχει καταχωριστεί στο Εμπορικό Μητρώο. Όλες οι χρηματικές και μη χρηματικές ενοχές καθίστανται εκτελεστές σε βάρος του από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την αφερεγγυότητα. Η αγοραία αξία σε χρήμα των μη χρηματικών ενοχών καθορίζεται κατά την ημερομηνία της απόφασης. Οι μη χρηματικές ενοχές αποτιμώνται σε χρήμα σύμφωνα με την αγοραία αξία που έχουν κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Οι αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις που κηρύσσουν την αφερεγγυότητα αναγνωρίζονται στη Βουλγαρία βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας, εφόσον εκδίδονται από όργανο του κράτους στη δικαιοδοσία του οποίου βρίσκεται η καταστατική έδρα του οφειλέτη. Κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, του διαχειριστή που έχει διοριστεί από αλλοδαπό δικαστήριο ή πιστωτή, το βουλγαρικό δικαστήριο μπορεί να ξεκινήσει τις δευτερεύουσες διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά ενός εμπόρου που έχει κηρυχθεί αφερέγγυος από αλλοδαπό δικαστήριο, εφόσον ο έμπορος κατέχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία. Σε αυτή την περίπτωση, η απόφαση καταλαμβάνει μόνον τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που βρίσκονται στη Βουλγαρία.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Από την ημερομηνία της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η περιουσία του οφειλέτη καθίσταται η πτωχευτική περιουσία από την οποία θα ικανοποιηθεί το σύνολο των απαιτήσεων των πιστωτών που απορρέουν από εμπορικές και μη εμπορικές οφειλές.

Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει:

  • τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην κυριότητα του οφειλέτη κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • τα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται στην κυριότητα του οφειλέτη μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που έχει ατομική επιχείρηση περιλαμβάνουν το μισό της προσωπικής περιουσίας, τα δικαιώματα επί της προσωπικής περιουσίας και τις καταθέσεις σε μετρητά που αποτελούν συζυγικά περιουσιακά στοιχεία
  • τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που είναι ομόρρυθμος εταίρος περιλαμβάνουν το μισό της προσωπικής περιουσίας, τα δικαιώματα επί της προσωπικής περιουσίας και τις καταθέσεις σε μετρητά που αποτελούν συζυγικά περιουσιακά στοιχεία

Τα μερίδια ή οι εισφορές που δεν έχουν καταβληθεί ή έχουν καταβληθεί από ετερόρρυθμο εταίρο εισπράττονται από τον διαχειριστή για να περιληφθούν στην πτωχευτική περιουσία. Στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται κάθε τυχόν πρόσθετη νέα είσπραξη απαίτησης του οφειλέτη, το προϊόν από την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων και οι εισπρακτέες απαιτήσεις από τις οποίες έχουν παραιτηθεί οι πιστωτές.

Όταν η τιμή πώλησης ενός περιουσιακού στοιχείου επί του οποίου έχει συσταθεί ενέχυρο ή άλλη εμπράγματη ασφάλεια υπερβαίνει την εξασφαλισμένη απαίτηση, περιλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, το εναπομένον ποσό περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία. Ο ίδιος κανόνας ισχύει για τους πιστωτές στους οποίους έχει χορηγηθεί το δικαίωμα να διατηρήσουν μια εμπράγματη εξασφάλιση.

Εάν το δικαστήριο ακυρώσει μια συναλλαγή που αφορά τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από τρίτο επιστρέφονται, και εάν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν περιληφθούν στην πτωχευτική περιουσία ή οφείλονται χρηματικά ποσά, τότε ο τρίτος καθίσταται πιστωτής στις διαδικασίες.

Εάν το προϊόν της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία είχαν διαταχθεί συντηρητικά μέτρα πριν από την έναρξη της αφερεγγυότητας για την εξασφάλιση οφειλών προς το δημόσιο ή κατά των οποίων εκκρεμούν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη οφειλών προς το δημόσιο, υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης, περιλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων και των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής καταθέτει το εναπομένον ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό της πτωχευτικής περιουσίας. Εάν ο δικαστικός επιμελητής δεν ρευστοποιήσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία μέσα σε διάστημα 6 μηνών από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, τα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται από τον δικαστικό επιμελητή στον διαχειριστή και στη συνέχεια ρευστοποιούνται στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Όταν η πληρωμή υπέρ ενός αιτούντος πραγματοποιείται στο διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία αναστολής των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης έως την καταχώριση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, το ποσό που έχει καταβληθεί επιστρέφεται στην πτωχευτική περιουσία. Εάν λαμβάνονται μέτρα για την εκτέλεση της εμπράγματης ασφάλειας υπέρ ενός εξασφαλισμένου πιστωτή, το τμήμα του προϊόντος της ρευστοποίησης που υπερβαίνει το εξασφαλισμένο ποσό προσμετράται στην πτωχευτική περιουσία.

Από την πτωχευτική περιουσία εξαιρούνται:

  • τα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και του ομόρρυθμου εταίρου
  • οι χρηματοπιστωτικές ασφάλειες που αναφέρονται στα άρθρα 22η και 63α παράγραφος 2 του νόμου περί των φυσικών πόρων του υπεδάφους
  • τα περιουσιακά στοιχεία των παρόχων ύδρευσης και αποχέτευσης που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των κύριων εργασιών τους έως τον διορισμό νέου συναφούς παρόχου ύδρευσης και αποχέτευσης
  • τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό που μνημονεύεται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 του νόμου περί διαχείρισης αποβλήτων.

Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο (άρθρα 444 έως 447 του κώδικα πολιτικής δικονομίας) από την αναγκαστική εκτέλεση εξαιρούνται τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην προσωπική περιουσία ενός οφειλέτη - φυσικού προσώπου:

  • τα πράγματα συνήθους χρήσης από τον οφειλέτη και την οικογένειά του, τα οποία παρατίθενται σε έναν κατάλογο που εκδίδει το Συμβούλιο των Υπουργών
  • τα τρόφιμα που είναι αναγκαία για τη σίτιση του οφειλέτη και των μελών της οικογένειάς του για διάστημα ενός μήνα, ή σε περίπτωση παραγωγών γεωργικών προϊόντων έως την νέα εσοδεία ή το ισοδύναμο αυτής σε άλλα γεωργικά προϊόντα
  • τα αναγκαία καύσιμα για τη θέρμανση, το μαγείρεμα και τον φωτισμό για τρεις μήνες
  • τα μηχανήματα, τα εργαλεία, οι συσκευές και τα βιβλία που συνιστούν στοιχειώδη προσωπική περιουσία και είναι αναγκαία για έναν ελεύθερο επαγγελματία ή τεχνίτη προκειμένου να συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμά του
  • τα αγροτεμάχια του οφειλέτη που είναι αγρότης παραγωγός, και ιδίως: κήποι και αμπέλια επιφάνειας έως 0.5 εκταρίων ή αγροί επιφάνειας έως 3 εκταρίων, περιλαμβανομένων των αναγκαίων γεωργικών μηχανημάτων, εργαλείων, λιπασμάτων, ουσιών φυτοπροστασίας και σπόρων για σπορά ενός έτους
  • ένα κοπάδι ζώων έλξης, μια αγελάδα και πέντε μικρά ζώα αγροκτήματος, δέκα μελίσσια και οι κατοικίδιες όρνιθες, περιλαμβανομένης της αναγκαίας τροφής έως τη νέα εσοδεία ή έως ότου είναι δυνατή η μεταφορά των ζώων για βοσκή
  • η κατοικία του οφειλέτη, εφόσον ο ίδιος και κανένα μέλος της οικογένειά του με το οποίο συγκατοικεί δεν έχει άλλη κατοικία, ανεξάρτητα από το αν ο οφειλέτης διαμένει σε αυτή. Εάν η κατοικία υπερπληροί τις στεγαστικές ανάγκες του οφειλέτη και των μελών της οικογένειάς του, όπως ορίζεται με Διάταγμα του Συμβουλίου των Υπουργών, το υπερβάλλον τίθεται προς εκποίηση εάν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 του νόμου περί κυριότητας
  • άλλα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία και εισπρακτέες απαιτήσεις που εξαιρούνται από την αναγκαστική εκτέλεση με άλλον νόμο.

Οι παραπάνω απαγορεύσεις δεν δεσμεύουν τους πιστωτές ως προς την περιουσία επί της οποίας έχει συσταθεί ενέχυρο ή υποθήκη, όταν ο αιτών είναι ο ενεχυρούχος ή ο ενυπόθηκος δανειστής. Ως προς τα αγροτεμάχια και την κατοικία του οφειλέτη, οι απαγορεύσεις δεν δεσμεύουν τους:

  • οφειλέτες που οφείλουν αξιώσεις διατροφής, αποζημιώσεις που έχουν επιδικαστεί σύμφωνα με το δίκαιο αδικοπραξίας και οικονομικά ελλείμματα που πρέπει να αποκατασταθούν
  • οφειλέτες σε άλλες υποθέσεις που ρητά ορίζονται στον νόμο.

Όταν η αναγκαστική εκτέλεση στρέφεται κατά του μισθού του οφειλέτη ή άλλης αμοιβής εργασίας ή κατά σύνταξης που υπερβαίνει τον ελάχιστο μισθό, μπορούν να αφαιρεθούν τα παρακάτω ποσά:

  1. εάν το εισόδημα του προσώπου που έχει διαταχθεί να καταβάλει τα παραπάνω έξοδα δεν υπερβαίνει το ποσό των 300 BNG (λεβ Βουλγαρίας) ανά μήνα — το ένα τέταρτο του ποσού εάν δεν έχει τέκνα και το ένα πέμπτο του ποσού εάν έχει εξαρτώμενα τέκνα
  2. εάν το εισόδημα του προσώπου που έχει διαταχθεί να καταβάλει τα παραπάνω έξοδα κυμαίνεται μεταξύ 300 BGN και 600 BGN ανά μήνα — το ένα τρίτο του ποσού, εάν δεν έχει τέκνα και το ένα τέταρτο του ποσού εάν έχει εξαρτώμενα τέκνα
  3. εάν το εισόδημα του προσώπου που έχει διαταχθεί να καταβάλει τα παραπάνω έξοδα κυμαίνεται μεταξύ 600 BGN και 1.200 BGN ανά μήνα — το μισό του ποσού, εάν δεν έχει τέκνα και το ένα τρίτο του ποσού εάν έχει εξαρτώμενα τέκνα
  4. εάν το εισόδημα του προσώπου που έχει διαταχθεί να καταβάλει τα παραπάνω έξοδα υπερβαίνει τα 1.200 BGN ανά μήνα — το ποσό που υπερβαίνει τα 600 BGN, εάν δεν έχει τέκνα και το ποσό που υπερβαίνει τα 800 BGN, εάν έχει εξαρτώμενα τέκνα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο μηνιαίος μισθός ή η αμοιβή υπολογίζονται μετά την αφαίρεση των υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, οι εν λόγω περιορισμοί δεν ισχύουν σε απαιτήσεις που απορρέουν από αξιώσεις διατροφής. Σε αυτή την περίπτωση, αφαιρείται το πλήρες ποσό που έχει επιδικαστεί ως διατροφή και η αφαίρεση από τον μισθό ή από άλλη αμοιβή εργασίας ή τη σύνταξη για την εξόφληση άλλων υποχρεώσεων του προσώπου που έχει διαταχθεί να καταβάλει τους τόκους διατροφής πραγματοποιείται από το εναπομένον ποσό από το συνολικό εισόδημα. Απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά των απαιτήσεων διατροφής. Η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος υποτροφιών επιτρέπεται αποκλειστικά ως προς τις αξιώσεις διατροφής.

Η τυχόν παραίτηση του οφειλέτη - φυσικού προσώπου, από τις εγγυήσεις που παρέχονται για την προστασία της προσωπικής του περιουσίας, του μισθού ή άλλης αμοιβής εργασίας ή σύνταξης, είναι άκυρη.

Τα άρθρα 22η και 63α παράγραφος 2 του νόμου περί των φυσικών πόρων του υπεδάφους ορίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ως προς τις χρηματοπιστωτικές ασφάλειες από τον φορέα εκμετάλλευσης, τον κάτοχο της άδειας ή τον παραχωρησιούχο πριν από την έναρξη των αδειοδοτημένων δραστηριοτήτων, και ιδίως πρόκειται για τις εξής: μια ανέκκλητη εγγυητική επιστολή που εκδίδεται υπέρ του Υπουργού Ενέργειας ένας καταπιστευματικός λογαριασμός σε πιστωτικό ίδρυμα που υποδεικνύεται από τον φορέα εκμετάλλευσης και είναι αποδεκτός από τον Υπουργό Ενέργειας ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο οποίο ο Υπουργός Ενέργειας θα κατονομάζεται ως δικαιούχος μια πιστωτική επιστολή, της οποίας τα κεφάλαια μπορεί να αντληθούν μόνον για την εκτέλεση των καθορισμένων δραστηριοτήτων ή άλλης νόμιμης εμπράγματης ασφάλειας που αποφασίζεται κατόπιν διαβούλευσης με τον Υπουργό Ενέργειας.

Το άρθρο 60 παράγραφος 2 του νόμου περί διαχείρισης αποβλήτων ορίζει τις απαιτήσεις ως προς τις εμπράγματες ασφάλειες που θα παρασχεθούν για την κάλυψη των μελλοντικών εξόδων για την περάτωση της λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής και τη μετέπειτα μέριμνα, ως εξής: μηνιαίες κρατήσεις που καταβάλλονται σε καταπιστευματικό λογαριασμό της κατά τόπον αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Υδάτων (RIOSV) του τόπου όπου βρίσκεται ο χώρος υγειονομικής ταφής αποκλεισμός των μηνιαίων κρατήσεων που καταβάλλονται σε λογαριασμό ειδικού σκοπού μέχρι την ολοκλήρωση και επικύρωση όλων των μέτρων που αφορούν το κλείσιμο ενός χώρου υγειονομικής ταφής και τη μετέπειτα μέριμνα, εκτός από τις περιπτώσεις που ρητά επιτρέπεται η χρήση των κατατεθειμένων κεφαλαίων ή έχει εκδοθεί εγγυητική επιστολή υπέρ της κατά τόπον αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Υδάτων (RIOSV) του τόπου όπου βρίσκεται ο χώρος υγειονομικής ταφής.

Η τελική συνέλευση των πιστωτών λαμβάνει απόφαση για την προσωπική περιουσία του οφειλέτη, η οποία συνιστά πτωχευτική περιουσία που εξαιρείται από την πώληση, και μπορεί να αποφασίσει την απόδοση στον οφειλέτη της προσωπικής του περιουσίας που είναι αμελητέας αξίας ή των απαιτήσεων των οποίων είσπραξη θα ήταν αδικαιολόγητα δυσχερής.

Μετά την εξόφληση όλων των οφειλών, το εναπομένον ποσό από την πτωχευτική περιουσία αποδίδεται στον οφειλέτη.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Ο οφειλέτης και ο διαχειριστής έχουν τα παρακάτω δικαιώματα στις διαδικασίες αφερεγγυότητας:

  • να προβάλουν ενστάσεις κατά του ισολογισμού και της έκθεσης του εκκαθαριστή, σε περίπτωση που οι διαδικασίες έχουν κινηθεί κατά μιας εταιρίας σε εκκαθάριση. Το δικαστήριο αποφασίζει επί της ένστασης σε προθεσμία 14 ημερών με ανέκκλητη απόφαση
  • να ζητήσουν από το δικαστήριο να κηρύξει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και να διατάξει την παύση των εμπορικών δραστηριοτήτων του είτε από την ημερομηνία της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε από μεταγενέστερη ημερομηνία, η οποία ωστόσο δεν πρέπει να έπεται της καταληκτικής ημερομηνίας για την υποβολή του σχεδίου αναδιοργάνωσης, όταν είναι πρόδηλο ότι η συνέχιση της δραστηριότητας θα ήταν επιζήμια για την πτωχευτική περιουσία
  • να ζητήσουν από το δικαστήριο να κάνει δεκτά τα συντηρητικά μέτρα που προβλέπονται στον νόμο για την εξασφάλιση των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη
  • να προτείνουν ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης
  • να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών.

Οι πράξεις του οφειλέτη και του διαχειριστή καταχωρίζονται σε δημόσιο αρχείο που μπορεί να τηρείται ηλεκτρονικά και διατίθεται στη γραμματεία του πτωχευτικού δικαστηρίου.

Ο οφειλέτης, ο εκπρόσωπός του και ο διαχειριστής δεν μπορεί να συμμετάσχουν είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντικαταστάτη ή άλλου συνδεδεμένου μέρους, στις διαδικασίες υποβολής προσφορών ή στους πλειστηριασμούς που διενεργούνται για την πώληση της προσωπικής περιουσίας ή των περιουσιακών δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία. Όταν ένα περιουσιακό δικαίωμα αποκτάται από μη επιλέξιμο πλειοδότη, η πώληση είναι άκυρη και το καταβληθέν χρηματικό τίμημα παρακρατείται και χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Αφότου το δικαστήριο έχει κηρύξει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας ή έχει επιβάλει προληπτικά και συντηρητικά μέτρα, ο οφειλέτης συνεχίζει να ασκεί εμπορική δραστηριότητα υπό την εποπτεία του διαχειριστή, και μπορεί να συνάπτει νέες συμβάσεις μόνον με την προηγούμενη συναίνεση του διαχειριστή και με τον όρο ότι εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τα μέτρα που διατάσσονται στην απόφαση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Το δικαστήριο μπορεί να στερήσει από τον οφειλέτη το δικαίωμα διαχείρισης και διάθεσης της περιουσίας του και να το επιφυλάξει στον διαχειριστή, εφόσον κρίνει ότι οι πράξεις του οφειλέτη παραβλάπτουν τα συμφέροντα των πιστωτών.

Οφειλέτης

Μόλις καταστεί αφερέγγυος ή υπερχρεωμένος, ο οφειλέτης οφείλει να καταθέσει στο δικαστήριο μια αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μέσα σε προθεσμία 30 ημερών. Την αίτηση καταθέτει ο οφειλέτης, ο κληρονόμος του οφειλέτη, ένα διοικητικό όργανο ή ένας πληρεξούσιος ή εκκαθαριστής της εμπορικής επιχείρησης ή ένας ομόρρυθμος εταίρος. Όταν την αίτηση καταθέτει ένας πληρεξούσιος, απαιτείται ένα γραπτό πληρεξούσιο. Στην αίτηση, ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης και υποδεικνύει προς διορισμό ένα πρόσωπο το οποίο πληροί τις απαιτήσεις του νόμου για τους διαχειριστές, εφόσον το δικαστήριο διατάξει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ο οφειλέτης, ενεργώντας αυτοπροσώπως ή δια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, μπορεί να προβεί σε κάθε τυχόν αναγκαία διαδικαστική πράξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και των δικών που εισάγονται με αναγνωριστικές αγωγές και αιτήσεις εξελέγξεως απαιτήσεων, εκτός όσων εμπίπτουν αυστηρά στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του διαχειριστή.

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις ο οφειλέτης και η οικογένειά του δικαιούνται διατροφή. Το ποσό της διατροφής ορίζεται από το δικαστήριο και συνιστά δαπάνη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ο οφειλέτης μπορεί να συμμετάσχει στις συνελεύσεις των πιστωτών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο.

Με αίτημα του οφειλέτη, το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, εφόσον είναι παράνομη ή εξαιρετικά επιζήμια για τα συμφέροντα ορισμένων πιστωτών.

Ο οφειλέτης μπορεί να καταθέσει γραπτή ένσταση, αποστέλλοντας αντίγραφο αυτής στον διαχειριστή, κατά οποιασδήποτε απαίτησης έχει επαληθεύσει ή απορρίψει ο διαχειριστής, μέσα σε 7 ημέρες από τη δημοσίευση στο Εμπορικό Μητρώο του πίνακα των επαληθευμένων ή απορριφθεισών απαιτήσεων. Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου μέσα σε 14 ημέρες από τη δημοσίευση στο Εμπορικό Μητρώο της δικαστικής διαταγής που επικυρώνει τον πίνακα, εάν το δικαστήριο απορρίψει την ένσταση του οφειλέτη κατά απαίτησης που έχει επικυρωθεί από τον πιστωτή ή περιλάβει μια απαίτηση στον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων.

Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμένου διαχειριστή, εάν ο τελευταίος δεν εκτελεί τα καθήκοντά του ή ενεργεί με τρόπο επιζήμιο για τα συμφέροντα του πιστωτή ή του οφειλέτη.

Ο οφειλέτης μπορεί να προσφύγει κατά της δικαστικής απόφασης που κατακυρώνει την πώληση της προσωπικής περιουσίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο οφειλέτης μπορεί να καταθέσει γραπτή ένσταση ενώπιον του δικαστηρίου στρεφόμενος κατά του λογαριασμού διανομής και να προσβάλλει τη διαταγή που επικύρωσε τον λογαριασμό.

Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τον καθορισμό των περιουσιακών στοιχείων που μπορεί να διαθέσει ο οφειλέτης με την προηγούμενη συναίνεση του εποπτικού οργάνου, ή με την προηγούμενη συναίνεση του δικαστηρίου εάν δεν υπάρχει εποπτικό όργανο, ή την αντικατάσταση ενός ή περισσότερων μελών του εποπτικού οργάνου, κατά τον χρόνο επικύρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης με ειδική απόφαση ή μεταγενέστερα, για τη διασφάλιση της διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων και της εφαρμογής του σχεδίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 740 του εμπορικού νόμου, ο οφειλέτης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, μπορεί να συνάψει συμφωνία με όλους τους πιστωτές που έχουν επαληθευμένες απαιτήσεις, για τη διευθέτηση των χρηματικών τους απαιτήσεων. Σε αυτή την περίπτωση, ο διαχειριστής δεν εκπροσωπεί τον οφειλέτη ως διάδικο. Εάν ο οφειλέτης αθετήσει τις ενοχές του που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία, οι πιστωτές που εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον 15 τοις εκατό των συνολικών απαιτήσεων μπορούν να ζητήσουν με αίτησή τους την επανάληψη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την επανάληψη των διαδικασιών αφερεγγυότητας εντός ενός έτους από την ημερομηνία της καταχώρισης της απόφασης περί αναστολής των διαδικασιών στο Εμπορικό Μητρώο, έχοντας επιβεβαιώσει ότι διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία ή ότι έχει καταθέσει το ποσό που απαιτείται για την προκαταβολή των αρχικών εξόδων της δίκης.

Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την επανάληψη των διαδικασιών που ανεστάλησαν μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής περί αναστολής των διαδικασιών, εάν κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας ρευστοποιηθούν τα ποσά που είχαν παρακρατηθεί για αμφισβητούμενες απαιτήσεις ή ανακαλυφθούν περιουσιακά στοιχεία που ήταν άγνωστα κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση, για τα δικαιώματά του που επιδέχονται αποκατάστασης, εφόσον έχει εξοφλήσει το σύνολο των δικαστικά επαληθευμένων απαιτήσεων, περιλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων. Τα δικαιώματα του οφειλέτη αποκαθίστανται χωρίς να χρειαστεί η εξόφληση όλων των οφειλών, εάν η αφερεγγυότητα προκλήθηκε από δυσμενείς επιχειρηματικές και οικονομικές εξελίξεις. Τα δικαιώματα των ομόρρυθμων εταίρων αποκαθίστανται με τις ίδιες προϋποθέσεις. Η δικαστική απόφαση που διατάσσει την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση δεν υπόκειται σε έφεση. Ο οφειλέτης έχει στη διάθεσή του προθεσμία 7 ημερών για να προσφύγει κατά μιας απορριπτικής απόφασης που εκδόθηκε επί αιτήσεώς του. Η αμετάκλητη απόφαση καταχωρίζεται στον φάκελο της υπόθεσης του αφερέγγυου εμπόρου που τηρείται στο Εμπορικό Μητρώο.

Ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει ένσταση κατά της οριστικής έκθεσης του διαχειριστή, που συντάχθηκε πριν από τη λήξη της θητείας του, μέσα σε 7 ημέρες από την υποβολή της εν λόγω έκθεσης στο δικαστήριο. Το δικαστήριο αποφασίζει επί της έκθεσης μέσα σε 14 ημέρες και η εν λόγω απόφαση είναι ανέκκλητη.

Ο οφειλέτης μπορεί να εισπράξει το εναπομένον ποσό από την πτωχευτική περιουσία, εφόσον υπάρχει, μετά την πλήρη και οριστική διευθέτηση των οφειλών του.

Εάν η αίτηση αφερεγγυότητας που έχει κατατεθεί από πιστωτή, απορριφθεί με αμετάκλητη απόφαση, ο οφειλέτης ανεξάρτητα από το αν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δικαιούται αποζημίωση εάν ο πιστωτής ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια. Αποζημίωση οφείλεται για κάθε περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία που απορρέει άμεσα από την παράνομη πράξη. Εάν με τις πράξεις του ο οφειλέτης συνέβαλε στη ζημία, η αποζημίωση μπορεί να μειωθεί. Εάν η αίτηση χορήγησης άδειας για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας έχει κατατεθεί από περισσότερους πιστωτές, αυτοί ευθύνονται από κοινού και αλληλέγγυα.

Το αργότερο σε 14 ημέρες από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας ο οφειλέτης πρέπει να προσκομίσει στο δικαστήριο και τον διαχειριστή τα παρακάτω:

  1. τις αναγκαίες πληροφορίες που αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας και τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη
  2. έναν κατάλογο με τις πληρωμές με μετρητά ή με τραπεζικό έμβασμα ποσού έως 1.200 BGN, που πραγματοποιήθηκαν τους 6 προηγούμενους μήνες από την κήρυξη της αφερεγγυότητας
  3. έναν κατάλογο με τις πληρωμές που πραγματοποίησε ο οφειλέτης στα συνδεδεμένα μέρη κατά τους δώδεκα μήνες πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας
  4. ένα συμβολαιογραφικό υπόμνημα που να παραθέτει όλα τα στοιχεία της προσωπικής του περιουσίας, τα περιουσιακά δικαιώματα και τις εισπρακτέες απαιτήσεις, καθώς και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των οφειλετών του.

Ο οφειλέτης παρέχει στο δικαστήριο ή στον διαχειριστή πληροφορίες για τα περιουσιακά του στοιχεία και την επιχειρηματική του δραστηριότητα, περιλαμβανομένων όλων των συναφών εγγράφων, μέσα σε προθεσμία 7 ημερών από την ημερομηνία του σχετικού γραπτού αιτήματος. Οι πληροφορίες πρέπει να είναι ενημερωμένες έως και την ημερομηνία του αιτήματος. Άλλως, το δικαστήριο επιβάλλει πρόστιμο.

Το αργότερο σε έναν μήνα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την αναστολή των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω μη πληρωμής των αρχικών δαπανών των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο οφειλέτης πρέπει να λύσει τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων του, να ενημερώσει την κατά τόπον αρμόδια διεύθυνση της Εθνικής Υπηρεσίας Εσόδων, να καταρτίσει τα απαραίτητα έγγραφα που αποδεικνύουν την εργασιακή πείρα και τη διάρκεια της απασχόλησης των εν λόγω εργαζομένων για σκοπούς κοινωνικής ασφάλισης, να συντάξει ένα έγγραφο αναφοράς που να παραθέτει όλα τα πρόσωπα με εγγυημένες απαιτήσεις, σύμφωνα με τον νόμο περί των εγγυημένων απαιτήσεων των εργαζόμενων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη και τους κανονισμούς που ορίζουν τους κανόνες εφαρμογής τους, και να παραδώσει τα εταιρικά στοιχεία στο κατά τόπον αρμόδιο γραφείο του Εθνικού Ιδρύματος Ασφαλίσεων.

Ο οφειλέτης υποβάλλει στο εποπτικό όργανο που προσδιορίζεται στο σχέδιο τουλάχιστον μια τριμηνιαία έκθεση των δραστηριοτήτων του και των πράξεων στις οποίες προέβη για να εφαρμόσει το σχέδιο και το ενημερώνει για κάθε τυχόν περίσταση που θα μπορούσε να έχει ουσιώδη αντίκτυπο στην εξυγίανση.

Τα διοικητικά όργανα του οφειλέτη πρέπει να λάβουν τη συναίνεση των εποπτικών οργάνων πριν αποφασίσουν για τα παρακάτω:

  • την αναδιάρθρωση του οφειλέτη
  • το κλείσιμο ή τη μεταφορά των επιχειρήσεων ή ουσιωδών τμημάτων τους
  • τις περιουσιακές συναλλαγές που δεν συνιστούν συνήθεις πράξεις και τις συναλλαγές που αφορούν τη διαχείριση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη
  • μια ουσιώδη μεταβολή στην επιχειρηματική δομή του οφειλέτη
  • ουσιώδεις οργανωτικές μεταβολές
  • την εγκαθίδρυση μιας μακροχρόνιας συνεργασίας που είναι ουσιώδης για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή τη διακοπή της εν λόγω συνεργασίας
  • την ίδρυση ή το κλείσιμο παραρτημάτων.

Το σχέδιο αναδιοργάνωσης που έχει επικυρωθεί από το δικαστήριο είναι υποχρεωτικό για τον οφειλέτη, ο οποίος θα πρέπει να υλοποιήσει χωρίς καθυστέρηση τις διαρθρωτικές αλλαγές που προβλέπονται σε αυτό.

Ο οφειλέτης πρέπει να απέχει από τις πράξεις και τις συναλλαγές που παρατίθενται στα άρθρα 645, 646 και 647 του εμπορικού νόμου κατά τις χρονικές περιόδους και με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα εν λόγω άρθρα, διαφορετικά οι εν λόγω πράξεις και συναλλαγές μπορεί να κηρυχθούν άκυρες ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας.

Διαχειριστής

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Βουλγαρίας, ο διαχειριστής είναι ένα φυσικό πρόσωπο που πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  1. να μην έχει καταδικαστεί ως ενήλικας για δόλιο κολάσιμο αδίκημα, εκτός αν έχει χορηγηθεί πλήρης δικαστική αποκατάσταση
  2. να μην έχει συνάψει γάμο και να μην είναι συγγενής εξ αίματος σε ευθεία γραμμή με τον οφειλέτη ή κάποιον πιστωτή να μην είναι συγγενής του οφειλέτη ή κάποιου πιστωτή σε πλάγια γραμμή έως τον έκτο βαθμό και με συγγένεια έως τρίτου βαθμού
  3. να μην είναι πιστωτής στις διαδικασίες αφερεγγυότητας
  4. να μην είναι αφερέγγυος οφειλέτης για τον οποίο δεν έχει διαταχθεί η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση
  5. να μην έχει σχέση με τον οφειλέτη ή με πιστωτή, η οποία θα μπορούσε να εγείρει εύλογες υπόνοιες ως προς την αμεροληψία του
  6. να διαθέτει πανεπιστημιακό δίπλωμα οικονομικών ή νομικών σπουδών και τουλάχιστον 3 έτη συναφούς επαγγελματικής πείρας
  7. να έχει επιτύχει σε έναν διαγωνισμό επαγγελματικών ικανοτήτων, σύμφωνα με τους κανόνες και τη διαδικασία που ορίζονται με ειδικό κανονισμό και να περιλαμβάνεται σε έναν κατάλογο επαγγελματιών που πληρούν τα κριτήρια διορισμού ως διαχειριστές, που εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα
  8. να μην έχει ανακληθεί από τη θέση του διαχειριστή λόγω παράβασης των καθηκόντων του ή πράξεων που έχουν παραβλάψει τα συμφέροντα των πιστωτών ή του οφειλέτη να μην έχει διαγραφεί από το μητρώο που τηρεί η Κεντρική Τράπεζα ή έχει αφαιρεθεί από αυτό κατά τη διακριτική ευχέρεια του Ταμείου ή με πρόταση του Υπουργού των Οικονομικών για παράβαση καθήκοντος ή επιζήμια πράξη για τα συμφέροντα των πιστωτών
  9. να μην του έχουν επιβληθεί τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 στοιχείο 11 του τραπεζικού νόμου ή του άρθρου 103 παράγραφος 2 στοιχείο 16 του νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαγράφει τον διαχειριστή από τον κατάλογο όταν έχει επιβεβαιωθεί η αθέτηση των εξουσιών και των καθηκόντων που του ανατέθηκαν, ανεξαρτήτως του αν η αθέτηση διαπιστώθηκε από το πτωχευτικό δικαστήριο ή όχι, και επιμελείται τη δημοσίευση του τροποποιημένου καταλόγου στην Επίσημη Εφημερίδα.

Οι εξουσίες του διαχειριστή μπορεί να ασκηθούν από περισσότερα πρόσωπα. Σε αυτή την περίπτωση, οι αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα και οι πράξεις εκτελούνται από κοινού, εκτός αποφασιστεί διαφορετικά από τους πιστωτές ή το δικαστήριο, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που ασκούν τα καθήκοντα του διαχειριστή. Όταν οι εξουσίες του διαχειριστή ασκούνται από περισσότερα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις ομόφωνα και ενεργούν από κοινού, τα εν λόγω πρόσωπα ευθύνονται από κοινού και αλληλέγγυα.

Ο διαχειριστής πρέπει να καταβάλλει ένα ετήσιο τέλος για συνεχιζόμενη επαγγελματική του κατάρτιση. Ο διαχειριστής που δεν καταβάλλει το απαιτούμενο τέλος εγκαίρως διαγράφεται από το μητρώο. Το αργότερο σε τρεις ημέρες μετά τον διορισμό του διαχειριστή και πριν από την επικύρωσή του, ο διαχειριστής πρέπει να συνάψει ασφαλιστική σύμβαση επαγγελματικής ευθύνης για όλη τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ώστε να προστατευθεί έναντι των απαιτήσεων αποζημίωσης λόγω παράβασης των καθηκόντων που είναι σύμφυτα με τη θέση του.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ενεργώντας από κοινού με τον Υπουργό Οικονομίας, πρέπει να διοργανώνει ετήσια προγράμματα κατάρτισης διαχειριστών.

Σύμφωνα με τον εμπορικό νόμο οι διαχειριστές εμπίπτουν στις παρακάτω κατηγορίες:

  • προσωρινοί διαχειριστές, που διορίζονται με την απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • προσωρινοί διαχειριστές, που διορίζονται με συντηρητικά μέτρα
  • μόνιμοι διαχειριστές, που μπορεί να εκλέγονται από τη συνέλευση των πιστωτών ή, όταν η συνέλευση πιστωτών δεν μπορεί να συμφωνήσει ως προς τον διορισμό, από το δικαστήριο
  • βοηθοί διαχειριστές
  • διαχειριστές που διορίζονται αυτεπαγγέλτως, κατά τον χρόνο απαλλαγής του μόνιμου διαχειριστή από τα καθήκοντά του, και εκτελούν τις αρμοδιότητές τους έως ότου διοριστεί νέος μόνιμος διαχειριστής.

Οι εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή ταυτίζονται με αυτές του μόνιμου διαχειριστή. Επιπλέον, ο προσωρινός διαχειριστής καταρτίζει τα παρακάτω έγγραφα μέσα σε 14 ημέρες από την ημερομηνία της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας:

  • έναν πίνακα πιστωτών βάσει των βιβλίων του οφειλέτη, προσδιορίζοντας το ποσό των απαιτήσεών τους και ποιοι πιστωτές συνδέονται ή συνδέονταν με τον οφειλέτη κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας βάσει των πληροφοριών που διατίθενται στο Εμπορικό Μητρώο και στα βιβλία του οφειλέτη
  • ένα επικυρωμένο αντίγραφο των βιβλίων του οφειλέτη
  • μια γραπτή έκθεση για τους λόγους της αφερεγγυότητας, τα τρέχοντα περιουσιακά του οφειλέτη, τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διατήρησή τους και τις πιθανότητες διάσωσης της εταιρίας.

Ο προσωρινός διαχειριστής οφείλει να παρευρεθεί στην πρώτη συνέλευση των πιστωτών.

Το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει τον διαχειριστή που έχει εκλεγεί στην πρώτη συνέλευση των πιστωτών, εάν εκπληρώνουν τις οριζόμενες απαιτήσεις και έχουν παράσχει την προηγούμενη γραπτή τους συναίνεση με τη μορφή συμβολαιογραφικού υπομνήματος που ορίζει την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων από τον διαχειριστή. Κατά τον χρόνο του διορισμού του, ο διαχειριστής καταθέτει ένα συμβολαιογραφικό υπόμνημα που αποδεικνύει την ύπαρξη ή την απουσία νομικών κωλυμάτων για την άσκηση των καθηκόντων που τους ανατίθενται, και ορίζονται στον εμπορικό νόμο, όπως ότι είναι μέτοχος μιας ετερόρρυθμης εταιρίας ή μιας εταιρίας κατά μετοχές, ότι ταυτόχρονα εκτελεί τα καθήκοντα εκκαθαριστή και διαχειριστή ή έχει άλλες έμμισθες θέσεις. Ο διαχειριστής πρέπει να ενημερώσει αμέσως το πτωχευτικό δικαστήριο εάν επέλθει οποιαδήποτε από τις εν λόγω περιστάσεις. Ο διαχειριστής πρέπει να αναλάβει τα καθήκοντά του κατά την ημερομηνία που ορίζει το δικαστήριο. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο αντικαθιστά τον διορισμένο διαχειριστή μέσα σε 7 ημέρες με άλλο πρόσωπο που επιλέγεται από όσους προτείνονται από την πρώτη συνέλευση πιστωτών. Εάν δεν έχουν προταθεί εναλλακτικοί διαχειριστές, διορίζεται ένας διαχειριστής από τον οικείο κατάλογο και συγκαλείται νέα συνέλευση πιστωτών. Εάν η συνέλευση των πιστωτών δεν είναι σε θέση να συνάψει συμφωνία για τον διορισμό του διαχειριστή ή να αποφασίσει για την αμοιβή του, η αμοιβή του διαχειριστή καθορίζεται από το δικαστήριο.

Το δικαστήριο ανακαλεί τον διαχειριστή στις παρακάτω περιπτώσεις:

  1. με γραπτό αίτημα του διαχειριστή
  2. σε περίπτωση νομικής ανικανότητας του διαχειριστή
  3. εάν ο διαχειριστής δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις του νόμου
  4. με αίτημα των πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις υπερβαίνουν το μισό των συνολικών απαιτήσεων
  5. με απόφαση που λαμβάνεται σε συνέλευση των πιστωτών
  6. στις περιπτώσεις που ο διαχειριστής παύει να είναι σε θέση να ασκεί τις εξουσίες του
  7. σε περίπτωση θανάτου.

Το δικαστήριο, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση του οφειλέτη, η επιτροπή των πιστωτών ή ένας πιστωτής, μπορεί να ανακαλέσουν τον διαχειριστή οποτεδήποτε, εάν δεν εκτελεί τα καθήκοντά του ή ενεργεί με τρόπο που παραβλάπτει τα συμφέροντα του πιστωτή ή ενεργεί με τρόπο που παραβλάπτει τα συμφέροντα του πιστωτή ή του οφειλέτη. Ο διαχειριστής που απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του με δικό του αίτημα, οφείλει να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντά του έως ότου διοριστεί νέος διαχειριστής. Η διαταγή με την οποία απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του ο διαχειριστής τυγχάνει άμεσης εκτέλεσης και η έφεση κατ’ αυτής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η ακύρωση της διαταγής περί απαλλαγής δεν αποκαθιστά τον διάδικο που είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντά του σε διαχειριστή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Το δικαστήριο συγκαλεί τη συνέλευση πιστωτών, η οποία έχει καθήκον να εισηγηθεί νέο διαχειριστή. Μέχρι την επιλογή του αντικαταστάτη, τις αρμοδιότητες του διαχειριστή εκτελεί ένας διαχειριστής που διορίζεται αυτεπαγγέλτως με διαταγή του δικαστηρίου.

Ο διαχειριστής, το αργότερο 3 ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ζητά την αποδέσμευση της περιουσίας του οφειλέτη που είχε σφραγιστεί και συντάσσει μια απογραφή της ακίνητης και κινητής περιουσίας του οφειλέτη, των μετρητών, τιμαλφών, των κινητών αξιών, των συμβάσεων, των απαιτήσεων κ.ο.κ., περιλαμβανομένων των στοιχείων της προσωπικής περιουσίας του που βρίσκονται στην κατοχή τρίτων. Ο διαχειριστής συντάσσει την απογραφή, και εάν βρεθούν άλλα περιουσιακά στοιχεία μεταγενέστερα, συντάσσει πρόσθετη απογραφή. Από τον χρόνο της σύνταξης της απογραφής, ο διαχειριστής είναι υπεύθυνος για τα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται σε αυτή, εκτός αν παραδοθούν στον οφειλέτη ή σε τρίτο για διακράτηση.

Ο διαχειριστής έχει τα εξής δικαιώματα:

  1. να εκπροσωπεί την επιχείρηση
  2. να διαχειρίζεται τις τρέχουσες υποθέσεις της
  3. να επιβλέπει την επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη, σε περίπτωση περιστολής του δικαιώματός του να διεξάγει την επιχειρηματική του δραστηριότητα
  4. να λάβει και να τηρεί τα λογιστικά βιβλία και την επαγγελματική αλληλογραφία της επιχείρησης
  5. να πραγματοποιεί έρευνες και να επαληθεύει τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη
  6. στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, να ζητά την καταγγελία ή ακύρωση των συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος
  7. να συμμετέχει στις αγωγές στις οποίες είναι διάδικος η εταιρία και να καταθέτει αγωγές για λογαριασμό της
  8. να εισπράττει τα χρηματικά ποσά που οφείλονται στον οφειλέτη και να καταθέτει το εισπραχθέν ποσό σε ειδικό λογαριασμό
  9. με την άδεια του δικαστηρίου, να διαθέτει τα χρηματικά ποσά του οφειλέτη που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, όταν αυτό απαιτείται για τη διαχείριση και διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη
  10. να πραγματοποιεί έρευνες για την επαλήθευση των πιστωτών του οφειλέτη
  11. κατόπιν δικαστικής διαταγής, να συγκαλεί και να οργανώνει τις συνελεύσεις των πιστωτών
  12. να προτείνει ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης
  13. να προβαίνει στις αναγκαίες πράξεις για την άρση των ιδιοκτησιακών συμφερόντων του οφειλέτη σε άλλες εταιρίες
  14. να ρευστοποιεί την πτωχευτική περιουσία
  15. να διενεργεί κάθε άλλη πράξη που ορίζεται στον νόμο και διατάσσεται από το δικαστήριο.

Κάθε κρατικό όργανο και φορέας οφείλει να επικουρεί τον διαχειριστή στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

Από την ημερομηνία που καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται για τη διευθέτηση των απαιτήσεων του οφειλέτη λαμβάνονται από τον διαχειριστή.

Ο διαχειριστής επιμελείται τη δημοσίευση στο Εμπορικό Μητρώο των πινάκων με τις επαληθευμένες και απορριφθείσες απαιτήσεις, καθώς και των οικονομικών εκθέσεων του οφειλέτη μετά την οριστικοποίησή τους και καθιστά τα εν λόγω στοιχεία διαθέσιμα στους πιστωτές και τον οφειλέτη, στη γραμματεία του δικαστηρίου.

Για να αυξηθεί το μέγεθος της πτωχευτικής περιουσίας, ο διαχειριστής εισπράττει τα μη καταβεβλημένα μερίδια και τις εισφορές των εταίρων των ετερόρρυθμων εταιριών και μπορεί να καταθέσει αίτηση σύμφωνα με τα άρθρα 645, 646 και 647 του εμπορικού νόμου και το άρθρο 135 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων, ως προς τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με αίτημα την εκτέλεση της εν λόγω απαίτησης. Όταν η αίτηση κατατίθεται από πιστωτή, το δικαστήριο καθιστά τον διαχειριστή από κοινού ενάγοντα, με ίδια πρωτοβουλία (sua sponte). Ο διαχειριστής πρέπει να συμμετάσχει στη δίκη που εισάγεται με αναγνωριστική αγωγή του οφειλέτη ή ενός πιστωτή, και η οποία ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 694 του εμπορικού νόμου.

Ο διαχειριστής μεριμνά για την πώληση των περιουσιακών δικαιωμάτων της πτωχευτικής περιουσίας μετά από τη λήψη σχετικής άδειας από το δικαστήριο, συντάσσει έναν πίνακα διανομής των διανεμητέων ποσών μεταξύ των πιστωτών που έχουν τις απαιτήσεις του άρθρου 722 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου, ανάλογα με την κατάταξη, τα προνόμια και την εμπράγματη ασφάλειά τους, επιμελείται την καταχώρηση του πίνακα στο Εμπορικό Μητρώο και πραγματοποιεί πληρωμές σύμφωνα με τον πίνακα. Ο διαχειριστής, ενεργώντας βάσει δικαστικής διαταγής, καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό τα ποσά που είχαν παρακρατηθεί κατά τον χρόνο της οριστικής διανομής για τις ανείσπρακτες ή αμφισβητούμενες απαιτήσεις.

Εάν ο οφειλέτης συνάψει συμφωνία διακανονισμού με όλους τους πιστωτές που έχουν επαληθευμένες απαιτήσεις, ο διαχειριστής δεν εκπροσωπεί τον οφειλέτη ως διάδικο.

Ο διαχειριστής οφείλει να ασκεί με σύνεση και επιμέλεια τις εξουσίες που του ανατίθενται. Ο διαχειριστής δεν μπορεί να εκχωρήσει σε τρίτον τις εξουσίες του χωρίς τη ρητή άδεια του δικαστηρίου. Ο διαχειριστής δεν μπορεί να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του οφειλέτη είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω ενός συνδεδεμένου προσώπου. Ο διαχειριστής δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να αποκτά, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου προσώπου, προσωπική περιουσία ή περιουσιακά δικαιώματα από την πτωχευτική περιουσία. Ο εν λόγω περιορισμός ισχύει για τον σύζυγο του διαχειριστή, τους συγγενείς σε ευθεία γραμμή, και τους συγγενείς σε πλάγια γραμμή έως τον έκτο βαθμό και με συγγένεια έως τρίτου βαθμού. Ο διαχειριστής δεν μπορεί να αποκαλύπτει γεγονότα, δεδομένα και πληροφορίες που περιήλθαν στη γνώση του κατά την εκτέλεση των εξουσιών και των καθηκόντων που του ανατίθενται λόγω της θέσης του.

Εάν ο διαχειριστής δεν εκτελέσει τα καθήκοντά του, το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει πρόστιμο έως ποσού μιας μηνιαίας αμοιβής. Ο διαχειριστής ευθύνεται σε καταβολή αποζημίωσης ποσού ίσου με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας για κάθε τυχόν καθυστέρηση στην κατάθεση ποσών σε τραπεζικό λογαριασμό. Ο διαχειριστής ευθύνεται σε αποζημίωση του οφειλέτη και των πιστωτών για κάθε τυχόν ζημία που προκλήθηκε παράνομα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Με την περάτωση της εντολής, ο διαχειριστής πρέπει να παραδώσει άμεσα τα λογιστικά βιβλία και τους λογαριασμούς, καθώς και κάθε περιουσιακό στοιχείο που είχε παραληφθεί προς διακράτηση, στον νέο διαχειριστή ή σε πρόσωπο που έχει διορίσει το δικαστήριο, και εάν έχει γίνει δεκτή η εξέταση του σχεδίου αναδιοργάνωσης [από τη συνέλευση των πιστωτών], στον οφειλέτη. Οι εξουσίες του διαχειριστή παύουν με την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ο διαχειριστής παραδίδει τα λογιστικά βιβλία και το εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη στο διοικητικό όργανο του οφειλέτη. Τα δικαιώματα του διαχειριστή αποκαθίστανται εάν αποφασιστεί η εκ νέου κίνηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Το 2017, εισήχθη ο θεσμός του βοηθού διαχειριστή. Ο βοηθός διαχειριστής είναι ένα φυσικό πρόσωπο που πληροί όλες τις νόμιμες απαιτήσεις για τους διαχειριστές, με εξαίρεση την απαίτηση: της συναφούς τουλάχιστον διετούς επαγγελματικής πείρας της επιτυχούς δοκιμασίας σε έναν διαγωνισμό επαγγελματικών ικανοτήτων, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται σε ειδικό κανονισμό και της ένταξής του σε έναν κατάλογο επαγγελματιών που μπορούν να διορίζονται διαχειριστές, και ο οποίος εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα. Κατά των βοηθών διαχειριστών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να έχουν επιβληθεί τα μέτρα του άρθρου 65 παράγραφος 2 στοιχείο 11 του νόμου περί τραπεζών ή του άρθρου 103 παράγραφος 2 στοιχείο 16 του νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων.

Για να διοριστούν βοηθοί διαχειριστές, οι αιτούντες πρέπει να έχουν επιτύχει σε έναν διαγωνισμό επαγγελματικών ικανοτήτων κατά τη διαδικασία που ορίζεται με κανονισμό. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκδίδει μια διαταγή με την οποία εντέλλεται η ένταξη των βοηθών διαχειριστών που πληρούν τις αναγκαίες απαιτήσεις επαγγελματικών ικανοτήτων, σε ειδικό κατάλογο.

Οι βοηθοί διαχειριστές μπορεί να προβαίνουν σε ορισμένες πράξεις της αρμοδιότητας του διαχειριστή, ενεργώντας καθ’ υπόδειξη του διαχειριστή και κατά την οικεία διαδικασία (βάσει εξουσιοδότησης που αποκτάται με τη ρητή άδεια του δικαστηρίου). Ο βοηθός διαχειριστής μπορεί να υπογράφει συγκεκριμένα έγγραφα που συναρτώνται με το έργο του διαχειριστή, με την προσθήκη της λέξης «βοηθός» στην υπογραφή του. Ο βοηθός διαχειριστής ευθύνεται από κοινού και αλληλέγγυα με τον διαχειριστή για κάθε τυχόν παράνομα προκληθείσα ζημία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Οι σχέσεις μεταξύ διαχειριστή και βοηθού διαχειριστή διέπονται από σύμβαση. Ελλείψει ειδικών κανόνων, η δραστηριότητα των βοηθών διαχειριστών διέπεται από τους κανόνες που ισχύουν για τους διαχειριστές.

Ο διαχειριστής που διορίζεται με απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου ασκεί τα δικαιώματα που του απονέμονται στη χώρα όπου έχουν κινηθεί οι διαδικασίες αφερεγγυότητας, στο μέτρο που η συμπεριφορά του δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας. Κατόπιν αιτήματος του διαχειριστή που έχει διοριστεί από αλλοδαπό δικαστήριο, το βουλγαρικό δικαστήριο μπορεί να κινήσει δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας κατά ενός εμπόρου που έχει κηρυχθεί αφερέγγυος από αλλοδαπό δικαστήριο, εάν ο έμπορος κατέχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία. Για την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης στη δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας απαιτείται η συναίνεση του διαχειριστή στην κύρια διαδικασία. Τα αιτήματα ακύρωσης μιας συναλλαγής που κατατίθενται από τον διαχειριστή στην κύρια ή τη δευτερεύουσα διαδικασία θεωρείται ότι έχουν προβληθεί και στις δύο διαδικασίες.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, μια απαίτηση πιστωτή μπορεί να συμψηφιστεί με μια ενοχή του έναντι του οφειλέτη, με τον όρο ότι και οι δύο οφειλές προϋπήρχαν της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ήταν και οι δύο εκτελεστές και ομοειδείς, και η απαίτηση του πιστωτή είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη. Εάν η απαίτηση του πιστωτή καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας ή ως συνέπεια της απόφασης που κηρύσσει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, με τον όρο ότι λόγω της απόφασης και οι δύο οφειλές κατατάσσονται στην ίδια τάξη, ο πιστωτής μπορεί να συμψηφίσει την οφειλή του μόνον αφότου έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη ή και οι δύο οφειλές έχουν καταταχθεί στην ίδια τάξη. Η δήλωση συμψηφισμού πρέπει να γνωστοποιηθεί στον διαχειριστή.

Ένας συμψηφισμός μπορεί να ακυρωθεί ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, εάν ο πιστωτής απέκτησε την απαίτηση και επιβαρύνθηκε με οφειλή πριν από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, γνωρίζοντας όμως κατά τον εν λόγω χρόνο ότι ο οφειλέτης ήταν υπερχρεωμένος ή αφερέγγυος ή ότι έχει κατατεθεί αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ανεξάρτητα από τον χρόνο που δημιουργήθηκαν οι αμοιβαίες οφειλές, ο συμψηφισμός που πραγματοποιείται από τον οφειλέτη μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης, και πάντως μέσα στο έτος που προηγήθηκε της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης, είναι άκυρος ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, εκτός από το τμήμα της οφειλής που θα λάμβανε ο πιστωτής κατά τον χρόνο της διανομής μετά τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων.

Η αγωγή ακύρωσης του συμψηφισμού μπορεί να ασκηθεί από τον διαχειριστή ή, εάν δεν ασκηθεί αγωγή από τον διαχειριστή, από οποιονδήποτε πιστωτή της πτωχευτικής περιουσίας μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας ή την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την εκ νέου έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας που έχουν ανασταλεί. Εάν η οφειλή συμψηφίστηκε μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η προθεσμία άσκησης αγωγής για την ακύρωση του συμψηφισμού ξεκινά από την ημερομηνία του συμψηφισμού.

Η έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας αναστέλλει όλες τις δίκες και τις διαδικασίες διαιτησίας ως προς τις περιουσιακές, αστικές και εμπορικές διαφορές στις οποίες είναι διάδικος ο οφειλέτης (εκτός από τις εργατικές διαφορές που αφορούν χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη). Το ανωτέρω δεν ισχύει αν, κατά την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας σε άλλη υπόθεση στην οποία ο οφειλέτης είναι εναγόμενος, το δικαστήριο έχει συμφωνήσει να εξετάσει μια ένσταση του οφειλέτη κατά ενός συμψηφισμού.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Το αργότερο σε έναν μήνα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης περί αναστολής των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω μη πληρωμής των αρχικών δαπανών των διαδικασιών αφερεγγυότητας (απόφασης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 632 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου), ο οφειλέτης πρέπει να λύσει τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων του, να ενημερώσει την κατά τόπον αρμόδια διεύθυνση της Εθνικής Υπηρεσίας Εσόδων, να καταρτίσει τα αναγκαία έγγραφα που αποδεικνύουν την εργασιακή πείρα και τη διάρκεια της απασχόλησης των εν λόγω εργαζομένων για σκοπούς κοινωνικής ασφάλισης, να συντάξει ένα έγγραφο αναφοράς που να παραθέτει όλα τα πρόσωπα με εγγυημένες απαιτήσεις, σύμφωνα με τον νόμο περί των εγγυημένων απαιτήσεων των εργαζόμενων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη και τους κανονισμούς που ορίζουν τους κανόνες εφαρμογής τους, και να παραδώσει τα εταιρικά στοιχεία στο κατά τόπον αρμόδιο γραφείο του Εθνικού Ιδρύματος Ασφαλίσεων.

Ο διαχειριστής μπορεί να καταγγείλει οποιαδήποτε σύμβαση στην οποία μετέχει ο οφειλέτης ως συμβαλλόμενος λόγω μερικής εκτέλεσης ή ουσιώδους μη εκτέλεσης της σύμβασης. Ο διαχειριστής παρέχει προηγούμενη ειδοποίηση 15 ημερών για την καταγγελία της σύμβασης και πρέπει να ανταποκριθεί στα αιτήματα πληροφόρησης του αντισυμβαλλόμενου αναφορικά με το αν η σύμβαση θα λυθεί ή θα παραμείνει σε ισχύ κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Εάν ο διαχειριστής δεν ανταποκριθεί σε κάποιο αίτημα, η σύμβαση θεωρείται ότι έχει λυθεί. Σε περίπτωση λύσης μιας σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται αποζημίωση. Καμία υποχρέωση δεν φέρει ο διαχειριστής για την πληρωμή των τυχόν τόκων που έχουν σωρευθεί πριν από την έκδοση της απόφασης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, όταν παραμένει σε ισχύ μια σύμβαση βάσει της οποίας ο οφειλέτης πραγματοποιεί περιοδικές πληρωμές.

Από την ημερομηνία που καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται για τη διευθέτηση των οφειλών του οφειλέτη παραλαμβάνονται από τον διαχειριστή. Η διευθέτηση μιας απαίτησης του οφειλέτη μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αλλά πριν από την ημερομηνία της δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης, είναι έγκυρη εάν ο διάδικος που διευθέτησε την απαίτηση δεν γνώριζε ότι είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες αφερεγγυότητας ή, σε περίπτωση που τις γνώριζε, εάν το οικονομικό όφελος από τη διευθέτηση της απαίτησης συμπεριλήφθηκε στην πτωχευτική περιουσία. Η καλή πίστη τεκμαίρεται έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Σύμφωνα με το άρθρο 646 του εμπορικού νόμου, οι παρακάτω πράξεις είναι άκυρες ως προς τους πιστωτές, εάν πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας σε αθέτηση των πάγιων δικονομικών κανόνων:

  • η διευθέτηση μιας οφειλής που προέκυψε πριν από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • η σύσταση ενεχύρου ή υποθήκης επί δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου της προσωπικής περιουσίας που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία
  • μια συναλλαγή που περιλαμβάνει ένα δικαίωμα ή ένα περιουσιακό στοιχείο της πτωχευτικής περιουσίας.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Πριν από την έκδοση απόφασης επί της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, επί αιτήματος πιστωτή ή αυτεπαγγέλτως, και εφόσον το κρίνει αναγκαίο για τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, την αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με εξαίρεση τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδονται δυνάμει του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας. Όταν τα ασφαλιστικά μέτρα ζητά ο πιστωτής, το δικαστήριο τα κάνει δεκτά εφόσον το αίτημά του τεκμαίρεται με αδιάσειστες γραπτές αποδείξεις και/ή παρέχει εμπράγματη εξασφάλιση ποσού που ορίζεται από το δικαστήριο για την αποζημίωση του οφειλέτη σε περίπτωση ζημίας από την τυχόν μεταγενέστερη διαπίστωση ότι ο οφειλέτης δεν ήταν αφερέγγυος ή υπερχρεωμένος. Το δικαστήριο μπορεί να άρει το ασφαλιστικό μέτρο που διατάχθηκε, εάν πλέον δεν είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της περιουσίας.

Η απόφαση κοινοποιείται στον καθού τα ασφαλιστικά μέτρα και στον διάδικο που ζήτησε την επιβολή τους. Είναι άμεσα εκτελεστή και επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατ’ αυτής μέσα σε προθεσμία 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης. Οι εφέσεις δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τα ασφαλιστικά μέτρα θεωρείται ότι έχουν αρθεί από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης που απέρριψε την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάχθηκαν παράγουν τα αποτελέσματά τους ως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Από την εν λόγω ημερομηνία τα αποτελέσματά τους ακυρώνονται και τα ασφαλιστικά μέτρα υποκαθίστανται από την απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας αναστέλλει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που στρέφονται κατά των περιουσιακών στοιχείων τα οποία περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, με εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 193 του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας. Όταν η πληρωμή υπέρ ενός αιτούντος πραγματοποιείται στο διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία αναστολής των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης έως τη δημοσίευση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, το ποσό που καταβλήθηκε επιστρέφεται στην πτωχευτική περιουσία. Όταν υπάρχει κίνδυνος να θιγούν τα συμφέροντα των πιστωτών και λαμβάνονται μέτρα για την εκτέλεση της εμπράγματης ασφάλειας υπέρ ενός ενέγγυου πιστωτή, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση των διαδικασιών με τον όρο ότι το τμήμα του προϊόντος της εκτέλεσης που υπερβαίνει το εξασφαλισμένο ποσό θα προσμετρηθεί στην πτωχευτική περιουσία. Εάν κατατίθεται αίτηση που γίνεται δεκτή στη δίκη περί αφερεγγυότητας, οι διαδικασίες που είχαν ανασταλεί, περατώνονται. Οι επισχέσεις και κατασχέσεις που επιβάλλονται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν εκτελούνται κατά των απαιτήσεων των πιστωτών της πτωχευτικής περιουσίας. Δεν επιτρέπεται η χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Τα περιουσιακά στοιχεία που μνημονεύονται στο άρθρο 193 του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας είναι αυτά που καταλαμβάνονται από τα ασφαλιστικά μέτρα που είχαν ήδη διαταχθεί στο πλαίσιο των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη οφειλής προς το δημόσιο, οι οποίες είχαν κινηθεί πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ρευστοποιούνται από τον δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τους κανόνες και τη διαδικασία του κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας. Όταν το προϊόν της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων δεν επαρκεί για την κάλυψη του πλήρους ποσού της απαίτησης, τους δεδουλευμένους τόκους και τις επιβαρύνσεις που προέκυψαν στο πλαίσιο των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με επίσπευση του δημοσίου, η εναπομένουσα απαίτηση της κεντρικής διοίκησης ή της τοπικής αυτοδιοίκησης ικανοποιείται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. Όταν το προϊόν της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό της πλήρους απαίτησης, τους δεδουλευμένους τόκους και τις επιβαρύνσεις που προέκυψαν στο πλαίσιο των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με επίσπευση του δημοσίου, ο δικαστικός επιμελητής καταθέτει το εναπομένον προϊόν στον λογαριασμό της πτωχευτικής περιουσίας. Εάν ο δικαστικός επιμελητής δεν ρευστοποιήσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία μέσα σε διάστημα 6 μηνών από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, τα περιουσιακά στοιχεία διαβιβάζονται από τον δικαστικό επιμελητή στον διαχειριστή και ρευστοποιούνται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, δεν επιτρέπεται η άσκηση αγωγών για περιουσιακές διαφορές του αστικού ή του εμπορικού δικαίου ενώπιον των δικαστηρίων ή των δικαιοδοτικών διαιτητικών οργάνων, παρά μόνον στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων που έχουν στην κυριότητά τους περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας
  • σε εργατικές διαφορές
  • για χρηματικές απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με περιουσιακά στοιχεία της κυριότητας τρίτων

Τα παρακάτω μέρη μπορούν να ασκήσουν αναγνωριστικές αγωγές βάσει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου για την επικύρωση μιας υφιστάμενης απαίτησης που δεν επαληθεύθηκε στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή την προσβολή μιας επαληθευμένης απαίτησης:

  • ο οφειλέτης, εάν το δικαστήριο απορρίψει μια ένσταση κατά απαίτησης που έγινε δεκτή από τον διαχειριστή ή συμπεριλάβει την εν λόγω απαίτηση στον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων
  • πιστωτής με απορριφθείσα απαίτηση, εάν το δικαστήριο δεν υπεισέλθει στην εξέταση της ένστασης ή εξαιρέσει την απαίτηση από τον κατάλογο των επαληθευμένων απαιτήσεων
  • πιστωτής, εάν το δικαστήριο απορρίψει την ένστασή του κατά της παραδοχής μιας απαίτησης άλλου πιστωτή ή συμπεριλάβει απαίτηση άλλου πιστωτή στον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων.

Η αίτηση εξελέγξεως μιας απαίτησης μπορεί να κατατεθεί μέσα σε προθεσμία 14 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης στο Εμπορικό Μητρώο της απόφασης που επικυρώνει τον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων. Ο διαχειριστής πρέπει να συμμετάσχει στη διαδικασία. Η αμετάκλητη απόφαση έχει δεσμευτική ισχύ για τον οφειλέτη, τον διαχειριστή και όλους τους πιστωτές στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Η εγκυρότητα μιας πώλησης περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας για τη ρευστοποίησή τους προσβάλλεται με αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, εάν το περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό ή εάν το τίμημα της πώλησης δεν καταβλήθηκε. Στην τελευταία περίπτωση, ο αγοραστής μπορεί να αντικρούσει την αγωγή καταβάλλοντας το οφειλόμενο ποσό, και τους δεδουλευμένους τόκους από την ημερομηνία που ανακηρύχθηκε αγοραστής του πωληθέντος περιουσιακού στοιχείου.

Όταν ένας διάδικος παύει πλέον να κατέχει ένα περιουσιακό δικαίωμα μετά από την εκποίηση ενός περιουσιακού στοιχείου για τη ρευστοποίησή του και την απόκτηση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου και της κτήσης κυριότητας του αγοραστή, μπορεί να ζητήσει αποκατάσταση αποκλειστικά με την άσκηση αγωγής κυριότητας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Η έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας αναστέλλει όλες τις δίκες και τις διαδικασίες διαιτησίας ως προς τις περιουσιακές διαφορές του αστικού ή εμπορικού δικαίου στις οποίες μετέχει ο οφειλέτης ως διάδικος, εκτός από τις εργατικές διαφορές που αφορούν τις χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη. Το ανωτέρω δεν ισχύει αν, κατά την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας σε άλλη υπόθεση στην οποία ο οφειλέτης είναι εναγόμενος, το δικαστήριο έχει κάνει δεκτή την εξέταση της ένστασης του οφειλέτη κατά ενός συμψηφισμού. Οι διαδικασίες που έχουν ανασταλεί κινούνται εκ νέου, εάν η απαίτηση γίνει δεκτή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, δηλαδή εάν περιληφθεί στον πίνακα των δικαστικά επαληθευμένων απαιτήσεων.

Οι διαδικασίες που έχουν ανασταλεί επαναλαμβάνονται με τη συμμετοχή: (1) του διαχειριστή και του πιστωτή, εάν η απαίτηση δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν γίνει δεκτές από τον διαχειριστή ή στον πίνακα απαιτήσεων που έχει επικυρωθεί από το δικαστήριο ή (2) του διαχειριστή, του πιστωτή και του διαδίκου που πρόβαλε ένσταση, εάν η απαίτηση περιλαμβάνεται στον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν γίνει δεκτές από τον διαχειριστή, ωστόσο έχει προσβληθεί η αναγγελία της στον εν λόγω πίνακα. Σε αυτή την περίπτωση, η απόφαση έχει δεσμευτική ισχύ για τον οφειλέτη, τον διαχειριστή και όλους τους πιστωτές που έχουν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Δεν αναστέλλονται οι εκκρεμείς διαδικασίες κατά του οφειλέτη για χρηματικές απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με περιουσιακά στοιχεία τρίτων.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Πιστωτής με απαίτηση κατά του οφειλέτη βάσει μιας εμπορικής συναλλαγής μπορεί να καταθέσει αίτηση αφερεγγυότητας και να μετάσχει στις διαδικασίες που έχουν κινηθεί με αίτηση αφερεγγυότητας που είχε κατατεθεί από άλλον πιστωτή. Στην αίτηση, ο οφειλέτης μπορεί επίσης να προτείνει ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης και να ορίσει ένα πρόσωπο που πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρθηκαν για τους διαχειριστές και το οποίο μπορεί να διοριστεί αν το δικαστήριο διατάξει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει προληπτικά και συντηρητικά μέτρα πριν από την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αφερεγγυότητας, εφόσον είναι αναγκαία για τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Όταν είναι πρόδηλο ότι η συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης θα ήταν επιζήμια για την πτωχευτική περιουσία, το δικαστήριο μπορεί, με αίτημα ενός πιστωτή, να διατάξει τη διακοπή των δραστηριοτήτων, είτε από την ημερομηνία της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε μεταγενέστερα, αλλά πάντως πριν από την παρέλευση της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να προταθεί ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Όταν τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει ο οφειλέτης δεν επαρκούν για την κάλυψη των αρχικών δαπανών των διαδικασιών αφερεγγυότητας, το δικαστήριο ορίζει ένα ποσό το οποίο πρέπει να προκαταβληθεί από κάποιον πιστωτή σε συγκεκριμένη προθεσμία προκειμένου να κινηθούν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας. Εάν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν επαρκούν ή δεν έχουν προκαταβληθεί οι αρχικές δαπάνες, ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει την εκ νέου έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας που έχουν ανασταλεί μέσα σε ένα έτος από την έκδοση της διαταγής αναστολής των διαδικασιών.

Οι πιστωτές μπορεί να προσβάλουν τις δικαστικές διαταγές και τις αποφάσεις που εκδίδονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και τις πράξεις και αποφάσεις των διοικητικών οργάνων του οφειλέτη, σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο εμπορικός νόμος.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας οι ειδοποιήσεις εμφάνισης και οι κλητεύσεις επιδίδονται στους πιστωτές που έχουν δικονομική θέση διαδίκου στις διαδικασίες, στην αντίστοιχη διεύθυνσή τους στη Βουλγαρία. Εάν ένας πιστωτής έχει αλλάξει διεύθυνση χωρίς να ενημερώσει το δικαστήριο σχετικά, όλες οι κλητεύσεις και τα έγγραφα προσαρτώνται στον φάκελο της υπόθεσης και θεωρούνται ότι έχουν επιδοθεί νομίμως. Όποιος πιστωτής δεν έχει διεύθυνση στη Βουλγαρία και η έδρα του βρίσκεται σε άλλη χώρα, πρέπει να υποδείξει μια διεύθυνση επίδοσης στη Βουλγαρία. Όταν δεν υποδεικνύεται διεύθυνση επίδοσης στη Βουλγαρία, η κλήτευση δημοσιεύεται στο Εμπορικό Μητρώο. Έπειτα από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πράξεις του δικαστηρίου που δεν προσβλήθηκαν και δεν υπόκεινται σε καταχώριση στο Εμπορικό Μητρώο ή σε κοινοποίηση στους διαδίκους, σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας θεωρείται ότι κοινοποιήθηκαν στους διαδίκους με την καταχώρισή τους στο δικαστικό μητρώο. Όταν ο εμπορικός νόμος ορίζει ότι η κλήτευση επιδίδεται στους διαδίκους με δημοσίευση σχετικής ειδοποίησης στο Εμπορικό Μητρώο, η πρόσκληση, η ειδοποίηση ή η κλήτευση πρέπει να δημοσιευτεί τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία της συνέλευσης ή της δικασίμου.

Στην πρώτη συνέλευση των πιστωτών παρίστανται οι πιστωτές που περιλαμβάνονται στον πίνακα που έχει συντάξει ο προσωρινός διαχειριστής βάσει των λογιστικών βιβλίων του οφειλέτη και των αποσπασμάτων αυτών και προσκομίζεται στην πρώτη συνέλευση. Οι πιστωτές παρίστανται στη συνέλευση αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου που έχει εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπήσει τον πιστωτή με γραπτό πληρεξούσιο. Όταν ο πιστωτής είναι φυσικό πρόσωπο, η υπογραφή του παρέχοντος την εξουσιοδότηση με το πληρεξούσιο πρέπει να φέρει συμβολαιογραφική θεώρηση. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων των πιστωτών που περιλαμβάνονται στον πίνακα, εξαιρουμένων των ψήφων των πιστωτών που επί του παρόντος συνδέονται με τον οφειλέτη, των πιστωτών που συνδέονταν με τον οφειλέτη κατά τα τρία έτη που προηγήθηκαν της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας και των πιστωτών που απέκτησαν απαιτήσεις από τα μέρη που συνδέονταν με τον οφειλέτη κατά τα τρία έτη που προηγήθηκαν της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Στην πρώτη συνέλευση των πιστωτών:

  • γίνεται ανάγνωση της έκθεσης που έχει συντάξει ο προσωρινός διαχειριστής
  • ορίζεται ένας μόνιμος διαχειριστής και γίνεται εισήγηση του διορισμού στο δικαστήριο
  • εκλέγεται μια επιτροπή πιστωτών.

Δεν θα συγκαλείται συνέλευση πιστωτών στις παρακάτω περιπτώσεις:

  1. αν πριν από την κατάθεση της αίτησης αφερεγγυότητας, ο οφειλέτης δεν είχε υποβάλει για τρία έτη τις ετήσιες οικονομικές του εκθέσεις στο Εμπορικό Μητρώο
  2. αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να συνεργάζεται με τον διαχειριστή και αρνείται να παραδώσει τα λογιστικά του βιβλία ή εάν τα λογιστικά του βιβλία τηρούνταν με προδήλως μη νόμιμο τρόπο.

Σε αυτή την περίπτωση, ο προσωρινός διαχειριστής που διορίστηκε από το δικαστήριο εκτελεί τα καθήκοντά του μέχρι τον διορισμό ενός μόνιμου διαχειριστή από τη συνέλευση των πιστωτών, κατόπιν της δικαστικής επικύρωσης των απαιτήσεων που είχαν γίνει δεκτές από τον διαχειριστή.

Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να συγκληθεί από τον οφειλέτη, τον διαχειριστή, την επιτροπή των πιστωτών ή τους πιστωτές που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο του συνόλου των επαληθευμένων απαιτήσεων. Η συνέλευση των πιστωτών διενεργείται ανεξάρτητα από τον αριθμό των πιστωτών που παρίστανται και ως πρόεδρος ενεργεί ο εισηγητής δικαστής. Για τον σκοπό της λήψης αποφάσεων, κάθε πιστωτής έχει τις ψήφους που αντιστοιχούν στην αναλογία της απαίτησής του επί του συνόλου των επαληθευμένων απαιτήσεων με δικαίωμα ψήφου που έχει χορηγηθεί από το δικαστήριο. Δικαίωμα ψήφου μπορεί επίσης να χορηγηθεί στους πιστωτές στις δίκες ή τις διαδικασίες διαιτησίες που επαναλαμβάνονται κατά του οφειλέτη ως προς τις περιουσιακές διαφορές του αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον η απαίτηση τεκμαίρεται με αδιάσειστες αποδείξεις οι πιστωτές με απορριφθείσες απαιτήσεις, που έχουν ασκήσει αναγνωριστικές αγωγές δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου και οι πιστωτές με επαληθευμένες απαιτήσεις, κατά των οποίων έχει ασκηθεί αγωγή που προσβάλλει το υποστατό της απαίτησης δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου. Δεν χορηγείται δικαίωμα ψήφου στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές για νόμιμους ή συμβατικούς τόκους που καθίστανται πληρωτέοι μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, στους πιστωτές με δανειακές απαιτήσεις για δάνεια που χορηγήθηκαν στον οφειλέτη από εταίρο ή μέτοχο και στους πιστωτές με απαιτήσεις από χαριστική αιτία ή από δαπάνες που επιβαρύνθηκε ο πιστωτής στη διαδικασία, εκτός από τις προκαταβληθείσες δαπάνες, όταν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών που καταβλήθηκαν. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη συνήθη πλειοψηφία, εκτός αν άλλως ορίζεται στον εμπορικό νόμο.

Στη συνέλευση των πιστωτών:

  • γίνεται ανάγνωση της έκθεσης των δραστηριοτήτων του διαχειριστή
  • γίνεται ανάγνωση της έκθεσης της επιτροπής των πιστωτών
  • εκλέγεται ο διαχειριστής, σε περίπτωση που δεν έχει εκλεγεί
  • λαμβάνονται αποφάσεις για την απαλλαγή του διαχειριστή από τα καθήκοντά του και την αντικατάστασή του
  • ορίζεται η τρέχουσα αμοιβή, τροποποιείται η αμοιβή και καθορίζεται η τελική αμοιβή του διαχειριστή
  • εκλέγεται μια επιτροπή πιστωτών, σε περίπτωση που δεν έχει εκλεγεί επιτροπή, ή πραγματοποιούνται αλλαγές στη σύνθεσή της
  • προτείνεται στο δικαστήριο το ποσό της αξίωσης διατροφής που θα χορηγηθεί στον οφειλέτη και τα μέλη της οικογένειάς του
  • καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα ρευστοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η μέθοδος και οι όροι αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, η επιλογή των εκτιμητών και η αμοιβή τους.

Εάν η συνέλευση των πιστωτών δεν μπορεί να αποφασίσει για τον διορισμό ενός διαχειριστή, ο διορισμός πραγματοποιείται από το δικαστήριο και εάν η συνέλευση δεν μπορεί να αποφασίσει για τον τρόπο και τους κανόνες ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, την απόφαση λαμβάνει ο διαχειριστής. Το δικαστήριο απαλλάσσει τον διαχειριστή από τα καθήκοντά του με αίτημα των πιστωτών με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το μισό των συνολικών απαιτήσεων. Το δικαστήριο, επί αιτήματος πιστωτή, μπορεί να απαλλάξει οποτεδήποτε τον διαχειριστή από τα καθήκοντά του, εάν δεν εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί ή ενεργεί με τρόπο που παραβλάπτει τα συμφέροντα του πιστωτή ή του οφειλέτη.

Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να λάβει απόφαση για τον διορισμό ενός εποπτικού οργάνου με εξουσία άσκησης ελέγχου επί των δραστηριοτήτων του οφειλέτη για την περίοδο ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή για συντομότερη περίοδο, ακόμη κι όταν αυτό δεν προβλέπεται ρητά στο σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Με τη συμφωνία της συνέλευσης των πιστωτών, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον διαχειριστή την πώληση της προσωπικής περιουσίας του οφειλέτη πριν από την έγκριση της ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με τη γενική διαδικασία, εάν το κόστος της αποθήκευσης της εν λόγω προσωπικής περιουσίας υπερβαίνει την αξία της ρευστοποιημένης περιουσίας έως ότου διαταχθεί η εν λόγω ρευστοποίηση. Τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία μπορεί να πωληθούν με συμφωνία της συνέλευσης των πιστωτών, εφόσον είναι απαραίτητο για την κάλυψη των εξόδων των διαδικασιών αφερεγγυότητας και εάν κανένας πιστωτής δεν έχει συμφωνήσει να προκαταβάλει τις δαπάνες αφότου προσκλήθηκε σχετικά.

Με πρόταση του διαχειριστή και σύμφωνα με την απόφαση που ελήφθη στη συνέλευση των πιστωτών, το πτωχευτικό δικαστήριο επιτρέπει την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με άμεση διαπραγμάτευση ή μέσω μεσολαβητή, στην περίπτωση που η προσωπική περιουσία και τα περιουσιακά δικαιώματα, που τέθηκαν προς πώληση στο σύνολό τους, ως ξεχωριστά τμήματα ή μεμονωμένα στοιχεία και δικαιώματα, δεν πωλήθηκαν λόγω έλλειψης αγοραστών ή αποχώρησης αγοραστή.

Οι αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών δεσμεύουν όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων όσων δεν παρίσταντο στη συνέλευση. Με αίτημα του πιστωτή, το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει μια απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, εάν είναι παράνομη ή ιδιαίτερα επιζήμια για τα συμφέροντα μέρους των πιστωτών.

Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να εκλέξει μια επιτροπή πιστωτών που απαρτίζεται από τουλάχιστον τρία έως εννέα μέλη κατ’ ανώτατο όριο. Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να απαρτίζεται από μέλη που εκπροσωπούν τους ενέγγυους και μη εξασφαλισμένους πιστωτές, με εξαίρεση όσους αναφέρονται στο άρθρο 616 παράγραφος 2 του εμπορικού νόμου (οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις ικανοποιούνται μετά την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των υπόλοιπων πιστωτών). Η επιτροπή των πιστωτών επικουρεί και εποπτεύει τις πράξεις του διαχειριστή ως προς τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, διενεργεί ελέγχους επί των εμπορικών αρχείων του οφειλέτη και των διαθέσιμων ταμειακών διαθεσίμων, εκφέρει τη γνώμη του για τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης του οφειλέτη και την αμοιβή του προσωρινού και του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου διαχειριστή, τις πράξεις που αφορούν τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και την ευθύνη του διαχειριστή σε άλλες περιπτώσεις. Τα μέλη της επιτροπής των πιστωτών δικαιούνται αποζημίωση για λογαριασμό των πιστωτών ποσού που καθορίζεται κατά τον χρόνο της εκλογής τους.

Ο διαχειριστής δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να αποκτά, άμεσα ή μέσω άλλου προσώπου, προσωπική περιουσία ή περιουσιακά δικαιώματα από την πτωχευτική περιουσία. Ο εν λόγω περιορισμός ισχύει για τον σύζυγο του διαχειριστή, τους συγγενείς σε ευθεία γραμμή, και τους συγγενείς τους σε πλάγια γραμμή έως τον έκτο βαθμό και με συγγένεια έως τρίτου βαθμού.

Οι αστικές δίκες και οι διαδικασίες διαιτησίας ως προς τις περιουσιακές διαφορές του αστικού και εμπορικού δικαίου στις οποίες ο οφειλέτης είναι διάδικος, επαναλαμβάνονται και συνεχίζονται με τη συμμετοχή του διαχειριστή και του πιστωτή, εάν η απαίτηση δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν γίνει δεκτές από τον διαχειριστή ή στον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων από το δικαστήριο ή τον διαχειριστή, τον πιστωτή και τον διάδικο που είχε προβάλει την ένσταση, εάν η απαίτηση περιλαμβάνεται στον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν γίνει δεκτές από τον διαχειριστή αλλά έχει αμφισβητηθεί η ένταξή της στον πίνακα.

Το πτωχευτικό δικαστήριο, επί αιτήματος του πιστωτή, μπορεί να κάνει δεκτά τα συντηρητικά μέτρα που ορίζει ο νόμος για την εξασφάλιση των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Ο πιστωτής μπορεί να συμψηφίσει μια οφειλή του έναντι του οφειλέτη, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 645 του εμπορικού νόμου. Για να αυξηθεί το μέγεθος της πτωχευτικής περιουσίας, ο διαχειριστής μπορεί να καταθέσει αγωγή δυνάμει των άρθρων 645, 646 και 647 του εμπορικού νόμου και του άρθρου 135 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων ως προς τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και να ασκήσει αγωγές με αίτημα την εκτέλεση ως προς τις εν λόγω απαιτήσεις. Εάν η αγωγή έχει κατατεθεί από πιστωτή, δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγωγής ως προς την ίδια απαίτηση. Ωστόσο, ο δεύτερος πιστωτής μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να καταστεί ομόδικος ενάγων πριν από την πρώτη δικάσιμο.

Ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει από τον διαχειριστή να προσκομίσει το αρχείο και την έκθεση προς διαβούλευση, και να συντάξει μια ειδική έκθεση για τα ζητήματα ενδιαφέροντος που δεν περιλήφθηκαν στην έκθεση της εκάστοτε περιόδου. Ο πιστωτής μπορεί να προβάλει ένσταση κατά της γραπτής έκθεσης του διαχειριστή ως προς την ανάκλησή του μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία που προσκομίζεται η έκθεση.

Οι πιστωτές μπορεί να προβάλουν γραπτώς τις απαιτήσεις τους ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. Μπορεί να υποβάλουν γραπτές ενστάσεις ενώπιον του δικαστηρίου κατά απαιτήσεων, που έχουν γίνει δεκτές ή όχι από τον διαχειριστή, μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης του πίνακα στο Εμπορικό Μητρώο και να ασκήσουν αναγνωριστικές αγωγές δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου μέσα σε 14 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης στο Εμπορικό Μητρώο της απόφασης που επικυρώνει τον πίνακα.

Οι πιστωτές μπορεί να προβάλουν γραπτώς τις απαιτήσεις τους ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. Μπορεί να υποβάλουν γραπτές ενστάσεις ενώπιον του δικαστηρίου κατά των απαιτήσεων, που έχουν γίνει δεκτές ή όχι από τον διαχειριστή, μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης του πίνακα στο Εμπορικό Μητρώο και στη συνέχεια να ασκήσουν αναγνωριστικές αγωγές με αίτημα την εξέλεγξη των απορριφθεισών απαιτήσεων ή των προσβολή του υποστατού των επαληθευμένων απαιτήσεων μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης στο Εμπορικό Μητρώο της απόφασης που επικυρώνει τον πίνακα.

Σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορούν να προτείνουν οι πιστωτές που έχουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνόλου των ενέγγυων απαιτήσεων και οι πιστωτές που έχουν τουλάχιστον το ένα τρίτο των μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων, με εξαίρεση τους πιστωτές: που έχουν απαιτήσεις από νόμιμους ή συμβατικούς τόκους ή μη εξασφαλισμένες οφειλές, οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας με απαιτήσεις από δάνεια που χορήγησε στον οφειλέτη ένας επιχειρηματικός εταίρος ή μέτοχος με απαιτήσεις από δωρεές και τις δαπάνες που επιβαρύνθηκε ο πιστωτής στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, εκτός από τις προκαταβληθείσες δαπάνες, σε περίπτωση που τα περιουσιακά δικαιώματα του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψή τους.

Ο πιστωτής με επαληθευμένη απαίτηση ή δικαστικά αναγνωρισμένο δικαίωμα ψήφου μπορεί να προτείνει και να ψηφίσει (ακόμη και μη παριστάμενος, με συμβολαιογραφικά θεωρημένη επιστολή που φέρει την υπογραφή του) ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης για τους φορείς εκμετάλλευσης της αφερέγγυας επιχείρησης του οφειλέτη. Οι πιστωτές, περιλαμβανομένων όσων οι απαιτήσεις έχουν απορριφθεί και για τις οποίες έχει ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου, μπορεί να προβάλουν ένσταση κατά του εγκριθέντος σχεδίου μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία έγκρισης του σχεδίου.

Σε περίπτωση μη εκτέλεσης εκ μέρους του οφειλέτη των υποχρεώσεων που υπέχει βάσει του σχεδίου, οι πιστωτές με ποσοστό τουλάχιστον 15 τοις εκατό του συνόλου των απαιτήσεων που ρευστοποιήθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο, μπορεί να ζητήσουν την εκ νέου έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ο πιστωτής μπορεί να καταθέσει γραπτώς μια ένσταση κατά του πίνακα διανομής και στη συνέχεια να προσφύγει κατά της δικαστικής απόφασης περί επικύρωσης του πίνακα.

Εάν ο οφειλέτης αθετήσει μια εξωδικαστική συμφωνία που συνήφθη με τους πιστωτές βάσει του άρθρου 740 του εμπορικού νόμου, οι πιστωτές με ποσοστό τουλάχιστον 15 τοις εκατό του συνόλου των απαιτήσεων μπορεί να ζητήσουν από το δικαστήριο την εκ νέου έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ο οφειλέτης ή ένας πιστωτής με απαίτηση που έχει επαληθευθεί ή επικυρωθεί με αγωγή μπορεί να ζητήσει την εκ νέου έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας που έχουν ανασταλεί, μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής διαταγής για την αναστολή των διαδικασιών, εάν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου αποδεσμεύτηκαν τα ποσά που παρακρατούνταν για τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις ή ανακαλύφθηκαν περιουσιακά στοιχεία που ήταν άγνωστα κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την ημερομηνία δημοσίευσης στο Εμπορικό Μητρώο της αίτησης του οφειλέτη για επαναφορά στην προτέρα κατάσταση, κάθε οφειλέτης με απαίτηση που έχει επαληθευθεί ή επικυρωθεί με αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων μπορεί να καταθέσει ένσταση κατ’ αυτής.

Επί αιτήματος πιστωτή, το βουλγαρικό δικαστήριο μπορεί να εισαγάγει δευτερεύουσες διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά ενός εμπόρου που έχει κηρυχθεί αφερέγγυος από αλλοδαπό δικαστήριο, εάν ο έμπορος κατέχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία. Ο πιστωτής που έχει πληρωθεί εν μέρει στην κύρια διαδικασία, συμμετέχει στη διανομή των περιουσιακών στοιχείων στη δευτερεύουσα διαδικασία, εάν το μερίδιο που θα λάμβανε υπερβαίνει το ποσό που θα διανεμηθεί στους λοιπούς πιστωτές στο πλαίσιο της δευτερεύουσας διαδικασίας.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Ο διαχειριστής έχει τις παρακάτω εξουσίες: να διεξάγει έρευνες και να επαληθεύει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη να συμμετέχει στις αγωγές που στρέφονται κατά του οφειλέτη ή να καταθέτει αγωγές για λογαριασμό του οφειλέτη στις περιπτώσεις που προβλέπονται στον νόμο, να ζητά τη λύση ή ακύρωση των συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος να εισπράττει τα χρηματικά ποσά που οφείλονται στον οφειλέτη και να τα καταθέτει σε ειδικό λογαριασμό με την άδεια του δικαστηρίου, να διαθέτει τα χρηματικά ποσά του οφειλέτη που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, όταν αυτό απαιτείται για τη διαχείριση και διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και να ρευστοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία.

Ο διαχειριστής πωλεί την προσωπική περιουσία και τα περιουσιακά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία στο σύνολό τους, ξεχωριστά ή ως μεμονωμένα στοιχεία και δικαιώματα μετά τη λήψη άδειας από το δικαστήριο και σύμφωνα με την απόφαση που ελήφθη στη συνέλευση των πιστωτών. Όταν δεν έχει ληφθεί σχετική απόφαση, ο τρόπος και η διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων και οι κανόνες εκτίμησής τους από τους επιλεγμένους εκτιμητές αποφασίζονται από τον διαχειριστή.

Ο διαχειριστής συντάσσει μια ειδοποίηση της πώλησης, η οποία περιέχει πληροφορίες για τον οφειλέτη, μια περιγραφή του πωλούμενου περιουσιακού στοιχείου, τους κανόνες και τη διαδικασία της πώλησης, την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της πώλησης, τον καταληκτικό χρόνο υποβολής προσφορών κατά την εν λόγω ημέρα και μια εκτίμηση της αξίας του πωλούμενου περιουσιακού στοιχείου. Ο διαχειριστής αναρτά την ειδοποίηση σε περίοπτη θέση στο δημοτικό κατάστημα του τόπου όπου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης του οφειλέτη και στην έδρα του οφειλέτη τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από την ημερομηνία της πώλησης που μνημονεύεται στην ειδοποίηση. Επιπλέον, ο διαχειριστής συντάσσει ένα αναλυτικό πρωτόκολλο με τις παραπάνω πράξεις και μεριμνά για τη δημοσίευσή του σε ειδικό δελτίο του Υπουργείου Οικονομίας 14 ημέρες πριν από την ημερομηνία της πώλησης που προσδιορίζεται στην ειδοποίηση.

Η πώληση διενεργείται στο γραφείο του διαχειριστή ή στην έδρα της επιχείρησης του οφειλέτη κατά την ημερομηνία που προσδιορίζεται στην ειδοποίηση. Οι πλειοδότες που επιθυμούν να συμμετάσχουν στην πώληση πρέπει να καταθέσουν ως προκαταβολή εγγυοδοσία, ίση με ποσοστό 10 τοις εκατό της εκτιμηθείσας αξίας. Κάθε πλειοδότης πρέπει να υποδείξει το προσφερόμενο τίμημα, αριθμητικά και ολογράφως, μαζί με το αποδεικτικό της κατάθεσης, μέσα σε σφραγισμένο φάκελο. Οι προσφορές υποβάλλονται στον διαχειριστή κατά την ημέρα της πώλησης έως την ταχθείσα προθεσμία και καταχωρίζονται με τη σειρά που παραλήφθηκαν σε ειδικό μητρώο. Μόλις παρέλθει η ταχθείσα προθεσμία, ο διαχειριστής ανακοινώνει τις προσφορές που ελήφθησαν ενώπιον των παριστάμενων πλειοδοτών και συντάσσει ένα ειδικό αρχείο των διαδικασιών. Είναι άκυρες οι προσφορές που υποβάλλονται από μη επιλέξιμους πλειοδότες και όσες είναι χαμηλότερου τιμήματος από το εκτιμηθέν, εφόσον υπάρχουν. Το ακίνητο πωλείται στον υπερθεματιστή. Εάν το υψηλότερο τίμημα είχε προσφερθεί από περισσότερους από έναν πλειοδότες, ο αγοραστής καθορίζεται με πλειστηριασμό, τον οποίο διενεργεί αμελλητί ο διαχειριστής ενώπιον των παριστάμενων πλειοδοτών. Ο υπερθεματιστής καταχωρίζεται στο πρακτικό που συντάσσει ο διαχειριστής, το οποίο στη συνέχεια υπογράφεται από τον διαχειριστή και όλους τους πλειοδότες. Ο αγοραστής πρέπει να καταβάλει το τίμημα, κατόπιν αφαίρεσης της εγγυοδοσίας ποσοστού 10 που είχε κατατεθεί ως προκαταβολή, μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της πώλησης. Όταν ο αγοραστής είναι πιστωτής με επαληθευμένη απαίτηση ή ενέγγυος πιστωτής, ο διαχειριστής συντάσσει έναν λογαριασμό διανομής, στον οποίο αναγράφει το τμήμα του τιμήματος που θα καταβληθεί από τον αγοραστή και θα παρακρατηθεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων άλλων πιστωτών καθώς και το τμήμα του τιμήματος που θα συμψηφιστεί με την απαίτηση του πιστωτή. Σε αυτή την περίπτωση, ο αγοραστής πρέπει να καταβάλει τα ποσά που πρέπει να παρακρατηθούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των υπόλοιπων πιστωτών, με τον τρόπο που ορίζει ο λογαριασμός διανομής, μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της έναρξης ισχύος του λογαριασμού ή, εάν δεν υπάρχουν άλλοι πιστωτές, την επιπλέον διαφορά του τιμήματος από την απαίτηση. Εάν το τίμημα (εκπλειστηρίασμα) δεν καταβληθεί μέσα σε 7 ημέρες, ο διαχειριστής προσφέρει το περιουσιακό στοιχείο στον πλειοδότη που προσέφερε το δεύτερο υψηλότερο τίμημα, εκτός αν αυτός έχει αποσύρει την εγγυοδοσία του. Με τη συναίνεση του εν λόγω πλειοδότη, ο διαχειριστής τον ανακηρύσσει αγοραστή. Ο διαχειριστής επαναλαμβάνει τη διαδικασία, εάν είναι αναγκαίο, έως ότου προσφερθεί το περιουσιακό στοιχείο σε όλους τους πλειοδότες που προσέφεραν τίμημα τουλάχιστον ίσο με το εκτιμηθέν.

Εάν δεν υπάρχουν πλειοδότες ή δεν έχουν ληφθεί έγκυρες προσφορές ή ο αγοραστής δεν καταβάλει το τίμημα, δημοσιεύεται νέα ειδοποίηση πώλησης και οργανώνεται νέος πλειστηριασμός με ανοικτή υποβολή προσφορών και τιμή πρώτης προσφοράς ίση με ποσοστό 80 τοις εκατό του εκτιμηθέντος. Οι προσφορές καταχωρίζονται στον πίνακα προσφορών, ενώ η βάση προσφορών καθορίζεται από τον διαχειριστή και αναγράφεται στην ειδοποίηση.

Εάν ο ανακηρυχθείς αγοραστής καταβάλει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, το δικαστήριο διατάσσει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή την ημέρα μετά την πληρωμή. Οι λοιποί πλειοδότες στον πλειστηριασμό και ο οφειλέτης μπορεί να προσβάλουν τη διαταγή ενώπιον του εφετείου. Εάν η διαταγή περί μεταβίβασης της κυριότητας ακυρωθεί ή η πώληση κηρυχθεί άκυρη, διοργανώνεται άλλος πλειστηριασμός μετά τη δημοσίευση νέας ειδοποίησης.

Ο αγοραστής αποκτά την κυριότητα του περιουσιακού δικαιώματος από τον διαχειριστή βάσει μιας ισχύουσας διαταγής μεταβίβασης κυριότητας και μιας απόδειξης που βεβαιώνει την πληρωμή των αναγκαίων τελών μεταβίβασης. Τον κίνδυνο της απώλειας του περιουσιακού δικαιώματος φέρει ο αγοραστής και οι δαπάνες διατήρησης αυτού έως τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή καλύπτονται από την πτωχευτική περιουσία.

Όταν έχουν κινηθεί διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά ενός περιουσιακού δικαιώματος συγκυρίων ως προς μια οφειλή μέρους των ιδιοκτητών, προσκομίζεται μια περιγραφή του συνολικού περιουσιακού δικαιώματος αλλά πωλείται μόνον το ενοχικό δικαίωμα του οφειλέτη. Το περιουσιακό στοιχείο μπορεί να πωληθεί στο σύνολό του με τη γραπτή συναίνεση των υπόλοιπων συγκυρίων.

Σε περίπτωση πώλησης του περιουσιακού στοιχείου που ο οφειλέτης έχει υποθηκεύσει ή ενεχυράσει για να εξασφαλίσει την οφειλή άλλου συμβαλλόμενου ή το οποίο είχε αποκτήσει βεβαρημένο με υποθήκη ή ενέχυρο, ο διαχειριστής αποστέλλει ειδοποίηση στον ενέγγυο πιστωτή ενημερώνοντας τον για τον χρόνο της πώλησης. Καταρτίζεται ένας χωριστός λογαριασμός διανομής στον οποίο αναγράφονται τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν στον ενέγγυο πιστωτή από την πώληση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Ο διαχειριστής παρακρατά το ποσό που πρέπει να πληρωθεί στον ενέγγυο πιστωτή βάσει του εν λόγω λογαριασμού διανομής και τον παραδίδει με προσκόμιση ενός εκτελεστού τίτλου ως προς την οφειλή ή ενός πιστοποιητικού περί της επαλήθευσης της απαίτησης στις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ο διαχειριστής παρακρατά το ποσό που πρέπει να καταβληθεί σε έναν ενέγγυο πιστωτή με απαίτηση από ενεχυρασμένη οφειλή, με την προσκόμιση ενός πιστοποιητικού του μητρώου που να βεβαιώνει την καταχώριση του ενεχύρου και μιας συμβολαιογραφικής δήλωση που φέρει την υπογραφή του πιστωτή και βεβαιώνει το τρέχον ποσό του εξασφαλισμένου δανείου.

Με πρόταση του διαχειριστή και σύμφωνα με την απόφαση που ελήφθη στη συνέλευση των πιστωτών, το πτωχευτικό δικαστήριο επιτρέπει την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με άμεση διαπραγμάτευση ή μέσω μεσολαβητή, στην περίπτωση που η προσωπική περιουσία και τα περιουσιακά δικαιώματα, που τέθηκαν προς πώληση στο σύνολό τους, ως ξεχωριστά τμήματα ή μεμονωμένα στοιχεία και δικαιώματα, δεν πωλήθηκαν λόγω έλλειψης αγοραστών ή αποχώρησης αγοραστή. Το τίμημα της πώλησης δεν μπορεί να υπολείπεται ποσοστού 80 τοις εκατό της εκτίμησης. Αρχικά πρέπει να γίνει μια προσφορά εξαγοράς των μετοχών του οφειλέτη σε άλλες εταιρίες από τους λοιπούς εταίρους. Εάν η προσφορά δεν γίνει δεκτή σε περίοδο ενός μήνα, οι μετοχές πωλούνται. Σε αυτή την περίπτωση το τίμημα απόκτησης των μετοχών πρέπει να καταβληθεί σε περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 60 μήνες από την ημερομηνία επιλογής του αγοραστή και σύναψης μιας σύμβασης μετά την πλήρη εξόφληση του τιμήματος.

Εάν παραμένουν μισθωμένα στους εργαζόμενους του οφειλέτη αστικά ακίνητα που του ανήκουν, κατά την ημερομηνία που η συνέλευση των πιστωτών αποφασίζει τους κανόνες και τη διαδικασία της ρευστοποίησής τους, ο διαχειριστής πρέπει πρώτα να προσφέρει προς πώληση τα εν λόγω ακίνητα στους εργαζόμενους ή σε άλλα πρόσωπα με απαιτήσεις από τις εργασιακές τους σχέσεις με τον οφειλέτη, εκτός αν εκκρεμούν δίκες ως προς τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Ο διαχειριστής αποστέλλει μια γραπτή πρόσκληση σε κάθε πρόσωπο, η οποία περιέχει περιγραφή του περιουσιακού στοιχείου, την αποτίμησή του, την προθεσμία πληρωμής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 30 ημερών και μεγαλύτερη των 60, και τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο πρέπει να κατατεθεί το χρηματικό ποσό. Οι διάδικοι πρέπει να ανταποκριθούν στην ειδοποίηση μέσα σε 14 ημέρες και ενημερώνουν τον διαχειριστή για το αν επιθυμούν να αγοράσουν το περιουσιακό στοιχείο έναντι τιμήματος που ισούται με αυτό της εκτίμησης εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Με την καταβολή του τιμήματος, οι εργαζόμενοι μπορεί να συμψηφίσουν τις απαιτήσεις του ως προς τους μη καταβληθέντες μισθούς που τους οφείλει ο οφειλέτης. Η σύμβαση πώλησης καταρτίζεται με συμβολαιογραφική πράξη που υπογράφεται από τον διαχειριστή, ο οποίος ενεργεί ως πωλητής. Οι δαπάνες της πώλησης βαρύνουν τον πωλητή.

Ο διαχειριστής απαιτεί να του παραδοθεί ένα ενεχυρασμένο στοιχείο της προσωπικής περιουσίας ενός πιστωτή ή τρίτου και το πωλεί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο Κεφάλαιο σαράντα έξι του εμπορικού νόμου, εκτός αν ο νόμος επιτρέπει τη διοργάνωση της πώλησης από τον πιστωτή χωρίς δικαστική παρέμβαση.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορούν να προβληθούν οι παρακάτω απαιτήσεις:

  • οι απαιτήσεις που αφορούν ενεχυρασμένες ή υποθηκευμένες οφειλές ή απαιτήσεις για οφειλές που έχουν κατασχεθεί ή επισχεθεί, και έχουν συσταθεί σύμφωνα με τον νόμο περί εμπράγματων βαρών
  • οι απαιτήσεις ως προς τις οποίες ασκείται το δικαίωμα που παρέχεται με το ενέχυρο
  • οι δαπάνες που έχουν προκύψει στις διαδικασίες αφερεγγυότητας (το τέλος χαρτοσήμου που πρέπει να πληρωθεί με την κατάθεση και κάθε άλλη δαπάνη έως την έναρξη ισχύος της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας η αμοιβή του διαχειριστή οι απαιτήσεις των εργαζόμενων όταν η επιχείρηση του οφειλέτη συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα οι δαπάνες αύξησης, διαχείρισης, εκτίμησης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας και οι αξιώσεις διατροφής υπέρ του οφειλέτη και της οικογένειάς του)
  • οι απαιτήσεις που απορρέουν από τις ήδη υφιστάμενες συμβάσεις εργασίες πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • η νόμιμη αποζημίωση που πρέπει να καταβάλει ο οφειλέτης σε τρίτους
  • οι οφειλές του δημοσίου δικαίου προς την κεντρική διοίκηση ή την τοπική αυτοδιοίκηση, περιλαμβανομένων ενδεικτικά όσων απορρέουν από φόρους, τελωνειακούς δασμούς, τέλη και υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, εάν έχουν προκύψει πριν από την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας και δεν καταβλήθηκαν κατά την αντίστοιχη ημερομηνία πληρωμής
  • κάθε εναπομένουσα μη εξασφαλισμένη απαίτηση που είχε προκύψει πριν από την κήρυξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • ο νόμιμος ή συμβατικός τόκος επί των μη εξασφαλισμένων οφειλών που οφείλεται μετά την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • τα δάνεια που χορήγησε στον οφειλέτη ένας επιχειρηματικός εταίρος ή μέτοχος
  • οι δωρεές
  • οι δαπάνες των πιστωτών σε συνάρτηση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, εκτός από τις δαπάνες του άρθρου 629β του εμπορικού νόμου (προκαταβληθείσες αρχικές δαπάνες της δίκης).

Οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις προέκυψαν μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας λαμβάνουν την πληρωμή που τους αναλογεί κατά την ημερομηνία της πληρωμής, και εάν δεν λάβουν πληρωμή, οι απαιτήσεις τους ικανοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 722 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Οι πιστωτές πρέπει να αναγγείλουν γραπτώς τις απαιτήσεις τους στο πτωχευτικό δικαστήριο μέσα σε έναν μήνα από τη δημοσίευση στο Εμπορικό Μητρώο της απόφασης που διατάσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, με μνεία των λόγων και του ποσού της απαίτησης, των προνομίων και των εμπράγματων εξασφαλίσεων και μιας διεύθυνσης επίδοσης, και προσκομίζοντας γραπτές αποδείξεις.

Το αργότερο σε 7 ημέρες μετά την παρέλευση της προθεσμίας του ενός μήνα, ο διαχειριστής συντάσσει:

  • έναν πίνακα των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, και οι οποίες κατατάσσονται ανάλογα με τη σειρά που παρελήφθησαν, με μνεία των λόγων και του ποσού της απαίτησης, των προνομίων και των εμπράγματων ασφαλειών και την ημερομηνία της κατάθεσης
  • έναν πίνακα με τις απαιτήσεις που αυτοδικαίως υπόκεινται σε ένταξη στον πίνακα από τον διαχειριστή, ιδίως: οι απαιτήσεις των εργαζομένων από τις εργασιακές σχέσεις με τον οφειλέτη και οι οφειλές προς το δημόσιο, οι οποίες εκτιμώνται και προσδιορίζονται σε απόφαση που έχει αρχίσει να παράγει έννομα αποτελέσματα
  • έναν πίνακα με τις απορριφθείσες απαιτήσεις που αναγγέλθηκαν.

Οι απαιτήσεις που αναγγέλθηκαν μετά την προθεσμία του ενός μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο Εμπορικό Μητρώο, και πάντως δύο μήνες μετά την ημερομηνία παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας, προστίθενται στον πίνακα των αναγγελθεισών απαιτήσεων και επαληθεύονται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος. Μετά την παρέλευση της δεύτερης προθεσμίας δεν μπορούν να αναγγελθούν απαιτήσεις ως προς τις οφειλές που είχαν προκύψει πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Με την εκ νέου έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας που είχαν ανασταλεί, η προθεσμία αναγγελίας των απαιτήσεων ξεκινά από τη δημοσίευση της απόφασης δυνάμει του άρθρου 632 παράγραφος 2 του εμπορικού νόμου (απόφαση επανάληψης των διαδικασιών αφερεγγυότητας που είχαν ανασταλεί).

Οι απαιτήσεις που αφορούν μια οφειλή που δεν διευθετήθηκε κατά την ημερομηνία πληρωμής της και η οποία προέκυψε μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας αλλά πριν από την επικύρωση ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης αναγγέλλονται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία και προστίθενται σε έναν πρόσθετο πίνακα που συντάσσεται από τον διαχειριστή.

Ο διαχειριστής μεριμνά για την ταχεία δημοσίευση των πινάκων στο Εμπορικό Μητρώο και τους καθιστά διαθέσιμους στους πιστωτές και τους οφειλέτες στο δικαστικό μητρώο.

Ο οφειλέτης, καθώς και οποιοσδήποτε πιστωτής, μπορεί να καταθέσει γραπτώς μια ένσταση ενώπιον του δικαστηρίου, κατά μιας επαληθευμένης ή απορριφθείσας απαίτησης μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης του πίνακα στο Εμπορικό Μητρώο, αποστέλλοντας ένα αντίγραφο στον διαχειριστή. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί μια απαίτηση που έχει επαληθευθεί με απόφαση η οποία αναπτύσσει εγκύρως τα αποτελέσματά της και εκδόθηκε μετά την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας στις οποίες συμμετείχε ο διαχειριστής.

Εάν δεν προβληθούν ενστάσεις κατά των πινάκων, το δικαστήριο επικυρώνει τον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν αυτοδικαίως, σε μια συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών αμέσως μετά την παρέλευση της περιόδου των επτά ημερών. Εάν κατατεθούν ενστάσεις κατά των πινάκων, η σύνθεση του δικαστηρίου τις εξετάζει σε δημόσια δικάσιμο, μετά από κλήτευση του διαχειριστή, του οφειλέτη, του πιστωτή με την αμφισβητούμενη επαληθευμένη ή απορριφθείσα απαίτηση και του πιστωτή που πρόβαλε ένσταση κατά της απαίτησης. Όταν είναι εφικτό, όλες οι ενστάσεις εκδικάζονται σε μια μόνη δικάσιμο. Όταν μια ένσταση θεωρείται βάσιμη, το δικαστήριο επικυρώνει τον πίνακα, έχοντας προβεί στην αναγκαία τροποποίηση. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο απορρίπτει τις ενστάσεις μέσα σε 14 ημέρες από την ημερομηνία της δικασίμου. Η δικαστική απόφαση περί επικύρωσης του πίνακα δημοσιεύεται στο Εμπορικό Μητρώο και δεν υπόκειται σε έφεση.

Ο πιστωτής που ανήγγειλε μια απαίτηση μετά από μια προθεσμία ενός μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο Εμπορικό Μητρώο, και πάντως δύο μήνες από την ημερομηνία παρέλευσης της εν λόγω προθεσμίας, δεν μπορεί να προσβάλει την επαληθευμένη ή απορριφθείσα απαίτηση ή να ζητήσει τη διευθέτηση της οφειλής από την εναπομένουσα πτωχευτική περιουσία, σε περίπτωση ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι μεταγενέστερα αναγγελθείσες απαιτήσεις που έγιναν δεκτές σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία προστίθενται στον πίνακα που επικυρώνεται από το δικαστήριο.

Ο πιστωτής ή ο οφειλέτης που κατέθεσε μια απορριφθείσα ένσταση κατά του πίνακα που συνέταξε ο διαχειριστής και ένας πιστωτής με απαίτηση που εξαιρέθηκε από τον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων ή ένας πιστωτής και ο οφειλέτης για απαίτηση που προστέθηκε στον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων κατόπιν παραδεκτής ένστασης, μπορούν να καταθέσουν μια αίτηση δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου με αίτημα την εξέλεγξη μιας απορρριφθείσας απαίτησης ή την ακύρωση μιας επαληθευμένης απαίτησης μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης που επικυρώνει τον πίνακα των επαληθευμένων απαιτήσεων. Η έναρξη ισχύος της απόφασης έχει δεσμευτική ισχύ για τον οφειλέτη, τον διαχειριστή και όλους τους πιστωτές των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, επαληθευμένη απαίτηση είναι μια απαίτηση που περιλαμβάνεται στον πίνακα των δικαστικά επαληθευμένων απαιτήσεων, εκτός από τις απαιτήσεις για τις οποίες έχει κατατεθεί αίτηση εξελέγξεως δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Σύμφωνα με τον εμπορικό νόμο, η διανομή επιτρέπεται όταν διατίθεται επαρκές προϊόν από τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο διαχειριστής συντάσσει έναν πίνακα για τη διανομή των διαθέσιμων χρηματικών ποσών μεταξύ των πιστωτών, λαμβάνοντας υπόψη την προτεραιότητα κατάταξης, τα προνόμια και τις εμπράγματες ασφάλειες. Ο πίνακας διανομής δεν καθίσταται πλήρης έως την πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεων ή τη ρευστοποίηση ολόκληρης της πτωχευτικής περιουσίας, εκτός από την προσωπική περιουσία που εξαιρείται από την πώληση. Ο πίνακας διανομής παραμένει αναρτημένος σε περίοπτη θέση για 14 ημέρες σε έναν ειδικό πίνακα ανακοινώσεων στις εγκαταστάσεις του δικαστηρίου που είναι ανοικτές στο κοινό. Ο πίνακας διανομής δημοσιεύεται στο Εμπορικό Μητρώο. Μέσα στην προθεσμία που προσδιορίζεται παραπάνω, η επιτροπή πιστωτών και κάθε πιστωτής μπορεί να καταθέσει μια γραπτή ένσταση κατά του πίνακα διανομής στο δικαστήριο. Το δικαστήριο επικυρώνει τον πίνακα διανομής, έχοντας προβεί σε κάθε αναγκαία τροποποίηση κατόπιν επιβεβαίωσης, με αίτημά του ή άλλο αίτημα που προσβάλλει τη νομιμότητα του πίνακα. Η απόφαση επικύρωσης του πίνακα διανομής και οι ενστάσεις κατά αυτού δημοσιεύονται στο Εμπορικό Μητρώο, και με αυτό τον τρόπο ενημερώνονται οι πιστωτές και ο οφειλέτης. Η απόφαση που επικυρώνει τον πίνακα διανομής μπορεί να προσβληθεί από τον διαχειριστή, την επιτροπή πιστωτών ή πιστωτή, ανεξάρτητα από το αν ο εν λόγω πιστωτής έχει καταθέσει ένσταση κατά της απόφασης με την οποία το δικαστήριο ακύρωσε ή τροποποίησε τον πίνακα διανομής. Η διανομή βάσει του πίνακα που επικυρώνεται από το δικαστήριο πραγματοποιείται από τον διαχειριστή.

Οι παρακάτω απαιτήσεις διευθετούνται με την παρακάτω διαδικασία διευθέτησης απαιτήσεων με διανομή από την πτωχευτική περιουσία που ρευστοποιείται, που ορίζεται στο άρθρο 722 του εμπορικού νόμου:

  1. οι απαιτήσεις που είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη, κατάσχεση ή συντηρητική κατάσχεση, που έχει συσταθεί σύμφωνα με τον νόμο περί εμπράγματων βαρών — από το προϊόν της εκτέλεσης της ασφάλειας
  2. οι απαιτήσεις ως προς τις οποίες ασκείται το δικαίωμα από το ενέχυρο — από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που βαρύνεται με το ενέχυρο
  3. οι δαπάνες που έχουν προκύψει στις διαδικασίες αφερεγγυότητας (το τέλος χαρτοσήμου που πρέπει να πληρωθεί με την κατάθεση και κάθε άλλη δαπάνη που προκύπτει έως ότου τεθεί σε ισχύ η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας η αμοιβή του διαχειριστή οι απαιτήσεις των εργαζόμενων όταν η επιχείρηση του οφειλέτη συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα τα έξοδα αύξησης, διαχείρισης, εκτίμησης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας και οι πληρωμές διατροφής υπέρ του οφειλέτη και της οικογένειάς του)
  4. οι απαιτήσεις που απορρέουν από ήδη υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας κατά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  5. η νόμιμη αποζημίωση που πρέπει να καταβάλει ο οφειλέτης σε τρίτους
  6. οι οφειλές δημοσίου δικαίου προς την κεντρική διοίκηση ή την τοπική αυτοδιοίκηση, περιλαμβανομένων ενδεικτικά όσων απορρέουν από φόρους, τελωνειακούς δασμούς, τέλη και υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, εάν προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  7. εισπρακτέες απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και δεν καταβλήθηκαν κατά την εκάστοτε ημερομηνία πληρωμής
  8. κάθε τυχόν εναπομένουσα μη εξασφαλισμένη απαίτηση που είχε προκύψει πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  9. ο νόμιμος ή συμβατικός τόκος στις μη εξασφαλισμένες οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  10. τα δάνεια που χορήγησε στον οφειλέτη ένας επιχειρηματικός εταίρος ή μέτοχος
  11. οι δωρεές
  12. οι δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνθηκαν οι πιστωτές σε συνάρτηση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, εκτός από τις δαπάνες που προκύπτουν σύμφωνα με το άρθρο 629β του εμπορικού νόμου (προκαταβληθείσες αρχικές δαπάνες της δίκης).

Όταν τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν επαρκούν για την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων που μνημονεύονται στις υποπαραγράφους 3 ως 12, πραγματοποιούνται αναλογικές διανομές σε όλες τις τάξεις των πιστωτών. Όταν η κεντρική διοίκηση έχει αναγγείλει περισσότερες απαιτήσεις, οι οποίες έχουν επαληθευθεί, τα ποσά λαμβάνονται με μια μόνον πληρωμή από τον λογαριασμό διανομής των περιουσιακών στοιχείων, και με την παραλαβή τους, διανέμονται από την Εθνική Υπηρεσία Εσόδων, σύμφωνα με τον κώδικα φορολογικής και κοινωνικής δικονομίας. Η Εθνική Υπηρεσία Εσόδων ενημερώνει αμελλητί το πτωχευτικό δικαστήριο και τον διαχειριστή για τη διανομή που διενεργήθηκε και συγκεκριμένα για:

τις απαιτήσεις από νόμιμους ή συμβατικούς τόκους ή μη εξασφαλισμένες οφειλές, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας τις απαιτήσεις από δάνεια που χορήγησε στον οφειλέτη ένας επιχειρηματικός εταίρος ή μέτοχος οι πιστωτές με απαιτήσεις από δωρεές και τις δαπάνες που τους επιβάρυναν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 629β του εμπορικού νόμου (προκαταβληθείσες αρχικές δαπάνες δίκης) μπορεί να ικανοποιηθούν αποκλειστικά μετά την πλήρη διευθέτηση των απαιτήσεων όλων των άλλων πιστωτών. Ο πιστωτής που ανήγγειλε μια απαίτηση μετά τη διανομή προστίθεται στον πίνακα των πιστωτών με απαιτήσεις που θα διευθετηθούν από μεταγενέστερες διανομές χωρίς να έχει το δικαίωμα να διευθετηθεί η οφειλή του σε υψηλότερη αναλογία της περιουσίας που ρευστοποιείται σε μεταγενέστερες διανομές ως αποζημίωση για την αναλογία που δεν είχε λάβει από προγενέστερες διανομές.

Οι εξασφαλισμένοι πιστωτές διατηρούν τις εμπράγματες ασφάλειές τους στις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Οι απαιτήσεις τους διευθετούνται πρώτες, ενώ το εν λόγω προνόμιο παρέχεται μόνον ως προς το προϊόν της ρευστοποίησης της ασφάλειάς τους. Όταν το τίμημα πώλησης της προσωπικής περιουσίας που βαρύνεται με ενέχυρο ή υποθήκη δεν επαρκεί για την κάλυψη του πλήρους ποσού της οφειλής, πλέον των δεδουλευμένων τόκων, ο πιστωτής συμμετέχει στη διανομή ως μη εξασφαλισμένος πιστωτής. Όταν το τίμημα πώλησης ενός περιουσιακού στοιχείου που βαρύνεται με ενέχυρο ή υποθήκη υπερβαίνει την εξασφαλισμένη οφειλή, περιλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, το εναπομένον ποσό προστίθεται στην πτωχευτική περιουσία. Ο εν λόγω κανόνας ισχύει επίσης για τη διευθέτηση των απαιτήσεων των πιστωτών με δικαίωμα ενεχύρου.

Ο πιστωτής του οποίου η απαίτηση έχει διευθετηθεί μερικώς στην κύρια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ο έμπορος κηρύχθηκε αφερέγγυος από αλλοδαπό δικαστήριο, συμμετέχει στη διανομή της περιουσίας στη δευτερεύουσα διαδικασία που κινείται ενώπιον ενός δικαστηρίου της Βουλγαρίας, εάν έχει στην κυριότητά του σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία, και η αναλογία που θα λάμβανε ο πιστωτής από τη διανομή της περιουσίας στη δευτερεύουσα διαδικασία υπερβαίνει την αναλογία των άλλων πιστωτών στην ίδια διαδικασία. Τα περιουσιακά στοιχεία που απομένουν μετά τη διανομή της περιουσίας στις δευτερεύουσες διαδικασίες άγονται στα περιουσιακά στοιχεία της κύριας διαδικασίας.

Μια απαίτηση της οποίας η εξόφληση έχει αναβληθεί, περιλαμβάνεται στην αρχική διανομή ως αμφισβητούμενη απαίτηση και στον λογαριασμό διανομής περιλαμβάνεται μια πρόβλεψη για τη διευθέτησή της. Η απαίτηση εξαιρείται από την τελική διανομή εάν εξακολουθεί να ισχύει η προϋπόθεση αναβολής της. Ωστόσο, μια απαίτηση που τελεί υπό αποσβεστική αίρεση περιλαμβάνεται στη διανομή ως ανεπιφύλακτη απαίτηση.

Στον λογαριασμό διανομής γίνονται επίσης προβλέψεις και παρακρατούνται τα ποσά της απαίτησης που προσβάλλεται με αγωγή. Όταν προσβάλλεται μόνον η εμπράγματη ασφάλεια ή το προνόμιο, η απαίτηση περιλαμβάνεται προσωρινά στη διανομή ως μη εξασφαλισμένη απαίτηση έως την επιδίκαση της διαφοράς και στον λογαριασμό διανομής γίνεται πρόβλεψη παρακράτησης ποσού ίσου με αυτό που θα λάμβανε ο πιστωτής για μια εξασφαλισμένη απαίτηση. Το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή διανομής της πτωχευτικής περιουσίας που ρευστοποιήθηκε πρέπει να περιέχει πρόβλεψη για τις απορριφθείσες απαιτήσεις που προσβάλλονται με αίτηση εξελέγξεως δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου.

Ο διαχειριστής, ενεργώντας με δικαστική διαταγή, καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό τα ποσά που είχαν παρακρατηθεί κατά τον χρόνο της οριστικής διανομής για τις ανείσπρακτες ή αμφισβητούμενες απαιτήσεις. Ο οφειλέτης μπορεί να εισπράξει το τυχόν ποσό που απομένει από την πτωχευτική περιουσία, μετά την πλήρη και οριστική διευθέτηση των οφειλών του.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Το δικαστήριο διατάσσει την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • εάν μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης δυνάμει του άρθρου 632 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου (η απόφαση περί αναστολής των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω ανεπαρκών διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των εξόδων των διαδικασιών αφερεγγυότητας και της μη πληρωμής των αρχικών δαπανών των διαδικασιών) δεν υποβληθεί αίτημα επανάληψης των διαδικασιών
  • μείωσης της πτωχευτικής περιουσίας
  • διευθέτησης του συνόλου των απαιτήσεων
  • επικύρωσης ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης
  • σύναψης μιας συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και όλων των πιστωτών με επαληθευμένες απαιτήσεις, εάν η συμφωνία πληροί τις ισχύουσες νόμιμες προϋποθέσεις και δεν έχει ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου ως προς μια μη υφιστάμενη επαληθευμένη απαίτηση.

Στις πρώτες τρεις περιπτώσεις, το πτωχευτικό δικαστήριο, με την απόφαση περάτωσης των διαδικασιών, διατάσσει τη διαγραφή του εμπόρου, εκτός αν όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών έχουν διευθετηθεί και εξακολουθούν να υπάρχουν μη ρευστοποιημένα περιουσιακά στοιχεία στην πτωχευτική περιουσία. Κατά της απόφασης επιτρέπεται η άσκηση έφεσης μέσα σε 7 ημέρες από την καταχώρισή της στο Εμπορικό Μητρώο.

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν περατώνονται όταν οι υποχρεώσεις του οφειλέτη είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια τρίτων και εκκρεμούν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των εμπράγματων ασφαλειών ή ο οφειλέτης είναι διάδικος σε εκκρεμή δίκη.

Βάσει του εθνικού δικαίου, η αναδιάρθρωση που αποσκοπεί στη διάσωση της επιχείρησης του οφειλέτη αποτελεί στοιχείο των κύριων διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Η εξυγίανση της επιχείρησης συνιστά ένα αυτοτελές προαιρετικό στάδιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Το αίτημα αποκατάστασης προϋποθέτει την κατάθεση μιας ειδικής γραπτής αίτησης ενώπιον του δικαστηρίου με την οποία να προτείνεται ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης από κάποιο από τα παρακάτω πρόσωπα: τον οφειλέτη, τον διαχειριστή, τους πιστωτές με το ένα τρίτο τουλάχιστον των ασφαλισμένων απαιτήσεων, τους πιστωτές με το ένα τρίτο τουλάχιστον των μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων τους εταίρους ή τους μετόχους που κατέχουν το ένα τρίτο τουλάχιστον του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης του οφειλέτη έναν ομόρρυθμο εταίρο ή ποσοστό είκοσι τοις εκατό του συνόλου των εργαζομένων στην επιχείρηση του οφειλέτη.

Ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης (ή περισσότερα) μπορεί να προταθεί από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αφερεγγυότητας έως και το πέρας ενός μήνα μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης περί επικύρωσης του πίνακα των απαιτήσεων που έχουν γίνει δεκτές στο Εμπορικό Μητρώο. Τα έξοδα που έχουν προκύψει σε συνάρτηση με ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης που προτείνεται από τον οφειλέτη ή τον διαχειριστή καλύπτονται από την πτωχευτική περιουσία και σε κάθε άλλη περίπτωση καλύπτονται από τον διάδικο που πρότεινε το σχέδιο.

Το περιεχόμενο του σχεδίου αναδιοργάνωσης πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 700 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου και να διευθετεί ζητήματα, όπως το μέτρο ικανοποίησης των απαιτήσεων που περιλαμβάνονται στους δικαστικά επικυρωμένους πίνακες κατά την ημερομηνία που προτάθηκε το σχέδιο τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα διευθέτησης των απαιτήσεων κάθε τάξης, τις εγγυήσεις πληρωμής των αμφισβητούμενων απορριφθεισών απαιτήσεων για τις οποίες εκκρεμούσαν δίκες κατά την ημερομηνία που προτάθηκε το σχέδιο τις προϋποθέσεις πλήρους ή εν μέρει απαλλαγής των εταίρων ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιριών από την ευθύνη το μέτρο ικανοποίησης των απαιτήσεων κάθε τάξης πιστωτών σε σύγκριση με τα περιουσιακά στοιχεία που θα λάμβαναν βάσει μιας διανομής διενεργούμενης σύμφωνα με τη γενική διαδικασία που ορίζει ο νόμος τις εγγυήσεις που παρέχονται σε κάθε τάξη πιστωτών σε συνάρτηση με την εφαρμογή του σχεδίου τις διαχειριστικές, οργανωτικές, νομικές, οικονομικές, τεχνικές και λοιπές πράξεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν για την εφαρμογή του σχεδίου και τον αντίκτυπο του σχεδίου στους εργαζόμενους της επιχείρησης του οφειλέτη. Το σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί επιπλέον να ορίζει τις προτεινόμενες πράξεις ή συναλλαγές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης, περιλαμβανομένης της πώλησης του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης, των όρων και του τρόπου υλοποίησης της πώλησης, της κεφαλαιοποίησης του χρέους, της ανανέωσης υποχρεώσεων ή άλλων πράξεων και συναλλαγών (το σχέδιο εξαιρεί ειδικά τη δυνατότητα πώλησης των περιουσιακών στοιχείων των παρόχων ύδρευσης και αποχέτευσης που απαιτούνται για τις κύριες εργασίες του έως τον διορισμό νέου συναφούς παρόχου ύδρευσης και αποχέτευσης), τον διορισμό εποπτικού οργάνου με εξουσίες άσκησης ελέγχου επί των δραστηριοτήτων του οφειλέτη για όλη τη διάρκεια του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή για συντομότερη περίοδο, την αναβολή των πληρωμών ή την αναστολή, την πλήρη ή μερική αποπληρωμή, την αναδιάρθρωση της εταιρίας ή άλλες πράξεις και συναλλαγές.

Εάν το σχέδιο πληροί τις απαιτήσεις του νόμου (άρθρο 700 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου), το δικαστήριο εκδίδει μια απόφαση με την οποία κάνει δεκτή την εξέταση του σχεδίου από τη συνέλευση των πιστωτών και διατάσσει τη δημοσίευση στο Εμπορικό Μητρώο μιας ειδοποίησης που ορίζει την ημερομηνία της συνέλευσης. Όποτε κρίνεται αναγκαίο, αποστέλλεται μια ειδοποίηση στον διάδικο που εισηγήθηκε το σχέδιο, με την οποία καλείται να άρει τις διαπιστωθείσες ελλείψεις. Επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατά της απόφασης μέσα σε προθεσμία 7 ημερών.

Μόνον οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις με επαληθευμένες ή εξελεγμένες απαιτήσεις ή οι πιστωτές που έχουν λάβει δικαίωμα ψήφου από το δικαστήριο μπορεί να ψηφίζουν επί του σχεδίου. Οι πιστωτές ψηφίζουν ξεχωριστά στις επιμέρους τάξεις που ορίζει ο νόμος και μπορεί να ψηφίσουν χωρίς να παρίστανται στη συνέλευση μέσω μιας συμβολαιογραφικής εξουσιοδότησης υπογεγραμμένης από τον πιστωτή. Το σχέδιο εγκρίνεται από την κάθε τάξη πιστωτών με απλή πλειοψηφία επί του συνόλου των απαιτήσεων της εκάστοτε τάξης. Ενστάσεις κατά του εγκριθέντος σχεδίου μπορεί να κατατεθούν ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της ψηφοφορίας. Ενστάσεις μπορεί επίσης να κατατεθούν από πιστωτές που έχουν υποβάλει αιτήσεις εξελέγξεως των απαιτήσεών τους δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου. Το σχέδιο απορρίπτεται εάν καταψηφιστεί από περισσότερους από τους μισούς πιστωτές με επαληθευμένες απαιτήσεις. Στο Εμπορικό Μητρώο δημοσιεύεται μια ειδοποίηση έγκρισης του σχεδίου.

Το δικαστήριο επικυρώνει το σχέδιο αναδιοργάνωσης εάν αυτό πληροί τους όρους του άρθρου 705 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου, δηλαδή εάν συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις έγκρισης από τους πιστωτές διαφορετικών τάξεων εάν έχει εγκριθεί από την πλειοψηφία των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις υπερβαίνουν τις μισές από τις επαληθευμένες απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στους δικαστικά επικυρωμένους πίνακες εάν το σχέδιο προβλέπει μερική πληρωμή, τουλάχιστον μια τάξη από τους πιστωτές που ενέκριναν το σχέδιο θα λάβει μερική πληρωμή όλοι οι πιστωτές της ίδιας τάξης αντιμετωπίζονται ισότιμα, εκτός αν οι ζημιωθέντες πιστωτές έχουν παραιτηθεί γραπτώς από τις ενστάσεις τους ως προς την έγκριση του σχεδίου το σχέδιο διασφαλίζει ότι ένας διαφωνών πιστωτής και ο διαφωνών οφειλέτης θα λάβουν την πληρωμή που θα λάμβαναν εάν τα περιουσιακά στοιχεία διανέμονταν σύμφωνα με τη γενική διαδικασία που ορίζει ο νόμος κανένας πιστωτής δεν θα λάβει μεγαλύτερο ποσό από το οφειλόμενο σε αυτόν σύμφωνα με την απαίτησή του που έχει γίνει δεκτή κανένα εισόδημα δεν θα καταβληθεί στους μετόχους ή τους εταίρους έως την πλήρη και οριστική διευθέτηση των απαιτήσεων της τάξης των πιστωτών των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από το σχέδιο καμία καταβολή διατροφής δεν θα γίνει υπέρ των εμπόρων με ατομική επιχείρηση, των ομόρρυθμων εταίρων και των οικογενειών τους σε ποσό που υπερβαίνει αυτό που όρισε το δικαστήριο έως την πλήρη και οριστική διευθέτηση των απαιτήσεων της τάξης των πιστωτών των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από το σχέδιο. Εάν η συνέλευση των πιστωτών έχει εγκρίνει περισσότερα σχέδια και όλα τα σχέδια πληρούν τις νόμιμες απαιτήσεις, το δικαστήριο επικυρώνει το σχέδιο που εγκρίθηκε από τους πιστωτές που έχουν περισσότερες από τις μισές των απαιτήσεων που έχουν γίνει δεκτές.

Το σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί να γίνει δεκτό στις δευτερεύουσες διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν κινηθεί από βουλγαρικό δικαστήριο, εάν ο έμπορος έχει στην κυριότητά του σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία, με τη συναίνεση ωστόσο του διαχειριστή στην κύρια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ο έμπορος κηρύχθηκε αφερέγγυος από αλλοδαπό δικαστήριο.

Με την απόφαση για την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο κηρύσσει την περάτωση των διαδικασιών και ορίζει το εποπτικό όργανο που προτείνεται στο σχέδιο ή εκλέγεται από την επιτροπή πιστωτών. Η απόφαση επικύρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης και η απόφαση που απορρίπτει ένα σχέδιο που έχει καταστρωθεί με σκοπό την εξυγίανση της επιχείρησης του οφειλέτη, και έχει εγκριθεί από τη συνέλευση των πιστωτών, μπορεί να προσβληθούν με έφεση μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της καταχώρισης στο Εμπορικό Μητρώο.

Το σχέδιο που επικυρώνεται από το δικαστήριο είναι υποχρεωτικό για τον οφειλέτη και όλους τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις απορρέουν από οφειλές που προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Κάθε πιστωτής μπορεί να ζητήσει την έκδοση εκτελεστού τίτλου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 405 του κώδικα πολιτικής δικονομίας με αίτημα την εκτέλεση μιας ρευστοποιημένης απαίτησης, ανεξαρτήτως του ποσού της.

Εάν ο οφειλέτης αθετήσει την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης, οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις ρευστοποιούνται σύμφωνα με το σχέδιο και οι οποίοι εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον 15 τοις εκατό του συνόλου των απαιτήσεων, ή το εποπτικό όργανο που έχει διοριστεί από το δικαστήριο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την εκ νέου κίνηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας χωρίς να απαιτείται η απόδειξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θίγεται η ρευστοποίηση που προβλέπει το σχέδιο ως προς τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες των πιστωτών. Δεν διεξάγονται διαδικασίες αποκατάστασης στις επαναληπτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Εάν στο επικυρωμένο σχέδιο αναδιοργάνωσης προβλέπεται η πώληση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης, πρέπει να συναφθεί μια συμφωνία πώλησης μέσα σε έναν μήνα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης με την οποία επικυρώνεται το σχέδιο. Εάν δεν συναφθεί η συμφωνία πώλησης μέσα στην περίοδο που ορίζεται στο επικυρωμένο σχέδιο αναδιοργάνωσης, κάθε διάδικος μπορεί, μέσα σε έναν μήνα από την παρέλευση της περιόδου του ενός μήνα για τη σύναψη μιας σύμβασης πώλησης, να ζητήσει από το δικαστήριο την κήρυξη της σύναψης της συμφωνίας. Εάν κανείς διάδικος δεν ζητήσει την κήρυξη της σύναψης της συμφωνίας και ο πιστωτής έχει καταθέσει αίτηση, το πτωχευτικό δικαστήριο επαναλαμβάνει τις διαδικασίες και κηρύσσει αφερέγγυο τον οφειλέτη.

Εκτός από την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ο εμπορικός νόμος παρέχει ακόμη μια πιθανότητα διακανονισμού μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών. Ο οφειλέτης μπορεί να καταρτίσει ανεξάρτητα μια γραπτή συμφωνία διακανονισμού των οφειλών του με τους πιστωτές που έχουν επαληθευμένες απαιτήσεις, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς εκπροσώπηση από τον διαχειριστή. Εάν η συμφωνία πληροί τις απαιτήσεις που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο αναστέλλει τις διαδικασίες, εάν έχουν ασκηθεί αναγνωριστικές αγωγές που προσβάλλουν το υποστατό των επαληθευμένων απαιτήσεων, βάσει του άρθρου 694 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου. Έφεση κατά της απόφασης μπορεί να ασκηθεί μέσα σε 7 ημέρες από την ημερομηνία της δημοσίευσής της στο Εμπορικό Μητρώο.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Η τελική συνέλευση των πιστωτών λαμβάνει απόφαση για την προσωπική περιουσία του οφειλέτη που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία και εξαιρείται από την πώληση και μπορεί να αποφασίσει ότι η προσωπική περιουσία αμελητέας αξίας ή οι απαιτήσεις των οποίων η είσπραξη θα ήταν αδικαιολόγητα δυσχερής επιστρέφονται στον οφειλέτη. Ο διαχειριστής, ενεργώντας με δικαστική διαταγή, καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό τα ποσά που είχαν παρακρατηθεί κατά τον χρόνο της οριστικής διανομής για τις ανείσπρακτες ή αμφισβητούμενες απαιτήσεις.

Με το πέρας των διαδικασιών αφερεγγυότητας η γενική κατάσχεση αίρεται και το συντηρητικό μέτρο αίρεται αυτοδικαίως από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης που κηρύσσει την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Οποιαδήποτε μη αναγγελθείσα απαίτηση και τα δικαιώματα που δεν ασκήθηκαν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας παραγράφονται. Οι απαιτήσεις που δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας παραγράφονται, εκτός εάν επαναληφθούν οι διαδικασίες σύμφωνα με το άρθρο 744 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου (εάν μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία αναστολής των διαδικασιών ρευστοποιηθούν τα ποσά που είχαν παρακρατηθεί για τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις ή ανακαλυφθούν περιουσιακά στοιχεία που ήταν άγνωστα κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας).

Εάν ο οφειλέτης έχει συνάψει συμφωνία διευθέτησης οφειλών με όλους τους πιστωτές με επαληθευμένες απαιτήσεις και οι διαδικασίες αφερεγγυότητας έχουν περατωθεί, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν αποκατάσταση σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του αστικού δικαίου, εκτός αν άλλως ορίζει ο εμπορικός νόμος. Εάν ο οφειλέτης αθετήσει τη συμφωνία διευθέτησης των οφειλών, οι οφειλέτες που εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον 15 τοις εκατό των συνολικών απαιτήσεων μπορεί να ζητήσουν την επανάληψη των διαδικασιών αφερεγγυότητας χωρίς την απαίτηση της απόδειξης της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης.

Με το πέρας των διαδικασιών αφερεγγυότητας μετά την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ξεκινά μια νέα προθεσμία παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 110 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων για τις ενοχές που προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας με ισχύ από την ημερομηνία που η απόφαση επικύρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης παράγει τα αποτελέσματά της, όταν οι εν λόγω ενοχές πρέπει να διευθετηθούν άμεσα ή από την ημερομηνία που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, εάν το σχέδιο αναδιοργάνωσης προβλέπει την αναβολή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 110 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων, όλες οι απαιτήσεις παραγράφονται με την παρέλευση της πενταετούς νόμιμης προθεσμίας παραγραφής, εκτός αν άλλως προβλέπει ο νόμος. Όταν κατατίθεται αίτηση επανάληψης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η νόμιμη προθεσμία παραγραφής των επαληθευμένων απαιτήσεων αναστέλλεται για όλη τη διάρκεια της επαναληπτικής διαδικασίας. Οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν την έκδοση ενός εκτελεστού τίτλου ως προς τη ρευστοποιημένη τους απαίτηση, ανεξαρτήτως του ποσού της, βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης που έχει επικυρωθεί από το δικαστήριο.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, στις δαπάνες των διαδικασιών αφερεγγυότητας περιλαμβάνονται:

  • το τέλος χαρτοσήμου που οφείλεται για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και κάθε άλλη δαπάνη που έχει προκύψει μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  • η αμοιβή του διαχειριστή
  • οι απαιτήσεις των εργαζόμενων της επιχείρησης του οφειλέτη όταν δεν έχει παύσει την εμπορική της δραστηριότητα
  • οι δαπάνες αύξησης, διαχείρισης, εκτίμησης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας
  • οι αξιώσεις διατροφής υπέρ του οφειλέτη και της οικογένειάς του

Δεν προκαταβάλλεται τέλος χαρτοσήμου όταν την αίτηση αφερεγγυότητας έχει καταθέσει ο οφειλέτης. Το τέλος χαρτοσήμου καλύπτεται από την πτωχευτική περιουσία μετά τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων. Όταν την αίτηση αφερεγγυότητας έχει καταθέσει ο πιστωτής, και ένας άλλος πιστωτής καθίσταται διάδικος στη δίκη, το τέλος χαρτοσήμου εισπράττεται από τον πιστωτή ή τον διάδικο που έχει ομοίως καταστεί πιστωτής.

Για τον σκοπό της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, όταν τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των αρχικών εξόδων της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ή όταν καθορίζεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας ότι τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών της διαδικασίας αφερεγγυότητας, το δικαστήριο καθορίζει ένα ποσό που θα προκαταβληθεί μέσα σε μια περίοδο που ορίζεται από τον οφειλέτη ή τον πιστωτή. Τα αρχικά έξοδα της διαδικασίας αφερεγγυότητας εκτιμώνται από το δικαστήριο, συνυπολογιζόμενης της τρέχουσας αμοιβής του προσωρινού διαχειριστή και των εκτιμώμενων δαπανών της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Όταν ο οφειλέτης είναι προσωπική εταιρία, το δικαστήριο αποφασίζει για την προκαταβολή των εξόδων, συνυπολογίζοντας τα περιουσιακά στοιχεία των ομόρρυθμων εταίρων.

Από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι δαπάνες καλύπτονται από την πτωχευτική περιουσία. Για τον σκοπό αυτό, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διαταγή με την οποία ο διαχειριστής εξουσιοδοτείται να προβεί στις αναγκαίες διαθέσεις.

Όταν οι διαδικασίες βρίσκονται στο στάδιο της αύξησης της πτωχευτικής περιουσίας, το τέλος χαρτοσήμου δεν προκαταβάλλεται. Δεν εισπράττεται τέλος χαρτοσήμου όταν καταχωρίζονται στο Εμπορικό Μητρώο περιστάσεις που αφορούν την αφερεγγυότητα βάσει δικαστικών αποφάσεων και διαταγών και με τη σύσταση ή άρση μιας συντηρητικής ή γενικής κατάσχεσης.

Στις διαδικασίες που κινούνται με αίτημα ακύρωσης μιας συναλλαγής βάσει των άρθρων 645, 646 και 647 του εμπορικού νόμου και του άρθρου 135 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων, το τέλος χαρτοσήμου δεν χρειάζεται να προκαταβληθεί, ανεξάρτητα από τον βαθμό του δικαστηρίου. Εάν το αίτημα γίνει δεκτό, το τέλος χαρτοσήμου το καταβάλλει ο διάδικος που ηττήθηκε στη δίκη. Εάν το αίτημα απορριφθεί, το τέλος χαρτοσήμου καλύπτεται από την πτωχευτική περιουσία. Εάν το αίτημα ακύρωσης της συναλλαγής κατατέθηκε από τον διαχειριστή και απορρίφθηκε, οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας που βάρυναν τρίτους καλύπτονται από την πτωχευτική περιουσία.

Δεν προκαταβάλλεται τέλος χαρτοσήμου ως προς μια αναγνωριστική αγωγή που ασκήθηκε από πιστωτή ή οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 694 του εμπορικού νόμου. Εάν απορριφθεί η αγωγή, οι δαπάνες πρέπει να καταβάλλονται από τον ενάγοντα.

Μια απαίτηση πιστωτή που αναγγέλλεται μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας κατάθεσης, αλλά το αργότερο δύο μήνες μετά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας, προστίθεται στον κατάλογο των αναγγελθεισών και επαληθευμένων απαιτήσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος. Οι πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν κατά την αναγγελία της απαίτησης καταβάλλονται από τον πιστωτή που κατέθεσε την απαίτηση.

Οι δαπάνες που έχουν προκύψει σε συνάρτηση με ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης που προτείνεται από τον οφειλέτη ή τον διαχειριστή καλύπτονται από την πτωχευτική περιουσία και σε κάθε άλλη περίπτωση καλύπτονται από τον διάδικο που πρότεινε το σχέδιο. Εκτός αν άλλως ορίζεται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει το τέλος χαρτοσήμου και τις δαπάνες.

Οι δαπάνες που προέκυψαν για τη διατήρηση της περιουσίας που θα ρευστοποιηθεί καλύπτονται από την πτωχευτική περιουσία έως ότου ο αγοραστής καταστεί κύριος του περιουσιακού στοιχείου. Οι δαπάνες που προέκυψαν κατά την πώληση των οικιστικών αποθεμάτων του οφειλέτη τα οποία ήταν μισθωμένα σε εργαζόμενους βαρύνουν τον πωλητή.

Κατά τη διανομή των ρευστοποιημένων περιουσιακών στοιχείων, οι απαιτήσεις που απορρέουν από τις δαπάνες των διαδικασιών αφερεγγυότητας καταβάλλονται μετά τη διευθέτηση των εξασφαλισμένων απαιτήσεων και των απαιτήσεων ως προς τις οποίες ασκείται το δικαίωμα παρακράτησης.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Ο εμπορικός νόμος προβλέπει εγγυήσεις προστασίας των πιστωτών της πτωχευτικής περιουσίας έναντι των πράξεων και των συναλλαγών που διενεργεί/καταρτίζει ο οφειλέτης για να μειώσει την πτωχευτική περιουσία και να παραβλάψει τα συμφέροντα των πιστωτών. Ο νόμος εισάγει την έννοια της «ύποπτης περιόδου» — ένα αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν θιγεί τα συμφέροντα των πιστωτών, σε περίπτωση που διενεργήθηκαν/καταρτίστηκαν συγκεκριμένες πράξεις και συναλλαγές στη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Η διάρκεια της ύποπτης περιόδου διαφέρει ανάλογα με το είδος της συναλλαγής την οποία αφορά το νόμιμο τεκμήριο ή η πρόκληση ζημίας. Για συγκεκριμένες συναλλαγές και πράξεις, η ύποπτη περίοδος ξεκινά από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης, και πάντως δεν μπορεί να απέχει πλέον του έτους από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ενώ περατώνεται κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Σε άλλες περιπτώσεις, έχει διάρκεια τριών ετών, δύο ετών ή ενός έτους πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και περιλαμβάνει το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία κατατέθηκε η αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και της ημερομηνίας δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Θεωρούνται ομοίως επιζήμιες συγκεκριμένες πράξεις και συναλλαγές που διενεργήθηκαν/καταρτίστηκαν μετά τη δημοσίευση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας σε αθέτηση της πάγιας διαδικασίας, δηλαδή χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του διαχειριστή.

Τα είδη των πράξεων και των συναλλαγών που τεκμαίρονται επιζήμιες σύμφωνα με τον εμπορικό νόμο ορίζονται περιοριστικά και εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: άκυρες και ανίσχυρες για τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι άκυρες συναλλαγές διέπονται από το άρθρο 646 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι οι παρακάτω πράξεις και συναλλαγές είναι άκυρες για τους πιστωτές, εάν διενεργήθηκαν/καταρτίστηκαν μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας σε αθέτηση των κανόνων που θεσπίστηκαν για τη διαδικασία:

  1. η διευθέτηση μιας οφειλής που προέκυψε πριν από την ημερομηνία της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  2. η σύσταση ενεχύρου ή υποθήκης επί περιουσιακού δικαιώματος ή στοιχείου της προσωπικής περιουσίας που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία
  3. μια συναλλαγή που αφορά δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο της πτωχευτικής περιουσίας.

Τα άλλα είδη των επιζήμιων πράξεων και συναλλαγών που μπορεί να κηρυχθούν ανίσχυρες διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 645 παράγραφος 3, 646 παράγραφος 2 και 647 του εμπορικού νόμου και του άρθρου 135 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων. Οι εν λόγω πράξεις και συναλλαγές καθίστανται ανίσχυρες ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας μόνον αν κηρυχθούν ανίσχυρες με αμετάκλητη απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 646 παράγραφος 2 του εμπορικού νόμου οι παρακάτω πράξεις ή συναλλαγές που διενεργούνται/καταρτίζονται από τον οφειλέτη μετά την έναρξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης μπορεί να κηρυχθούν ανίσχυρες ως προς τους πιστωτές στις αντίστοιχες προθεσμίες:

  1. η πρώιμη διευθέτηση μιας υποχρέωσης, ανεξαρτήτως του τρόπου διευθέτησης, μέσα σε διάστημα ενός έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  2. η σύσταση ενεχύρου ή υποθήκης για την εξασφάλιση μιας προηγουμένως μη εξασφαλισμένης απαίτησης κατά του οφειλέτη μέσα σε διάστημα ενός έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  3. η διευθέτηση από τον οφειλέτη μιας ληξιπρόθεσμης και απαιτητής υποχρέωσης, ανεξαρτήτως του τρόπου διευθέτησης, μέσα σε περίοδο έξι μηνών πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Εάν ο πιστωτής γνώριζε ότι ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος ή υπερχρεωμένος, η διάρκεια της ύποπτης περιόδου στις πρώτες δύο περιπτώσεις παρατείνεται στα δύο έτη και στην τρίτη περίπτωση — σε ένα έτος. Η γνώση τεκμαίρεται όταν ο οφειλέτης και ο πιστωτής είναι συνδεδεμένα μέρη ή όταν ο πιστωτής γνώριζε ή μπορούσε να έχει γνώση των περιστάσεων που εύλογα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος ή υπερχρεωμένος.

Επίκληση της μη εκτελεστότητας δεν μπορεί να γίνει στην πρώτη και την τρίτη περίπτωση, εάν η υποχρέωση διευθετείται κατά τη συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη και όταν:

  • συμμορφώνεται με τους όρους που συμφωνούν οι διάδικοι και εκτελείται ταυτόχρονα με την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών ίσης αξίας προς τον οφειλέτη ή μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαιτητή υποχρέωση, ή
  • μετά την πληρωμή, ο πιστωτής παρείχε αγαθά ή υπηρεσίες ίσης αξίας στον οφειλέτη.

Επίκληση της μη εκτελεστότητας δεν μπορεί να γίνει στη δεύτερη περίπτωση, εάν το ενέχυρο ή η υποθήκη είχε συσταθεί:

  • πριν από ή ταυτόχρονα με τη χορήγηση δανείου στον οφειλέτη
  • σε αντικατάσταση άλλης εμπράγματης ασφάλειας, που δεν μπορεί να κηρυχθεί ανίσχυρη δυνάμει των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα I, Κεφάλαιο 41 του εμπορικού νόμου
  • προς εξασφάλιση ενός δανείου που χορηγήθηκε για τον σκοπό της απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου που βαρύνεται με ενέχυρο ή υποθήκη.

Η ακυρότητα που κηρύσσεται βάσει του άρθρου 646 παράγραφος 2 του εμπορικού νόμου δεν θίγει τα δικαιώματα που αποκτώνται καλόπιστα από τρίτους πριν από την κατάθεση της αίτησης με την οποία ασκήθηκε αγωγή ακύρωσης μιας συναλλαγής. Τεκμαίρεται η κακή πίστη έως αποδείξεως του αντιθέτου, εάν ο τρίτος συνδέεται με τον οφειλέτη ή το πρόσωπο με το οποίο διαπραγματεύτηκε ο οφειλέτης.

Οι κρατικές απαιτήσεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που υπόκεινται σε ατομικά καταδιωκτικά μέτρα, που έχουν καταβληθεί από τον οφειλέτη, δεν μπορεί να ακυρωθούν ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με τους κανόνες και τη διαδικασία που ορίστηκαν παραπάνω.

Σύμφωνα με το άρθρο 647 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου, οι παρακάτω πράξεις και συναλλαγές του οφειλέτη, εάν εκτελούνται μέσα στις οριζόμενες χρονικές περιόδους, μπορεί να ακυρωθούν ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας:

  1. οι συναλλαγές χωρίς αντάλλαγμα, εκτός από συνήθεις δωρεές, που συνάπτονται με συμβαλλόμενο ο οποίος συνδέεται με τον οφειλέτη σε διάστημα τριών ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  2. οι συναλλαγές χωρίς αντάλλαγμα που συνάπτονται σε διάστημα δύο ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας
  3. οι συναλλαγές ελλειμματικής αξίας που συνάπτονται σε διάστημα δύο ετών πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αλλά όχι πριν από την έναρξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης.
  4. οι υποθήκες, τα ενέχυρα ή οι προσωπικές ασφάλειες που συστάθηκαν ως προς υποχρεώσεις σε διάστημα ενός έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αλλά όχι πριν από την έναρξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης
  5. οι υποθήκες, τα ενέχυρα ή οι προσωπικές ασφάλειες που συστάθηκαν ως προς υποχρεώσεις τρίτων σε διάστημα δύο ετών πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αλλά όχι πριν από την έναρξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης
  6. οι συναλλαγές που είναι επιζήμιες για τους πιστωτές και συνήφθησαν με έναν συμβαλλόμενο ο οποίος συνδέεται με τον οφειλέτη σε διάστημα δύο ετών πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Το άρθρο 647 παράγραφος 1 του εμπορικού νόμου εφαρμόζεται επίσης στις πράξεις και τις συναλλαγές που έχουν διενεργηθεί/καταρτιστεί στο διάστημα που μεσολαβεί από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Η ακύρωση δεν θίγει τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων που έχουν αποκτηθεί έναντι ανταλλάγματος πριν από την κατάθεση της αίτησης.

Ένας συμψηφισμός μπορεί να ακυρωθεί ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, εάν ο πιστωτής απέκτησε την απαίτηση και βάρυνε τον οφειλέτη με υποχρέωση πριν από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, γνωρίζοντας κατά τον χρόνο της απόκτησης της απαίτησης ή της επιβάρυνσης με την υποχρέωση ότι ο οφειλέτης ήταν υπερχρεωμένος ή αφερέγγυος ή ότι είχε κατατεθεί αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Ανεξάρτητα από τον χρόνο δημιουργίας των αμοιβαίων οφειλών, ο συμψηφισμός που πραγματοποιείται από τον οφειλέτη μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας ή της υπερχρέωσης, και πάντως μέσα στο έτος που προηγήθηκε της ημερομηνίας που κατατέθηκε η αίτηση, είναι άκυρος ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, εκτός από το τμήμα της οφειλής που θα λάμβανε ο πιστωτής κατά τον χρόνο της διανομής μετά τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων.

Το άρθρο 135 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων διέπει τις αγωγές που μπορεί να ασκήσει ο διαχειριστής ή ένας πιστωτής για την ακύρωση των επιζήμιων πράξεων του οφειλέτη εάν οι επιζήμιες επιπτώσεις τους ήταν γνωστές στον οφειλέτη. Όταν κίνητρο της αγωγής είναι το κέρδος, ο διάδικος με τον οποίο διαπραγματεύεται ο οφειλέτης ομοίως τεκμαίρεται ότι έχει γνώση της ζημίας. Η ακυρότητα δεν θίγει τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων που έχουν αποκτηθεί έναντι ανταλλάγματος, πριν από την κατάθεση της αγωγής ακύρωσης της συναλλαγής. Η γνώση τεκμαίρεται έως αποδείξεως του αντιθέτου, εάν ο τρίτος είναι σύζυγος, ανιών, κατιών ή αδελφός του οφειλέτη. Η πράξη που διενεργείται πριν από την έγερση μιας απαίτησης, είναι άκυρη μόνον εφόσον πραγματοποιήθηκε από τον οφειλέτη ή το μέρος με το οποίο διαπραγματεύτηκε ο οφειλέτης με σκοπό τη ζημία του πιστωτή.

Οι αγωγές με αίτημα την ακύρωση ή κήρυξη της ακυρότητας πράξεων ή συναλλαγών ως προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας και οι παρακολουθηματικές αγωγές για εκτέλεση προκειμένου να αυξηθεί η πτωχευτική περιουσία μπορεί να ασκηθούν από τον διαχειριστή, ή σε περίπτωση που δεν το πράξει ο διαχειριστής, από οποιονδήποτε πιστωτή της πτωχευτικής περιουσίας. Όταν η αγωγή κατατίθεται από τον πιστωτή, το δικαστήριο καθιστά τον διαχειριστή ομόδικο ενάγοντα, με ίδια πρωτοβουλία (sua sponte). Σε περίπτωση που η αγωγή έχει κατατεθεί από πιστωτή, δεν επιτρέπεται η δεύτερη κατάθεση αγωγής ως προς την ίδια απαίτηση. Ωστόσο, ο δεύτερος πιστωτής μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να λάβει τη θέση του ομόδικου ενάγοντα πριν από την πρώτη δικάσιμο, σε περίπτωση που μια αμετάκλητη απόφαση που έχει αναπτύξει τα έννομα αποτελέσματά της, είναι έγκυρη και εκτελεστή για τον οφειλέτη, τον διαχειριστή και όλους τους πιστωτές.

Εάν το δικαστήριο κηρύξει άκυρη μια συναλλαγή που αφορά τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, επιστρέφονται τα περιουσιακά στοιχεία που έχει παράσχει τρίτος και ο εν λόγω τρίτος αποκτά την ιδιότητα του πιστωτή στη διαδικασία εάν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία ή οφείλονται χρηματικά ποσά.

Η αγωγή ακύρωσης μιας συναλλαγής του διαχειριστή στην κύρια ή δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας στο πλαίσιο της οποίας κηρύχθηκε αφερέγγυος ένας έμπορος από αλλοδαπό δικαστήριο ή στη δευτερεύουσα διαδικασία που κινείται από δικαστήριο της Βουλγαρίας, εάν ο έμπορος έχει στην κυριότητά του σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στη Βουλγαρία, θεωρείται ότι έχει ασκηθεί και στις δύο διαδικασίες.

Τελευταία επικαιροποίηση: 31/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Αφερεγγυότητα - Τσεχική ∆ηµοκρατία

Νομικό πλαίσιο

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας στην Τσεχική Δημοκρατία ρυθμίζονται κυρίως από τον νόμο αριθ. 182/2006 περί αφερεγγυότητας και διαδικασιών αφερεγγυότητας (Zákon č. 182/2006 Sb., o úpadku a způsobech jeho řešení) (ο «νόμος περί αφερεγγυότητας»), σε συνδυασμό με τον νόμο αριθ. 99/1963 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας (Zákon č. 99/1963 Sb., občanský soudní řád).

Άλλο σημαντικό νομοθέτημα αποτελεί ο νόμος αριθ. 312/2006 σχετικά με τους διαχειριστές αφερεγγυότητας (Zákon č. 312/2006 Sb., o insolvenčních správcích), ο οποίος (σε συνδυασμό με τον νόμο περί αφερεγγυότητας) θεσπίζει το νομικό πλαίσιο για το επάγγελμα του διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Οι διατάξεις, ως έχουν επί του παρόντος, είναι διαθέσιμες στη Διαδικτυακή Πύλη Δημόσιας Διοίκησης (Portál veřejné správy): Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://portal.gov.cz/app/zakony/.

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθεί κατά φυσικών και νομικών προσώπων, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως επιχειρηματικών οντοτήτων.

Τα διάφορα είδη διαδικασιών αφερεγγυότητας (πτώχευση, εξυγίανση, διαγραφή χρεών) διαφέρουν ως προς τις οντότητες για τις οποίες προορίζονται. Ενώ μπορεί να κατατεθεί αίτηση πτώχευσης για το σύνολο των οντοτήτων, η εξυγίανση αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, ενώ η διαγραφή χρεών εφαρμόζεται πρωτίστως στις μη επιχειρηματικές οντότητες (όπως επεξηγείται κατωτέρω).

Δεν μπορεί να κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του κράτους, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, πολιτικών κομμάτων και κινημάτων κατά τη διάρκεια των εκλογών, καθώς και κατά λοιπών επιλεγμένων οντοτήτων κυρίως δημοσίου δικαίου. Εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις ασφαλιστικές εταιρείες.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Αφερεγγυότητα ή επικείμενη αφερεγγυότητα

Η διαδικασία αφερεγγυότητας συνιστά δικαστική διαδικασία για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ή επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλέτη. Η βασική προϋπόθεση, ως εκ τούτου, είναι η ύπαρξη κατάστασης αφερεγγυότητας ή επικείμενης αφερεγγυότητας.

Λογίζεται ότι ένας οφειλέτης είναι αφερέγγυος εάν (σωρευτικοί όροι):

  • ο οφειλέτης έχει περισσότερους από έναν πιστωτές
  • ο οφειλέτης έχει οφειλές χρηματικής φύσης που είναι ληξιπρόθεσμες για πάνω από 30 ημέρες
  • ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει τις εν λόγω υποχρεώσεις του.

Ο οφειλέτης λογίζεται ότι είναι αφερέγγυος ιδιαίτερα εάν έχει προβεί σε παύση πληρωμών ως προς σημαντικό ποσοστό των οφειλών του ή εάν δεν εκπληρώνει τις σχετικές υποχρεώσεις του για χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών αφότου καταστούν ληξιπρόθεσμες ή εάν ληξιπρόθεσμες χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη δεν μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ή κατάσχεσης.

Εάν ο οφειλέτης είναι επιχειρηματική οντότητα (είτε πρόκειται για νομικό είτε για φυσικό πρόσωπο) λογίζεται επίσης ως αφερέγγυος εάν είναι υπερχρεωμένος. Οι οφειλέτες χαρακτηρίζονται ως υπερχρεωμένοι εάν έχουν πολλαπλούς πιστωτές και το σύνολο των οφειλών τους υπερβαίνει την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων.

Επικείμενη αφερεγγυότητα υπάρχει όταν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο οφειλέτης δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει ουσιώδες τμήμα των χρηματικών του υποχρεώσεων δεόντως και εγκαίρως.

Είδη διαδικασιών αφερεγγυότητας

Το τσεχικό δίκαιο διακρίνει τρεις βασικούς τρόπους για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ή της επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλέτη στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας:

  • την πτώχευση (konkurs)
  • την εξυγίανση (reorganizace)
  • τη διαγραφή χρεών (oddlužení).

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας δεν ορίζει ποια από τις διαφορετικές μεθόδους αντιμετώπισης αφερεγγυότητας πρέπει να χρησιμοποιείται από τον εκάστοτε οφειλέτη, αλλά αφήνει την επιλογή στη διακριτική ευχέρεια των ενδιαφερομένων. Παρέχεται η δυνατότητα για κίνηση διαδικασίας εκκαθάρισης (πτώχευση), αλλά επίσης προσφέρεται η δυνατότητα μεθόδων ανάκαμψης (εξυγίανση και διαγραφή χρεών). Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας οφειλέτη πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή έκβαση για τους πιστωτές.

Η πτώχευση είναι ένας γενικός τρόπος αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας, στο πλαίσιο του οποίου, βάσει δικαστικής απόφασης που κηρύσσει τον οφειλέτη σε πτώχευση, οι αναγνωρισμένες απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται κατά βάση από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη. Οι απαιτήσεις που δεν έχουν ικανοποιηθεί είτε εν μέρει είτε στο σύνολό τους δεν αποσβένονται, με την επιφύλαξη αντίθετης διάταξης του νόμου. Η εν λόγω μέθοδος αφερεγγυότητας χρησιμοποιείται πάντα όταν είναι αδύνατη η χρήση των επιεικέστερων μεθόδων της εξυγίανσης ή της διαγραφής χρεών κατά του οφειλέτη, η εάν καταστεί σαφές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι δεν μπορούν να συνεχιστούν οι εν λόγω μέθοδοι.

H εξυγίανση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ή επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλετών που αποτελούν επιχειρηματικές οντότητες. Συνεπάγεται την αναδιοργάνωση της επιχείρησης. Συνήθως προσδοκάται ότι οι απαιτήσεις των πιστωτών θα ικανοποιηθούν σταδιακά ενώ η επιχείρηση του οφειλέτη παραμένει σε λειτουργία σύμφωνα με μέτρα για την αναζωογόνηση της διαχείρισής της με βάση σχέδιο εξυγίανσης που έχει προηγουμένως εγκριθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο. Οι πιστωτές παρακολουθούν την πρόοδο του σχεδίου εξυγίανσης.

Η διαγραφή χρεών συνιστά έναν τρόπο αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας ή της επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλετών που στην ουσία δεν έχουν επιχειρηματικά χρέη και που, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, δεν αποτελούν επιχειρηματικές οντότητες. Αυτή η μέθοδος αφερεγγυότητας εστιάζει κυρίως σε κοινωνικές παρά σε οικονομικές πτυχές. Σκοπός είναι να παρέχεται στους οφειλέτες η ευκαιρία μιας «νέας αρχής» και να ενθαρρύνονται αυτοί να συμμετέχουν ενεργά στην εξόφληση των οφειλών τους, τουλάχιστον έως το προβλεπόμενο επίπεδο του 30 % στις περιπτώσεις των ανέγγυων (εγχειρόγραφων) πιστωτών. Τεκμαίρεται ότι οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών θα ικανοποιηθούν από τη σχετική εμπράγματη ασφάλεια. Παράλληλος σκοπός είναι επίσης η μείωση των δημόσιων δαπανών που πραγματοποιούνται για την ανάκαμψη των προσώπων που βρίσκονται σε κατάσταση κοινωνικής κρίσης. Η διαγραφή χρεών μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, της θέσπισης χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής ή συνδυασμού και των δύο αυτών μεθόδων.

Ποιος νομιμοποιείται ενεργητικά να κινήσει διαδικασία αφερεγγυότητας;

Διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθεί μόνον με την κατάθεση σχετικής αίτησης. Η διαδικασία αρχίζει κατά την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας άγεται ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου. Την αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορούν να καταθέσουν τόσο οι οφειλέτες όσο και οι πιστωτές, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της επικείμενης αφερεγγυότητας, στις οποίες την αίτηση μπορεί να καταθέσει μόνο ο οφειλέτης.

Οι οφειλέτες που είναι επιχειρηματικές οντότητες (φυσικά και νομικά πρόσωπα ομοίως) οφείλουν να καταθέσουν αμελλητί αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας μόλις λάβουν γνώση της αφερεγγυότητάς τους ή αφότου θα είχαν λάβει γνώση της αφερεγγυότητάς τους εάν είχαν επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια.

Έναρξη διαδικασίας πτώχευσης

Το πτωχευτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση περί κήρυξης σε πτώχευση με αυτοτελή του απόφαση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η κήρυξη σε πτώχευση μπορεί να διατάσσεται με την απόφαση περί αφερεγγυότητας (εάν ο οφειλέτης δεν πληροί τους όρους υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή διαγραφής χρεών). Η κήρυξη σε πτώχευση παράγει αποτελέσματα με τη δημοσίευση της απόφασης περί κήρυξης σε πτώχευση στο μητρώο αφερεγγυότητας.

Έναρξη διαδικασίας εξυγίανσης

Η διαδικασία εξυγίανσης κινείται με την άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου, η οποία εκδίδεται κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη ή αναγγελθέντος πιστωτή.

Η άδεια για τη διαδικασία εξυγίανσης χορηγείται εάν πληρούται ένας από τους παρακάτω όρους (μη σωρευτικοί όροι):

  • o συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών του οφειλέτη κατά την τελευταία λογιστική χρήση πριν από την αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ήταν τουλάχιστον 50 000 000 CZK , ή
  • ο οφειλέτης απασχολεί τουλάχιστον 50 υπαλλήλους, ή
  • ο οφειλέτης υποβάλλει ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, μαζί με την αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης περί αφερεγγυότητας, σχέδιο εξυγίανσης το οποίο έχει εγκριθεί από τουλάχιστον το 50 % του συνόλου των ενέγγυων πιστωτών (υπολογιζόμενο με βάση το συνολικό ποσό των απαιτήσεών τους) και τουλάχιστον το 50 % των ανέγγυων πιστωτών (επίσης υπολογιζόμενο με βάση το σύνολο των απαιτήσεών τους).

Ο οφειλέτης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς εξυγίανσης εάν είναι νομικό πρόσωπο υπό εκκαθάριση, εταιρεία εμπορίας κινητών αξιών ή οντότητα εξουσιοδοτημένη να δραστηριοποιείται σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων δυνάμει ειδικού νόμου.

Το πτωχευτικό δικαστήριο επιτρέπει την εξυγίανση εφόσον πληρούνται οι αντίστοιχες νόμιμες προϋποθέσεις. Η σχετική απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση.

Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για χορήγηση άδειας υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης εφόσον: α) λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, μπορεί εύλογα να συναχθεί η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης, β) η αίτηση έχει κατατεθεί εκ νέου από πρόσωπο του οποίου έχει ήδη εκδικαστεί αίτηση για χορήγηση άδειας υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή γ) η αίτηση έχει κατατεθεί από πιστωτή αλλά δεν έχει εγκριθεί στο πλαίσιο συνέλευσης των πιστωτών. Κατά τέτοιας απόφασης μπορούν να ασκήσουν έφεση μόνο οι ασκήσαντες την αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση.

Έναρξη διαδικασίας διαγραφής χρεών

Αίτηση για υπαγωγή σε καθεστώς διαγραφής χρεών μπορεί να καταθέσει ο οφειλέτης με τη χρήση προβλεπόμενου συναφώς εντύπου, ενώ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η αίτηση υποβάλλεται μαζί με αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας (εάν δεν έχει ήδη κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας από πιστωτή).

Η αίτηση για τη διαγραφή χρεών μαζί με τα παραρτήματά της πρέπει να περιέχει, ιδίως, στοιχεία σχετικά με τα παρελθόντα και τα προσδοκώμενα μελλοντικά εισοδήματα του οφειλέτη, κατάλογο των περιουσιακών του στοιχείων, καθώς και κατάλογο των υποχρεώσεων που τον βαρύνουν. Εάν οποιοσδήποτε προθυμοποιείται να προβεί σε δωρεά υπέρ του οφειλέτη έτσι ώστε να πληρωθούν οι όροι της διαγραφής χρεών ή εάν οποιοσδήποτε προθυμοποιείται να προβαίνει σε τακτικές πληρωμές σε μετρητά προς τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαγραφής χρεών, ο οφειλέτης επισυνάπτει τη σχετική πράξη δωρεάς ή σύμβασης παροχής εισοδημάτων στην αίτηση για διαγραφή χρεών.

Το πτωχευτικό δικαστήριο χορηγεί άδεια για τη διαγραφή χρεών εάν πληρούνται οι σχετικοί όροι. Το εν λόγω δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για διαγραφή χρεών εάν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, μπορεί εύλογα να συναχθεί η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης ή εάν, συνεπεία της διαγραφής των χρεών, οι ανέγγυοι πιστωτές θα εισπράξουν λιγότερο από το 30 % των απαιτήσεών τους (εκτός εάν συμφωνούν σ’ αυτό). Το πτωχευτικό δικαστήριο επίσης απορρίπτει την αίτηση για διαγραφή χρεών εάν από τη μέχρι τούδε διαδικασία προκύπτει ότι ο οφειλέτης επέδειξε αμέλεια ή απερισκεψία κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Μόνο ο οφειλέτης νομιμοποιείται να ασκήσει έφεση σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης.

Πότε παράγει αποτελέσματα η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας

Η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας παράγει αποτελέσματα με τη δημοσίευση ανακοίνωσης περί της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας στο μητρώο αφερεγγυότητας (βλ. παρακάτω). Τα αποτελέσματα που παράγονται με την έναρξη της διαδικασίας διαρκούν έως το πέρας της διαδικασίας αφερεγγυότητας, εκτός εάν ο νόμος ορίζει διαφορετικά για οποιαδήποτε εκ των μεθόδων αφερεγγυότητας.

Προσωρινά μέτρα ενώ εκκρεμεί απόφαση περί αφερεγγυότητας

Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως προσωρινά μέτρα για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκκρεμεί η έκδοση της απόφασής του επί αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο. Όποιος τυχόν αιτείται τη λήψη προσωρινών μέτρων τα οποία μπορεί άλλως να διατάξει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να προβεί σε κατάθεση εγγύησης. Ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να προβεί σε κατάθεση εγγύησης όταν αιτείται τη λήψη προσωρινών μέτρων.

Βάσει τέτοιων προσωρινών μέτρων, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί μεταξύ άλλων:

  • να διορίσει προσωρινό διαχειριστή,
  • να περιορίσει ορισμένα από τα αποτελέσματα που παράγει η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας,
  • να διατάξει οποιονδήποτε από τους αιτούντες την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας να προβεί σε κατάθεση εγγύησης η οποία να καλύπτει την αποζημίωση για τυχόν ζημίες ή απώλειες του οφειλέτη.

Μητρώο αφερεγγυότητας

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δημοσιεύονται στο μητρώο αφερεγγυότητας, το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Ministerstvo spravedlnosti). Πρόκειται για διαδικτυακό σύστημα πληροφοριών της δημόσιας διοίκησης, στο οποίο παρέχεται πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://isir.justice.cz/

Πρωταρχικός λόγος της σύστασης του μητρώου αφερεγγυότητας είναι η απόδοση της μέγιστης δυνατής δημοσιότητας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και η παροχή της δυνατότητας παρακολούθησης της εξέλιξής τους. Το μητρώο χρησιμοποιείται για τη δημοσίευση αποφάσεων του πτωχευτικού δικαστηρίου σε διαδικασίες αφερεγγυότητας και παρεμπίπτουσες διαφορές, εγγράφων που περιλαμβάνονται σε σχετικές δικογραφίες και άλλων πληροφοριών, όπως ορίζεται από τον νόμο περί αφερεγγυότητας ή διατάσσεται από το πτωχευτικό δικαστήριο.

Το μητρώο αφερεγγυότητας είναι διαθέσιμο στο κοινό (με εξαίρεση ορισμένα στοιχεία), ενώ οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να το εξετάσει, καθώς και να ζητήσει τη λήψη αντιγράφων και αποσπασμάτων από αυτό.

Εκτός από πηγή πληροφοριών, το μητρώο αφερεγγυότητας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία κοινοποίησης εγγράφων, καθώς αποτελεί το μέσο για την επίδοση των περισσότερων δικαστικών αποφάσεων και λοιπών εγγράφων. Η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά κανόνα καταχωρίζεται στο μητρώο αφερεγγυότητας εντός δύο ωρών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης (κατά τη διάρκεια των ωρών λειτουργίας του δικαστηρίου). Στη συνέχεια, όλες οι δικαστικές αποφάσεις και λοιπά έγγραφα δημοσιεύονται στο μητρώο αφερεγγυότητας. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται σε όλους εικόνα των διαδικασιών αφερεγγυότητας που διεξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτωχευτική περιουσία

Όταν η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ασκείται από τον οφειλέτη, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη κατά τη στιγμή που αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, μαζί με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Όταν η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ασκείται από πιστωτή, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη κατά τη στιγμή που τίθενται σε ισχύ τα προσωρινά μέτρα του δικαστηρίου που περιορίζουν (εν όλω ή εν μέρει) το δικαίωμα του οφειλέτη διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων, τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη κατά τη στιγμή που τίθενται σε ισχύ οι αποφάσεις περί της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας αφότου έχουν τεθεί σε ισχύ οι εν λόγω αποφάσεις.

Σε περίπτωση συγκυριότητας του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων, στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται το αντίστοιχο μερίδιο κυριότητας του οφειλέτη. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποτελούν τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας ακόμα και εάν αποτελούν τμήμα της κοινής γαμικής περιουσίας του οφειλέτη και του/της συζύγου του.

Εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας αποτελούν, στις περιπτώσεις που αυτό ορίζεται από τον νόμο, και περιουσιακά στοιχεία άλλων προσώπων, ιδίως στοιχεία που έχουν δοθεί ως αντιπαροχή στο πλαίσιο ανίσχυρων δικαιοπραξιών. Για τους σκοπούς της ρευστοποίησης του ενεργητικού, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία λογίζονται ως τμήμα της περιουσίας του οφειλέτη.

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, η πτωχευτική περιουσία αποτελείται κυρίως από μετρητά, κινητές και ακίνητες αξίες, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, βιβλιάρια καταθέσεων, πιστοποιητικά κατάθεσης και λοιπές μορφές καταθέσεων, μετοχές, ομόλογα, επιταγές και άλλα χρεόγραφα, μερίδια συμμετοχής, χρηματικές και μη χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη, συμπεριλαμβανόμενων των υπό αίρεση απαιτήσεων και των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, μισθούς, ημερομίσθια και επιμίσθια, καθώς και έσοδα που έχουν χαρακτήρα αμοιβής για εργασία του οφειλέτη, καθώς και άλλα περιουσιακά στοιχεία με αξία αποτιμητή σε χρήμα. Η πτωχευτική περιουσία ομοίως περιλαμβάνει τους τόκους, καρπούς, προσόδους και λοιπά κέρδη που προκύπτουν από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, τα περιουσιακά στοιχεία που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης ή αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας. Το ζήτημα αυτό διέπεται από τον νόμο αριθ. 99/1963 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας. Δεν μπορεί να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του ή τα οποία είναι απαραίτητα στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της εργασίας του, καθώς και επί αντικειμένων των οποίων η εκποίηση θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη (κυρίως, είδη καθημερινής ένδυσης, κοινά οικιακά σκεύη, δαχτυλίδια γάμου και λοιπά παρόμοια αντικείμενα, ιατροφαρμακευτικά είδη και λοιπά αντικείμενα που είναι απαραίτητα λόγω ασθένειας ή σωματικής ανικανότητας, μετρητά έως το ποσό που αντιστοιχεί στο διπλάσιο του ποσού του ελάχιστου ορίου διαβίωσης, καθώς και κατοικίδια ζώα). Εντούτοις, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη δεν αποκλείονται από την πτωχευτική περιουσία. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, η πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία τα οποία δυνάμει ειδικής νομοθεσίας μπορούν να διατεθούν αποκλειστικά με συγκεκριμένο τρόπο (όπως οι στοχοθετημένες επιχορηγήσεις και οι επιστρεπτέες ενισχύσεις από προϋπολογισμούς κεντρικής ή περιφερειακής διοίκησης ή κρατικού ταμείου).

Μεταχείριση των περιουσιακών στοιχείων που αποκτά ο οφειλέτης ή που περιέρχονται στον οφειλέτη μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας

Σε γενικές γραμμές, τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά ο οφειλέτης ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας συμπεριλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία. Εντούτοις, ανάλογα με την εφαρμοζόμενη μέθοδο αφερεγγυότητας, μπορεί να υπάρχουν αποκλίσεις στον γενικό αυτό κανόνα. Οι οφειλέτες μπορούν να διαθέσουν στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας μόνο εφόσον τηρούν τους περιορισμούς του εκάστοτε σταδίου της διαδικασίας αφερεγγυότητας και της εκάστοτε μεθόδου αφερεγγυότητας.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Καθήκοντα και καθεστώς του διαχειριστή αφερεγγυότητας

Η κύρια αποστολή του διαχειριστή αφερεγγυότητας είναι η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και ο χειρισμός παρεμπιπτουσών και λοιπών διαφορών. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας επιδιώκει την επίτευξη σύμμετρης, ταχείας και οικονομικής ικανοποίησης των πιστωτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έχει καθήκον να δρα με επαγγελματική ευσυνειδησία και να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια. Πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτόν για την ικανοποίηση των πιστωτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Πρέπει να θέτει το κοινό συμφέρον των πιστωτών πάνω από τα ίδια συμφέροντά του και τα συμφέροντα άλλων προσώπων.

Στις διαδικασίες πτώχευσης, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αναλαμβάνει την εξουσία διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που συνδέονται με την πτωχευτική περιουσία. Ιδίως, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τα εταιρικά δικαιώματα που ανήκουν σε εταιρικά μερίδια τα οποία περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, ενεργεί ως εργοδότης έναντι των εργαζομένων του οφειλέτη και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη, καθώς και για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και τη φορολογική συμμόρφωσή της. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι επίσης υπεύθυνος για τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας κυρίως επιβλέπει τις δραστηριότητες οφειλέτη που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του, είναι υπεύθυνος για τον συνεχή προσδιορισμό της πτωχευτικής περιουσίας και την κατάρτιση σχετικού πίνακα απογραφής, χειρίζεται παρεμπίπτουσες διαφορές, καταρτίζει και συμπληρώνει τον πίνακα πιστωτών, και υποβάλλει αναφορές στην επιτροπή πιστωτών. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί επίσης τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης ή της συνέλευσης των εταίρων του οφειλέτη.

Στις διαδικασίες διαγραφής χρεών, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, από κοινού με το πτωχευτικό δικαστήριο και τους πιστωτές, επιβλέπει τον οφειλέτη και τις ενέργειές του, ρευστοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και πραγματοποιεί τις μηνιαίες πληρωμές στους πιστωτές, σύμφωνα με το οριζόμενα στο σχετικό χρονοδιάγραμμα πληρωμών.

Καθεστώς του οφειλέτη

Στις διαδικασίες πτώχευσης, ο οφειλέτης χάνει την εξουσία διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, καθώς και τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που συνδέονται με την πτωχευτική περιουσία. Η εξουσία αυτή μεταβιβάζεται στον διαχειριστή αφερεγγυότητας. Ο νόμος ορίζει ότι οι σχετικές δικαιοπραξίες στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης μετά τη μεταβίβαση της εξουσίας διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας στον διαχειριστή αφερεγγυότητας είναι ανίσχυρες έναντι των πιστωτών.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης, η πτωχευτική περιουσία παραμένει υπό τη διαχείριση του οφειλέτη με ορισμένους περιορισμούς. Δικαιοπραξίες ουσιώδους σημασίας για τη διάθεση και διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας μπορούν να εκτελεσθούν από τον οφειλέτη που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του μόνο κατόπιν έγκρισης της επιτροπής πιστωτών. Οφειλέτης που παραβαίνει την ως άνω υποχρέωση οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημιά ή άλλη απώλεια που υπέστη συναφώς πιστωτής ή τρίτος. Τα μέλη του οργάνου διοίκησης του οφειλέτη ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον για τις εν λόγω ζημιές ή απώλειες. «Δικαιοπραξίες ουσιώδους σημασίας» είναι εκείνες που μεταβάλλουν ουσιωδώς την αξία της πτωχευτικής περιουσίας, τη θέση των πιστωτών ή τον βαθμό ικανοποίησης των πιστωτών. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης ή της συνέλευσης των εταίρων του οφειλέτη.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης, η πτωχευτική περιουσία παραμένει υπό τη διαχείριση του οφειλέτη με ορισμένους περιορισμούς. Ο οφειλέτης τελεί υπό την εποπτεία του πτωχευτικού δικαστηρίου, του διαχειριστή αφερεγγυότητας και των πιστωτών.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Σε γενικές γραμμές, ο συμψηφισμός ρυθμίζεται στον τσεχικό αστικό κώδικα. Κατά κανόνα, εάν τα μέρη διατηρούν αμοιβαία αντίθετες ομοειδείς απαιτήσεις, οποιοδήποτε εκ των μερών μπορεί να προβεί σε δήλωση συμψηφισμού της απαίτησής του με την ανταπαίτηση του αντισυμβαλλομένου του. Συμψηφισμός μπορεί να προβληθεί οσάκις ένα μέρος έχει το δικαίωμα τόσο να αξιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής του όσο και να εκπληρώσει τη δική του οφειλή. Ο συμψηφισμός οδηγεί στην απόσβεση των αντίθετων απαιτήσεων στον βαθμό που συμπίπτουν. Εάν δεν αλληλοκαλύπτονται απόλυτα, οι απαιτήσεις αποσβένονται με συμψηφισμό κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν της εκπλήρωσης της παροχής. Τα αποτελέσματα αυτά παράγονται όταν δύο απαιτήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις για συμψηφισμό.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, οι αντίθετες απαιτήσεις του πιστωτή και του οφειλέτη μπορούν να συμψηφιστούν μετά την απόφαση περί αφερεγγυότητας εφόσον οι κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις για τον συμψηφισμό (βάσει του τσεχικού αστικού κώδικα) έχουν ήδη πληρωθεί πριν από την έκδοση της απόφασης περί της μεθόδου που θα χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο περί αφερεγγυότητας.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ο συμψηφισμός απαγορεύεται εάν ο πιστωτής του οφειλέτη:

  • δεν έχει αναγγελθεί ως πιστωτής όσον αφορά την προτεινόμενη σε συμψηφισμό απαίτηση, ή
  • έχει αποκτήσει την προτεινόμενη σε συμψηφισμό απαίτηση βάσει ανίσχυρης δικαιοπραξίας, ή
  • γνώριζε την αφερεγγυότητα του οφειλέτη κατά τον χρόνο της απόκτησης της προτεινόμενης σε συμψηφισμό απαίτησης, ή
  • δεν έχει ικανοποιήσει ακόμη τη ληξιπρόθεσμη απαίτηση του οφειλέτη στον βαθμό που ξεπερνά την προτεινόμενη σε συμψηφισμό δική του απαίτηση, ή
  • στις περιπτώσεις που ορίζονται βάσει προσωρινών μέτρων που διατάζει το πτωχευτικό δικαστήριο.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Αμφοτεροβαρείς συμβάσεις

Εάν ο οφειλέτης, κατά τον χρόνο της κήρυξης της πτώχευσης ή της έγκρισης της υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή διαγραφής χρεών, είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, συμπεριλαμβανόμενων των προσυμφώνων, η οποία ακόμα δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, είτε εκ μέρους του οφειλέτη είτε εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του, κατά τον χρόνο της κήρυξης της πτώχευσης ή της έγκρισης της υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή διαγραφής χρεών, ισχύουν τα ακόλουθα:

– στις διαδικασίες πτώχευσης ή διαγραφής χρεών, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί είτε να προβεί στην εκτέλεση της σύμβασης αντί του οφειλέτη και να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής του αντισυμβαλλομένου είτε να αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης

– στις διαδικασίες εξυγίανσης, ο οφειλέτης που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του διαθέτει ομοίως την εξουσία να προβεί στις ως άνω ενέργειες, υπό την επιφύλαξη της έγκρισης της επιτροπής των πιστωτών.

Στις διαδικασίες πτώχευσης ή διαγραφής χρεών, αν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν δηλώσει εντός 30 ημερών από την απόφαση περί κήρυξης της πτώχευσης ή έγκρισης της υπαγωγής στο καθεστώς διαγραφής χρεών ότι η σύμβαση θα εκτελεστεί, λογίζεται ότι έχει αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης. Μέχρι τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σχετική σύμβαση, εκτός εάν αυτό επιτρέπεται με βάση τις διατάξεις της σύμβασης. Στις διαδικασίες εξυγίανσης, αν ο οφειλέτης που διατηρεί τη διαχείριση της περιουσίας του δεν δηλώσει ότι αρνείται την εκτέλεση της σύμβασης εντός 30 ημερών από την έγκριση της υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης, υποχρεούται να εκτελέσει την αμφοτεροβαρή σύμβαση.

Αντισυμβαλλόμενος που υποχρεούται να εκπληρώσει πρώτος την παροχή του δύναται να αρνηθεί την εκπλήρωση έως ότου πραγματοποιηθεί ή διασφαλιστεί η αμοιβαία εκπλήρωση, εκτός εάν η σύμβαση συνάφθηκε από τον αντισυμβαλλόμενο μετά τη δημοσίευση της απόφασης περί αφερεγγυότητας.

Εάν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ή ο οφειλέτης που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, αναγγέλλοντας τη σχετική αξίωσή του εντός 30 ημερών από την άρνηση της εκτέλεσης. Οι απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου που απορρέουν από την εξακολούθηση της σύμβασης μετά την κήρυξη σε πτώχευση συνιστούν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να απαιτήσει την αναστροφή μερικής εκπλήρωσης στην οποία προέβη πριν από την απόφαση περί αφερεγγυότητας επικαλούμενος ότι ο οφειλέτης δεν προέβη στην αντίστοιχη αντιπαροχή.

Συμβάσεις με δήλη ημέρα ή προθεσμία εκπλήρωσης

Εάν έχει συμφωνηθεί ότι ένα παραδοτέο αγαθό με αγοραία τιμή πρέπει να παραδοθεί σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και το χρονικό σημείο ή η λήξη της προθεσμίας εκπλήρωσης επέλθει μετά την κήρυξη σε πτώχευση, δεν μπορεί να απαιτηθεί η εκπλήρωση της σχετικής παροχής. Μπορεί να απαιτηθεί μόνο αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε λόγω της μη εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη. Ως «ζημία» νοείται η διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος και της αγοραίας τιμής κατά την ημερομηνία ισχύος της κήρυξης σε πτώχευση και στον τόπο που ορίζεται στη σύμβαση ως ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής. Ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση ως πτωχευτικός πιστωτής, αναγγέλλοντας τη σχετική απαίτησή του εντός 30 ημερών από την κήρυξη σε πτώχευση.

Δανειακές συμβάσεις

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης έχει συνάψει δανειακή σύμβαση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί, μετά την κήρυξη σε πτώχευση, να απαιτήσει την επιστροφή του δανείου πριν από τη λήξη της συμβατικής περιόδου δανεισμού.

Μίσθωση, υπομίσθωση

Οι συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης ρυθμίζονται λεπτομερώς. Μετά την κήρυξη σε πτώχευση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δύναται, μεταξύ άλλων, να καταγγείλει εντός της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας τις συμβάσεις μίσθωσης ή υπομίσθωσης που έχει συνάψει ο οφειλέτης, ακόμα και όταν πρόκειται για συμβάσεις ορισμένου χρόνου. H περίοδος προειδοποίησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Τα ως άνω ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του τσεχικού αστικού κώδικα με τις οποίες ρυθμίζεται πότε και υπό ποιους όρους μπορεί ο εκμισθωτής να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης.

Σχέδια συμβάσεων του οφειλέτη που δεν έχουν ακόμη γίνει δεκτά από τον αντισυμβαλλόμενο κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης

Η κήρυξη σε πτώχευση επιφέρει την απόσβεση των προτάσεων του οφειλέτη για τη σύναψη σύμβασης των οποίων η αποδοχή τελεί σε εκκρεμότητα καθώς και τυχόν σχεδίων σύμβασης που έχουν γίνει δεκτά από τον οφειλέτη αλλά δεν έχουν ακόμη συναφθεί, κατά το μέτρο που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Τα σχέδια σύμβασης τα οποία δεν έχουν ακόμη γίνει δεκτά από τον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης μπορούν να γίνουν δεκτά μόνο από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Επιφύλαξη κυριότητας

Εάν ο οφειλέτης έχει προβεί σε πώληση αγαθού με επιφύλαξη της κυριότητας και το έχει παραδώσει στον αγοραστή πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο αγοραστής μπορεί είτε να επιστρέψει το αγαθό είτε να εμμείνει στην εκτέλεση της σύμβασης. Εάν, πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο οφειλέτης προβεί σε αγορά και παραλαβή αγαθού με επιφύλαξη της κυριότητας, ο πωλητής δεν μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή του αγαθού στην περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις αμελλητί κατόπιν σχετικής όχλησης του πωλητή.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας παράγει τα ακόλουθα αποτελέσματα:

  • αξιώσεις και λοιπά δικαιώματα που αφορούν την πτωχευτική περιουσία δεν μπορούν να προβληθούν με αγωγή εφόσον μπορούν να προβληθούν με αναγγελία
  • το δικαίωμα ικανοποίησης δυνάμει εμπράγματης ασφάλειας επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία μπορεί να ασκηθεί και να αποκτηθεί μόνο υπό τους όρους που προβλέπονται στον νόμο περί αφερεγγυότητας. Το ίδιο ισχύει ως προς τη σύσταση δικαστικού ή αναγκαστικού βάρους επί ακινήτου η αίτηση για το οποίο υποβλήθηκε μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας
  • μπορεί να διαταχθεί ή να κινηθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης επί περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη, καθώς και επί άλλων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, αλλά δεν μπορεί ωστόσο να εκτελεσθεί. Για τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας καθώς και τις ισοδύναμες με αυτές απαιτήσεις, εντούτοις, είναι δυνατή η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης ή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης επί περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη δυνάμει σχετικής απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου και υπό τους όρους που θα θέτει η εν λόγω απόφαση
  • κατά την εκτέλεση απόφασης, δεν είναι δυνατή η άσκηση δικαιώματος συμφωνηθέντος μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μισθών ή άλλων εισοδημάτων που αντιμετωπίζονται ως μισθοί.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Οι αποφάσεις περί αφερεγγυότητας επιφέρουν την αναστολή των δικαστικών και διαιτητικών διαδικασιών που αφορούν απαιτήσεις και λοιπά δικαιώματα που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία και που πρέπει να αναγγελθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή που θεωρούνται ως αναγγελθέντα στη διαδικασία αφερεγγυότητας ή που αφορούν απαιτήσεις που δεν υπάγονται στη διαδικασία αφερεγγυότητας. Πλην εάν ορίζεται διαφορετικά, δεν είναι δυνατή η συνέχιση των εν λόγω διαδικασιών για όσο χρονικό διάστημα τελεί σε ισχύ η απόφαση περί αφερεγγυότητας.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Αρχές που σχετίζονται με τη συμμετοχή των πιστωτών

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας βασίζονται, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες αρχές ως προς τη συμμετοχή των πιστωτών:

  • οι διαδικασίες αφερεγγυότητας πρέπει να διεξάγονται κατά τρόπο ώστε κανένα από τα μέρη να μην θίγεται αδικαιολόγητα ή να μην ωφελείται αθέμιτα και ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή, ταχεία και οικονομική ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών
  • οι πιστωτές που εκ του νόμου υπάγονται στο ίδιο ουσιαστικά ή παρόμοιο καθεστώς έχουν όμοιες ευκαιρίες στη διαδικασία αφερεγγυότητας
  • πλην αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, δικαιώματα που απέκτησε καλόπιστα πιστωτής πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μπορούν να περιοριστούν με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου ή ως συνέπεια της διαδικασίας που εφαρμόζει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας
  • οι πιστωτές υποχρεούνται να απέχουν από πράξεις που σκοπούν στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους εκτός του πλαισίου της διαδικασίας αφερεγγυότητας, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που αυτό επιτρέπεται από τον νόμο.

Όργανα των πιστωτών

Τα όργανα των πιστωτών είναι τα εξής:

  • η συνέλευση των πιστωτών,
  • η επιτροπή των πιστωτών (ή ο εκπρόσωπος των πιστωτών).

Η συνέλευση των πιστωτών είναι αρμόδια για την εκλογή και καθαίρεση των μελών και αναπληρωτών μελών της επιτροπής πιστωτών (ή του εκπροσώπου των πιστωτών). Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να διατηρεί υπό την αρμοδιότητά της οτιδήποτε εμπίπτει στις αρμοδιότητες των οργάνων των πιστωτών. Εάν δεν διοριστεί επιτροπή πιστωτών ή εκπρόσωπος των πιστωτών, η συνέλευση των πιστωτών αναλαμβάνει τα καθήκοντα των ως άνω οργάνων, πλην αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Εάν αναγγελθούν περισσότεροι από 50 πιστωτές, η συνέλευση των πιστωτών οφείλει να διορίσει επιτροπή πιστωτών. Εναλλακτικά, αρκεί να εκλέξει εκπρόσωπο των πιστωτών.

Η επιτροπή πιστωτών ασκεί τις εξουσίες των οργάνων των πιστωτών, με εξαίρεση τα ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της συνέλευσης των πιστωτών ή που έχουν διατηρηθεί από τη συνέλευση των πιστωτών υπό τη δική της αρμοδιότητα. Ιδίως, η επιτροπή πιστωτών επιβλέπει τις ενέργειες του διαχειριστή αφερεγγυότητας και δύναται να υποβάλλει προτάσεις στο πτωχευτικό δικαστήριο σχετικά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας. Η επιτροπή πιστωτών προστατεύει το κοινό συμφέρον των πιστωτών και, σε συνεργασία με τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Οι διατάξεις σχετικά με την επιτροπή πιστωτών εφαρμόζονται αναλογικά και στην περίπτωση του εκπροσώπου των πιστωτών.

Κατηγορίες πιστωτών

Ο νόμος διακρίνει μεταξύ ενέγγυων και ανέγγυων πιστωτών.

Ενέγγυοι πιστωτές είναι οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση διασφαλίζεται με περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, με δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας, δικαίωμα επίσχεσης, περιορισμό μεταβίβασης, καταπιστευτική μεταβίβαση δικαιώματος, εγγυητική εκχώρηση απαίτησης ή παρόμοιο δικαίωμα που προβλέπεται από αλλοδαπό δίκαιο.

Οι ενέγγυοι πιστωτές είναι σε θέση να ασκούν σημαντική επιρροή καθ’ όλη την πορεία της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης αποτελεί επιχειρηματική οντότητα που μπορεί να τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης βάσει του νόμου περί αφερεγγυότητας, η λήψη απόφασης σχετικά με τη μέθοδο αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας (πτώχευση ή εξυγίανση) απαιτεί τη θετική ψήφο τουλάχιστον του 50 % του συνόλου των ενέγγυων πιστωτών (καθώς επίσης και των ανέγγυων πιστωτών, αντίστοιχα) που παρίστανται στη συνέλευση των πιστωτών, ποσοστό που υπολογίζεται με βάση το ποσό των απαιτήσεών τους, εκτός εάν τουλάχιστον το 90 % των πιστωτών που παρίστανται, ποσοστό που επίσης υπολογίζεται με βάση το ποσό των απαιτήσεών τους, ψηφίσει υπέρ της σχετικής απόφασης. Ενέγγυος πιστωτής μπορεί επίσης να παρέχει δεσμευτικές οδηγίες στον κάτοχο του αγαθού σχετικά με τη διαχείριση του αγαθού που συνιστά την ασφάλεια, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω οδηγίες σκοπούν στην καλή διαχείριση του εν λόγω αγαθού. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας επίσης δεσμεύεται από τις οδηγίες των ενέγγυων πιστωτών ως προς τη μέθοδο ρευστοποίησης της ασφάλειας. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να μην ακολουθήσει τις εν λόγω οδηγίες εάν κρίνει ότι το αγαθό που συνιστά την ασφάλεια μπορεί να ρευστοποιηθεί με ευνοϊκότερο τρόπο, στην περίπτωση δε αυτή ζητείται από το πτωχευτικό δικαστήριο να κρίνει τις εν λόγω οδηγίες στο πλαίσιο των εποπτικών καθηκόντων του. Η ρευστοποίηση πράγματος, δικαιώματος, απαίτησης ή άλλου περιουσιακού στοιχείου στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας επιφέρει την απάλειψη της ασφάλειας που καλύπτει την απαίτηση του ενέγγυου πιστωτή, ακόμη και εάν ο πιστωτής δεν είχε προβεί στην αναγγελία της απαίτησής του.

Οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών ικανοποιούνται από ολόκληρο το προϊόν της ρευστοποίησης, αφού αφαιρεθεί η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας και τα έξοδα διαχείρισης και ρευστοποίησης, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου σύστασης της ασφάλειας.

Όλοι οι υπόλοιποι πιστωτές καλούνται ανέγγυοι πιστωτές. Βρίσκονται σε λιγότερο ευνοϊκή θέση στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας και το προβλεπόμενο επίπεδο ικανοποίησης των σχετικών απαιτήσεών τους είναι συνήθως, βάσει των σχετικών στατιστικών στοιχείων, πολύ χαμηλότερο.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να χρησιμοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας κατά τη διάρκεια διαδικασίας πτώχευσης. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας διαθέτει εξουσία διάθεσης των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, άσκησης των δικαιωμάτων και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που συνδέονται με την πτωχευτική περιουσία. Ιδίως, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τα εταιρικά δικαιώματα που ανήκουν σε εταιρικά μερίδια τα οποία περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, λαμβάνει αποφάσεις επί ζητημάτων εμπορικού απορρήτου και λοιπών ζητημάτων εμπιστευτικότητας, ενεργεί ως εργοδότης έναντι των εργαζομένων του οφειλέτη και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη, καθώς και για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και τη φορολογική συμμόρφωσή της. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι επίσης υπεύθυνος για τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης και διαγραφής χρεών, ο οφειλέτης συνεχίζει να διαθέτει τα εν λόγω δικαιώματα, η άσκησή τους ωστόσο υπόκειται σε σημαντικούς περιορισμούς.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας και οι ισοδύναμες με αυτές απαιτήσεις μπορεί να εξοφληθούν στο ακέραιο ανά πάσα στιγμή μετά την έκδοση της απόφασης περί αφερεγγυότητας.

Γίνεται η εξής διάκριση:

  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά τη δήλωση αναστολής πληρωμών (ιδίως, για την επιστροφή δαπανών σε μετρητά και η αμοιβή του προσωρινού διαχειριστή, του εκκαθαριστή του οφειλέτη και των μελών της επιτροπής πιστωτών, καθώς και οι απαιτήσεις των πιστωτών που απορρέουν από χρηματοδότηση μέσω πιστώσεων),
  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έκδοση της απόφασης περί αφερεγγυότητας (ιδίως, οι δαπάνες σε μετρητά και η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας, τέλη, φόροι, δασμοί, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, εισφορές που σχετίζονται με την κρατική πολιτική απασχόλησης, καθώς και εισφορές δημόσιας υγειονομικής ασφάλισης).
  • απαιτήσεις που ισοδυναμούν με απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας (ιδίως, οι εργατικές απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη, καθώς και απαιτήσεις πιστωτών από νόμιμη υποχρέωση διατροφής).

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Αναγγελία των απαιτήσεων

Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου και με τη χρήση τυποποιημένου εντύπου, μπορούν δε να προβούν στην αναγγελία από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας μέχρι και την καταληκτική ημερομηνία που τάσσει η απόφαση περί αφερεγγυότητας. Απαιτήσεις που αναγγέλλονται μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας δεν λαμβάνονται υπόψη από το πτωχευτικό δικαστήριο και δεν ρυθμίζονται στη διαδικασία αφερεγγυότητας. Πρέπει επίσης να αναγγελθούν οι απαιτήσεις που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αναγνώρισης, καθώς και οι εκτελεστές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οποίων η ικανοποίηση επιδιώκεται μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης. Πιστωτής που αναγγέλλει απαιτήσεις ή που θεωρείται αναγγελθείς πιστωτής μπορεί να ανακαλέσει την απαίτησή του ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Η αίτηση αναγγελίας απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη γενεσιουργό αιτία της απαίτησης και να προσδιορίζει το σχετικό ποσό. Η απαίτηση πρέπει να πάντοτε να αποτιμάται σε χρήματα, ακόμη κι αν πρόκειται για μη χρηματική απαίτηση. Τα έγγραφα τα οποία τυχόν αναφέρονται στην αίτηση αναγγελίας πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση. Η εκτελεστότητα της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύεται μέσω δημόσιου εγγράφου.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού της παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας δικαιωμάτων, η αίτηση αναγγελίας απαίτησης παράγει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα της άσκησης αγωγής ή της με άλλον τρόπο διεκδίκησης δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου.

Ο πιστωτής είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση αναγγελίας απαίτησης. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατόπιν σχετικής πρότασης του διαχειριστή αφερεγγυότητας, να επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση υπερτίμησης του ποσού απαίτησης (σε ποσοστό άνω του 100%), διατάσσοντας την καταβολή υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας ποσού το οποίο καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που σχετίζονται με την αναγγελία της απαίτησης και κατόπιν ελέγχου της ίδιας της απαίτησης, με ανώτατο όριο το ποσό κατά το οποίο η αναγγελθείσα απαίτηση υπερέβη την πραγματική βεβαιωθείσα αξία της.

Το δικαίωμα πιστωτή για ικανοποίηση της απαίτησής του από το προϊόν της ρευστοποίησης ασφάλειας δεν λαμβάνεται υπόψη εάν η απαίτηση αναγγελθεί σε εσφαλμένη σειρά κατάταξης ή εάν, κατά τον έλεγχό της, διαπιστωθεί ότι το επίπεδο κάλυψής της από την ασφάλεια είχε υπερεκτιμηθεί σε ποσοστό άνω του 100 %. Στην περίπτωση αυτή, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στον πιστωτή, διατάσσοντάς τον να καταβάλει ορισμένο (χρηματικό) ποσό υπέρ των ενέγγυων πιστωτών που ανήγγειλαν απαιτήσεις με ασφάλειες επί των ίδιων περιουσιακών στοιχείων. Το ποσό που πρέπει να καταβληθεί ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει υπόψη του όλες τις περιστάσεις υπό τις οποίες ασκήθηκε και εξετάστηκε το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης από το προϊόν της ρευστοποίησης ασφάλειας, το δε εν λόγω ποσό μπορεί να ανέλθει έως το ποσό κατά το οποίο η αξία της ασφάλειας που δηλώθηκε στην αίτηση υπερέβαινε την πραγματική βεβαιωθείσα αξία της.

Επαλήθευση των αναγγελθεισών απαιτήσεων

Οι απαιτήσεις που αναγγέλλονται εξετάζονται αρχικά από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, ο οποίος κυρίως προβαίνει στην αντιπαραβολή τους με τα συνοδευτικά έγγραφα και τους λογαριασμούς και αρχεία που τηρεί ο οφειλέτης σύμφωνα με τη σχετική ειδική νομοθεσία. Στη συνέχεια, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας καλεί τον οφειλέτη να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας διενεργεί την απαραίτητη έρευνα όσον αφορά τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, σε συνεργασία με τις αρχές, οι οποίες οφείλουν να παράσχουν τη συνεργασία τους.

Εάν αναγγελία απαίτησης είναι ελλιπής ή πλημμελής, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας καλεί τον οικείο πιστωτή να διορθώσει ή να συμπληρώσει την αναγγελία του εντός 15 ημερών (ή τάσσοντάς του μεγαλύτερη προθεσμία) και του παρέχει σχετικές οδηγίες. Αναγγελίες που δεν συμπληρώνονται ή δεν διορθώνονται δεόντως και εμπροθέσμως παραπέμπονται από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας στο πτωχευτικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί αυτό εάν η σχετική αναγγελία πρέπει να ληφθεί υπόψη ή όχι. Ο πιστωτής πρέπει να ενημερωθεί σχετικά.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας συντάσσει πίνακα με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις. Οι ενέγγυοι πιστωτές καταχωρίζονται χωριστά. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να δηλώνει ρητά την τυχόν απόρριψη απαιτήσεων. Για όλους τους πιστωτές, πρέπει να αναφέρονται όλες οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ταυτοποίησή τους, καθώς και για την αξιολόγηση της γενεσιουργού αιτίας, του ποσού και της κατάταξης των απαιτήσεών τους. Επιπλέον, για τους ενέγγυους πιστωτές, πρέπει να αναφέρεται η αιτία και η μορφή της ασφάλειάς τους.

Ο κατάλογος των αναγγελθεισών απαιτήσεων δημοσιεύεται από το πτωχευτικό δικαστήριο στο μητρώο αφερεγγυότητας πριν από τη συζήτηση για την επαλήθευση των απαιτήσεων. Το πτωχευτικό δικαστήριο δημοσιεύει επίσης στο μητρώο αφερεγγυότητας, χωρίς καθυστέρηση, κάθε μεταβολή που επέρχεται στον πίνακα των αναγγελθεισών απαιτήσεων.

Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις στη συνέχεια επαληθεύονται σε συζήτηση επαλήθευσης που διατάσσεται από το πτωχευτικό δικαστήριο. Ο τόπος και η ημερομηνία της συζήτησης ορίζονται από το πτωχευτικό δικαστήριο στην απόφασή του περί αφερεγγυότητας. Οι πιστωτές δύνανται να μεταβάλουν το ποσό της αναγγελθείσας απαίτησής τους μέχρι και το πέρας της συζήτησης επαλήθευσης, εκτός εάν πρόκειται για ασφαλισμένη απαίτηση ή για απαίτηση που έχει απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση. Εντούτοις, δεν μπορούν να μεταβληθούν στο πλαίσιο αυτό ούτε η γενεσιουργός αιτία της αναγγελθείσας απαίτησης ούτε η σειρά κατάταξής της.

Αμφισβήτηση των απαιτήσεων

Το κύρος, το ύψος και η σειρά κατάταξης όλων των αναγγελθεισών απαιτήσεων μπορεί να αμφισβητηθούν από τα εξής πρόσωπα: α) τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, β) τον οφειλέτη, ή γ) οποιονδήποτε αναγγελθέντα πιστωτή.

Η αμφισβήτηση απαίτησης πιστωτή από άλλο αναγγελθέντα πιστωτή πρέπει να περιέχει τα ίδια στοιχεία με αυτά που πρέπει να περιέχει αγωγή σύμφωνα με τον τσεχικό κώδικα πολιτικής δικονομίας, ενώ πρέπει να διευκρινίζεται με σαφήνεια εάν αμφισβητείται το κύρος, το ύψος ή η σειρά κατάταξης της σχετικής απαίτησης. Η αμφισβήτηση απαίτησης συντάσσεται βάσει τυποποιημένου εντύπου.

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας αναγνωρίζει τις ακόλουθες μορφές αμφισβήτησης:

  • αμφισβήτηση του κύρους της απαίτησης, κατά την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση ουδέποτε γεννήθηκε ή ότι έχει επέλθει πλήρης απόσβεση ή παραγραφή της απαίτησης
  • αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, κατά την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υποχρέωση του οφειλέτη είναι χαμηλότερη σε αξία από το αναγγελθέν ποσό (το πρόσωπο που αμφισβητεί την απαίτηση πρέπει επίσης να δηλώσει το πραγματικό ύψος της απαίτησης)
  • αμφισβήτηση της σειράς κατάταξης της απαίτησης, κατά την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση έχει λιγότερο προνομιακή κατάταξη από εκείνη που αναφέρεται στην αναγγελθείσα απαίτηση ή αμφισβητείται το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης από την ασφάλεια (το πρόσωπο που αμφισβητεί τη σειρά κατάταξης της απαίτησης πρέπει επίσης να προσδιορίσει την ορθή σειρά κατάταξης με βάση την οποία θα πρέπει να ικανοποιηθεί η απαίτηση).

Σε περίπτωση αμφισβήτησης απαίτησης αναγγελθέντος πιστωτή από άλλον αναγγελθέντα πιστωτή, οι εν λόγω πιστωτές καθίστανται αντίδικοι παρεμπίπτουσας διαφοράς. Διαχειριστής αφερεγγυότητας που επιθυμεί να επικουρήσει διάδικο στο πλαίσιο παρεμπίπτουσας διαφοράς στην οποία δεν μετέχει έχει το δικαίωμα να παρέμβει.

Το πτωχευτικό δικαστήριο αποφαίνεται σχετικά με το κύρος, το ύψος και τη σειρά κατάταξης των αμφισβητούμενων απαιτήσεων.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, η πτωχευτική περιουσία ρευστοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία μετατρέπεται σε μετρητά προς τον σκοπό της σύμμετρης ικανοποίηση των πιστωτών. Υπεύθυνος για τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας είναι ο διαχειριστής αφερεγγυότητας. Το στάδιο αυτό μπορεί να διεξαχθεί μόνο αφότου καταστεί τελεσίδικη η απόφαση πτώχευσης και διεξαχθεί η πρώτη συνέλευση των πιστωτών. Εξαιρούνται από τη ρευστοποίηση τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία υπάρχει άμεσος κίνδυνος φθοράς ή αλλοίωσής τους, ενώ το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει εξαιρέσεις και για άλλους λόγους. Η ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας επιφέρει την απόσβεση όλων των αποτελεσμάτων τυχόν επισπευσθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης ή τυχόν διαταχθείσας συντηρητικής κατάσχεσης και όλων των λοιπών ελαττωμάτων που συνδέονται με τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, πλην εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο.

Η πτωχευτική περιουσία μπορεί να ρευστοποιηθεί με τους εξής τρόπους:

  • με δημόσιο πλειστηριασμό,
  • με την πώληση κινητών και ακίνητων αγαθών βάσει των διατάξεων περί αναγκαστικής εκτέλεσης του τσεχικού κώδικα πολιτικής δικονομίας,
  • με την πώληση περιουσιακών στοιχείων εκτός του πλαισίου δημόσιου πλειστηριασμού.

Εάν το προϊόν της ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων, καταβάλλονται αρχικά η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας και οι δαπάνες σε μετρητά και ακολουθούν οι απαιτήσεις των πιστωτών που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της αναστολής πληρωμών, οι απαιτήσεις των πιστωτών που απορρέουν από χρηματοδότηση μέσω πιστώσεων, οι δαπάνες συντήρησης και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας, οι εργατικές απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη και οι απαιτήσεις πιστωτών για διατροφή και για αποζημίωση λόγω σωματικής βλάβης. Οι λοιπές απαιτήσεις ικανοποιούνται συμμέτρως.

Αφού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση με την οποία εγκρίνεται η τελική έκθεση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο σχέδιο απόφασης σχετικά με τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, δηλώνοντας το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για κάθε απαίτηση του αναθεωρημένου πίνακα αναγγελθεισών απαιτήσεων. Στη βάση αυτή, το πτωχευτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, στην οποία προσδιορίζει τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν στους πιστωτές. Όλοι οι πιστωτές που συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα διανομής ικανοποιούνται ανάλογα με το βεβαιωθέν ποσό της απαίτησής τους. Πριν από τη διανομή, ικανοποιούνται οι ανεξόφλητες απαιτήσεις που μπορούν να εξοφληθούν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πτώχευσης, και ειδικότερα:

  • οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας — δαπάνες σε μετρητά και αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας, απαιτήσεις για δαπάνες που σχετίζονται με τη συντήρηση και τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη, φόροι, δασμοί, τέλη, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, εισφορές που σχετίζονται με την κρατική πολιτική απασχόλησης, εισφορές δημόσιας υγειονομικής ασφάλισης κ.λπ.
  • οι ισοδύναμες με αυτές απαιτήσεις — εργατικές απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη, απαιτήσεις πιστωτών για αποζημίωση λόγω βλάβης στην υγεία, απαιτήσεις του Δημοσίου κ.λπ.
  • οι ασφαλισμένες απαιτήσεις.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης

Μετά τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει μια τελική έκθεση στο πτωχευτικό δικαστήριο. Στην τελική έκθεση πρέπει να περιγράφονται τα γενικά χαρακτηριστικά των ενεργειών στις οποίες προέβη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και να πραγματοποιείται ποσοτικός προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων τους. Η έκθεση πρέπει να προσδιορίζει το ποσό προς διανομή μεταξύ των πιστωτών και να κατονομάζει εν λόγω πιστωτές, αναφέροντας το ποσό που τους αναλογεί εκ του συνολικού ποσού. Μαζί με την τελική έκθεση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο δήλωση της αμοιβής και των εξόδων του.

Το πτωχευτικό δικαστήριο ελέγχει την τελική έκθεση και το τιμολόγιο του διαχειριστή αφερεγγυότητας, και, κατόπιν ακρόασης του τελευταίου, διορθώνει τυχόν σφάλματα και παραλείψεις σε αυτά. Το πτωχευτικό δικαστήριο κοινοποιεί την αναθεωρημένη τελική έκθεση του διαχειριστή αφερεγγυότητας στα μέρη μέσω της δημοσίευσής της υπό τη μορφή δημόσιας ανακοίνωσης. Αφού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση με την οποία εγκρίνεται η τελική έκθεση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο σχέδιο απόφασης σχετικά με τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, δηλώνοντας το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για κάθε απαίτηση του αναθεωρημένου πίνακα αναγγελθεισών απαιτήσεων. Στη συνέχεια, το πτωχευτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με τη διανομή της περιουσίας, στην οποία προσδιορίζει τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν στους πιστωτές. Όλοι οι πιστωτές που συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα διανομής ικανοποιούνται ανάλογα με το βεβαιωθέν ποσό της απαίτησής τους. Στην απόφαση για τη διανομή, το πτωχευτικό δικαστήριο θέτει στον διαχειριστή αφερεγγυότητας προθεσμία για την πραγματοποίηση της διανομής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση για τη διανομή αποκτά ισχύ δεδικασμένου.

Η διαδικασία πτώχευσης περατώνεται με την υποβολή της έκθεσης του διαχειριστή αφερεγγυότητας σχετικά με την εκτέλεση της απόφασης διανομής και την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου περί περάτωσης της διαδικασίας. Το δικαστήριο αποφασίζει επίσης να περατώσει τη διαδικασία πτώχευσης σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, π.χ. εάν διαπιστωθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είναι προφανώς ανεπαρκή για την ικανοποίηση πιστωτών. Μόλις καταστεί τελεσίδικη η απόφαση περί περάτωσης της διαδικασίας πτώχευσης, η σχετική διαδικασία περατώνεται.

Περάτωση της διαδικασίας εξυγίανσης

Η διαδικασία εξυγίανσης περατώνεται με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου με την οποία βεβαιώνεται η ολοκλήρωση του σχεδίου εξυγίανσης ή σημαντικού μέρους αυτού. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Η διαδικασία εξυγίανσης μπορεί ομοίως να περατωθεί με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου για μετατροπή της διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης, γεγονός που συμβαίνει στις οριζόμενες στον νόμο περιπτώσεις, ιδίως δε όταν προκύπτουν προβλήματα όσον αφορά την έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης και τη συμμόρφωση με αυτό. Το πτωχευτικό δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει απόφαση για μετατροπή της διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης εάν έχουν ήδη εφαρμοστεί οι σημαντικές πτυχές του σχεδίου εξυγίανσης. Απόφαση για τη μετατροπή διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης μπορεί να προσβληθεί με έφεση από τον οφειλέτη, τον αιτούντα την εξυγίανση, τον διαχειριστή αφερεγγυότητας ή την επιτροπή πιστωτών. Εάν το πτωχευτικό δικαστήριο διατάξει τη μετατροπή της διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης, επέρχονται τα αποτελέσματα που συνδέονται με την κήρυξη σε πτώχευση, εκτός εάν το πτωχευτικό δικαστήριο, με την απόφασή του για τη μετατροπή, ορίσει διαφορετικά.

Περάτωση της διαδικασίας διαγραφής χρεών

Η διαδικασία διαγραφής χρεών περατώνεται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου με την οποία αποφασίζεται η διαγραφή χρεών. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Εάν ο οφειλέτης εκπληρώσει δεόντως και εμπροθέσμως το σύνολο των υποχρεώσεών του βάσει της εγκριθείσας διαδικασίας διαγραφής χρεών, το πτωχευτικό δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εκδίδει απόφαση με την οποία απαλλάσσει τον οφειλέτη από την υποχρέωση εξόφλησης των απαιτήσεων που συμπεριλαμβάνονται στη διαδικασία διαγραφής χρεών, στον βαθμό κατά τον οποίο δεν έχουν ήδη εξοφληθεί.

Η διαδικασία διαγραφής χρεών μπορεί επίσης να περατωθεί αν το δικαστήριο διατάξει τη διακοπή της διαδικασίας αυτής και αποφασίσει να χειριστεί την αφερεγγυότητα του οφειλέτη μέσω διαδικασίας πτώχευσης, γεγονός που συμβαίνει στις προβλεπόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, ιδίως δε όταν ο οφειλέτης δεν συμμορφώνεται με τους όρους της διαγραφής χρεών.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στις διαδικασίες πτώχευσης που αφορούν την περιουσία φυσικού προσώπου (ανά πάσα στιγμή μετά την περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης) ή νομικού προσώπου (μέχρι τη λύση του, που επέρχεται με τη διαγραφή του από το οικείο δημόσιο μητρώο), μετά την περάτωση της διαδικασίας μπορεί να εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει αναγκαστική εκτέλεση ή συντηρητική κατάσχεση σε σχέση με αναγνωρισμένη απαίτηση που δεν έχει αμφισβητηθεί από τον οφειλέτη και η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης. Η υποβολή αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης απαιτεί μόνο την υποβολή εντύπου επαλήθευσης και έκθεσης σχετικά με την επαλήθευση της οικείας απαίτησης στη διαδικασία πτώχευσης. Το δικαίωμα αυτό παραγράφεται δέκα έτη μετά την περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης, ενώ η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία ισχύος της απόφασης που περατώνει τη διαδικασία.

Στις περιπτώσεις εξυγίανσης, αφότου το σχέδιο εξυγίανσης τεθεί σε ισχύ, μπορεί να διαταχθεί και να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση ή συντηρητική κατάσχεση σε βάρος του οφειλέτη με σκοπό την ικανοποίηση απαίτησης που περιέχεται στο σχέδιο εξυγίανσης. Εντούτοις, σε περίπτωση αμφισβήτησης της απαίτησης, η αναγκαστική εκτέλεση ή η συντηρητική κατάσχεση είναι δυνατή μόνον αφότου καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου αναγνώρισης της απαίτησης, ενώ η απόφαση αυτή πρέπει να επισυναφθεί στην αίτηση.

Στη διαδικασία διαγραφής χρεών, με την ολοκλήρωση της διαγραφής χρεών και την απαλλαγή του οφειλέτη από τις υπολειπόμενες απαιτήσεις, δεν είναι πλέον δυνατή η επιδίωξη της ικανοποίησης των εν λόγω υπολειπόμενων απαιτήσεων μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης. Δεν ασκεί επιρροή το εάν οι πιστωτές έχουν ικανοποιηθεί μόνο εν μέρει στο πλαίσιο της διαδικασίας διαγραφής χρεών ή εάν είχαν καν αναγγείλει την απαίτησή τους στη διαδικασία αφερεγγυότητας.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Τα έξοδα, κυρίως η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας και οι δαπάνες σε μετρητά, θα πρέπει να καλυφθούν από την πτωχευτική περιουσία, ήτοι βαρύνουν τον οφειλέτη.

Καθώς η πτωχευτική περιουσία συχνά δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων, το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται, προτού αποφανθεί επί αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, να διατάξει τον αιτούντα να προκαταβάλει μέρος των εξόδων της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τάσσοντάς του σχετική προθεσμία, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και οι αναγκαίοι πόροι δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με άλλα μέσα. Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμη και εάν προκύπτει με σαφήνεια ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία. Ο νόμος ορίζει ανώτατο όριο του ποσού της εν λόγω προκαταβολής. Εάν η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ασκείται από περισσότερους αιτούντες, αυτοί υποχρεούνται να καταβάλουν την προκαταβολή από κοινού και εις ολόκληρον.

Εάν η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων, το εναπομένον ποσό καλύπτεται από την προκαταβολή για τα έξοδα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ήτοι βαρύνει τον αιτούντα.

Εάν ούτε η προκαταβολή δεν επαρκεί για να καλύψει τα έξοδα, τα έξοδα καλύπτονται από το Δημόσιο. Ειδική νομοθεσία θέτει όριο στο ποσό των εξόδων που καλύπτει το Δημόσιο.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Δικαιοπραξίες στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης για να μειώσει τις πιθανότητες ικανοποίησης πιστωτών ή για να ευνοήσει ορισμένους πιστωτές έναντι άλλων είναι ανενεργές. Τυχόν παραλείψεις του οφειλέτη στο ίδιο πλαίσιο λογίζονται επίσης ως δικαιοπραξίες. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανενεργών δικαιοπραξιών: α) οι δικαιοπραξίες χωρίς επαρκή αντιπαροχή, β) οι προτιμησιακές δικαιοπραξίες που οδηγούν σε κατάσταση στην οποία ορισμένος πιστωτής λαμβάνει, σε βάρος άλλων πιστωτών, υψηλότερη ικανοποίηση από εκείνη την οποία διαφορετικά θα λάμβανε στο πλαίσιο της πτώχευσης, και γ) οι δικαιοπραξίες στις οποίες ο οφειλέτης περιορίζει με πρόθεση την ικανοποίηση απαίτησης πιστωτή, εφόσον η πρόθεσή του αυτή τελούσε σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του ή, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων, θα έπρεπε να τελεί σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του.

Το ανενεργό δικαιοπραξίας του οφειλέτη κηρύσσεται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου επί αγωγής του διαχειριστή αφερεγγυότητας με την οποία προσβάλλεται η σχετική δικαιοπραξία του οφειλέτη (αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης). Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να ασκήσει αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος των αποτελεσμάτων της απόφασης περί αφερεγγυότητας. Εάν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας, το δικαίωμα άσκησης αγωγής πτωχευτικής ανάκλησης αποσβένεται. Η αντιπαροχή του οφειλέτη στο πλαίσιο ανενεργού δικαιοπραξίας περιέρχεται στην πτωχευτική περιουσία μόλις καταστεί τελεσίδικη η απόφαση πτωχευτικής ανάκλησης.

Το ανενεργό μιας δικαιοπραξίας δεν θίγει τη δυνατότητα εφαρμογής της. Ωστόσο, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, η αντιπαροχή του οφειλέτη στο πλαίσιο ανενεργών δικαιοπραξιών περιέρχεται στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αρχική αντιπαροχή του οφειλέτη στο πλαίσιο ανίσχυρης δικαιοπραξίας δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στην πτωχευτική περιουσία, πρέπει να παρασχεθεί αντίστοιχη αποζημίωση.

Το πτωχευτικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από απόφαση άλλου δικαστηρίου ή πόρισμα άλλης αρχής που αποφαίνεται, στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, ότι δικαιοπραξία που αφορά τα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του οφειλέτη είναι άκυρη, ή από οποιοδήποτε ανάλογο πόρισμα, ανεξαρτήτως του πώς έχει προκύψει. Στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, μόνο το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται να εξετάσει την τυχόν ακυρότητα τέτοιας δικαιοπραξίας, είτε στο πλαίσιο παραπομπής για την έκδοση προδικαστικής απόφασης είτε στο πλαίσιο παρεμπίπτουσας διαφοράς επί του εν λόγω ζητήματος. Αγωγή για τέτοια παρεμπίπτουσα διαφορά μπορούν να ασκήσουν τα μέρη της διαδικασίας αφερεγγυότητας πλην του οφειλέτη, εκτός εάν πρόκειται για οφειλέτη που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και ο εισαγγελέας. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να είναι πάντα είτε ενάγων είτε εναγόμενος. Εάν με την τελεσίδικη απόφαση κριθεί ακολούθως ότι η δικαιοπραξία αναφορικά με στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του οφειλέτη είναι άκυρη, το οικονομικό όφελος που αποκτήθηκε υπό τη μορφή της αντιπαροχής πρέπει να μεταβιβαστεί και πάλι στην πτωχευτική περιουσία.

Εάν δικαιοπραξία αναφορικά με στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του οφειλέτη κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση που κατέστη τελεσίδικη πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, η εν λόγω δικαιοπραξία την οποία αφορά η δικαστική απόφαση λογίζεται ως άκυρη και στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Ειδικοί κανόνες για ορισμένες κατηγορίες απαιτήσεων

Ειδικοί κανόνες εφαρμόζονται στις ακόλουθες κατηγορίες απαιτήσεων:

  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά τη δήλωση αναστολής πληρωμών,
  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έκδοση της απόφασης περί αφερεγγυότητας,
  • απαιτήσεις που ισοδυναμούν με απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας,
  • απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης,
  • απαιτήσεις των μετόχων ή εταίρων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμμετοχή τους στην εταιρεία ή τον συνεταιρισμό.
Τελευταία επικαιροποίηση: 21/08/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση εσθονικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Αφερεγγυότητα - Εσθονία

Η εσθονική νομοθεσία προβλέπει τρεις διαφορετικές διαδικασίες αφερεγγυότητας: την πτωχευτική διαδικασία, τη διαδικασία αναδιοργάνωσης και τη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους. Η πτωχευτική διαδικασία διέπεται από τον πτωχευτικό νόμο, οι κανόνες που διέπουν την αναδιοργάνωση ορίζονται στον νόμο περί αναδιοργάνωσης και οι κανόνες για την αναδιάρθρωση χρέους καθορίζονται στον νόμο περί αναδιάρθρωσης χρέους και προστασίας των χρεών. Οι εν λόγω νόμοι διατίθενται στην εσθονική και στην αγγλική γλώσσα από την επίσημη διαδικτυακή έκδοση της Εσθονίας Riigi Teataja (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως).

Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών από τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη με τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη ή την ανασυγκρότηση της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη. Οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα έχουν την ευκαιρία να απαλλαγούν από τις οφειλές τους μέσω πτωχευτικής διαδικασίας. Στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, εξακριβώνεται η αιτία της αφερεγγυότητας του οφειλέτη.

Σκοπός της διαδικασίας αναδιοργάνωσης είναι να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα και να προστατευθούν τα δικαιώματα των επιχειρήσεων, των πιστωτών και των τρίτων μερών κατά την αναδιοργάνωση μιας εμπορικής επιχείρησης. Η αναδιοργάνωση μιας εμπορικής επιχείρησης συνεπάγεται την εφαρμογή δέσμης μέτρων ώστε να μπορέσει η επιχείρηση να υπερβεί τις οικονομικές δυσκολίες, να αποκαταστήσει τη ρευστότητά της, να βελτιώσει την κερδοφορία της και να διασφαλίσει τη βιώσιμη διαχείρισή της.

Σκοπός της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους είναι να διευκολύνει την αναδιάρθρωση των χρεών φυσικού προσώπου που αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας (οφειλέτης), ώστε να ξεπεραστούν τα προβλήματα φερεγγυότητας και να αποφευχθεί η πτωχευτική διαδικασία. Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους επιτρέπει στον οφειλέτη να αναδιαρθρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις (προσωπικά χρέη) του παρατείνοντας την προθεσμία για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, αποπληρώνοντας την υποχρέωση σε δόσεις ή μειώνοντας το ύψος της υποχρέωσης.

Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας καλύπτει την πτωχευτική διαδικασία. Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας (αναδιατύπωση) καλύπτει την πτωχευτική διαδικασία και τη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους.

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Βάσει του εσθονικού δικαίου, ως φυσικό πρόσωπο νοείται ο άνθρωπος, ενώ νομικό πρόσωπο είναι μια νομική οντότητα που συστάθηκε σύμφωνα με τον νόμο. Ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ως «νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου» νοείται κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο συστήνεται για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων και βάσει νόμου ο οποίος αφορά το αντίστοιχο είδος νομικού προσώπου. Οι ομόρρυθμες εταιρείες, οι ετερόρρυθμες εταιρείες, οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι ανώνυμες εταιρείες, οι εμπορικές ενώσεις, τα ιδρύματα και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Το Δημόσιο, οι τοπικές αρχές και άλλα νομικά πρόσωπα που συστήνονται υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και βάσει νόμου ο οποίος αφορά το εκάστοτε είδος νομικού προσώπου είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

1. Πτωχευτική διαδικασία

Η πτωχευτική διαδικασία μπορεί να κινηθεί κατά νομικών και φυσικών προσώπων, ανεξάρτητα από το αν το φυσικό πρόσωπο είναι επιχείρηση. Το Δημόσιο και οι τοπικές αρχές δεν είναι δυνατό να πτωχεύσουν.

2. Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί να κινηθεί μόνο κατά νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

3. Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους μπορεί να κινηθεί κατά φυσικών προσώπων που αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας, ανεξάρτητα από το αν είναι επιχειρήσεις. Αναδιάρθρωση χρέους μπορεί να ζητήσει οφειλέτης ο οποίος έχει ως τόπο διαμονής την Εσθονία και κατοικεί στην Εσθονία για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

1. Πτωχευτική διαδικασία

Πτώχευση είναι η αφερεγγυότητα οφειλέτη η οποία κηρύσσεται με δικαστική απόφαση. Συνεπώς, η πρώτη βασική προϋπόθεση για την κίνηση πτωχευτικής διαδικασίας είναι η αφερεγγυότητα του οφειλέτη.

Ένας οφειλέτης χαρακτηρίζεται αφερέγγυος εάν αδυνατεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των πιστωτών και εάν, λόγω της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, αυτή η αδυναμία δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα. Οφειλέτης που είναι νομικό πρόσωπο θεωρείται επίσης αφερέγγυος εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για να καλύψουν τις υποχρεώσεις του και εάν, λόγω της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, αυτή η ανεπάρκεια δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα. Αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση πτώχευσης, το δικαστήριο κηρύσσει πτώχευση και σε περίπτωση πιθανής αφερεγγυότητας στο μέλλον. Αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση πτώχευσης, θεωρείται ότι ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος.

Η δεύτερη βασική προϋπόθεση για την κίνηση πτωχευτικής διαδικασίας είναι η υποβολή αίτησης πτώχευσης, η οποία μπορεί να γίνει είτε από τον οφειλέτη είτε από πιστωτή.

Αν η αίτηση πτώχευσης υποβληθεί από τον οφειλέτη, ο οφειλέτης πρέπει να τεκμηριώσει την αφερεγγυότητά του στην αίτηση πτώχευσης. Αν η αίτηση πτώχευσης υποβληθεί από πιστωτή, ο πιστωτής πρέπει να τεκμηριώσει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και να αποδείξει την ύπαρξη της απαίτησης στην αίτηση πτώχευσης.

Το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα πιστωτή να καταβάλει το χρηματικό ποσό που ορίζεται από το δικαστήριο ως προκαταβολή δικαστικών εξόδων ώστε να καλυφθούν η αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου εάν θεωρείται, δικαιολογημένα, ότι η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψή τους. Αν ο πιστωτής δεν καταβάλει την προκαταβολή, η διαδικασία περατώνεται.

Το δικαστήριο αρνείται να κάνει δεκτή την αίτηση πτώχευσης του πιστωτή αν η αίτηση πτώχευσης δεν αποδεικνύει την ύπαρξη απαίτησης του αιτούντα κατά του οφειλέτη, αν η αίτηση πτώχευσης δεν τεκμηριώνει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή αν η αίτηση πτώχευσης βασίζεται σε απαίτηση η οποία έχει ενταχθεί σε σχέδιο αναδιοργάνωσης ή σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους. Το δικαστήριο αρνείται επίσης να κάνει δεκτή μια αίτηση πτώχευσης εάν συντρέχουν άλλοι λόγοι οι οποίοι προβλέπονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Το δικαστήριο αποφασίζει παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας και αν δεν είναι δυνατή η ανάκτηση ή η επιστροφή των στοιχείων ενεργητικού ή η έγερση απαίτησης κατά μέλους οργάνου της διοίκησης.

Το δικαστήριο κηρύσσει την πτώχευση με απόφασή του (απόφαση για κήρυξη πτώχευσης). Μια απόφαση για κήρυξη πτώχευσης πρέπει να ορίζει τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης. Η πτωχευτική διαδικασία αρχίζει με την κήρυξη της πτώχευσης.

Όταν το δικαστήριο κηρύσσει πτώχευση, δημοσιεύει αμέσως σχετική ανακοίνωση (ανακοίνωση πτώχευσης) στην επίσημη έκδοση Ametlikud Teadaanded (Επίσημες Ανακοινώσεις).

Οι αποφάσεις για κήρυξη πτώχευσης είναι άμεσα εκτελεστές. Η εκτέλεση απόφασης για κήρυξη πτώχευσης δεν μπορεί να ανασταλεί ή να αναβληθεί, και ο τρόπος ή η διαδικασία που προβλέπεται από τον νόμο για την εκτέλεση της απόφασης για κήρυξη πτώχευσης δεν μπορεί να αλλάξει. Εάν ανώτερο δικαστήριο ακυρώσει απόφαση για κήρυξη πτώχευσης, αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των νομικών πράξεων που συνάπτονται από ή σε σχέση με τον σύνδικο. Ο οφειλέτης και ο αιτών πιστωτής μπορούν να ασκήσουν εφέσεις κατά της απόφασης για κήρυξη πτώχευσης εντός 15 ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης πτώχευσης. Ο οφειλέτης και ο αιτών την πτώχευση μπορούν να προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά της απόφασης που εκδίδει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί της έφεσης κατά της απόφασης. Ο σύνδικος δεν δύναται να ασκήσει έφεση εξ ονόματος του οφειλέτη ούτε να εκπροσωπήσει τον οφειλέτη στην ακρόαση έφεσης.

Η διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας στην Εσθονία είναι μάλλον μακρά. Οι διαδικασίες που τερματίζονται με παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης διαρκούν κατά μέσο όρο 94 ημέρες για τα νομικά πρόσωπα και 85 ημέρες για τα φυσικά πρόσωπα. Για την κατάρτιση πρότασης διανομής βάσει της οποίας και μόνον είναι δυνατή η πραγματοποίηση πληρωμών στους πιστωτές, απαιτούνται κατά μέσο όρο 462 ημέρες για τα νομικά πρόσωπα και 455 ημέρες για τα φυσικά πρόσωπα. Οι πτωχευτικές διαδικασίες που περατώνονται με συμβιβασμό διαρκούν κατά μέσο όρο 340 ημέρες για τα νομικά πρόσωπα και 352 ημέρες για τα φυσικά πρόσωπα. Οι πιο χρονοβόρες πτωχευτικές διαδικασίες είναι εκείνες που τερματίζονται με παύση εργασιών μετά από κήρυξη πτώχευσης, με μέση διάρκεια 745 ημερών για τα νομικά πρόσωπα και 709 ημερών για τα φυσικά πρόσωπα. Η διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας, από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης έως την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, φτάνει, κατά μέσο όρο, τις 270-280 ημέρες.[1]

Ανακοινώσεις ή διαδικαστικά έγγραφα προς δημοσίευση στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας πρέπει να δημοσιεύονται στο Ametlikud Teadaanded. Το δικαστήριο δύναται να δημοσιεύσει ανακοίνωση σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο της εξέτασης μιας αίτησης πτώχευσης στο Ametlikud Teadaanded. Η ανακοίνωση απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση οφειλέτη (ανακοίνωση πτώχευσης) δημοσιεύεται αμέσως από το δικαστήριο στο Ametlikud Teadaanded.

Πριν από την κήρυξη πτώχευσης και την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, διεξάγεται η λεγόμενη προκαταρκτική διαδικασία. Αν το δικαστήριο αποφασίσει να κάνει δεκτή μια αίτηση πτώχευσης, διορίζει προσωρινό σύνδικο. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να αρνηθεί να διορίσει προσωρινό σύνδικο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, και να κηρύξει τον οφειλέτη σε πτώχευση. Εάν το δικαστήριο δεν διορίσει προσωρινό σύνδικο, η διαδικασία δεν συνεχίζεται στη βάση της αίτησης πτώχευσης και η διαδικασία περατώνεται. Ο προσωρινός σύνδικος καθορίζει τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων του οφειλέτη και των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορούν στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, και εξακριβώνει εάν επαρκούν για να καλύψουν το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο προσωρινός σύνδικος διενεργεί εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας του οφειλέτη καθώς και των προοπτικών για συνέχιση των δραστηριοτήτων της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη και, αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, για ανασυγκρότηση του οφειλέτη, εγγυάται τη διατήρηση των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη, κλπ. Οι δραστηριότητες του προσωρινού συνδίκου πρέπει να καταδείξουν αν η αίτηση πτώχευσης πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί.

2. Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Για να κινηθεί διαδικασία αναδιοργάνωσης για εμπορική επιχείρηση, η επιχείρηση υποβάλλει τη σχετική αίτηση.

Το δικαστήριο κινεί διαδικασία αναδιοργάνωσης αν η αίτηση αναδιοργάνωσης πληροί τις απαιτήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του νόμου περί αναδιοργάνωσης και αν η επιχείρηση έχει τεκμηριώσει με επιχειρήματα ότι:

  1. είναι πιθανό να καταστεί αφερέγγυα στο μέλλον
  2. η εμπορική επιχείρηση χρήζει αναδιοργάνωσης
  3. υπάρχει πιθανότητα βιώσιμης διαχείρισης της εμπορικής επιχείρησης μετά την αναδιοργάνωση.

Δεν κινείται διαδικασία αναδιοργάνωσης εάν:

  1. έχει κινηθεί πτωχευτική διαδικασία κατά της επιχείρησης
  2. έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση για υποχρεωτική διάλυση της επιχείρησης ή εκτελείται συμπληρωματική εκκαθάριση
  3. έχει μεσολαβήσει διάστημα μικρότερο των δύο ετών από την περάτωση διαδικασίας αναδιοργάνωσης σε σχέση με την επιχείρηση.

Αν μια επιχείρηση ζητήσει την αναδιοργάνωση εμπορικής επιχείρησης, το δικαστήριο μπορεί επίσης να αρνηθεί να κάνει δεκτή την αίτηση εάν η επιχείρηση δεν έχει τεκμηριώσει με επιχειρήματα ότι η εμπορική επιχείρηση έχει ανάγκη αναδιοργάνωσης και ότι υπάρχει πιθανότητα βιώσιμης διαχείρισης της επιχείρησης μετά την αναδιοργάνωση.

Η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αναδιοργάνωσης μπορεί να αξιολογηθεί στη βάση της έγκρισης του σχεδίου αναδιοργάνωσης, που χρειάζεται κατά μέσο όρο έξι μήνες από την υποβολή της αίτησης αναδιοργάνωσης.[2] Παρατείνεται επίσης κατά τον χρόνο που χρειάζεται για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης και την επίτευξη πραγματικών αποτελεσμάτων, ο οποίος διαφέρει μεταξύ των διαφόρων διαδικασιών αναδιοργάνωσης.

Αν το δικαστήριο αποφάσισε να κινήσει διαδικασία αναδιοργάνωσης και εξέδωσε απόφαση αναδιοργάνωσης, ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης αποστέλλει αμέσως στους πιστωτές ανακοίνωση αναδιοργάνωσης με την οποία τους ενημερώνει για την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και για το ύψος των απαιτήσεών τους κατά της επιχείρησης σύμφωνα με τον κατάλογο χρεών.

Στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, προκαταρκτική διαδικασία θεωρείται η διαδικασία από την υποβολή της αίτησης αναδιοργάνωσης έως την έγκριση σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, το δικαστήριο αναστέλλει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που διεξάγονται σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαίτησης που γεννήθηκε στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής ο υπολογισμός τόκων υπερημερίας ή συμβατικής ποινής που προσαυξάνεται στο πέρασμα του χρόνου επί απαίτησης κατά της επιχείρησης αναστέλλεται έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση δύναται, κατόπιν αίτησης από επιχείρηση και με την έγκριση του συμβούλου αναδιοργάνωσης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση απαίτησης που εγείρεται στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο στη βάση αίτησης πτώχευσης που υποβάλλεται από πιστωτή, το δικαστήριο μεταθέτει χρονικά την απόφαση σχετικά με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Το δικαστήριο διορίζει σύμβουλο αναδιοργάνωσης έως την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

3. Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους παρέχει στους οφειλέτες τη δυνατότητα να αναδιαρθρώσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους. Ένας οφειλέτης θεωρείται ότι έχει προβλήματα φερεγγυότητας αν δεν είναι σε θέση ή αν είναι πιθανό να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όταν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες.

Για να κινηθεί διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, κατατίθεται από οφειλέτη σχετική αίτηση σε δικαστήριο, η οποία πρέπει να συνοδεύεται, μεταξύ άλλων, από σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους όπου προσδιορίζονται οι προς αναδιάρθρωση υποχρεώσεις και ο τρόπος αναδιάρθρωσης καθώς και η προθεσμία εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Πριν από την κατάθεση αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους σε δικαστήριο, ο οφειλέτης πρέπει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξωδικαστική αναδιάρθρωση του χρέους.

Το δικαστήριο κάνει δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους εάν αυτή πληροί τις απαιτήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του νόμου περί αναδιάρθρωσης χρέους και προστασίας των χρεών. Η απόφαση σχετικά με την αποδοχή αίτησης διαβιβάζεται στον οφειλέτη και σε όλους τους πιστωτές των οποίων τις απαιτήσεις επιδιώκει να αναδιαρθρώσει ο οφειλέτης. Η απόφαση δημοσιεύεται επίσης στο Ametlikud Teadaanded.

Το δικαστήριο δεν κάνει δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους εάν:

  1. ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση
  2. στη διάρκεια της δεκαετίας που προηγήθηκε της κατάθεσης της αίτησης το δικαστήριο έκανε δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους του οφειλέτη ή αίτηση του οφειλέτη για απαλλαγή από χρέη σε πτωχευτική διαδικασία
  3. ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας ή είναι σαφές ότι τα εν λόγω προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς αναδιάρθρωση των χρεών, μεταξύ άλλων με εκποίηση των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη για την κάλυψη των χρεών του σε έναν βαθμό που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται από τον οφειλέτη
  4. η αίτηση ή τα συνημμένα αυτής δεν πληρούν τις νόμιμες απαιτήσεις.

Το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να κάνει δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους εάν:

  1. είναι απίθανο να εγκριθεί ή να τηρηθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους που προτείνεται από τον οφειλέτη, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φερεγγυότητα του οφειλέτη κατά την τριετία που προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους και την ικανότητα του οφειλέτη να ασκήσει ευλόγως κερδοφόρα δραστηριότητα κατά τη διάρκεια ισχύος του σχεδίου αναδιάρθρωσης χρέους, και συνεκτιμώντας την ηλικία, το επάγγελμα και την εκπαίδευση του οφειλέτη
  2. πριν από την κατάθεση της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους στο δικαστήριο, ο οφειλέτης δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για εξωδικαστική αναδιάρθρωση του χρέους
  3. ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα εισοδήματα, τους πιστωτές ή τις υποχρεώσεις του
  4. ο οφειλέτης αρνείται να βεβαιώσει ενόρκως το αληθές των πληροφοριών που υπέβαλε ή να προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες τις οποίες ζήτησε το δικαστήριο
  5. ο οφειλέτης έχει καταδικαστεί για αδίκημα σε σχέση με πτωχευτική διαδικασία ή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, για φορολογικό αδίκημα ή για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα όσον αφορά εταιρείες, και τα στοιχεία που αφορούν την καταδίκη δεν έχουν διαγραφεί από τη βάση δεδομένων ποινικού μητρώου
  6. κατά την τριετία που προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης ή μετά την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με την οικονομική κατάστασή του με σκοπό να εξασφαλίσει ενίσχυση ή άλλες παροχές από το Δημόσιο, την τοπική αυτοδιοίκηση ή κάποιο ίδρυμα ή με σκοπό να φοροδιαφύγει
  7. είναι καταφανές ότι ο οφειλέτης έχει συνάψει σκοπίμως συναλλαγές οι οποίες προκαλούν βλάβη στους πιστωτές.

Αν το δικαστήριο αποφασίσει, αποφαινόμενο για την αίτηση του οφειλέτη, ότι πρέπει να κινηθεί διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο διαβιβάζει την απόφαση σχετικά με την αποδοχή της αίτησης στον οφειλέτη και σε όλους τους πιστωτές των οποίων τις απαιτήσεις επιδιώκει να αναδιαρθρώσει ο οφειλέτης. Η απόφαση δημοσιεύεται επίσης στο Ametlikud Teadaanded.

Στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, η λεγόμενη προκαταρκτική διαδικασία είναι η περίοδος από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους έως την έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης χρέους. Αν η αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους γίνει δεκτή, ο υπολογισμός τόκων υπερημερίας ή συμβατικής ποινής που προσαυξάνεται στο πέρασμα του χρόνου επί απαίτησης κατά του οφειλέτη αναστέλλεται έως την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή την περάτωση της διαδικασίας. Αυτό δεν ισχύει για τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης. Εάν μια αίτηση γίνει δεκτή, ένας πιστωτής δεν μπορεί, στηριζόμενος σε αθέτηση οικονομικής υποχρέωσης η οποία έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους, να καταγγείλει σύμβαση που συνάφθηκε με τον οφειλέτη και γεννά τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης, ή να αρνηθεί, με αυτή την αιτιολογία, την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Συμφωνία βάσει της οποίας πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε καταγγελία σύμβασης εάν υποβληθεί αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους ή εάν εγκριθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους είναι άκυρη. Όταν μια αίτηση γίνεται δεκτή, το δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία διεξάγεται σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη με σκοπό την είσπραξη χρηματικών ποσών έως την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή την περάτωση της διαδικασίας. Το δικαστήριο δύναται επίσης να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά του οφειλέτη επί της οποίας εκκρεμεί δικαστική απόφαση να ακυρώσει μέτρα για την εξασφάλιση αγωγής, συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης τραπεζικών λογαριασμών και να απαγορεύσει στους πιστωτές να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την πρόσθετη ασφάλεια την οποία παρέσχε ο οφειλέτης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων από την εκποίηση ή την αίτηση για εκποίηση του αντικειμένου του ενεχύρου


[1] Έρευνα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αφερεγγυότητας (19 Μαρτίου 2013), η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία συμβούλων AS Pricewaterhouse Coopers, για λογαριασμό του Γραφείου της Κυβέρνησης της Εσθονίας, Ταμείο Συνετών Αποφάσεων, εταίρος: Υπουργείο Δικαιοσύνης, σ. 7.

[2] Όπ.π., σ. 8.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Με την κήρυξη της πτώχευσης, τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνιστούν την πτωχευτική περιουσία και το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης.

Τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνιστούν την πτωχευτική περιουσία βάσει απόφασης για κήρυξη πτώχευσης και χρησιμοποιούνται ως στοιχεία ενεργητικού τα οποία προορίζονται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών και τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας. Ως πτωχευτική περιουσία νοούνται τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και τα στοιχεία ενεργητικού που επιστρέφονται ή ανακτώνται και τα στοιχεία ενεργητικού που αποκτώνται από τον οφειλέτη στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας. Στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά των οποίων δεν είναι δυνατό, βάσει του νόμου, να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή δεν περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

Στοιχεία ενεργητικού κατά των οποίων δεν είναι δυνατό, βάσει του νόμου, να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή διέπονται από τον Κώδικα Διαδικασίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Ο νόμος ορίζει έναν μη εξαντλητικό κατάλογο αντικειμένων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης. Βασικός σκοπός του καταλόγου αντικειμένων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης είναι να διασφαλιστεί μια ελάχιστη κοινωνική προστασία για τον οφειλέτη. Η απαγόρευση εκποίησης αντικειμένων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης εκπορεύεται επίσης από την ανάγκη προστασίας άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων: του δικαιώματος του καθενός να επιλέγει ελεύθερα τον τομέα δραστηριότητας, το επάγγελμα και τη θέση του, το δικαίωμα άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, η θρησκευτική ελευθερία, η προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, κλπ. Επιπροσθέτως, η κατάσχεση ορισμένων αντικειμένων αντιβαίνει στις γενικά αποδεκτές αρχές ηθικής.

Σύμφωνα με την εσθονική νομοθεσία, εφαρμόζονται επίσης περιορισμοί στη κατάσχεση εισοδημάτων, με βασικό σκοπό να διασφαλίζεται ότι ο οφειλέτης διαθέτει τα ελάχιστα μέσα βιοπορισμού που είναι αναγκαία για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη του σύμφωνα με τους όρους της διαδικασίας που διεξάγεται σε σχέση με τον οφειλέτη. Ισχύουν δύο κατηγορίες περιορισμών, αφενός για το μέρος του εισοδήματος που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης και πρέπει να παραμείνει προς χρήση στον οφειλέτη, και αφετέρου για τις λεγόμενες κοινωνικές παροχές: η πρώτη κατηγορία εξασφαλίζει ότι ο οφειλέτης συνεχίζει να διαθέτει τα ελάχιστα μέσα βιοπορισμού, ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει τα ad hoc ποσά που καταβάλλονται για την προστασία ορισμένου δικαιώματος και δεν είναι υποχρεωτικό να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη άλλων υποχρεώσεων. Ωστόσο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι επίσης δυνατή η μερική κατάσχεση κοινωνικών παροχών.

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, κάθε διάθεση στοιχείων ενεργητικού από τον οφειλέτη όσον αφορά αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας είναι άκυρη. Τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάζονται από τον αντισυμβαλλόμενο μετά από πράξη διάθεσης επιστρέφονται στον συμβαλλόμενο εφόσον τα στοιχεία ενεργητικού παραμένουν στην πτωχευτική περιουσία, ή χορηγείται αποζημίωση αν η πτωχευτική περιουσία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Αν ο οφειλέτης προχώρησε σε διάθεση των μελλοντικών απαιτήσεών του πριν από την κήρυξη πτώχευσης, η διάθεση καθίσταται άκυρη όταν κηρύσσεται η πτώχευση όσον αφορά τις απαιτήσεις που γεννώνται μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα δύνανται να διαθέτουν την πτωχευτική περιουσία με τη συναίνεση του συνδίκου. Η διάθεση στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του συνδίκου είναι άκυρη.

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, η εκπλήρωση υποχρέωσης που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία και είναι οφειλόμενη στον οφειλέτη μπορεί να γίνει δεκτή μόνον από τον σύνδικο. Αν η υποχρέωση εκπληρώθηκε προς όφελος του οφειλέτη, η υποχρέωση θεωρείται εκπληρωθείσα μόνον εάν τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν για την εκπλήρωση της υποχρέωσης παραμένουν στην πτωχευτική περιουσία ή εάν η πτωχευτική περιουσία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Αν η υποχρέωση εκπληρώθηκε προς όφελος του οφειλέτη πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης πτώχευσης, η υποχρέωση θεωρείται εκπληρωθείσα εάν το πρόσωπο που εκπλήρωσε την υποχρέωση δεν είχε και δεν όφειλε να έχει γνώση της κήρυξης πτώχευσης όταν εκπλήρωνε την υποχρέωση.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Με την κήρυξη της πτώχευσης, οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα εκπίπτουν του δικαιώματός τους να συνάπτουν συναλλαγές σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία, ενώ οι οφειλέτες που είναι νομικά πρόσωπα εκπίπτουν του δικαιώματός τους να συνάπτουν οποιαδήποτε συναλλαγή.

Ο οφειλέτης παρέχει στο δικαστήριο, τον σύνδικο και την πτωχευτική επιτροπή τις πληροφορίες που χρειάζονται σε σχέση με την πτωχευτική διαδικασία, ιδίως όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεών του, και τις επιχειρηματικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παράσχει στον σύνδικο ισολογισμό και απογραφή των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένου και του παθητικού, κατά την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης.

Το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον οφειλέτη να βεβαιώσει ενόρκως ότι οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού, τα χρέη και τις επιχειρηματικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του είναι ορθές εξ όσων γνωρίζει ο οφειλέτης.

Ο οφειλέτης οφείλει να παρέχει τη συνδρομή του στον προσωρινό σύνδικο και στον σύνδικο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγκαταλείψει την Εσθονία χωρίς την άδεια του δικαστηρίου μετά την κήρυξη της πτώχευσης και πριν προβεί σε ένορκη βεβαίωση.

Το δικαστήριο δύναται να επιβάλει πρόστιμο, υποχρέωση εμφάνισης στις αρχές ή σύλληψη του οφειλέτη σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με δικαστική διαταγή ή προκειμένου να διασφαλιστεί η εκπλήρωση υποχρέωσης που προβλέπεται από τον νόμο.

Ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να εξετάσει τον φάκελο του συνδίκου και τον δικαστικό φάκελο της πτώχευσης. Ο σύνδικος δύναται να αρνηθεί αίτημα του οφειλέτη για εξέταση εγγράφου το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του συνδίκου, τεκμηριώνοντας δεόντως την άρνησή του, εάν αυτό θα έβλαπτε τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας.

Σύνδικος πτώχευσης

  • Ο σύνδικος πτώχευσης συνάπτει συναλλαγές που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία καθώς και άλλες νομικές πράξεις. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις πράξεις του συνδίκου ανήκουν στον οφειλέτη. O σύνδικος, βάσει των καθηκόντων του, παρίσταται στο δικαστήριο ως διάδικος στις διαφορές που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία αντί του οφειλέτη.
  • Με την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης. Στις διαδικασίες πτώχευσης οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο, ο σύνδικος μπορεί να συνάπτει συναλλαγές και νομικές πράξεις σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία. Σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, ο σύνδικος μπορεί να συνάπτει συναλλαγές και νομικές πράξεις σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία μόνο στον βαθμό που κρίνονται αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού της πτωχευτικής διαδικασίας και για την άσκηση των καθηκόντων του συνδίκου.
  • Ο σύνδικος υπερασπίζεται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων των πιστωτών και του οφειλέτη και εγγυάται τη νομιμότητα, την ταχύτητα περάτωσης και το λογικό κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του με τη μέριμνα που είναι αναμενόμενη από έναν επιμελή και έντιμο σύνδικο και να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα όλων των πιστωτών και του οφειλέτη.
  • Ο σύνδικος καθορίζει τις απαιτήσεις των πιστωτών, διαχειρίζεται την πτωχευτική περιουσία, οργανώνει τον προσδιορισμό και την εκποίησή της καθώς και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών από την πτωχευτική περιουσία εξακριβώνει τα αίτια της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και τη χρονική στιγμή στην οποία τοποθετείται η αρχή της αφερεγγυότητας προβαίνει σε ενέργειες ώστε να συνεχιστεί η επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη, κατά περίπτωση αναλαμβάνει την εκκαθάριση του οφειλέτη,όταν ο τελευταίος είναι νομικό πρόσωπο, κατά περίπτωση παρέχει πληροφορίες στους πιστωτές και στον οφειλέτη στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους και παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πτωχευτική διαδικασία στο δικαστήριο, στον υπάλληλο-επόπτη και στην πτωχευτική επιτροπή εκπληρώνει άλλες υποχρεώσεις βάσει του νόμου. Αν η αφερεγγυότητα του οφειλέτη προκλήθηκε λόγω σοβαρού διαχειριστικού σφάλματος, ο σύνδικος οφείλει να εγείρει απαίτηση αποζημίωσης κατά του προσώπου που ευθύνεται για το σφάλμα αμέσως μόλις τεκμηριωθεί επαρκώς το βάσιμο της απαίτησης αποζημίωσης. Εκτός από τα δικαιώματα του συνδίκου όπως προβλέπονται βάσει του νόμου, ο σύνδικος έχει επίσης τα δικαιώματα του προσωρινού συνδίκου.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Στην Εσθονία επιτρέπονται οι συμψηφισμοί στις πτωχευτικές διαδικασίες. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων σε πτωχευτική διαδικασία υπόκειται στις εξής προϋποθέσεις:

1)    οι απαιτήσεις προς συμψηφισμό πρέπει να είναι οικονομικές υποχρεώσεις ή άλλες υποχρεώσεις του ίδιου τύπου

2)    το δικαίωμα του πιστωτή για εκπλήρωση της υποχρέωσής του πρέπει να έχει θεμελιωθεί και η υποχρέωση του οφειλέτη πρέπει να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη

3)    ο πιστωτής πρέπει να υποβάλει δήλωση συμψηφισμού στον οφειλέτη πριν από την υποβολή της τελικής πρότασης διανομής στο δικαστήριο, δήλωση η οποία δεν πρέπει να περιλαμβάνει αιρέσεις ή όρους

4)    το δικαίωμα του πιστωτή για συμψηφισμό της απαίτησής του με την απαίτηση του οφειλέτη πρέπει να έχει θεμελιωθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

Αν η απαίτηση του οφειλέτη τελούσε υπό αναβλητική αίρεση ή δεν είχε λήξει ακόμη όταν κηρύχθηκε η πτώχευση ή αν δεν αφορά την εκπλήρωση υποχρεώσεων του ίδιου τύπου, η απαίτηση μπορεί να συμψηφιστεί μόνο με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, τη λήξη της απαίτησης του οφειλέτη ή όταν οι υποχρεώσεις καταστούν υποχρεώσεις του ίδιου τύπου. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός εάν επέλθει πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης όσον αφορά την απαίτηση του οφειλέτη ή λήξη της απαίτησης προτού ο πιστωτής αποκτήσει δικαίωμα συμψηφισμού της απαίτησής του.

Αν η απαίτηση πιστωτή έχει λήξει, ο πιστωτής μπορεί και πάλι να προχωρήσει σε συμψηφισμό της απαίτησης αν το δικαίωμα συμψηφισμού θεμελιώθηκε πριν από τη λήξη της απαίτησης. Οι πιστωτές μπορούν επίσης να συμψηφίζουν απαιτήσεις που απορρέουν από αδυναμία του οφειλέτη να τηρήσει σύμβαση, αδυναμία που οφείλεται στο γεγονός ότι ο σύνδικος παραιτήθηκε από την υποχρέωση του οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Αν το αντικείμενο συμβατικής υποχρέωσης είναι διαιρέσιμο και ο πιστωτής έχει εν μέρει εκπληρώσει την υποχρέωσή του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε συμψηφισμό με την οικονομική υποχρέωση του οφειλέτη ο οποίος αντιστοιχεί στο μέρος της υποχρέωσης του πιστωτή που έχει εκπληρωθεί. Αν ο οφειλέτης είναι εκμισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου και ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου έχει προκαταβάλει στον οφειλέτη το μίσθωμα για ακίνητο ή επαγγελματικό χώρο πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αυτό θεμελιώνει απαίτηση για αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά του οφειλέτη την οποία ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου μπορεί να συμψηφίσει προς την απαίτηση του οφειλέτη κατά του μισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου, και ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δύναται επίσης να προχωρήσει σε συμψηφισμό απαίτησης αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσης του συμβολαίου ή υπαναχώρησης από το συμβόλαιο.

Απαίτηση που αποκτήθηκε μέσω εκχώρησης μπορεί να συμψηφιστεί σε πτωχευτική διαδικασία μόνον εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε και ο οφειλέτης έλαβε σχετική γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την κήρυξη της πτώχευσης. Απαίτηση κατά του οφειλέτη η οποία αποκτήθηκε μέσω εκχώρησης δεν μπορεί να συμψηφιστεί εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε εντός των τριών ετών που προηγήθηκαν του διορισμού προσωρινού συνδίκου, εάν ο οφειλέτης ήταν τότε αφερέγγυος και εάν το πρόσωπο που έγινε κάτοχος της απαίτησης είχε ή έπρεπε να έχει γνώση της αφερεγγυότητας κατά την εκχώρηση.

Στις απαιτήσεις που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμψηφισμού συγκαταλέγονται οι απαιτήσεις για διατροφή, απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω πρόκλησης βλάβης στην υγεία ή λόγω θανάτου προσώπου και απαιτήσεις που γεννήθηκαν από παράνομη και εκ προθέσεως πρόκληση βλάβης τις οποίες εγείρει ο αντισυμβαλλόμενος κατά του συμβαλλομένου που αιτείται τον συμψηφισμό οι απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου επί των οποίων δεν μπορεί να εγερθεί απαίτηση πληρωμής κατά τον νόμο κατασχεθείσες απαιτήσεις κατά της απαίτησης του συμβαλλομένου κατά του αντισυμβαλλομένου εάν ο συμβαλλόμενος που αιτείται τον συμψηφισμό έγινε κάτοχος της απαίτησης μετά την κατάσχεση ή εάν η απαίτηση έληξε μετά την κατάσχεση και μεταγενέστερα από την κατασχεθείσα απαίτηση απαιτήσεις έναντι των οποίων ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να προβάλλει αντιρρήσεις ή απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου των οποίων ο συμψηφισμός δεν επιτρέπεται για άλλους λόγους που απορρέουν από τη νομοθεσία.

Οι συμψηφισμοί δεν διέπονται από ξεχωριστούς κανόνες στην περίπτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους και, συνεπώς, ισχύει για αυτούς η γενική διαδικασία βάσει του νόμου περί ενοχικού δικαίου.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Πτωχευτική διαδικασία

Ο σύνδικος έχει δικαίωμα να εκπληρώσει μη εκπληρωθείσα υποχρέωση που απορρέει από σύμβαση την οποία σύναψε ο οφειλέτης και να ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή να παραιτηθεί από υποχρέωση του οφειλέτη που απορρέει από σύμβαση, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Ο σύνδικος δεν μπορεί να παραιτηθεί από υποχρέωση του οφειλέτη η οποία απορρέει από σύμβαση εάν η υποχρέωση εξασφαλίζεται από εκ των προτέρων ειδοποίηση που έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο. Αν ο σύνδικος συνεχίσει να εκπληρώνει υποχρέωση του οφειλέτη ή διαβιβάσει ειδοποίηση ότι προτίθεται να εκπληρώσει την υποχρέωση, ο αντισυμβαλλόμενος συνεχίζει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος εκπίπτει του δικαιώματός του να αρνηθεί την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Αν ο σύνδικος ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να τηρήσει τους όρους της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει από τον σύνδικο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να αρνηθεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή να ακυρώσει τη σύμβαση έως ότου ο σύνδικος εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Απαίτηση του αντισυμβαλλόμενου κατά του οφειλέτη η οποία γεννήθηκε από εκπλήρωση υποχρέωσης μετά από αίτημα του συνδίκου για εκπλήρωση της υποχρέωσης από τον αντισυμβαλλόμενο συνιστά ενοποιημένη υποχρέωση. Αν ο σύνδικος παραιτήθηκε από υποχρέωση του οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να εγείρει απαίτηση η οποία απορρέει από αθέτηση σύμβασης υπό την ιδιότητα του πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία. Αν το αντικείμενο συμβατικής υποχρέωσης είναι διαιρέσιμο και ο αντισυμβαλλόμενος έχει εν μέρει εκπληρώσει την υποχρέωσή του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να ζητήσει την εκπλήρωση της οικονομικής υποχρέωσης του οφειλέτη σε βαθμό που αντιστοιχεί στο μέρος της υποχρέωσης του αντισυμβαλλόμενου που έχει εκπληρωθεί μόνον υπό την ιδιότητα του πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία.

Ο νόμος προβλέπει επίσης ειδικές περιπτώσεις για ορισμένους τύπους συμβάσεων:

1)    εάν ο οφειλέτης έχει πωλήσει κινητή περιουσία με επιφύλαξη κυριότητας πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και έχει παραδώσει την κινητή περιουσία στον αγοραστή, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την τήρηση των όρων της σύμβασης πώλησης. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος δεν μπορεί να παραιτηθεί από τις υποχρεώσεις του οφειλέτη που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης

2)    η πτώχευση εκμισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δεν αποτελεί αιτία για λύση του μισθωτηρίου συμβολαίου κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου, εκτός εάν το συμβόλαιο περιέχει διαφορετική πρόβλεψη. Αν το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου ορίζει ότι η πτώχευση αποτελεί αιτία λύσης του συμβολαίου, ο σύνδικος μπορεί να ακυρώσει το συμβόλαιο εντός προθεσμίας ενός μηνός, ή και σε μικρότερο διάστημα εφόσον αυτό προβλέπεται στο συμβόλαιο. Η πτώχευση εκμισθωτή κατοικίας δεν αποτελεί αιτία για λύση του μισθωτηρίου συμβολαίου της κατοικίας. Αν το μίσθωμα για ακίνητο ή επαγγελματικό χώρο έχει προκαταβληθεί στον οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου μπορεί να εγείρει ανταπαίτηση για αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά της απαίτησης του οφειλέτη κατά του μισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου

3)    σε περίπτωση πτώχευσης μισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου, ο εκμισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δύναται να καταγγείλει το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου μόνο σύμφωνα με τη γενική διαδικασία, και το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δεν μπορεί να ακυρωθεί λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του μισθώματος αν η καθυστέρηση αφορά πληρωμή μισθώματος καταβλητέου πριν από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης. Ο σύνδικος έχει δικαίωμα να ακυρώσει το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου που σύναψε ο οφειλέτης εντός προθεσμίας ενός μηνός, ή και σε μικρότερο διάστημα εφόσον αυτό προβλέπεται στο συμβόλαιο. Αν το ακίνητο ή ο επαγγελματικός χώρος δεν έχουν παραδοθεί στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, τόσο ο σύνδικος όσο και ο αντισυμβαλλόμενος δύνανται να υπαναχωρήσουν από το συμβόλαιο. Σε περίπτωση υπαναχώρησης από το συμβόλαιο ή ακύρωσης του συμβολαίου, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για βλάβη την οποία υπέστη από την πρόωρη λύση του συμβολαίου υπό την ιδιότητα του πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία ή μέσω συμψηφισμού

4)    η διαδικασία για τα μισθωτήρια συμβόλαια κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου ισχύει επίσης για τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης που έχει συνάψει ο οφειλέτης.

Ο σύνδικος έχει το δικαίωμα να αποφασίσει τη συνέχιση ή τη λύση μιας σύμβασης, αλλά αν ο αντισυμβαλλόμενος υποβάλει πρόταση στον σύνδικο για άσκηση του δικαιώματος επιλογής, ο σύνδικος πρέπει αμέσως, και το αργότερο εντός επτά ημερών, να γνωστοποιήσει αν προτίθεται να εκπληρώσει ή να παραιτηθεί από την υποχρέωση του οφειλέτη. Μετά από αίτημα συνδίκου, το δικαστήριο μπορεί επίσης να παρατείνει το εν λόγω διάστημα. Αν ο σύνδικος δεν γνωστοποιήσει εγκαίρως την πρόθεσή του να εκπληρώσει την υποχρέωση ή να παραιτηθεί από αυτή, ο σύνδικος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να τηρήσει τους όρους της σύμβασης πριν ο σύνδικος εκπληρώσει την υποχρέωση του οφειλέτη.

Είναι επίσης δυνατό ορισμένες συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τον οφειλέτη να είναι ανακτήσιμες. Π.χ. το δικαστήριο ακυρώνει συμβάσεις που έχουν συναφθεί στη διάρκεια της περιόδου από τον διορισμό προσωρινού συνδίκου έως την κήρυξη της πτώχευσης. Εκτός από τον όρο που αφορά το χρόνο σύναψης, προϋπόθεση για την ανάκτηση είναι η πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα των πιστωτών λόγω της σύμβασης. Αν δεν έχει προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών και αν η πτωχευτική περιουσία δεν αυξάνεται ως αποτέλεσμα της ανάκτησης, δεν συντρέχει λόγος εκτέλεσης της ανάκτησης.

Γενικά, ένας οφειλέτης σε κατάσταση πτώχευσης ή ο σύνδικός του δεν εξουσιοδοτούνται να προχωρούν σε τροποποιήσεις συμβάσεων. Ωστόσο, είναι δυνατή η τροποποίηση συμβάσεων εάν συναφθεί συμβιβασμός μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Σε αυτή την περίπτωση, είναι δυνατή η μερική διαγραφή των χρεών ή η παράταση της πληρωμής κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω διαδικασίας αναδιοργάνωσης ή διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους. Ο πτωχευτικός νόμος, ο νόμος περί αναδιοργάνωσης και ο νόμος περί αναδιάρθρωσης χρέους δεν καλύπτουν την εκχώρηση απαιτήσεων ή την ανάληψη υποχρεώσεων ξεχωριστά, και, συνεπώς, εφαρμόζεται η γενική διαδικασία που προβλέπεται στον νόμο περί ενοχικού δικαίου.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης και διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Η αναδιάρθρωση συμβάσεων επιτρέπεται στις διαδικασίες αναδιοργάνωσης. Συμφωνία βάσει της οποίας πιστωτής δύναται να προχωρήσει σε καταγγελία σύμβασης εάν κινηθεί διαδικασία αναδιοργάνωσης ή εγκριθεί σχέδιο αναδιοργάνωσης είναι άκυρη. Απαιτήσεις που γεννήθηκαν βάσει σύμβασης απασχόλησης ή από συναλλαγή με παράγωγα δεν είναι δυνατό να αναδιαρθρωθούν σε σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Εάν μια αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους γίνει δεκτή, ένας πιστωτής δεν μπορεί, στηριζόμενος σε αθέτηση οικονομικής υποχρέωσης η οποία έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους, να καταγγείλει σύμβαση που συνάφθηκε με τον οφειλέτη και γεννά τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης, ή να αρνηθεί, με αυτή την αιτιολογία, την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Συμφωνία βάσει της οποίας πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε καταγγελία σύμβασης εάν υποβληθεί αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους ή εάν εγκριθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους είναι άκυρη. Υποχρεώσεις απορρέουσες από σύμβαση διαρκούς χαρακτήρα οι οποίες δημιουργούνται ή λήγουν μετά την υποβολή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους μπορούν να συμπεριληφθούν στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους. Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης μπορεί να ορίζεται ότι πιστωτική συμφωνία ή άλλη σύμβαση διαρκούς χαρακτήρα η οποία έχει συναφθεί από οφειλέτη πριν από την υποβολή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους και η οποία επιβάλλει στον οφειλέτη οικονομικές υποχρεώσεις που λήγουν μετά την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους λύεται με την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Η λύση σύμβασης έχει τις ίδιες συνέπειες με την έκτακτη ακύρωση σύμβασης λόγω συνθηκών που σχετίζονται τον οφειλέτη. Οι υποχρεώσεις του οφειλέτη που απορρέουν από λύση σύμβασης μπορούν να υποβληθούν εκ των προτέρων σε αναδιάρθρωση βάσει σχεδίου αναδιάρθρωσης. Αν επίκειται αναδιάρθρωση υποχρεώσεων που γεννώνται από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο εκμισθωτής που έχει και την ιδιότητα του πιστωτή μπορεί εκτάκτως να ακυρώσει τη σύμβαση εντός μίας εβδομάδας από την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, οι πιστωτές στην πτωχευτική διαδικασία μπορούν να εγείρουν τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη μόνο στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να λάβει γνώση όλων των απαιτήσεων των πιστωτών κατά του οφειλέτη οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων. Διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που έχουν κινηθεί κατά οφειλέτη τερματίζονται σε περίπτωση κήρυξης πτώχευσης, και ο πιστωτής πρέπει να εγείρει την απαίτησή του στον σύνδικο πτώχευσης.

Στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, δεν μπορούν να κινηθούν νέες διαδικασίες κατά το διάστημα ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή αναδιάρθρωσης χρέους, αντίστοιχα, μόνον από τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις περιλαμβάνονται στο εν λόγω σχέδιο. Σε περίπτωση αναδιοργάνωσης, αναστέλλονται οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, με εξαίρεση την περίπτωση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαίτησης που γεννήθηκε στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής. Στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ως μέτρο προσωρινής δικαστικής προστασίας ακόμη και πριν από τη λήψη απόφασης ή την υποβολή αίτησης. Κάνοντας δεκτή μια αίτηση, το δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία διεξάγεται σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη με σκοπό την είσπραξη χρηματικών ποσών έως την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή την περάτωση της διαδικασίας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Πτωχευτική διαδικασία

Σε αντιδικίες επί της πτωχευτικής περιουσίας ή επί των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να συμπεριληφθούν στην πτωχευτική περιουσία, το δικαίωμα συμμετοχής στη δικαστική διαδικασία με την ιδιότητα του διαδίκου μεταβιβάζεται από τον οφειλέτη στον σύνδικο. Εάν αγωγή ή άλλη αίτηση σχετικά με την πτωχευτική περιουσία η οποία έχει κατατεθεί από τον οφειλέτη κατά άλλου προσώπου εξετάζεται σε δικαστική διαδικασία η οποία άρχισε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης ή εάν ο οφειλέτης συμμετέχει σε δικαστική διαδικασία ως τρίτος, ο σύνδικος δύναται, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, να συμμετάσχει στη διαδικασία αντί του οφειλέτη. Εάν ο σύνδικος έχει γνώση της εν λόγω διαδικασίας αλλά δεν συμμετέχει σε αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει να συμμετέχει ως ενάγων, αιτών ή τρίτος.

Εάν υπάρχει απαίτηση ιδιοκτησιακής φύσης κατά οφειλέτη σε δικαστική διαδικασία η οποία ξεκίνησε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αλλά εκκρεμεί ακόμη η απόφαση σχετικά με την απαίτηση, το δικαστήριο δεν εξετάζει την απαίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. Το δικαστήριο κινεί εκ νέου τη διαδικασία μετά από αίτηση του ενάγοντα εάν ανώτερο δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση για κήρυξη πτώχευσης και έχει τεθεί σε ισχύ απόφαση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης ή εάν η πτωχευτική διαδικασία τερματίστηκε με παύση εργασιών μετά από κήρυξη πτώχευσης.

Εάν έχει εγερθεί απαίτηση για εξαίρεση αντικειμένου από την πτωχευτική περιουσία κατά του οφειλέτη σε δικαστική διαδικασία η οποία ξεκίνησε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος πτώχευσης μπορεί να συμμετάσχει στη διαδικασία αντί του οφειλέτη. Ο σύνδικος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη ως εναγομένου. Αν ο σύνδικος δεν συμμετέχει στη διαδικασία, η διαδικασία είναι δυνατόν να συνεχιστεί μετά από αίτημα του ενάγοντα.

Αν υπάρχει απαίτηση ιδιοκτησιακής φύσης κατά οφειλέτη σε δικαστική διαδικασία της οποίας η απόφαση επί της απαίτησης είναι εφέσιμη, μπορεί να ασκηθεί έφεση από τον σύνδικο εξ ονόματος του οφειλέτη μετά την κήρυξη πτώχευσης. Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει την έφεση με τη συναίνεση του συνδίκου.

Εάν διοικητική πράξη κατά οφειλέτη αποτελεί αντικείμενο δικαστικής προσφυγής, αναστέλλεται η προθεσμία για προσφυγή κατά της διοικητικής πράξης.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης και διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Μετά την υποβολή αίτησης αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση δύναται, κατόπιν αίτησης από επιχείρηση και με την έγκριση του συμβούλου αναδιοργάνωσης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση απαίτησης που εγείρεται στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο. Όταν κάνει δεκτή μια αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο αναστέλλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά του οφειλέτη επί της οποίας εκκρεμεί η απόφαση έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Συμμετοχή των πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία

Κάθε πιστωτής εκπροσωπεί την απαίτησή του στην πτωχευτική διαδικασία. Οι πιστωτές οφείλουν να γνωστοποιήσουν στον σύνδικο όλες τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης πτώχευσης στο Ametlikud Teadaanded. Ο σύνδικος πρέπει να ενημερώνεται για κάθε απαίτηση μέσω έγγραφης αίτησης (απόδειξη απαίτησης). Οι πιστωτές πρέπει να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους σε γενική συνέλευση των πιστωτών (συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων). Η αναγγελία των δικαιωμάτων ασφάλειας συνδυάζεται με την αναγγελία των απαιτήσεων που αυτά εξασφαλίζουν. Η απαίτηση, η κατάταξή της και το δικαίωμα ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση θεωρείται ότι έγιναν δεκτά εάν ούτε ο σύνδικος ούτε οποιοσδήποτε πιστωτής προβάλλουν αντίρρηση εναντίον τους στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων. Μια απαίτηση ή η κατάταξή της η οποία έγινε δεκτή σε συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αργότερα.

Πέραν του γεγονότος ότι κάθε πιστωτής εκπροσωπεί την απαίτησή του και πέραν την αναγγελίας των απαιτήσεων, οι πιστωτές συμμετέχουν επίσης στη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας μέσω της γενικής συνέλευσης των πιστωτών. Η γενική συνέλευση των πιστωτών είναι αρμόδια να εγκρίνει τον σύνδικο και να εκλέξει την πτωχευτική επιτροπή, να αποφασίσει σχετικά με τη συνέχιση της δραστηριότητας ή τη διάλυση της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη, να αποφασίσει τη διάλυση του οφειλέτη αν ο τελευταίος είναι νομικό πρόσωπο, να συνάψει συμβιβασμό, να αποφασίζει στο μέτρο που προβλέπεται από τον νόμο για ζητήματα που άπτονται της εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, να προβαίνει σε αναγγελία απαιτήσεων, να αποφαίνεται σχετικά με καταγγελίες που υποβάλλονται κατά των δραστηριοτήτων του συνδίκου, να καθορίσει την αμοιβή των μελών της πτωχευτικής επιτροπής και να επιλύει άλλα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της γενικής συνέλευσης των πιστωτών βάσει του νόμου. Αν η γενική συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει να εκλέξει πτωχευτική επιτροπή, η τελευταία έχει καθήκον, μεταξύ άλλων, να προασπίζει τα συμφέροντα όλων των πιστωτών στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.

Συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία αναδιοργάνωσης

Ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης ενημερώνει αμέσως τους πιστωτές για την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και για το ύψος των απαιτήσεών τους κατά της επιχείρησης σύμφωνα με τον κατάλογο χρεών. Για τον σκοπό αυτό, ο σύμβουλος απευθύνει στους πιστωτές ανακοίνωση αναδιοργάνωσης. Εάν πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται σε σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν συμφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, ο πιστωτής υποβάλλει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, γραπτή αίτηση στην οποία εξηγεί σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Αν ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης δεν συμφωνεί με ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αίτηση του πιστωτή, καταθέτει αμέσως την αίτηση συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο και τεκμηριώνει γιατί διαφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης οφείλει να αιτιολογήσει τους ισχυρισμούς του. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη και το πεδίο εφαρμογής της ασφάλειας.

Συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης χρέους αφορούν τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά την υποβολή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους. Η απόφαση για την αποδοχή αίτησης αναδιάρθρωσης λαμβάνεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί, κατά περίπτωση, να συμβουλευθεί επίσης τον πιστωτή και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες ή έγγραφα. Η απόφαση σχετικά με την αποδοχή μιας αίτησης διαβιβάζεται στον οφειλέτη και σε όλους τους πιστωτές των οποίων τις απαιτήσεις επιδιώκει να αναδιαρθρώσει ο οφειλέτης. Εάν μια αίτηση γίνει δεκτή, ένας πιστωτής δεν μπορεί, στηριζόμενος σε αθέτηση οικονομικής υποχρέωσης η οποία έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους, να καταγγείλει σύμβαση που συνάφθηκε με τον οφειλέτη και γεννά τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης, ή να αρνηθεί, με αυτή την αιτιολογία, την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Με τη διαβίβαση σχεδίου αναδιάρθρωσης στον πιστωτή, το δικαστήριο παρέχει στον πιστωτή προθεσμία τουλάχιστον δύο εβδομάδων, όχι όμως μεγαλύτερη των τεσσάρων εβδομάδων, από την παραλαβή του σχεδίου αναδιάρθρωσης προκειμένου να διατυπώσει τη γνώμη του ενώπιον του δικαστηρίου ή στον σύμβουλο. Ο πιστωτής διατυπώνει τις απόψεις του σχετικά με το αν ο ίδιος συμφωνεί με τα στοιχεία του οφειλέτη όσον αφορά την απαίτηση και την ασφάλεια, με τον υπολογισμό του χρέους από τον οφειλέτη και με την αναδιάρθρωση του χρέους κατά τον τρόπο που προτείνει ο οφειλέτης. Εάν ο πιστωτής δεν συμφωνεί με την αναδιάρθρωση του χρέους κατά τον τρόπο που προτείνει ο οφειλέτης, ο πιστωτής πρέπει να διευκρινίσει αν θα συμφωνούσε με την αναδιάρθρωση του χρέους με άλλο τρόπο. Εάν πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται στην αναδιάρθρωση δεν συμφωνεί με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τον οφειλέτη στον κατάλογο χρεών, ο πιστωτής ενημερώνει το δικαστήριο ή, ανάλογα με το τι έχει ορίσει το δικαστήριο, τον σύμβουλο, εντός της προθεσμίας που έχει τεθεί από το δικαστήριο σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση και υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Αν ο οφειλέτης ή ο σύμβουλος δεν συμφωνεί με ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αίτηση του πιστωτή, καταθέτει αμέσως την αίτηση συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο και τεκμηριώνει γιατί διαφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη της ασφάλειας.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνιστούν την πτωχευτική περιουσία βάσει απόφασης για κήρυξη πτώχευσης και χρησιμοποιούνται ως στοιχεία ενεργητικού τα οποία προορίζονται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών και τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας. Ως πτωχευτική περιουσία νοούνται τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και τα στοιχεία ενεργητικού που επιστρέφονται ή ανακτώνται και τα στοιχεία ενεργητικού που αποκτώνται από τον οφειλέτη στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας. Στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά των οποίων δεν είναι δυνατό, βάσει του νόμου, να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή δεν περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

Με την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης. Μετά την κήρυξη πτώχευσης, κάθε διάθεση στοιχείων ενεργητικού από τον οφειλέτη όσον αφορά αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας είναι άκυρη. Πριν από την κήρυξη πτώχευσης, το δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει σε οφειλέτη την διάθεση των στοιχείων ενεργητικού ή μέρους των στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του προσωρινού συνδίκου.

Τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη πρέπει να περιέλθουν στον σύνδικο ώστε να αρχίσει η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας αμέσως μετά την έκδοση απόφασης για κήρυξη πτώχευσης. Ο σύνδικος πρέπει να απαιτήσει επιστροφή των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη που έχουν περιέλθει στην κατοχή τρίτου για την πτωχευτική περιουσία, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας περιλαμβάνει τη σύναψη πράξεων σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της πτωχευτικής περιουσίας και τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και τη διαχείριση των δραστηριοτήτων του οφειλέτη εάν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο ή την οργάνωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του οφειλέτη εάν ο τελευταίος είναι αυτοαπασχολούμενος. Στις πτωχευτικές διαδικασίες οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα, ο σύνδικος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διοικητικού συμβουλίου ή του οργάνου που υποκαθιστά το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου στον βαθμό που δεν έρχονται σε σύγκρουση με τον σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας. Η ευθύνη του συνδίκου είναι ισοδύναμη με την ευθύνη μέλους οργάνου της διοίκησης.

Ο σύνδικος δύναται να συνάπτει συναλλαγές σε μετρητά σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία μόνο με άδεια του δικαστηρίου. Ο σύνδικος δεν πραγματοποιεί πληρωμές σε μετρητά στους πιστωτές με βάση τον συντελεστή διανομής. Ο σύνδικος δύναται να συνάπτει συναλλαγές με ιδιαίτερη συνάφεια για την πτωχευτική διαδικασία μόνο με τη συναίνεση της πτωχευτικής επιτροπής. Οι συναλλαγές ιδιαίτερης συνάφειας είναι, πρωτίστως, ο δανεισμός και, στην περίπτωση εμπορικής επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία, όλες οι συναλλαγές που δεν εμπίπτουν στη συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης. Ο σύνδικος δεν επιτρέπεται να συνάπτει συναλλαγές με τον εαυτό του ή με πρόσωπα που σχετίζονται με τον ίδιο σε σχέση με ή για λογαριασμό της πτωχευτικής περιουσίας, ούτε να συνάπτει άλλες συναλλαγές παρεμφερούς χαρακτήρα ή συναλλαγές που ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων, ούτε, τέλος, να ζητεί αποζημίωση για τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνεται σε αυτές τις συναλλαγές.

Ο σύνδικος μπορεί να αρχίσει την εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας μετά την πρώτη γενική συνέλευση των πιστωτών, εκτός εάν η συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει διαφορετικά. Αν ο οφειλέτης έχει ασκήσει έφεση κατά της απόφασης για κήρυξη πτώχευσης, τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν μπορούν να εκποιηθούν χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη πριν από την ακρόαση της έφεσης που ασκήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Οι περιορισμοί αυτοί δεν ισχύουν για την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού τα οποία υπόκεινται σε άμεση φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους ή έχουν υψηλό κόστος φύλαξης ή διατήρησης. Αν η εμπορική επιχείρηση του πιστωτή συνεχίζει τις δραστηριότητες της, τα στοιχεία ενεργητικού δεν μπορούν να εκποιηθούν αν αυτό δημιουργεί εμπόδια στη συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Αν κατατεθεί πρόταση συμβιβασμού, τα στοιχεία ενεργητικού δεν μπορούν να εκποιηθούν πριν από τη σύναψη του συμβιβασμού, εκτός εάν η γενική συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει ότι μπορούν να εκποιηθούν, ανεξαρτήτως της πρότασης συμβιβασμού. Η πτωχευτική περιουσία εκποιείται με πλειστηριασμό σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Διαδικασίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Έγερση απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη

Όλες οι απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά του οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης εγείρονται κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων. Με την κήρυξη της πτώχευσης, όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη θεωρούνται ληξιπρόθεσμες, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Εάν πιστωτής κατέθεσε αντίστοιχη απαίτηση ενώπιον του δικαστηρίου επί της οποίας όμως εκκρεμεί η δικαστική απόφαση, το δικαστήριο αναστέλλει την εκδίκαση της αγωγής και ο πιστωτής πρέπει να εγείρει την απαίτηση στον σύνδικο πτώχευσης. Εάν πιστωτής εγείρει απαίτηση ενώπιον του δικαστηρίου και το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση που έχει τεθεί σε ισχύ, ο πιστωτής πρέπει επίσης να εγείρει την απαίτησή του στον σύνδικο πτώχευσης, αλλά η εν λόγω απαίτηση θεωρείται ότι έχει αναγγελθεί. Εάν ο οφειλέτης μπορούσε να αμφισβητήσει τη δικαστική απόφαση, ο σύνδικος πτώχευσης έχει το ίδιο δικαίωμα.

Χειρισμός των απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, οι πιστωτές στην πτωχευτική διαδικασία μπορούν να εγείρουν τις απαιτήσεις του κατά του οφειλέτη μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον πτωχευτικό νόμο. Έγερση απαίτησης μπορεί να γίνει μόνο στον σύνδικο πτώχευσης και αφορά μόνο τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από την κήρυξη πτώχευσης. Δεν είναι δυνατή η έγερση απαιτήσεων που γεννώνται μετά την κήρυξη πτώχευσης πριν από την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Επισημαίνεται το γεγονός ότι, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, στις περισσότερες περιπτώσεις η περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας συνεπάγεται εκκαθάριση του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον πρόσωπο κατά του οποίου μπορούν να εγείρονται απαιτήσεις μετά την πτωχευτική διαδικασία. Συνεπώς, απαιτείται προσοχή και συνεκτίμηση του ενεχόμενου κινδύνου κατά τη σύναψη συναλλαγών με νομικό πρόσωπο που έχει πτωχεύσει. Απαιτήσεις κατά φυσικού προσώπου οι οποίες γεννώνται κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας μπορούν να εγείρονται μετά την πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης για βλάβη που προκλήθηκε στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας από παράνομη πράξη οφειλέτη ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο συνιστούν ενοποιημένες υποχρεώσεις και, συνεπώς, ο οφειλέτης μπορεί να κληθεί να τις εκπληρώσει στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Μπορεί επίσης να εφαρμοστεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία για τις υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν.

Είναι επίσης δυνατό να προκύψει κατάσταση στην οποία ο οφειλέτης προβαίνει, μετά την κήρυξη της πτώχευσης, σε διάθεση αντικειμένου που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία. Η εν λόγω διάθεση είναι άκυρη, καθώς, με την κήρυξη πτώχευσης, το το δικαίωμα διαχείρισης και διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας μεταβιβάστηκε στον σύνδικο πτώχευσης. Αν, παρά ταύτα, ο οφειλέτης προχωρήσει σε διάθεση, τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάζονται από τον αντισυμβαλλόμενο μετά από πράξη διάθεσης επιστρέφονται στον συμβαλλόμενο εφόσον τα στοιχεία ενεργητικού έχουν παραμείνει στην πτωχευτική περιουσία, ή χορηγείται αποζημίωση αν η πτωχευτική περιουσία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Εάν ο οφειλέτης διαθέσει το αντικείμενο την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης, θεωρείται ότι η διάθεση πραγματοποιήθηκε μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Εάν ο οφειλέτης προχώρησε σε διάθεση των μελλοντικών απαιτήσεών του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, η διάθεση καθίσταται άκυρη με την κήρυξη της πτώχευσης όσον αφορά τις απαιτήσεις που γεννώνται μεταγενέστερα. Οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα δύνανται να διαθέτουν την πτωχευτική περιουσία με τη συναίνεση του συνδίκου. Η διάθεση στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του συνδίκου είναι άκυρη.

Χειρισμός των απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης χρέους

Κατά τη διάρκεια ισχύος ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης, δεν μπορεί να κατατεθεί δήλωση απαίτησης στη βάση απαίτησης η οποία εντάσσεται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης. Μπορούν να κατατίθενται δηλώσεις απαίτησης για άλλες απαιτήσεις. Κατά τη διάρκεια ισχύος ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης, δεν μπορεί να κατατεθεί δήλωση απαίτησης ή αίτηση στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει αίτησης για απαίτηση η οποία εντάσσεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Μπορούν να κατατίθενται δηλώσεις απαίτησης για άλλες απαιτήσεις. Η έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν περιορίζει το δικαίωμα του πιστωτή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά των απαιτήσεων που δεν έγιναν δεκτές στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Ο πιστωτής μπορεί επίσης να ασκήσει προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά του ύψους της απαίτησης έως του μεριδίου που δεν γίνεται δεκτό.

Η υποβολή αίτησης αναδιοργάνωσης ή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους από οφειλέτη επιφέρει αναστολή της περιόδου παραγραφής σε σχέση με τις απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Μετά την υποβολή αίτησης αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση δύναται, κατόπιν αίτησης από επιχείρηση και με την έγκριση του συμβούλου αναδιοργάνωσης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση απαίτησης που εγείρεται στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο. Όταν κάνει δεκτή μια αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο αναστέλλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά του οφειλέτη επί της οποίας εκκρεμεί η απόφαση έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

Το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης μιας επιχείρησης από την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Η έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης του οφειλέτη από την εκπλήρωση της υποχρέωσης.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Κανόνες που διέπουν την αναγγελία, επαλήθευση και αποδοχή των απαιτήσεων στην πτωχευτική διαδικασία

Οι πιστωτές οφείλουν να γνωστοποιήσουν στον σύνδικο όλες τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης πτώχευσης στο Ametlikud Teadaanded. Με την κήρυξη της πτώχευσης, όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη θεωρούνται ληξιπρόθεσμες. Ο σύνδικος πρέπει να ενημερώνεται για κάθε απαίτηση μέσω έγγραφης αίτησης (απόδειξη απαίτησης). Η απόδειξη απαίτησης περιγράφει το περιεχόμενο, τη βάση και το ύψος της απαίτησης και αναφέρει κατά πόσον η απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με ενέχυρο. Τα έγγραφα που αποδεικνύουν τα γεγονότα που αναφέρονται στην απόδειξη απαίτησης επισυνάπτονται σε αυτή. Ο σύνδικος οφείλει να επαληθεύσει αν οι εγερθείσες απαιτήσεις είναι δικαιολογημένες και αν υπάρχουν τα δικαιώματα ασφάλειας που εξασφαλίζουν την απαίτηση. Οι πιστωτές και ο οφειλέτης μπορούν να προβάλουν εγγράφως αντιρρήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις ή τα δικαιώματα ασφάλειας που εξασφαλίζουν τις απαιτήσεις πριν από τη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων.

Η αναγγελία των πιστώσεων γίνεται σε γενική συνέλευση των πιστωτών (συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων). Η αναγγελία των δικαιωμάτων ασφάλειας συνδυάζεται με την αναγγελία των απαιτήσεων που αυτά εξασφαλίζουν. Στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων, οι απαιτήσεις εξετάζονται σύμφωνα με τη σειρά έγερσης της κάθε απαίτησης. Η απαίτηση, η κατάταξή της και το δικαίωμα ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση θεωρούνται ότι έγιναν δεκτά εάν ούτε ο σύνδικος ούτε οποιοσδήποτε πιστωτής προβάλει αντίρρηση εναντίον του στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων, ή εάν ο σύνδικος ή ο πιστωτής που πρόβαλε αντίρρηση παραιτηθεί από την αντίρρηση στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων. Ο σύνδικος οφείλει να προβάλει αντίρρηση κατά απαίτησης ή δικαιώματος ασφάλειας στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων εάν συντρέχουν λόγοι αντίρρησης. Στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων, οι απαιτήσεις που ικανοποιήθηκαν από οριστική δικαστική ή διαιτητική απόφαση, τα δικαιώματα ασφάλειας τα οποία έγιναν δεκτά από οριστική δικαστική ή διαιτητική απόφαση και τα δικαιώματα ασφάλειας που έχουν καταχωρισθεί στο κτηματολόγιο, στο νηολόγιο, στο μητρώο εμπορικών ενεχύρων ή στο κεντρικό μητρώο κινητών αξιών της Εσθονίας θεωρείται ότι γίνονται δεκτά χωρίς αναγγελία. Καταρτίζεται κατάλογος των απαιτήσεων που γίνονται δεκτές.

Στα πρακτικά της συνέλευσης για την αναγγελία των απαιτήσεων αναφέρεται αν έγινε δεκτή κάθε ξεχωριστή απαίτηση ή το δικαίωμα ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση και ποιος πρόβαλε αντίρρηση κατά της απαίτησης, της κατάταξής της και του δικαιώματος ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση. Στα πρακτικά καταγράφεται επίσης ποιος παραιτήθηκε από αντίρρηση την οποία είχε υποβάλει. Εάν απαίτηση ενός πιστωτή δεν έγινε δεκτή και ο πιστωτής δεν κατέθεσε αγωγή για αποδοχή της απαίτησης ή εάν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, οι αντιρρήσεις του πιστωτή κατά των απαιτήσεων άλλου πιστωτή δεν λαμβάνονται υπόψη. Αν δεν προβληθούν άλλες αντιρρήσεις κατά της απαίτησης άλλου πιστωτή, η απαίτηση θεωρείται ότι γίνεται δεκτή. Απαίτηση ή η κατάταξή της η οποία έχει γίνει δεκτή σε συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων δεν μπορεί ακολούθως να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.

Κανόνες που διέπουν την αναγγελία, επαλήθευση και αποδοχή των απαιτήσεων στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, ο οφειλέτης καταθέτει κατάλογο χρεών στον οποίο περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη καθώς και οι αντίστοιχοι πιστωτές. Συνεπώς, οι ίδιοι οι πιστωτές δεν εγείρουν απαιτήσεις. Πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται σε σχέδιο αναδιοργάνωσης και ο οποίος δεν συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης στη διαδικασία αναδιοργάνωσης δύναται να υποβάλει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης γραπτή αίτηση στην οποία εξηγεί σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει ενστάσεις στα επιχειρήματα του πιστωτή, αλλά οφείλει να τεκμηριώσει τις θέσεις του. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη και το πεδίο εφαρμογής της ασφάλειας.

Στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, ο οφειλέτης υποβάλλει σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους στο οποίο περιλαμβάνονται οι προς αναδιάρθρωση υποχρεώσεις και ο τρόπος αναδιάρθρωσης που προτείνει ο οφειλέτης. Όπως και στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, οι ίδιοι οι πιστωτές δεν εγείρουν απαιτήσεις. Εάν πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται στην αναδιάρθρωση δεν συμφωνεί με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τον οφειλέτη στον κατάλογο χρεών, ο πιστωτής ενημερώνει το δικαστήριο ή, ανάλογα με το τι έχει ορίσει το δικαστήριο, τον σύμβουλο, εντός της προθεσμίας που έχει τεθεί από το δικαστήριο σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση και υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Αν ο οφειλέτης ή ο σύμβουλος δεν συμφωνεί με ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αίτηση του πιστωτή, καταθέτει αμέσως την αίτηση συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο και τεκμηριώνει γιατί διαφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη της ασφάλειας.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Εφαρμόζεται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης όλων των πιστωτών. Ωστόσο, προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις οι οποίες παρέχουν σε πιστωτές προνομιακό δικαίωμα.

Πριν από την καταβολή χρηματικών ποσών με βάση τους συντελεστές διανομής, οι πληρωμές που σχετίζονται με την πτωχευτική διαδικασία πραγματοποιούνται από την πτωχευτική περιουσία κατά την εξής σειρά:

1) απαιτήσεις που γεννώνται ως συνέπεια της εξαίρεσης ή της ανάκτησης στοιχείων ενεργητικού

2) διατροφή που καταβάλλεται στον οφειλέτη και στα προστατευόμενα μέλη του

3) ενοποιημένες υποχρεώσεις

4) κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας.

Αφού πραγματοποιηθούν οι ανωτέρω πληρωμές, ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά την εξής σειρά:

1) αναγνωρισμένες απαιτήσεις που εξασφαλίζονται με ενέχυρο

2) άλλες αναγνωρισμένες απαιτήσεις που υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα

3) άλλες απαιτήσεις που δεν υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα, αλλά έγιναν δεκτές.

Είναι δυνατό να υπάρχει ευθύνη τρίτου για υποχρεώσεις του οφειλέτη στην περίπτωση των αλληλέγγυων οφειλετών. Σε αυτή την περίπτωση, ο αλληλέγγυος οφειλέτης φέρει ευθύνη έναντι του πιστωτή, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Αν ένας αλληλέγγυος οφειλέτης καταβάλει μερίδιο του χρέους για το οποίο εγείρει επίσης απαίτηση ο πιστωτής κατά του οφειλέτη, το μερίδιο αυτό αφαιρείται από την απαίτηση.

Είναι επίσης δυνατή η μεταβίβαση υποχρέωσης του οφειλέτη σε τρίτο βάσει της νομοθεσίας. Εάν ο εργοδότης έχει καταστεί αφερέγγυος, αν δηλαδή ο εργοδότης κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αν η πτωχευτική διαδικασία τερματίστηκε με παύση εργασιών, ο εργαζόμενος λαμβάνει αποζημίωση για τους μισθούς που δεν εισέπραξε πριν από την κήρυξη πτώχευσης του εργοδότη, για τα επιδόματα αδείας που δεν εισέπραξε πριν από την κήρυξη πτώχευσης του εργοδότη και για τις παροχές που δεν εισέπραξε λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας πριν ή μετά την κήρυξη αφερεγγυότητας του εργοδότη. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας εργοδότη, πιστωτής στην πτωχευτική διαδικασία για τις εισφορές ασφάλισης κατά της ανεργίας που δεν εισπράχθηκαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας καθίσταται το Δημόσιο.

Στις διαδικασίες αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης χρέους, δεν μπορεί να γίνει αναφορά σε πτωχευτική περιουσία και οι απαιτήσεις ικανοποιούνται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή αναδιάρθρωσης χρέους. Το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης μιας επιχείρησης από την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Αν το πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης μιας επιχείρησης έχει εκπληρώσει την υποχρέωση, το πρόσωπο έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της επιχείρησης μόνο στον βαθμό που η επιχείρηση είναι υπεύθυνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Η έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης του οφειλέτη από την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Αν το πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης του οφειλέτη έχει εκπληρώσει την υποχρέωση, το πρόσωπο έχει δικαίωμα προσφυγής κατά του οφειλέτη μόνο στον βαθμό που ο οφειλέτης είναι υπεύθυνος για την εκπλήρωση της υποχρέωσης βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας και αποτελέσματα της περάτωσης

Η πτωχευτική διαδικασία τερματίζεται με την απόρριψη της αίτησης πτώχευσης, την παύση των εργασιών της πτώχευσης, όταν πάψουν να υφίστανται οι λόγοι της πτώχευσης, με συναίνεση των πιστωτών, όταν εγκριθεί η τελική έκθεση, όταν εγκριθεί συμβιβασμός ή για άλλους λόγους που προβλέπονται από τη νομοθεσία.

Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας και αν δεν είναι δυνατή η ανάκτηση ή η επιστροφή των στοιχείων ενεργητικού ή η έγερση απαίτησης κατά μέλους οργάνου της διοίκησης. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να αποφασίσει την παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνίστανται κατά κύριο λόγο σε απαιτήσεις για ανάκτηση ή σε απαιτήσεις κατά τρίτων και η ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων θεωρείται απίθανη. Το δικαστήριο δεν αποφασίζει παύση των εργασιών της πτώχευσης εάν ο οφειλέτης, πιστωτής ή τρίτος μεταφέρει το ποσό που έχει ορίσει το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας στον λογαριασμό που έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό. Αν η πτωχευτική διαδικασία οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο τερματιστεί με παύση εργασιών, ο προσωρινός σύνδικος διενεργεί εκκαθάριση του νομικού προσώπου εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος της απόφασης για την περάτωση της διαδικασίας χωρίς διαδικασία εκκαθάρισης. Αν, με την παύση των εργασιών της πτώχευσης, ο οφειλέτης έχει στην κατοχή του στοιχεία ενεργητικού, καταβάλλεται η αμοιβή του προσωρινού συνδίκου και καλύπτονται οι αναγκαίες δαπάνες κατά προτεραιότητα.

Το δικαστήριο περατώνει την πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτηση του οφειλέτη εάν έχουν πάψει να υφίστανται οι λόγοι για την πτωχευτική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης μπορεί να αποδείξει ότι δεν είναι αφερέγγυος ή ότι δεν είναι πιθανό να καταστεί αφερέγγυος στην περίπτωση που η πτώχευση κηρύχθηκε επειδή ο οφειλέτης ήταν πιθανό να καταστεί αφερέγγυος στο μέλλον. Αν η πτωχευτική διαδικασία περατωθεί επειδή έχουν πάψει να υφίστανται οι λόγοι για την πτωχευτική διαδικασία, δεν προβλέπεται διάλυση του νομικού προσώπου.

Το δικαστήριο περατώνει την πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτηση του οφειλέτη εάν όλοι οι πιστωτές που κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις τους συναινούν στην περάτωση της διαδικασίας. Εάν οφειλέτης που είναι νομικό πρόσωπο είναι μονίμως αφερέγγυος, το δικαστήριο αποφαίνεται όσον αφορά την εκκαθάριση του οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο με απόφαση για την περάτωση της διαδικασίας.

Η πτωχευτική διαδικασία τερματίζεται με την έγκριση τελικής έκθεσης, όταν ο σύνδικος καταθέσει την τελική έκθεση στην πτωχευτική επιτροπή και στο δικαστήριο. Στην τελική έκθεση, ο σύνδικος παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πτωχευτική περιουσία και τα χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν από την εκποίησή της, σχετικά με πληρωμές, με απαιτήσεις που έγιναν δεκτές από πιστωτές, με αγωγές που κατατέθηκαν και που δεν έχουν κατατεθεί ακόμη, κλπ. Οι πιστωτές δύνανται να υποβάλλουν ενστάσεις επί της τελικής έκθεσης ενώπιον του δικαστηρίου. Το δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά με την έγκριση της τελικής έκθεσης και την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο αρνείται να εγκρίνει την τελική έκθεση και, με απόφασή του, την επιστρέφει στον σύνδικο για τη συνέχιση της πτωχευτικής διαδικασίας εάν η τελική έκθεση αποκαλύψει ότι τα δικαιώματα του οφειλέτη ή των πιστωτών παραβιάστηκαν κατά την πτωχευτική διαδικασία.

Η πτωχευτική διαδικασία μπορεί επίσης να τερματιστεί με συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός είναι μια συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και των πιστωτών του η οποία έχει ως αντικείμενο την πληρωμή των χρεών και περιλαμβάνει απομείωση των χρεών ή παράταση της προθεσμίας εξόφλησης. Ο συμβιβασμός συνάπτεται στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας με βάση πρόταση του οφειλέτη ή του συνδίκου μετά την κήρυξη πτώχευσης. Η απόφαση συμβιβασμού εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση των πιστωτών. Το δικαστήριο αποφασίζει για την έγκριση του συμβιβασμού. Το δικαστήριο περατώνει την πτωχευτική διαδικασία μέσω απόφασης που εγκρίνει τον συμβιβασμό.

Εάν η πτωχευτική διαδικασία δεν έχει περατωθεί εντός δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος υποβάλλει έκθεση στην πτωχευτική επιτροπή και στο δικαστήριο κάθε έξι μήνες έως την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Στην έκθεση ο σύνδικος εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν έχει ολοκληρωθεί η πτωχευτική διαδικασία και παρέχει πληροφορίες σχετικά με την εκποιηθείσα και την ανεκποίητη πτωχευτική περιουσία και σχετικά με τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας. Το δικαστήριο αποδεσμεύει τον σύνδικο όταν περατωθεί η πτωχευτική διαδικασία, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Το δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποδεσμεύσει τον σύνδικο αν, κατά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, η πτωχευτική περιουσία δεν έχει εκποιηθεί στο σύνολό της, αν εκκρεμεί η είσπραξη χρηματικών ποσών για την πτωχευτική περιουσία, αν οι αγωγές που κατατέθηκαν από τον σύνδικο δεν έχουν εξεταστεί, ή αν ο σύνδικος προτίθεται ή είναι υποχρεωμένος να καταθέσει αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος συνεχίζει επίσης να εκτελεί τα καθήκοντά του και μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν, μετά το πέρας της πτωχευτικής διαδικασίας και την αποδέσμευση του συνδίκου, εισπραχθούν χρηματικά ποσά στην πτωχευτική περιουσία, αν καταστούν διαθέσιμα χρηματικά ποσά που είχαν κατατεθεί προς διανομή ή αν καταστεί σαφές ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει αντικείμενα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη όταν καταρτίστηκε η πρόταση διανομής, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για επόμενη διανομή, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του συνδίκου ή πιστωτή.

Περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αποτελέσματα της περάτωσης

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης τερματίζεται αν περατωθεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, αν ακυρωθεί το σχέδιο αναδιοργάνωσης, αν το σχέδιο αναδιοργάνωσης εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, ή αν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης όπως ορίζεται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης. Σε περίπτωση που ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, η διαδικασία αναδιοργάνωσης τερματίζεται εάν η επιχείρηση έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης πριν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί να περατωθεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία μόνο πριν από την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Το δικαστήριο περατώνει τη διαδικασία αναδιοργάνωσης πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία εάν η επιχείρηση αθετήσει την υποχρέωσή της να συνεργαστεί ή δεν καταβάλει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των δαπανών του συμβούλου ή του εμπειρογνώμονα αναδιοργάνωσης, αν το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν εγκριθεί, αν η επιχείρηση υποβάλει αίτηση για τον σκοπό αυτό, αν οι λόγοι για την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης πάψουν να υφίστανται, αν κατασπαταληθούν τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης ή αν προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών, αν το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν υποβληθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή αν η απαίτηση είναι ασαφής. Αν το δικαστήριο περατώσει τη διαδικασία αναδιοργάνωσης πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, παύουν αναδρομικά να υφίστανται όλες οι συνέπειες της έναρξης της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

Με τη λήξη της προθεσμίας για την εφαρμογή σχεδίου αναδιοργάνωσης περατώνεται η διαδικασία αναδιοργάνωσης.

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί επίσης να τερματιστεί με την ακύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης ακυρώνεται αν η επιχείρηση έχει καταδικαστεί για πτωχευτικό αδίκημα ή για ποινικό αδίκημα σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν η επιχείρηση δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις της βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ότι η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει το σχεδίου αναδιοργάνωσης, κατόπιν αίτησης του συμβούλου αναδιοργάνωσης αν δεν καταβάλλεται η αμοιβή για την εποπτεία ή αν η επιχείρηση δεν παρέχει συνδρομή στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης τις πληροφορίες που χρειάζεται για τη διενέργεια της εποπτείας, αν η επιχείρηση υποβάλει αίτηση για ακύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ή, τέλος, αν η επιχείρηση πτωχεύσει. Αν ακυρωθεί ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης, παύουν αναδρομικά να υφίστανται οι συνέπειες της έναρξης της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

Περάτωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους και αποτελέσματα της περάτωσης

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους τερματίζεται όταν απορρίπτεται η αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους, όταν ακυρώνεται το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους, όταν περατώνεται η διαδικασία ή λήγει η προθεσμία για την εφαρμογή όπως ορίζεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους. Σε περίπτωση που ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, η διαδικασία τερματίζεται εάν ο οφειλέτης έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης πριν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Το δικαστήριο ακυρώνει σχέδιο αναδιάρθρωσης μετά από αίτηση του οφειλέτη ή αν ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση. Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει σχέδιο αναδιάρθρωσης αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις του βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, αν είναι προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιάρθρωσης, ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει του εν λόγω σχεδίου, αν ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας ή τα έχει ξεπεράσει, αν ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα εισοδήματα, τους πιστωτές ή τις υποχρεώσεις του, αν ο οφειλέτης πραγματοποίησε πληρωμές σε πιστωτές που δεν περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, προκαλώντας έτσι σημαντική βλάβη στα συμφέροντα των άλλων πιστωτών, αν ο οφειλέτης δεν παρέχει συνδρομή στο δικαστήριο ή στον σύμβουλο κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διενέργεια της εποπτείας, ή αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των δαπανών του συμβούλου ή του εμπειρογνώμονα. Αν ακυρωθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης, παύουν αναδρομικά να υφίστανται οι συνέπειες της έγκρισης της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας

Μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, απαιτήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν εγερθεί, αλλά δεν εγέρθηκαν στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας και απαιτήσεις οι οποίες κατατέθηκαν αλλά δεν ικανοποιήθηκαν, ή κατά των οποίων ο οφειλέτης πρόβαλε αντίρρηση, μπορούν να εγερθούν από τους πιστωτές κατά του οφειλέτη σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπολογίζονται τόκοι και τόκοι υπερημερίας για την περίοδο της πτωχευτικής διαδικασίας.

Εάν οφειλέτης που είναι φυσικό πρόσωπο απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, οι απαιτήσεις των πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία οι οποίοι δεν προχώρησαν σε έγερση των απαιτήσεών τους στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων καταβολής αποζημίωσης για βλάβη που προκλήθηκε σκοπίμως από παράνομη πράξη ή πληρωμής διατροφής για κατιόντα ή ανιόντα συγγενή, διαγράφονται.

Μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πιστωτές δύνανται επίσης να εγείρουν απαιτήσεις οι οποίες γεννήθηκαν από ενοποιημένες υποχρεώσεις και δεν ικανοποιήθηκαν στην πτωχευτική διαδικασία κατά του οφειλέτη. Απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διάρκεια πτωχευτικής διαδικασίας και δεν μπορούσαν να εγερθούν στην πτωχευτική διαδικασία μπορούν επίσης να εγείρονται κατά του οφειλέτη σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Σε αυτή την περίπτωση, η περίοδος παραγραφής υπολογίζεται από την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Στον βαθμό που απαίτηση πιστωτή η οποία έγινε δεκτή στην πτωχευτική διαδικασία δεν ικανοποιήθηκε στην πτωχευτική διαδικασία, η απόφαση είναι η πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης εκτός εάν ο οφειλέτης έχει προβάλλει αντίρρηση κατά της απαίτησης ή αν το δικαστήριο έκανε δεκτή την απαίτηση του πιστωτή.

Δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης

Εάν μια διαδικασία αναδιοργάνωσης περατωθεί όταν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή σχεδίου αναδιοργάνωσης, ένας πιστωτής μπορεί να επιβάλει αναγκαστική εκτέλεση απαίτησης η οποία αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης μόνο στον βαθμό που συμφωνήθηκε στο σχέδιο αναδιοργάνωσης αλλά δεν εκπληρώθηκε σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Αν ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης ακυρωθεί ή τερματιστεί πρόωρα, παύουν αναδρομικά να υφίστανται όλες οι συνέπειες της έναρξης της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης να εγείρει απαίτηση κατά της επιχείρησης αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους

Αν απορριφθεί μια αίτηση ή περατωθεί μια διαδικασία, παύουν αναδρομικά να υφίστανται όλες οι συνέπειες της αποδοχής της αίτησης. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης να εγείρει απαίτηση κατά του οφειλέτη αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης, ένας πιστωτής μπορεί να επιβάλει αναγκαστική εκτέλεση απαίτησης η οποία αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης μόνο στον βαθμό που συμφωνήθηκε στο σχέδιο αναδιάρθρωσης αλλά δεν εκπληρώθηκε σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτωχευτική διαδικασία

Εάν μια αίτηση πτώχευσης γίνει δεκτή ή η αν πτωχευτική διαδικασία περατωθεί με συμβιβασμό, το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας καλύπτεται από την πτωχευτική περιουσία. Αν το δικαστήριο απορρίψει αίτηση πτώχευσης πιστωτή ή αν η διαδικασία περατωθεί επειδή ο πιστωτής αποσύρει την αίτηση πτώχευσης, το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας επιβαρύνει τον πιστωτή. Σε περίπτωση παύσης των εργασιών της πτώχευσης, το δικαστήριο αποφασίζει για τον επιμερισμό του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας ανάλογα με τις συνθήκες.

Εάν διαδικασία που κινήθηκε μετά από αίτηση του οφειλέτη περατωθεί με παύση εργασιών χωρίς κήρυξη πτώχευσης και τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για τις απαιτούμενες πληρωμές, το δικαστήριο διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει την αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου που είναι επιλέξιμα για επιστροφή, αλλά μπορεί να διατάξει την απόδοσή τους από το Δημόσιο. Η καταβολή αποζημίωσης για την αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου από το Δημόσιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 397 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων φόρων, εκτός του φόρου προστιθέμενης αξίας). Το δικαστήριο δεν διατάσσει καταβολή αποζημίωσης για την αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου από το Δημόσιο εάν ο οφειλέτης, πιστωτής ή τρίτο πρόσωπο έχει μεταφέρει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων του προσωρινού συνδίκου που είναι επιλέξιμα για επιστροφή στον λογαριασμό ο οποίος έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Εάν κινηθεί διαδικασία αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση οφείλει να μεταφέρει το ποσό που έχει ορίσει το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αρχικής αμοιβής και των αρχικών εξόδων του συμβούλου αναδιοργάνωσης στον λογαριασμό που έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό. Αν η επιχείρηση δεν καταβάλει αυτό το ποσό, το δικαστήριο περατώνει τη διαδικασία αναδιοργάνωσης. Το ύψος της αμοιβής και των εξόδων του συμβούλου αναδιοργάνωσης για το οποίο καταβάλλεται αποζημίωση αποφασίζεται από το δικαστήριο μετά την αποδέσμευση του συμβούλου αναδιοργάνωσης ή την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης με βάση την έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες και τα έξοδα του συμβούλου αναδιοργάνωσης.

Αν το δικαστήριο ζητήσει τη συμβολή εμπειρογνωμόνων στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, οι εμπειρογνώμονες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης για τα αναγκαία και δικαιολογημένα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν κατά την άσκηση των υποχρεώσεών τους και δικαίωμα αμοιβής για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το ύψος της αμοιβής και των εξόδων του εμπειρογνώμονα για το οποίο καταβάλλεται αποζημίωση αποφασίζεται από το δικαστήριο μετά την αποδέσμευση του εμπειρογνώμονα με βάση την έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες και τα έξοδα του εμπειρογνώμονα η οποία υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από το δικαστήριο. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής του εμπειρογνώμονα, το δικαστήριο μπορεί επίσης να συμβουλευθεί την επιχείρηση.

Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Ο οφειλέτης επιβαρύνεται με το κόστος της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους. Τα δικονομικά έξοδα των πιστωτών επιβαρύνουν τους ίδιους τους πιστωτές. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον οφειλέτη να καταβάλει τα δικονομικά έξοδα των πιστωτών αν ο οφειλέτης υπέβαλε εν γνώσει του αβάσιμη αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους ή αν ο οφειλέτης έγινε αιτία να υποβληθούν οι πιστωτές σε διαδικαστικά έξοδα υποβάλλοντας με άλλο τρόπο εν γνώσει του ψευδείς πληροφορίες ή υποβάλλοντας εν γνώσει του αβάσιμη αίτηση ή αντίρρηση. Ο οφειλέτης δεν λαμβάνει δικονομική ενίσχυση από το Δημόσιο για την πληρωμή της αμοιβής του Δημοσίου. Αν το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους εφαρμοστεί, ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει τις δαπάνες της δικονομικής ενίσχυσης που χορηγείται από το Δημόσιο. Εάν διοριστεί σύμβουλος ή εμπειρογνώμονας, το δικαστήριο ορίζει το ποσό που πρέπει να μεταφέρει ο οφειλέτης ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων του συμβούλου ή του εμπειρογνώμονα στον λογαριασμό που έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Πτωχευτική διαδικασία

Με την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης. Μετά την κήρυξη πτώχευσης, κάθε διάθεση στοιχείων ενεργητικού από τον οφειλέτη όσον αφορά αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας είναι άκυρη. Οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα δύνανται να διαθέτουν την πτωχευτική περιουσία με τη συναίνεση του συνδίκου. Η διάθεση στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του συνδίκου είναι άκυρη.

Το δικαστήριο ακυρώνει, μέσω διαδικασίας ανάκτησης, συναλλαγές ή άλλες νομικές πράξεις του οφειλέτη οι οποίες συνάφθηκαν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και προκαλούν βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών. Εάν συναλλαγή που αποτελεί αντικείμενο ανάκτησης ή άλλη πράξη που αποτελεί αντικείμενο ανάκτησης συνάφθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου από τον διορισμό προσωρινού συνδίκου έως την κήρυξη πτώχευσης, η συναλλαγή ή η πράξη θεωρείται ότι έχει προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών.

Ο οφειλέτης, ένας πιστωτής ή ο σύνδικος μπορεί να ζητήσουν από το δικαστήριο ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης των πιστωτών εάν η απόφαση είναι αντίθετη με την νομοθεσία ή ελήφθη κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία ή αν το δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης προβλέπεται ρητώς από τη νομοθεσία. Μπορεί επίσης να ζητηθεί ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης των πιστωτών εάν η απόφαση προκαλεί βλάβη στα κοινά συμφέροντα των πιστωτών.

Αν έχει κινηθεί διαδικασία για την απαλλαγή οφειλέτη ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο από τις υποχρεώσεις του, το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήματος πιστωτή, να ακυρώσει την απόφαση που απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις υποχρεώσεις του οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας εντός ενός έτους από την έκδοση της απόφασης, εάν καταστεί προφανές ότι ο οφειλέτης είχε εκ προθέσεως αθετήσει τις υποχρεώσεις του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την απαλλαγή του οφειλέτη από τις υποχρεώσεις του και, ως εξ αυτού, εμπόδισε ουσιαστικώς την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Αν ο οφειλέτης και οι πιστωτές συμφωνήσουν να συνάψουν συμβιβασμό μετά την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τον συμβιβασμό αν ο οφειλέτης έχει καταδικαστεί για πτωχευτικό αδίκημα ή για ποινικό αδίκημα σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του συμβιβασμού, ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους του συμβιβασμού. Η ακύρωση ενός συμβιβασμού έχει συνέπειες για όλους τους πιστωτές που συμμετείχαν στον συμβιβασμό και, συνεπώς, προστατεύει το γενικό σύνολο των πιστωτών.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Το δικαστήριο ακυρώνει ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης αν η επιχείρηση έχει καταδικαστεί για πτωχευτικό αδίκημα ή για ποινικό αδίκημα σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν η επιχείρηση δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις της βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ότι η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει το σχεδίου αναδιοργάνωσης, κατόπιν αίτησης του συμβούλου αναδιοργάνωσης αν δεν καταβάλλεται η αμοιβή για την εποπτεία ή αν η επιχείρηση δεν παρέχει συνδρομή στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης τις πληροφορίες που χρειάζεται για τη διενέργεια της εποπτείας, αν η επιχείρηση υποβάλει αίτηση, ή, τέλος, αν η επιχείρηση πτωχεύσει. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης να εγείρει απαίτηση κατά της επιχείρησης αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό, ενώ πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Το δικαστήριο ακυρώνει ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση ή αν ο οφειλέτης πτωχεύσει, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις του βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιάρθρωσης, ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει αυτού, αν ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας ή τα έχει ξεπεράσει και η αναδιάρθρωση των απαιτήσεων των πιστωτών δεν είναι πλέον δίκαιη για τους πιστωτές λόγω ουσιαστικής αλλαγής των συνθηκών, αν ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα εισοδήματα, τους πιστωτές ή τις υποχρεώσεις του, αν ο οφειλέτης πραγματοποίησε πληρωμές σε πιστωτές που δεν περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, προκαλώντας έτσι σημαντική βλάβη στα συμφέροντα των άλλων πιστωτών, αν ο οφειλέτης δεν παρέχει συνδρομή στο δικαστήριο ή στον σύμβουλο κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διενέργεια της εποπτείας, ή αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης να εγείρει απαίτηση κατά του οφειλέτη αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/02/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Αφερεγγυότητα - Ελλάδα

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορούν να στραφούν κατά εμπόρων και κατά ενώσεων προσώπων  με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Για την έναρξη της διαδικασίας απαιτείται  αίτηση  από τον ίδιο τον οφειλέτη ή  από  πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών  όταν υφίστανται λόγοι δημοσίου συμφέροντος . Προϋποθέσεις  για το άνοιγμα της διαδικασίας : α) όταν την κήρυξη ζητεί  πιστωτής, να έχει περιέλθει ο οφειλέτης σε κατάσταση  παύσης των πληρωμών, β)  όταν την κήρυξη της ζητά ο ίδιος ο οφειλέτης αρκεί και επαπειλούμενη αδυναμία του  πληρωμών. Το δικαστήριο ορίζει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πλέον των δυο ετών από την δημοσίευση της απόφασης. Ο  Πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά την αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον , μπορεί να διατάζει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο  για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές  μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη.  Τα  μέτρα αυτά παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της πτωχευτικής απόφασης.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη οπουδήποτε και αν βρίσκεται , κατά την κήρυξη της πτώχευσης. Δεν περιλαμβάνονται α)  τα ακατάσχετα, ήτοι πράγματα απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του  και πράγματα που είναι απαραίτητα για πρόσωπα (οφειλέτες) που με την προσωπική εργασία τους αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, β) τα εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμου. Επίσης δεν περιλαμβάνονται ότι αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης, στερείται αυτοδικαίως  την διοίκηση της περιουσίας του ήτοι την διαχείριση και την διάθεσή της .Κάθε πράξη διοίκησης εκ μέρους του , χωρίς την σύμπραξη του συνδίκου είναι ανενεργής. Την διοίκηση της περιουσίας αναλαμβάνει ο σύνδικος . Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις,  που ορίζει ο νόμος,  μπορεί να ανατεθεί στον οφειλέτη η διοίκηση της περιουσίας του. Ως σύνδικος διορίζεται δικηγόρος με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία. Το έργο του συνδίκου επιβλέπει ο Εισηγητής Δικαστής. Για ορισμένες πράξεις του συνδίκου,  απαιτείται  άδεια του Πτωχευτικού Δικαστηρίου. Το Πτωχευτικό Δικαστήριο ασκεί την ανώτατη εποπτεία στη διεύθυνση των εργασιών της πτώχευσης.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει  το δικαίωμα του πιστωτή να προτείνει συμψηφισμό ανταπαίτησης του προς την αντίστοιχη απαίτηση του οφειλέτη, εφόσον  οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν  πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Οι απαγορεύσεις συμψηφισμού όπου ισχύουν , εφαρμόζονται και στην πτώχευση.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Οι κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης εκκρεμείς αμφοτεροβαρείς συμβάσεις , στις οποίες συμβαλλόμενος είναι ο οφειλέτης, διατηρούν της ισχύ τους, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον Πτωχευτικό Κώδικα . Ο σύνδικος με την άδεια του Εισηγητή Δικαστή, έχει το δικαίωμα να εκπληρώσει τις εκκρεμείς συμβάσεις και να απαιτήσει την εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο. Συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα  διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά από τον  νόμο. Εξαιρούνται  οι χρηματοοικονομικές συμβάσεις. Οι ρυθμίσεις του πτωχευτικού νόμου δεν θίγουν το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση. Η κήρυξη της πτώχευσης  αποτελεί λόγο λύσεως των συμβάσεων προσωπικού χαρακτήρα, όπου συμβαλλόμενο μέρος είναι ο οφειλέτης. Ο σύνδικος μπορεί να μεταβιβάσει σε τρίτο συμβατική σχέση με αντισυμβαλλόμενο τον οφειλέτη. Με την κήρυξη της πτώχευσης λύεται η σχέση εργασίας.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Από την κήρυξη της πτωχεύσεως αναστέλλονται αυτοδικαίως  όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών τους απαιτήσεων,  με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων για τους ενέγγυους πιστωτές , για τους οποίους δεν ισχύει η αναστολή επί των συγκεκριμένων υπέγγυων στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Και για τους εν λόγω πιστωτές όμως,  μπορεί υπό προϋποθέσεις να ισχύσει ολιγόμηνη αναστολή. Ειδικότερα,   με την κήρυξη της πτώχευσης απαγορεύεται η έναρξη συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών η καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση δικών επ΄αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως ή εκτέλεσή τους με στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Οι εκκρεμείς κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης δίκες,  εφόσον δανειστής είναι ο οφειλέτης συνεχίζονται από τον σύνδικο. Εφόσον είναι  οφειλέτης οι δίκες διακόπτονται να ακολουθείται η διαδικασία αναγγελίας και επαλήθευσης.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Οι πιστωτές υποχρεούνται να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη,  στο γραμματέα των Πτωχεύσεων ‘Ολοι οι πιστωτές ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπραγμάτων ασφαλειών καθώς και οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν οι υπό αίρεση,  συγκροτούν  τη συνέλευση των πιστωτών. Η συνέλευση συγκαλείται  αρχικά με την απόφαση του κηρύσσει την πτώχευση. Η συνέλευση μπορεί να εκλέξει τριμελή επιτροπή πιστωτών, η οποία με τη σειρά της  πρέπει να ορίσει κοινό  για όλα τα μέλη, αντίκλητο. Η τριμελής επιτροπή πιστωτών παρακολουθεί την πορεία των εργασιών της πτώχευσης.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Μετά την περάτωση της απογραφής της κινητής και ακίνητης περιουσίας του  οφειλέτη, ο σύνδικος και μόνο  για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών, απευθύνεται στο εισηγητή δικαστή και ζητεί  να του επιτρέψει την πώληση εμπορευμάτων ή κινητών της περιουσίας. Μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξέλεγξης των πιστώσεων και εφόσον δεν επιτευχθεί αποδοχή ή επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης  της επιχείρησης ή αυτή ακυρώθηκε , ο σύνδικος προβαίνει στη ρευστοποίηση  του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος  αυτής στους πιστωτές  με την εκποίηση είτε της επιχείρησης ως συνόλου είτε επιμέρους στοιχείων της .Ειδικότερα για την εκποίηση ακινήτων του οφειλέτη απαιτείται η άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου που παρέχεται μετά από αίτηση του συνδίκου και έκθεση του εισηγητή Δικαστή.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

΄Ολοι οι πιστωτές  του οφειλέτη μπορούν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και να καταθέσουν τα έγγραφά τους στον γραμματέα των πτωχεύσεων ανεξαρτήτως αν οι απαιτήσεις τους έχουν ή όχι προνομιακό χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια. Ως πτωχευτικοί πιστωτές λογίζονται εκείνοι που κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση. Οι μεταπτωχευτικές απαιτήσεις δεν αναγγέλλονται .Τα δικαστικά έξοδα του συνδίκου, τα έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας,   αλλά και η αντιμισθία του συνδίκου και τα τυχόν ομαδικά πιστώματα προαφαιρούνται,  μετά την ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και ικανοποιούνται,  πριν την κατάταξη των πιστωτών του οφειλέτη.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

‘Οσον αφορά την αναγγελία των απαιτήσεων αυτή πρέπει να γίνει εγγράφως (όπου πρέπει αναφέρεται το είδος η αιτία, ο χρόνος γένεσης αυτών κλπ),  στο γραμματέα των Πτωχεύσεων, μέσα σε ένα μήνα από την δημοσίευση της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Αν χαθεί η ως άνω προθεσμία αναγγελίας, ο πιστωτής μπορεί να ασκήσει ανακοπή  και να ζητήσει να επαληθευφθεί η απαίτησή του  από το Πτωχευτικό Δικαστήριο. ΄Οσον αφορά την διαδικασία επαληθεύσεων  ισχύουν τα ακόλουθα : α) διενεργείται  από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή δικαστή,   τρεις ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας αναγγελίας, β) ο πιστωτής του οποίου επαληθεύεται η απαίτηση, μπορεί να παρίσταται προσωπικά ή δια τρίτου προσώπου πληρεξουσίου του, γ) η επαλήθευση γίνεται με αντιπαραβολή των εγγράφων του πιστωτή με τα βιβλία και τα έγγραφα του οφειλέτη, δ) ο εισηγητής δικαστής συντάσσει Έκθεση  για την επαλήθευση των πιστώσεων, ε)σε περίπτωση αμφισβήτησης ο εισηγητής αποφασίζει  την προσωρινή ή μη παραδοχή της  απαίτησης, στ) κατά τη διαδικασία των επαληθεύσεων αντιρρήσεις μπορούν να προβάλλουν ο οφειλέτης, ο σύνδικος, οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν ήδη γίνει δεκτές. Τελος δεν υπάρχει ειδικό website που να περιέχει ειδικές φόρμες για τις παραπάνω διαδικασία. Υπάρχουν όμως ειδικές φόρμες στη γραμματεία των Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Ο σύνδικος μετά την ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας, συντάσσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος, τον οποίο υποβάλλει στον εισηγητή δικαστή. Ο τελευταίος κηρύσσει τον πίνακα εκτελεστό και ο πίνακας τοιχοκολλάται στα γραφεία του. Κατά την διανομή λαμβάνονται υπ’ οψιν τα τυχόν υπάρχοντα  γενικά προνόμια: (i.)απαιτήσεις από χρηματοδότηση οποιασδήποτε φύσεως για συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη, ii)απαιτήσεις για τη κηδεία και νοσήλεια του οφειλέτη, iii)απαιτήσεις για την παροχή αναγκαίων τροφίμων, iv)απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας αμοιβές δικηγόρων , ,v) απαιτήσεις αγροτών, vi)απαιτήσεις του Δημοσίου και ΟΤΑ, vii)  απαιτήσεις του Συνεγγυητικού   ή ειδικά προνόμια των πιστωτών ήτοι  απαιτήσεις που έχουν προνόμιο σε ορισμένο κινητό ή ακίνητο πράγμα του οφειλέτη ή σε ποσότητα χρημάτων .Επί συρροής προνομίων ήτοι όταν πρόκειται για  προϊόν  εκποίησης πράγματος ή χρηματικής ποσότητας,  εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές  αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί να υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο ο οφειλέτης και ο σύνδικος. Πρέπει να περιλαμβάνει ως ελάχιστο περιεχόμενο την πληροφόρηση ως προς την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη  και την προτεινομένη ικανοποίηση των πιστωτών, περιγραφή των ληπτέων  μέτρων,  όπως διοργανωτικές μεταβολές, επιχειρησιακά προγράμματα,  τη διαμόρφωση των δικαιωμάτων και γενικά της θέσης κάθε πιστωτή ανάλογα με την κατηγορία όπου ανήκει κλπ..Το πτωχευτικό δικαστήριο προβαίνει αυτεπάγγελτα σε προεξέταση του σχεδίου,  εντός 20 ημερών από την υποβολή του., απορρίπτει δε αυτό για τους  συγκεκριμένους  από τον νόμο προβλεπόμενους λόγους.  Αν δεν απορρίψει το σχέδιο,  το δικαστήριο καθορίζει με την απόφασή του,   αμέσως,  προθεσμία όχι μεγαλύτερη των 3 μηνών,    για την αποδοχή η μη αυτού από τους πιστωτές και καθορίζει ημερομηνία σύγκλησής τους.  Η συζήτηση και η ψηφοφορία επί του σχεδίου γίνεται ενώπιον  του εισηγητή δικαστή . Για την αποδοχή του σχεδίου απαιτούνται ειδικές πλειοψηφίες. Μετά την αποδοχή του από τους πιστωτές το σχέδιο αναδιοργάνωσης  υποβάλλεται στο δικαστήριο για επικύρωση . Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που το επικυρώνει,   το σχέδιο αποκτά δεσμευτική ισχύ για όλους τους πιστωτές,   οποιαδήποτε κατηγορίας ανεξάρτητα αν έχουν αναγγείλει ή όχι τις απαιτήσεις τους.  Η πτωχευτική διαδικασία περατώνεται .Οι πτωχευτικοί πιστωτές αναλαμβάνουν τις ατομικές διώξεις.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Μετά την κήρυξη της παύσης της πτώχευσης  αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση, ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του και οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα. Ειδικότερα μετά την ρευστοποίησής περιουσίας,  περατώνεται η πτώχευση  και εντός μηνός  ο σύνδικος καταθέτει έκθεση λογοδοσίας.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας καταλογίζονται στη πτωχευτική περιουσία.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης( ύποπτη περίοδο) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται (πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης )ή μπορούν να ανακληθούν (πράξεις δυνητικής ανάκλησης )υπό τους όρους που  προσδιορίζει η πτωχευτική νομοθεσία .Την σχετική ανακλητική αξίωση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ασκεί ο σύνδικος και υπό ορισμένες προϋποθέσεις και πιστωτής . ‘Οποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη υποχρεούται να το  αναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/11/2016

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Αφερεγγυότητα - Ισπανία

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας, καλούμενες concurso de acreedores («συνέλευση πιστωτών») εφαρμόζονται σε οφειλέτες του αστικού δικαίου και σε εμπόρους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Ο νόμος αριθ. 25/2015, της 28ης Ιουλίου 2015, εισήγαγε ορισμένες ειδικές προδιαγραφές για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας στις οποίες ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ιδίως για να παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να απαλλαγεί από τις οφειλές που δεν διευθετούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Οποιοσδήποτε οφειλέτης μπορεί να κηρυχθεί αφερέγγυος, είτε είναι φυσικό πρόσωπο (περιλαμβανομένων των ανηλίκων ή των προσώπων χωρίς νομική ικανότητα) είτε νομικό πρόσωπο, επιχειρηματίας ή καταναλωτής, παρότι ο νόμος περιέχει ορισμένες ειδικές διατάξεις ανάλογα με το καθεστώς του εκάστοτε οφειλέτη, ιδίως ως προς τις εμπορικές εταιρίες ή τους καταναλωτές.

Τα νομικά πρόσωπα μπορούν να κηρυχθούν αφερέγγυα, ακόμη κι αν βρίσκονται σε εκκαθάριση. Καμία επιρροή δεν έχει το αν ανήκουν σε όμιλο εταιριών, διότι η αφερεγγυότητα μπορεί να κηρυχθεί για μια ή περισσότερες εταιρίες του ομίλου, και όχι για τον ίδιο τον όμιλο.

Διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι δυνατόν να κινηθούν και για κληρονομιά, με τον όρο ότι δεν έχει γίνει ανεπιφύλακτη αποδοχή της κληρονομιάς.

Οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης του κράτους, τα όργανα του δημοσίου τομέα και άλλα όργανα δημοσίου δικαίου δεν μπορούν να κηρυχθούν αφερέγγυα.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

2.1 Προϋποθέσεις για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας:

Ο νόμος ορίζει ορισμένες υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να ξεκινήσουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας:

A) Υποκειμενική προϋπόθεση: οποιοσδήποτε οφειλέτης μπορεί να κηρυχθεί αφερέγγυος, είτε είναι φυσικό είτε νομικό πρόσωπο, επιχειρηματίας ή καταναλωτής, παρότι ο νόμος περιέχει ορισμένες ειδικές διατάξεις ανάλογα με τον νομικό τύπο του εκάστοτε οφειλέτη, ιδίως ως προς τις εμπορικές εταιρίες ή τους καταναλωτές.

Οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης του κράτους, τα όργανα του δημοσίου τομέα και άλλα όργανα δημοσίου δικαίου δεν μπορούν να κηρυχθούν αφερέγγυα.

B) Αντικειμενική προϋπόθεση: η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, που ορίζεται ως η αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων σε τακτική βάση.

2.2 Μέρη που μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών

Τα προαπαιτούμενα για την υποβολή της αίτησης διαφέρουν ανάλογα με το αν η αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας κατατίθεται από τον οφειλέτη ή τους πιστωτές.

Εάν την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας υποβάλλει ο οφειλέτης (εκούσια διαδικασία), πρέπει να δικαιολογήσει ενώπιον του δικαστηρίου ότι βρίσκεται σε παρούσα ή επικείμενη αφερεγγυότητα δηλαδή, ότι δεν μπορεί να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις σε τακτική βάση. Εάν η αφερεγγυότητα είναι παροντική, ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μέσα σε δύο μήνες απ’ όταν περιήλθε ή θα έπρεπε να περιέλθει σε γνώση του η αφερεγγυότητά του.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον νόμο, στο εν λόγω διάστημα των δύο μηνών, ο οφειλέτης μπορεί να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο ότι διαπραγματεύεται μια συμφωνία με τους πιστωτές για την αναχρηματοδότηση της οφειλής σε αυτή την περίπτωση, η προθεσμία αναστέλλεται για το διάστημα των διαπραγματεύσεων και οι πιστωτές δεν μπορούν να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων που είναι αναγκαία για τη δραστηριότητα του οφειλέτη για τρεις μήνες. Μετά την παρέλευση της εν λόγω περιόδου, εφόσον δεν καταρτιστεί συμφωνία με τους πιστωτές, οι οφειλέτες πρέπει σε διάστημα ενός μήνα να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Οι οφειλέτες πρέπει να καταθέσουν ορισμένα έγγραφα μαζί με την αίτηση, όπως μια έκθεση για την οικονομική τους δραστηριότητα, μια απογραφή των περιουσιακών τους στοιχείων, έναν πίνακα πιστωτών από τον οποίο να προκύπτει η εκάστοτε πιστωτική εξασφάλιση, έναν κατάλογο εργαζομένων και τις οικονομικές τους καταστάσεις, εφόσον έχουν υποχρέωση τήρησης λογιστικών στοιχείων.

Οι οφειλέτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, απαιτείται να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας όταν βρίσκονται σε κατάσταση παρούσας αφερεγγυότητας, η οποία ορίζεται ως η αδυναμία του προσώπου να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις σε τακτική βάση. Αντιθέτως, εάν η αφερεγγυότητα επίκειται (δεν υφίσταται ήδη αλλά αναμένεται) οι οφειλέτες έχουν απλώς το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

Η αίτηση που υποβάλλεται στο εμπορικό δικαστήριο (juzgado de lo mercantil) πρέπει να πληροί τις υποχρεωτικές απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 6 παράγραφος 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας (Ley Concursal): έκθεση του οικονομικού και νομικού ιστορικού του οφειλέτη μνεία του αν διενεργείται ορισμένη οικονομική δραστηριότητα ή όχι σε περίπτωση νομικού προσώπου, πρέπει να προσδιορίζονται οι μέτοχοι, οι διαχειριστές ή οι εκκαθαριστές και ο επίσημος ορκωτός ελεγκτής απογραφή των περιουσιακών στοιχείων και των δικαιωμάτων, με τις ανάλογες πληροφορίες που απαιτούνται για την επαλήθευσή τους αλφαβητικό πίνακα πιστωτών, που να αναγράφει τη διεύθυνση, το ύψος, τη λήξη των απαιτήσεων, και τις εγγυήσεις που έχουν παρασχεθεί όταν είναι εφικτό, έναν κατάλογο εργαζομένων εάν ο οφειλέτης υποχρεούται να τηρεί λογιστικά στοιχεία, οφείλει να προσκομίσει τα λογιστικά βιβλία και εάν ανήκει σε όμιλο εταιριών, οφείλει να το αναφέρει και να υποβάλει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου.

Οι οφειλέτες έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με τον πτωχευτικό δικαστή και τους διαχειριστές, όχι μόνον παθητικά, τηρώντας δηλαδή τις απαιτήσεις που τους επιβάλλουν, αλλά ενεργητικά, γνωστοποιώντας κάθε σημαντική πληροφορία. Η εν λόγω υποχρέωση περιλαμβάνει επίσης την υποχρέωση εμφάνισης (ενώπιον του δικαστηρίου και των διαχειριστών), συνεργασίας και ενημέρωσης. Οι εν λόγω υποχρεώσεις βαρύνουν τους οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα και τα πραγματικά ή νομικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου των νομικών προσώπων, είτε υφιστάμενα είτε είχαν την ιδιότητα του μέλους κατά τα προηγούμενα δύο έτη. Η μη συμμόρφωση με την εν λόγω υποχρέωση τεκμαίρει δόλια παράβαση ή βαριά αμέλεια, για τους σκοπούς της κήρυξης της αφερεγγυότητας ως υπαίτιας (στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τα άρθρα περί υπαιτιότητας δηλαδή, λόγω της επικύρωσης μιας επιζήμιας συμφωνίας ή της έναρξης της εκκαθάρισης).

Ο οφειλέτης μπορεί να κηρυχθεί υπαίτιος για την αφερεγγυότητα και να του επιβληθούν κυρώσεις. Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας αποσκοπούν μεταξύ άλλων να αναλύσουν τις αιτίες της αφερεγγυότητας, και ιδίως το κατά πόσον η συμπεριφορά του οφειλέτη ή άλλων προσώπων που συνδέονται με αυτόν άμεσα ή επικουρικά, συνέβαλε στην πρόκληση ή την επιδείνωση της αφερεγγυότητας. Στην εν λόγω ανάλυση περιλαμβάνεται η διευκρίνιση των σχετικών ευθυνών, με χρήση του πίνακα κυρώσεων που παρατίθεται στα άρθρα 172 και 172α του νόμου περί αφερεγγυότητας.

2.3 Έναρξη των διαδικασιών και χρόνος κατά τον οποίο παράγουν έννομα αποτελέσματα οι διαδικασίες:

Ο δικαστής πρέπει να εξετάσει τα έγγραφα που του υποβλήθηκαν και αν η υφιστάμενη ή επικείμενη αφερεγγυότητα είναι δικαιολογημένη πρέπει να κηρύξει αφερέγγυο τον οφειλέτη από την ημερομηνία της αίτησης ή την επόμενη ημέρα. Εάν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν είναι ελλιπή, ο δικαστής μπορεί να χορηγήσει μια αποκλειστική προθεσμία πέντε ημερών για τη συμπλήρωσή τους.

Την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μπορεί επίσης να ζητήσει οποιοσδήποτε πιστωτής, οπότε και οι διαδικασίες είναι υποχρεωτικές (concurso necesario). Οι πιστωτές που υποβάλλουν την αίτηση κήρυξης της αφερεγγυότητας πρέπει να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία της υφιστάμενης αφερεγγυότητας του οφειλέτη και να αποδείξουν ότι έχει εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος κατά του οφειλέτη από τον οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν ληφθεί επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την είσπραξη της οφειλής ή πρέπει να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ορισμένων πραγματικών περιστατικών που τεκμαίρουν την αφερεγγυότητα, όπως: απόδειξη ότι ο οφειλέτης γενικά βρίσκεται σε παύση πληρωμώνότι έχει επιβληθεί κατάσχεση σε μεγάλο μέρος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ότι έγινε εσπευσμένη απόκρυψη ή εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων ή ότι δεν έχουν πληρωθεί ορισμένες οφειλές (φόροι, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, απαιτήσεις εργαζόμενων).

Εάν την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας υποβάλλει ένας πιστωτής, τότε κλητεύεται ο οφειλέτης ο οποίος έχει δικαίωμα να προσβάλει τη διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δικαστής ορίζει συζήτηση, στην οποία οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους, με την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών και ο δικαστής οφείλει να αποφασίσει αν ο οφειλέτης βρίσκεται σε αφερεγγυότητα ή όχι, και όταν το κρίνει πρόσφορο, κηρύσσει την αφερεγγυότητα. Οι διαδικασίες ξεκινούν επίσης εάν ο οφειλέτης αποδεχθεί την κήρυξη της αφερεγγυότητας, δεν εναντιωθεί σε αυτή ή δεν εμφανιστεί στη συζήτηση.

Οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα σε κατάσταση υφιστάμενης ή επικείμενης αφερεγγυότητας, με οικονομικές υποχρεώσεις που κατ’ εκτίμηση δεν υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων ευρώ έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στη σύναψη εξωδικαστικής συμφωνίας πληρωμής. Το ίδιο δικαίωμα έχουν τα νομικά πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 231 του νόμου περί αφερεγγυότητας.

Η απόφαση έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της, ακόμη και αν έχει ασκηθεί έφεση κατ’ αυτής.

2.4 Δημοσίευση της διαταγής κήρυξης της αφερεγγυότητας:

Η διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας πρέπει να δημοσιευτεί κατά προτίμηση με ηλεκτρονικά μέσα και ένα απόσπασμα της απόφασης πρέπει να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα, αν ωστόσο ο δικαστής το κρίνει αναγκαίο μπορεί να διατάξει τη δημοσίευσή της σε περισσότερα μέσα.

2.5 Προσωρινά μέτρα:

Έπειτα από αίτημα του αιτούντος την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και, ανάλογα με την περίπτωση, μετά την παροχή εξασφάλισης για την κάλυψη δυνητικών υποχρεώσεων, ο δικαστής αφού κάνει δεκτή την αίτηση, μπορεί να διατάξει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με τον τρόπο που προβλέπει το γενικό δικονομικό δίκαιο.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

3.1 Περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα του οφειλέτη κατά τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία ή στα «περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στη διαδικασία», όπως και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά ή επαναποκτά ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Εξαιρούνται τα περιουσιακά στοιχεία που κατά τον νόμο είναι ακατάσχετα.

Οι πιστωτές με ειδικά προνόμια σε πλοία ή αεροσκάφη μπορούν να διαχωρίσουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία, προβαίνοντας στις πράξεις που τους επιτρέπει η ειδική νομοθεσία.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας στις οποίες ο οφειλέτης είναι έγγαμο φυσικό πρόσωπο, τα χωριστά περιουσιακά στοιχεία του θα ανήκουν στα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στη διαδικασία, και εάν έχει συνάψει συμφωνία κοινοκτημοσύνης, τα κοινά περιουσιακά στοιχεία θα περιλαμβάνονται επίσης στη διαδικασία, εάν είναι αναγκαία για την κάλυψη των υποχρεώσεων του οφειλέτη.

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν επιτάσσουν τη διακοπή της δραστηριότητας του οφειλέτη και ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, με τους όρους της συμφωνίας για την έγκριση ή την αναστολή των εξουσιών του. Γενικά, οι διαχειριστές πρέπει να εγκρίνουν τη διαχείριση ή τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων όταν οι εξουσίες του οφειλέτη είναι εποπτευόμενες, ωστόσο μπορεί να επιτρέπεται η έγκριση ορισμένων πράξεων γενικής φύσης που εντάσσονται στη συνήθη δραστηριότητα της εταιρίας. Καταρχήν, έως την επικύρωση της συμφωνίας με τους πιστωτές ή την έναρξη της εκκαθάρισης, δεν επιτρέπεται η σύσταση βάρους επί των περιουσιακών στοιχείων για τη χρηματοδότηση της αφερέγγυας εταιρίας, χωρίς την έγκριση του δικαστή. Στην παρακάτω ενότητα εξηγούνται οι συμφωνίες αναστολής ή εποπτείας των εξουσιών του οφειλέτη.

Το ήμισυ των νέων ταμειακών διαθεσίμων που προκύπτουν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αναχρηματοδότησης θεωρείται απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

4.1 Οι εξουσίες του οφειλέτη

Καταρχήν, γίνεται διάκριση μεταξύ των εκούσιων και των υποχρεωτικών διαδικασιών (άρθρο 22). Στην πρώτη περίπτωση, ο οφειλέτης εξακολουθεί να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία και υπόκειται στην εποπτεία του διαχειριστή, από τον οποίο απαιτείται να λαμβάνει έγκριση ή συγκατάθεση. Στις υποχρεωτικές διαδικασίες, αναστέλλονται οι εξουσίες του οφειλέτη περί διαχείρισης και διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων και ο οφειλέτης υποκαθίσταται από τον διαχειριστή. Σκοπός της εν λόγω ρύθμισης είναι να διατηρηθούν τα περιουσιακά στοιχεία και να διαφυλαχθεί η έκβαση της διαδικασίας και όχι να επιβληθεί κύρωση στον οφειλέτη.

Κριτήριο, ωστόσο, αποτελεί η συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη, και για αυτόν τον λόγο, το άρθρο 44 επιτρέπει στον διαχειριστή να συντάξει έναν κατάλογο των δραστηριοτήτων που λόγω της φύσης και του αριθμού τους εξαιρούνται από τον αναγκαίο έλεγχο. Το εν λόγω σύστημα είναι ευέλικτο, διότι ο δικαστής μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση, να διατάξει την αναστολή των εξουσιών στις εκούσιες διαδικασίες και την άσκηση εποπτείας, με τους όρους μιας συμφωνίας έγκρισης ή συγκατάθεσης στις υποχρεωτικές διαδικασίες, κάνοντας μνεία των κινδύνων που επιδιώκει να αποτρέψει και του οφέλους που επιδιώκει να αποκομίσει.

Παρομοίως, με αίτημα του διαχειριστή, η αρχική συμφωνία περιορισμού ή μεταβίβασης εξουσιών μπορεί να τροποποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, και πάλι με αιτιολογημένη απόφαση και μετά από εξέταση του οφειλέτη (η αλλαγή δεν επέρχεται αυτοδίκαια), με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αλλαγή θα υποβληθεί στις ίδιες διατυπώσεις δημοσιότητας με την απόφαση κήρυξης της αφερεγγυότητας.

Η περάτωση των διαδικασιών συνεπάγεται την άρση του περιορισμού των εξουσιών. Διαφορετικά, αυτοί παρατείνονται έως την επικύρωση της συμφωνίας με τους πιστωτές, με την οποία μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στις εξουσίες του οφειλέτη ή να τις αποκλείει. Σε αυτή την περίπτωση, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας περατώνονται με αναστολή των εξουσιών του οφειλέτη.

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας, κατά κανόνα, αποσκοπεί να διατηρήσει αμετάβλητα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που υπάγονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ωστόσο, ενίοτε, είναι πιθανή η πώληση επιμέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας, με την έγκριση του δικαστή, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα είναι αναγκαία. Κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας μπορεί επίσης να πωληθούν οι μονάδες παραγωγής, με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 146α.

Κατ’ εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη, ορίζεται ότι έπειτα από αίτημα του διαχειριστή και εξέταση του οφειλέτη και των εκπροσώπων των εργαζόμενων, τα γραφεία του οφειλέτη μπορεί να σφραγιστούν και η δραστηριότητά του να ανασταλεί. Όταν αυτό συνεπάγεται τη συλλογική λύση, αναστολή ή τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας, ο δικαστής οφείλει να ενεργήσει σύμφωνα με ειδικούς κανόνες.

Ο νόμος επιβάλλει επίσης συγκεκριμένες υποχρεώσεις ως προς τις οικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, ενώ τα έννομα αποτελέσματα των διαδικασιών αφερεγγυότητας επί των διοικητικών οργάνων των αφερέγγυων νομικών προσώπων ρυθμίζονται ξεχωριστά.

4.2 Διορισμός και εξουσίες των διαχειριστών της αφερεγγυότητας:

Ο διαχειριστής είναι το πρόσωπο ή το όργανο που διορίζεται υποχρεωτικά, συνεπικουρεί τον δικαστή και αναλαμβάνει τη διαχείριση των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο δικαστής διατάσσει την έναρξη της δεύτερης φάσης της διαδικασίας, που περιλαμβάνει οτιδήποτε αφορά τον διορισμό, τις εφαρμοστέες διατάξεις, τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες του διαχειριστή.

Ο διαχειριστής επιλέγεται από τον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων που έχουν εγγραφεί εκουσίως στο Δημόσιο Μητρώο Αφερεγγυότητας (Registro Público Concursal), σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου. Για τους εν λόγω σκοπούς, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας διακρίνονται σε μικρής, μεσαίας και μεγάλης κλίμακας διαδικασίες. Ο πρώτος διορισμός από τον κατάλογο πραγματοποιείται αρχικά με κλήρωση και στη συνέχεια κατά σειρά, με εξαίρεση τις μεγάλης κλίμακας διαδικασίες, στις οποίες ο δικαστής μπορεί να διορίσει τον διαχειριστή που θεωρεί καταλληλότερο, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει ο νόμος. Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο δικαστής πρέπει να διορίσει τον διαχειριστή από τους διαχειριστές που προτείνει το Ταμείο Εύτακτης Εξυγίανσης των Τραπεζικών Ιδρυμάτων (Fondo de Reestructuración Ordenada Bancaria). Ο δικαστής πρέπει να διορίσει τους διαχειριστές από τα πρόσωπα που προτείνει η Εθνική Επιτροπή Χρηματαγορών (Comisión Nacional del Mercado de Valores) στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ιδρυμάτων που τελούν υπό την εποπτεία της ή την εποπτεία της Κοινοπραξίας Ασφαλιστικών Αποζημιώσεων (Consorcio de Compensación de Seguros) στην περίπτωση ασφαλιστικών εταιριών.

Κατά κανόνα, διορίζεται μόνον ένας διαχειριστής. Κατ’ εξαίρεση, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, όταν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ο πτωχευτικός δικαστής μπορεί να διορίσει ως δεύτερο διαχειριστή έναν πιστωτή της δημόσιας διοίκησης ή έναν πιστωτή που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που συνδέεται ή λογοδοτεί στην εν λόγω αρχή δημόσιας διοίκησης.

Το άρθρο 33 του νόμου περί αφερεγγυότητας εξηγεί αναλυτικά τις αρμοδιότητες των διαχειριστών, τις οποίες κατατάσσει σε: αρμοδιότητες δικονομικής φύσης αρμοδιότητες ως προς τον οφειλέτη ή τα διοικητικά του όργανα αρμοδιότητες ως προς εργασιακά ζητήματα αρμοδιότητες ως προς τα δικαιώματα των πιστωτών αρμοδιότητες υποβολής εκθέσεων και αξιολόγησης αρμοδιότητες ως προς τη ρευστοποίηση ή την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων και γραμματειακές αρμοδιότητες. Η πιο σημαντική αρμοδιότητα των διαχειριστών είναι η υποβολή της έκθεσης του άρθρου 75, στην οποία πρέπει να επισυνάψουν μια πρόταση απογραφής των περιουσιακών στοιχείων και τον πίνακα των πιστωτών.

Η πληρωμή των διαχειριστών καθορίζεται από τον δικαστή, σύμφωνα με την κλίμακα αμοιβών που παρατίθεται στο Βασιλικό Διάταγμα αριθ. 1860/2004, της 6ης Σεπτεμβρίου 2004.

Ο διαχειριστής οφείλει να αποδεχθεί τον διορισμό του, τον οποίο ο δικαστής μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει για δικαιολογημένη αιτία. Οι διαχειριστές μπορεί επίσης να διορίζουν εξουσιοδοτημένους βοηθούς για να τους παρέχουν συνδρομή στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.3 Ο πτωχευτικός δικαστής

Αρμόδια για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι τα εμπορικά δικαστήρια, τα οποία αποτελούν εξειδικευμένα δικαστήρια του συστήματος απονομής της αστικής δικαιοσύνης. Ο δικαστής κηρύσσει την αφερεγγυότητα και καθοδηγεί τη διαδικασία. Το άρθρο 86γ του Οργανικού Νόμου αριθ. 6/1985, της 1ης Ιουλίου 1985, περί του δικαστικού σώματος (Ley Orgánica del Poder Judicial) παραθέτει σε κατάλογο τις αρμοδιότητες των εμπορικών δικαστών, στις οποίες περιλαμβάνονται, ιδίως, τα ζητήματα που προκύπτουν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Με τη διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας, ή προγενέστερα ως ασφαλιστικό μέτρο, ο δικαστής μπορεί να περιορίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα του οφειλέτη. Στους εν λόγω περιορισμούς μπορεί να περιλαμβάνεται: (α) η διακοπή των ταχυδρομικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών (β) η υποχρέωση διαμονής στην περιοχή όπου βρίσκεται η διεύθυνσή του, επιτρεπομένης της κατ’ οίκον σύλληψης και (γ) η είσοδος και έρευνα της κατοικίας. Εάν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, τα εν λόγω μέτρα μπορεί να ληφθούν ως προς το σύνολο ή μέρος των μελών του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου ή των εκκαθαριστών του, και ως προς τα πρόσωπα που είχαν ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα κατά τα προηγούμενα δύο έτη.

Το άρθρο 8 του νόμου περί αφερεγγυότητας απονέμει «αποκλειστική και αποκλείουσα» αρμοδιότητα στον πτωχευτικό δικαστή για μια σειρά ζητημάτων που αφορούν, σε γενικές γραμμές, όλες τις πράξεις που στρέφονται κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή συναρτώνται άμεσα με αυτά. Ο δικαστής είναι επίσης αρμόδιος να αποφασίζει για τη συλλογική αναστολή των εργασιακών συμβάσεων, όταν ο εργοδότης κηρύσσεται αφερέγγυος, και να εκδικάζει τις αγωγές αποζημίωσης που ασκούνται κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των εκκαθαριστών της αφερέγγυας εταιρίας.

Για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, και αποκλειστικά για τους σκοπούς των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η αρμοδιότητα του δικαστή εκτείνεται επίσης στα διοικητικά ή κοινωνικά ζητήματα που συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας ορίζει επίσης κανόνες για τη διεθνή και την κατά τόπον αρμοδιότητα και ειδικούς κανόνες για τη δικονομική διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί, οι οποίοι υπερισχύουν των γενικών δικονομικών κανόνων που θεσπίζει η νομοθεσία.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός των απαιτήσεων ή των οφειλών του οφειλέτη. Ωστόσο, ο συμψηφισμός επιτρέπεται εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτού πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ακόμη κι αν η απόφαση εκδόθηκε μεταγενέστερα. Οι εν λόγω προϋποθέσεις ορίζονται γενικά στο άρθρο 1196 του Αστικού Κώδικα (Código Civil) (αμοιβαίες απαιτήσεις, ομοειδείς οφειλές που να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές).

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν στοιχείο αλλοδαπότητας εξαιρούνται από τον εν λόγω κανόνα, εάν το δίκαιο που διέπει την ανταπαίτηση του οφειλέτη επιτρέπει την εξαίρεση σε καταστάσεις αφερεγγυότητας.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

6.1 Αποτελέσματα επί των συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος:

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας ρυθμίζει τα αποτελέσματα των διαδικασιών αφερεγγυότητας επί των συμβάσεων που έχει συνάψει ο οφειλέτης με τρίτους, των οποίων η εκτέλεση εκκρεμούσε πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Το ζήτημα εξετάζεται σε συνάρτηση με τις διμερείς συμβάσεις, διότι οι μονομερείς συμβάσεις θα καθορίζουν την αναγνώριση των απαιτήσεων των τρίτων πιστωτών ή το αίτημα να περιληφθούν οι απαιτήσεις τους στα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες, όπως ορίζει το άρθρο 61. Οι συμβάσεις με τη δημόσια διοίκηση ρυθμίζονται με ειδικό διοικητικό νόμο.

Κατά γενική αρχή, το άρθρο 61 παράγραφος 2 ορίζει ότι μόνη η κήρυξη της αφερεγγυότητας δεν θίγει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, στις οποίες εκκρεμεί η εκτέλεση ενοχών από τον οφειλέτη ή τον αντισυμβαλλόμενο. Οι ενοχές του οφειλέτη βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία. Κάθε τυχόν αποζημίωση λόγω καταγγελίας συνιστά επίσης απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Για την ενίσχυση του κύρους των εν λόγω συμβάσεων, ο νόμος θεωρεί άκυρη κάθε ρήτρα που παρέχει εξουσία ακύρωσης ή καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικά λόγω της κήρυξης της αφερεγγυότητας ενός από τους συμβαλλόμενους.

Προς όφελος των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής (σε περίπτωση αναστολής) ή ο οφειλέτης (σε περίπτωση εποπτείας) μπορεί να ζητήσει τη λύση της σύμβασης από τον εισηγητή δικαστή. Στις εν λόγω περιπτώσεις, ο δικαστής πρέπει να κλητεύσει τον οφειλέτη, τον διαχειριστή και τον αντισυμβαλλόμενο να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου. Εάν έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ των προσώπων που προσέρχονται στο δικαστήριο, ο δικαστής θα εκδώσει μια διαταγή λύσης της σύμβασης. Διαφορετικά, η διαφορά θα εξεταστεί μέσω μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας και ο δικαστής θα αποφασίσει για κάθε ζήτημα που αφορά την επιστροφή των πληρωμών και την αποζημίωση, οι οποίες θα βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία, και μάλιστα σημαντικά εάν το ποσό είναι υψηλό.

6.2 Καταγγελία λόγω αθέτησης της σύμβασης

Σύμφωνα με το άρθρο 62, η κήρυξη της αφερεγγυότητας δεν θίγει την καταγγελία των διμερών συμβάσεων από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο, λόγω μεταγενέστερης αθέτησης. Σε περίπτωση συμβάσεων διαρκούς εκτέλεσης, το δικαίωμα της καταγγελίας μπορεί επίσης να ασκηθεί εάν η αθέτηση επήλθε πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Ωστόσο, ακόμη κι αν υπάρχουν λόγοι καταγγελίας, ο δικαστής, ενεργώντας υπέρ των διαδικασιών αφερεγγυότητας, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της σύμβασης, ενώ οι πληρωμές που οφείλει ή πρέπει να εκτελέσει ο οφειλέτης βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία.

Οι αγωγές που έχουν ως αντικείμενο τη λύση των συμβάσεων πρέπει να ασκούνται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστή, στο πλαίσιο μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας. Εάν το αίτημα γίνει δεκτό (και, ως εκ τούτου, συμφωνηθεί η λύση της σύμβασης), αίρεται κάθε ανεξόφλητη οικονομική υποχρέωση. Ως προς τις ληξιπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας θα περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εκτελέσει τις συμβατικές τους ενοχές, αν ο οφειλέτης αθέτησε τη σύμβαση πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας εάν η αθέτηση επήλθε μεταγενέστερα, οι απαιτήσεις των συμβαλλόμενων που έχουν εκτελέσει τις ενοχές τους θα βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία. Στις απαιτήσεις θα περιλαμβάνεται κάθε τυχόν αποζημίωση λόγω ζημίας (άρθρο 62 παράγραφος 4).

Το άρθρο 64 του νόμου περιλαμβάνει συγκεκριμένες διατάξεις που ρυθμίζουν τα έννομα αποτελέσματα επί των συμβάσεων εργασίας, και το παρακάτω άρθρο ρυθμίζει τα έννομα αποτελέσματα επί των συμβάσεων με τα στελέχη της ανώτερης διοίκησης.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

7.1 Απαγόρευση άσκησης αγωγών για την έκδοση νέων αναγνωριστικών αποφάσεων

Οι δικαστές των πολιτικών και εργατικών δικαστηρίων δεν μπορούν να κάνουν δεκτές τις αγωγές που θα έπρεπε να εκδικαστούν από τον πτωχευτικό δικαστή (κυρίως, όσες στρέφονται κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη).

Εάν κάποια από τις εν λόγω αγωγές έγινε δεκτή εκ παραδρομής, θα διαταχθεί η περάτωση όλων των διαδικασιών και κάθε τυχόν μέτρο που θα ληφθεί θα είναι άκυρο. Οι δικαστές των εμπορικών δικαστηρίων δεν πρέπει επίσης να κάνουν δεκτή οποιαδήποτε αγωγή ασκείται μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και έως την περάτωσή τους, εάν η εν λόγω αγωγή αφορά εταιρικές υποχρεώσεις και στρέφεται κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου των αφερέγγυων κεφαλαιουχικών εταιριών λόγω παράβασης των καθηκόντων τους, εφόσον υπάρχουν λόγοι υπαγωγής σε εκκαθάριση.

7.2 Αποτελέσματα της κήρυξης της αφερεγγυότητας επί των διαδικασιών εκτέλεσης και είσπραξης έναντι των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη:

Ο γενικός κανόνας είναι ότι μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, δεν επιτρέπεται η έναρξη ατομικών διώξεων, δικαστικά ή εξωδικαστικά, και η συνέχιση των διοικητικών ή φοροεισπρακτικών διαδικασιών σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Σε περίπτωση παράβασης της εν λόγω απαγόρευσης η εν λόγω πράξη θα κηρυχθεί άκυρη. Ο κανόνας θεσπίζει δύο εξαιρέσεις κατά τις οποίες η εκτέλεση μπορεί να συνεχιστεί παρά την κήρυξη της αφερεγγυότητας και έως την επικύρωση του σχεδίου της εκκαθάρισης: (α) στις διοικητικές διαδικασίες εκτέλεσης για τις οποίες έχουν εκδοθεί διαταγές κατάσχεσης και (β) στις διαδικασίες εκτέλεσης λόγω εργατικών απαιτήσεων, με τις οποίες κατάσχονται περιουσιακά στοιχεία που άνηκαν στον οφειλέτη πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, με τον όρο ότι τα κατασχεμένα περιουσιακά στοιχεία δεν είναι αναγκαία για τη συνέχιση της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του οφειλέτη.

Ως προς τις εκκρεμείς διαδικασίες εκτέλεσης, το άρθρο 55 παράγραφος 2 ορίζει ότι οι πράξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη πρέπει να ανασταλούν από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας, παρότι οι αντίστοιχες απαιτήσεις μπορεί να εξεταστούν στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Η εκτέλεση των εμπράγματων ασφαλειών διέπεται από ειδικούς κανόνες, που παρατίθενται στην επόμενη ενότητα, διότι περιλαμβάνει τη διαχείριση των αποτελεσμάτων επί συγκεκριμένων απαιτήσεων.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

8.1 Αποτελέσματα επί των εκκρεμών αναγνωριστικών δικών κατά τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας

Οι αναγνωριστικές δίκες στις οποίες μετέχει ο οφειλέτης και οι οποίες εκκρεμούν κατά τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας θα συνεχίζονται έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ωστόσο, κατά παρέκκλιση των παραπάνω, οι αγωγές αποζημίωσης των νομικών προσώπων κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των εκκαθαριστών ή των ορκωτών ελεγκτών τους, θα συνεκδικάζονται με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ενώ θα τηρείται η δικονομική τους διαδικασία.

Διαιτησία: οι συμφωνίες διαιτησίας στις οποίες συμβάλλεται ο οφειλέτης, καθίστανται άκυρες κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας (άρθρο 52) ως εκ τούτου, απαγορεύεται η έναρξη της διαιτησίας μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Όσες δίκες διαιτησίας βρίσκονται σε εξέλιξη θα συνεχίζονται έως την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης διαιτησίας.

8.2 Το δικαίωμα του οφειλέτη για την άσκηση αγωγών (άρθρο 54):

Ο νόμος οριοθετεί το δικαίωμα του οφειλέτη να ασκεί αγωγές σύμφωνα με τις εξουσίες που του επιφυλάσσονται. Γενικά, εάν ο οφειλέτης τελεί υπό διαχείριση, ο διαχειριστής έχει το δικαίωμα να ασκεί τις μη προσωποπαγείς αγωγές εάν ο οφειλέτης τελεί υπό εποπτεία, έχει το δικαίωμα να ασκεί αγωγές έπειτα από τη λήψη της ορθής έγκρισης του διαχειριστή, εφόσον αυτές θίγουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Σε περίπτωση εποπτείας, εάν ο διαχειριστής θεωρήσει σκόπιμη την άσκηση αγωγής προς όφελος των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ο οφειλέτης δεν προβεί στην εν λόγω άσκηση, ο δικαστής μπορεί να εξουσιοδοτήσει τον διαχειριστή προς τούτο.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

9.1 Συμμετοχή των πιστωτών στις διαδικασίες αφερεγγυότητας

Οι πιστωτές επιτρέπεται να υποβάλουν στον δικαστή μια αίτηση κήρυξης αφερεγγυότητας και ο οφειλέτης δύναται να εναντιωθεί στην εν λόγω αίτηση, οπότε και θα διεξαχθεί συζήτηση στο ακροατήριο και ο δικαστής θα εκδώσει απόφαση με τη μορφή διαταγής. Εάν ο δικαστής κηρύξει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αυτές θα θεωρούνται «υποχρεωτικές», πράγμα που κατά κανόνα συνεπάγεται την αναστολή των δικαιωμάτων του οφειλέτη περί διαχείρισης και διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων και την αντικατάστασή του από τον διαχειριστή.

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πιστωτές λαμβάνουν προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της διαταγής στην Επίσημη Εφημερίδα για να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, και ο διαχειριστής οφείλει να ενημερώσει κάθε πιστωτή που προσδιορίζεται στα έγγραφα του διαχειριστή για την υποχρέωσή του να αναγγείλει τις απαιτήσεις του. Η προθεσμία δεν διαφέρει για τους πιστωτές που είναι κάτοικοι εξωτερικού. Η εν λόγω αναγγελία πρέπει να είναι γραπτή, να απευθύνεται στον διαχειριστή, να προσδιορίζει την απαίτηση με τις αναγκαίες πληροφορίες για το ποσό, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση, τα χαρακτηριστικά και την αναμενόμενη κατάταξη, και εάν γίνεται επίκληση ενός ειδικού προνομίου, να προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώματα που υπόκεινται σε πληρωμή και τα στοιχεία καταχώρισής τους στο μητρώο. Πρέπει επίσης να συνυποβάλλουν τα αποδεικτικά έγγραφα. Η εν λόγω αναγγελία μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά.

Ο διαχειριστής οφείλει να αποφασίσει το αν θα συμπεριληφθεί ή θα αποκλειστεί κάθε απαίτηση και το ποσό αυτής, καθώς επίσης και την κατάταξή της στον πίνακα πιστωτών που θα επισυνάψει στην έκθεσή του. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί από την κατάταξη ή το ποσό της απαίτησης ή δεν περιλήφθηκαν στον πίνακα μπορούν να προσβάλουν την έκθεση μέσα σε προθεσμία 10 ημερών, με αίτηση για μια παρεμπίπτουσα διαδικασία αφερεγγυότητας, επί της οποίας θα εκδώσει απόφαση ο δικαστής. Πριν από την υποβολή της έκθεσης (σε 10 ημέρες πριν από την υποβολή της) ο διαχειριστής θα αποστείλει μια ηλεκτρονική γνωστοποίηση στους πιστωτές στη διεύθυνση που έχει στη διάθεσή του, ενημερώνοντας τους για το προσχέδιο του πίνακα πιστωτών και της απογραφής. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί μπορεί να απευθυνθούν στον διαχειριστή για τη διόρθωση οποιουδήποτε σφάλματος ή την παροχή κάθε άλλης αναγκαίας πληροφορίας.

Οι πιστωτές συμμετέχουν επίσης στα στάδια της συμφωνίας και της εκκαθάρισης. Στο στάδιο της συμφωνίας, μπορεί να υποβάλουν μια πρόταση συμφωνίας και να παράσχουν τη συναίνεσή τους ως προς την αρχική πρόταση συμφωνίας που είχε καταθέσει ο οφειλέτης. Σε κάθε περίπτωση, θα κλητευτούν σε μια συνέλευση πιστωτών στην οποία θα συζητηθεί η συμφωνία και θα ψηφιστεί η επικύρωσή της. Τα παραπάνω προϋποθέτουν τη συμμετοχή των πλειοψηφιών που ορίζει το άρθρο 124 του νόμου περί αφερεγγυότητας. Η εν λόγω διαδικασία μπορεί επίσης να είναι γραπτή όταν οι πιστωτές είναι περισσότεροι από τριακόσιοι.

Ορισμένοι πιστωτές μπορεί να προσβάλουν την επικύρωση της συμφωνίας (όσοι δεν συμμετέχουν στη συνέλευση ή όσοι στερήθηκαν παράτυπα το δικαίωμα ψήφου), ενώ μετά την επικύρωση, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν τη μη συμμόρφωση με τη συμφωνία.

Στο στάδιο της εκκαθάρισης, οι πιστωτές μπορεί να υποβάλουν σχόλια για το σχέδιο εκκαθάρισης που προσκόμισε ο διαχειριστής και την τελική έκθεση, πριν από την κήρυξη της περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Στο στάδιο της κατάταξης, οι πιστωτές έχουν την ιδιότητα του διαδίκου και μπορεί να υποβάλουν σχόλια επί της έκθεσης του διαχειριστή και της γνώμης της εισαγγελίας, αν και δεν μπορούν να εγείρουν νομότυπα χωριστές απαιτήσεις κατάταξης.

Τέλος, ως προς την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πιστωτές μπορεί επίσης να υποβάλουν σχόλια προσβάλλοντας την περάτωση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

10.1 Διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας στο αρχικό στάδιο

Με δεδομένο ότι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν αναστέλλουν τη δραστηριότητα του οφειλέτη, μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία με τους όρους της συμφωνίας εποπτείας που έχει συναφθεί: εάν τελεί υπό εποπτεία, θα πρέπει να λάβει την έγκριση και τη συναίνεση του διαχειριστή, και εάν τελεί υπό διαχείριση, υπεύθυνος για τη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων θα είναι ο διαχειριστής.

Έως την επικύρωση της συμφωνίας ή την έναρξη της εκκαθάρισης, καταρχήν, τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας δεν μπορεί να διατίθενται ή να επιβαρύνονται χωρίς την έγκριση του δικαστή. Εξαιρούνται οι παρακάτω πράξεις: (α) η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων που ο διαχειριστής θεωρεί αναγκαία για την κατοχύρωση της βιωσιμότητας της εταιρίας ή των ταμειακών διαθεσίμων που απαιτούνται για τη διαδικασία (β) η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων που δεν είναι αναγκαία για τη συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη, με τη διαβεβαίωση ότι το τίμημα ανταποκρίνεται αντικειμενικά στην αξία του περιουσιακού στοιχείου, όπως προκύπτει από την απογραφή και (γ) η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που είναι σύμφυτα με τη συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη.

Στην τελευταία περίπτωση, όταν δεν αναστέλλεται το δικαίωμα του οφειλέτη περί διαχείρισης και διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων, ο διαχειριστής μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων τις πράξεις ή τις εργασίες που είναι σύμφυτες με την επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα της εταιρίας, και τις οποίες μπορεί να εκτελεί ο ίδιος ο οφειλέτης ανάλογα με τη φύση και το ποσό τους. Ο οφειλέτης μπορεί επίσης να προβαίνει στις εν λόγω πράξεις από τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας και έως την ανάληψη καθηκόντων από τον διαχειριστή.

10.2 Διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας στο στάδιο της εκκαθάρισης:

Δύο είναι τα κύρια στάδια της διαδικασίας της εκκαθάρισης:

(α) Διαχείριση των εργασιών εκκαθάρισης σύμφωνα με ένα σχέδιο που έχει συντάξει ο διαχειριστής, το οποίο υπόκειται σε σχολιασμό από τον οφειλέτη, τους πιστωτές και τους εκπροσώπους των εργαζόμενων και σε δικαστική επικύρωση. Σκοπός του νόμου είναι, όποτε είναι εφικτό, να διαφυλάττει την εταιρία, και γι’ αυτό τον λόγο θεσπίζει ορισμένους κανόνες για την πώληση των μονάδων παραγωγής. Το σχέδιο μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, και οι εργασίες της εκκαθάρισης πρέπει να εκτελεστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του σχεδίου. Εάν το σχέδιο δεν επικυρωθεί, εφαρμόζονται οι προκαθορισμένοι κανόνες του νόμου.

(β) Πληρωμή των πιστωτών, με τον όρο ότι η πληρωμή μπορεί να ξεκινήσει ακόμη κι αν δεν έχει περατωθεί η εκκαθάριση.

Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι στο εν λόγω στάδιο της διαδικασίας δεν διενεργούνται όλες οι εργασίες της εκκαθάρισης. Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να ρευστοποιηθούν στο αρχικό στάδιο για σκοπούς εκτός της πληρωμής των πιστωτών, όπως στις παρακάτω περιπτώσεις: τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες μπορεί να διαφυλαχθούν για τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη οι πιστωτές με προνόμια επί πλοίων ή αεροσκαφών μπορεί να διαχωρίσουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία προβαίνοντας στις πράξεις που τους επιτρέπει η ειδική νομοθεσία και τέλος, ορισμένες ατομικές διώξεις που κινούνται από επιμέρους προνομιούχους πιστωτές πριν από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορεί να συνεχιστούν, όπως και οι διοικητικές διαδικασίες εκτέλεσης εάν η διαταγή κατάσχεσης είχε εκδοθεί πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

Η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων στο στάδιο της εκκαθάρισης, πραγματοποιείται καταρχήν, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς, σύμφωνα με το σχέδιο εκκαθάρισης που έχει εγκρίνει ο δικαστής. Ο διαχειριστής μπορεί επίσης να προσλάβει ένα εξειδικευμένο πρόσωπο για την εκποίηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, κατά κανόνα με αμοιβή ίση με τη δική του. Ωστόσο, η διαδικασία μεταρρυθμίστηκε με τον νόμο αριθ. 9/2015, της 25ης Μαΐου 2015, ο οποίος θέσπισε υποχρεωτικούς κανόνες, ιδίως ως προς τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα που υπόκεινται σε προνομιακές απαιτήσεις. Τα ζητήματα που δεν καλύπτονται από το σχέδιο, θα διέπονται από τους κανόνες για τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων στις ατομικές διώξεις που κινούνται στο πλαίσιο της αστικής δίκης. Κατά κανόνα, η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται μέσω ενός συστήματος άμεσης πώλησης, με δικλείδες δημοσιότητας, ανάλογες με τη φύση του εκάστοτε περιουσιακού στοιχείου. Επιτρέπεται επίσης η εκχώρηση για την άμεση ή έμμεση πληρωμή των πιστωτών που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα.

Ο νόμος θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες για την εκποίηση των μονάδων παραγωγής κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας (με γνώμονα την αρχή της προστασίας της εταιρίας), ώστε με μια μόνον σύμβαση πώλησης να μεταβιβάζονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία, και με ειδικούς κανόνες για τη μεταβίβαση των ευθυνών της επίμαχης δραστηριότητας.

Καταρχήν, η εκποίηση των παραγωγικών μονάδων συνεπάγεται τη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα, αλλά όχι την ανάληψη των οφειλών που προϋπήρχαν των διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός αν οι αγοραστές συνδέονται με τον οφειλέτη ή εφαρμόζονται οι εργασιακοί κανόνες για τη διαδοχή στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Στις εν λόγω περιπτώσεις, ο δικαστής μπορεί να συναινέσει ώστε ο αγοραστής να μην αναλάβει τους οφειλόμενους μισθούς ή τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν πριν από τη διάθεση και να διατάξει την κάλυψή τους από το Ταμείο Εγγυήσεως Μισθών (Fondo de Garantía Salarial). Για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της εταιρίας, ο νέος αγοραστής και οι εργαζόμενοι μπορεί να συνάψουν συμφωνίες για την τροποποίηση των συλλογικών όρων εργασίας.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών, ανέγγυων ή προνομιούχων, ανεξαρτήτως εθνικότητας και κατοικίας ανήκουν στο παθητικό του οφειλέτη. Σκοπός αυτού, σύμφωνα με τις αρχές της par condicio creditorum και της συμμόρφωσης με το «δίκαιο του επιμερισμού» (ley del dividendo), είναι να γίνεται ίση μεταχείριση του συνόλου των απαιτήσεων στο πλαίσιο της επαληθευμένης αφερεγγυότητας του οφειλέτη και κατά τη ρύθμιση του συνόλου των οφειλών του (άρθρα 49 και 76).

Αρχικά γίνεται μια σημαντική διάκριση μεταξύ των πτωχευτικών πιστωτών και των πιστωτών που δεν θίγονται από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας: οι πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας περιγράφονται στο άρθρο 84 παράγραφος 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας, σε έναν εξαντλητικό κατάλογο, πράγμα που σημαίνει ότι οι απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Καταρχήν, και στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, λόγω των διαδικασιών ή της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη ή από εξωσυμβατική ευθύνη. Ωστόσο, περιλαμβάνονται και άλλες περιπτώσεις, όπως οι απαιτήσεις καταβολής μισθού για τις τελευταίες 30 ημέρες εργασίας πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ποσού που δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του κατώτατου διεπαγγελματικού κατοχυρωμένου μισθού και οι απαιτήσεις διατροφής του οφειλέτη ή των προσώπων για τα οποία φέρει τη νομική υποχρέωση διατροφής.

Σε άλλες περιπτώσεις, οι εν λόγω απαιτήσεις απορρέουν από αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών για παράδειγμα, κατά τον καθορισμό των επιπτώσεων των αγωγών διάρρηξης ή λόγω της καταγγελίας συμβάσεων.

Το ήμισυ του ποσού των απαιτήσεων που απορρέουν από την εισροή νέων ταμειακών διαθεσίμων στο πλαίσιο μιας συμφωνίας αναχρηματοδότησης, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 71α ή της τέταρτης πρόσθετης διάταξης, μπορεί επίσης να θεωρηθεί απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Στην εκκαθάριση, οι απαιτήσεις που χορηγήθηκαν στον οφειλέτη στο πλαίσιο μιας συμφωνίας, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 παράγραφος 5, επίσης αποτελούν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας «αφαιρούνται εκ των προτέρων» δηλαδή, έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων απαιτήσεων και δεν θίγονται από την αναστολή της σώρευσης των τόκων.

Οι απαιτήσεις μισθών για τις τελευταίες 30 ημέρες εργασίας πρέπει να καταβάλλονται αμέσως. Οι υπόλοιπες απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας καταβάλλονται μόλις καταστούν πληρωτέες, ωστόσο ο διαχειριστής μπορεί να μεταβάλει τον εν λόγω κανόνα, εφόσον αυτό απαιτείται προς όφελος των διαδικασιών αφερεγγυότητας και τα περιουσιακά στοιχεία επαρκούν για την πληρωμή όλων των απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Ωστόσο, ο νόμος θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες (άρθρο 176α) για τις περιπτώσεις όπου τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τεκμαίρεται ότι δεν επαρκούν για την πληρωμή των απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι υποχρεωτική η περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Εάν ο διαχειριστής το προβλέψει, πρέπει να ενημερώσει τον δικαστή και να προχωρήσει στην πληρωμή των απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που ορίζει το άρθρο 176α παράγραφος 2.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πιστωτές λαμβάνουν προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της διαταγής στην Επίσημη Εφημερίδα για να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, και ο διαχειριστής οφείλει να ενημερώσει κάθε πιστωτή που προσδιορίζεται στα έγγραφα του διαχειριστή για την υποχρέωσή του να αναγγείλει τις απαιτήσεις του. Δεν διατίθεται ειδικό έντυπο γι’ αυτό τον σκοπό. Η προθεσμία είναι η ίδια για τους πιστωτές που είναι κάτοικοι εξωτερικού, αν και θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 53 και 55 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Η αναγγελία της απαίτησης πρέπει να είναι γραπτή, να απευθύνεται στον διαχειριστή, και να προσδιορίζει την απαίτηση με τις αναγκαίες πληροφορίες για το ποσό, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση, τα χαρακτηριστικά και την αναμενόμενη κατάταξη, και εάν γίνεται επίκληση ενός ειδικού προνομίου, να προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώματα που υπόκεινται σε πληρωμή και τα στοιχεία καταχώρισής τους στο μητρώο. Πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν τα αποδεικτικά έγγραφα. Η εν λόγω αναγγελία μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά.

Ο διαχειριστής οφείλει να αποφασίσει το αν θα συμπεριληφθεί ή θα αποκλειστεί η μια απαίτηση και το ποσό αυτής, καθώς επίσης και την κατάταξή της στον πίνακα πιστωτών που θα επισυνάψει στην έκθεσή του. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί από την κατάταξη ή το ποσό της απαίτησης ή δεν περιλήφθηκαν στον πίνακα μπορούν να προσβάλουν την έκθεση μέσα σε προθεσμία 10 ημερών, με αίτηση για μια παρεμπίπτουσα διαδικασία αφερεγγυότητας, επί της οποίας θα εκδώσει απόφαση ο δικαστής. Πριν από την υποβολή της έκθεσης (σε 10 ημέρες πριν από την υποβολή της) ο διαχειριστής θα αποστείλει μια ηλεκτρονική γνωστοποίηση στους πιστωτές στη διεύθυνση που έχει στη διάθεσή του, ενημερώνοντας τους για το προσχέδιο του πίνακα πιστωτών και της απογραφής. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί μπορεί να απευθυνθούν στον διαχειριστή για τη διόρθωση οποιουδήποτε σφάλματος ή την παροχή κάθε άλλης αναγκαίας πληροφορίας.

Οι πιστωτές που δεν αναγγέλλουν εγκαίρως τις απαιτήσεις τους μπορεί και πάλι να περιληφθούν στον πίνακα από τον διαχειριστή ή τον δικαστή, κατά την έκδοση απόφασης επί των ενστάσεων κατά του πίνακα των πιστωτών, αλλά με μειωμένη εξασφάλιση. Ωστόσο, οι απαιτήσεις του άρθρου 86 παράγραφος 3, οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα έγγραφα του οφειλέτη, οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται σε έναν εκτελεστό τίτλο, οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια καταχωρισμένη στο δημόσιο μητρώο, οι απαιτήσεις που έχουν καταχωριστεί με άλλον τρόπο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή σε άλλη δίκη, και οι απαιτήσεις που χρήζουν επαλήθευσης από τη δημόσια διοίκηση δεν θα έχουν μειωμένη εξασφάλιση γι’ αυτούς τους λόγους και θα καταταχθούν ανάλογα.

Οι απαιτήσεις που δεν πληρούν ακόμη και τα εν λόγω κριτήρια για την περίληψή τους στον πίνακα, λόγω της εκπρόθεσμης αναγγελίας τους αποκλείονται από την πληρωμή στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Ο νόμος κατατάσσει τις απαιτήσεις αφερεγγυότητας σε τρεις κατηγορίες (άρθρο 89): προνομιακές, μη εξασφαλισμένες και μειωμένης εξασφάλισης. Οι προνομιακές απαιτήσεις υποδιαιρούνται σε ειδικές και γενικές κατηγορίες και στη συνέχεια σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως ορίζεται στο νέο άρθρο 94 παράγραφος 2. Η κατάταξη των απαιτήσεων σύμφωνα με τον νόμο περί αφερεγγυότητας πραγματοποιείται με αυτόματο τρόπο. Οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις συγκροτούν την κατηγορία των απαιτήσεων που απομένουν: όλες οι απαιτήσεις που δεν εμπίπτουν στις δύο κατηγορίες των προνομιακών απαιτήσεων ή των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης είναι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις.

A) Στις απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο (άρθρο 90) περιλαμβάνονται:

1. Οι απαιτήσεις για τις οποίες έχει συσταθεί υποθήκη ακινήτου, ενέχυρο κινητών ή εμπράγματη ασφάλεια στα υποθηκευμένα ή ενεχυρασμένα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα.

2. Οι απαιτήσεις για τις οποίες έχει συσταθεί ενέχυρο στις προσόδους από βεβαρημένη περιουσία.

3. Οι δανειακές απαιτήσεις επί πάγιων περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων των εργαζόμενων για τα πράγματα που κατασκεύασαν οι ίδιοι, όσο αυτά παραμένουν στην κυριότητα ή την κατοχή του οφειλέτη.

4. Οι απαιτήσεις επί πληρωμών από χρηματοδοτική μίσθωση ή επί τμηματικών καταβολών του τιμήματος σε περίπτωση αγοράς κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, προς όφελος των εκμισθωτών ή των πωλητών, και ανάλογα με την περίπτωση, υπέρ των χρηματοδοτών, επί περιουσιακών στοιχείων που έχουν μισθωθεί ή πωληθεί με παρακράτηση κυριότητας, με απαγόρευση διάθεσης ή με παρεπόμενο όρο σε περίπτωση μη πληρωμής.

5. Οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με πιστωτικούς τίτλους οι οποίοι εμφαίνονται στις λογιστικές εγγραφές, στους βεβαρημένους πιστωτικούς τίτλους.

6. Οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με ενέχυρο το οποίο προκύπτει από δημόσια έγγραφα, επί ενεχυρασμένων περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων που βρίσκονται στην κατοχή του πιστωτή ή τρίτου. Οι εξασφαλισμένες απαιτήσεις αρκεί να είναι καταχωρισμένες σε ένα επικυρωμένο και χρονολογημένο έγγραφο για να τύχουν προτεραιότητας επί των ενεχυρασμένων περιουσιακών στοιχείων. Τα ενέχυρα που έχουν συσταθεί για μελλοντικές απαιτήσεις, θα παρέχουν ειδικό προνόμιο αποκλειστικά στις απαιτήσεις που προϋπήρχαν της κήρυξης της αφερεγγυότητας και σε όσες ανέκυψαν μεταγενέστερα εάν, δυνάμει του άρθρου 68, αποκαθίστανται ή όταν το ενέχυρο είχε καταχωριστεί σε δημόσιο μητρώο πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

Το ειδικό προνόμιο θα αφορά μόνον το μέρος της απαίτησης που δεν υπερβαίνει την αξία της εκάστοτε εξασφάλισης που είναι καταχωρισμένη στον πίνακα πιστωτών. Το ποσό της απαίτησης που υπερβαίνει το ποσό για το οποίο αναγνωρίζεται το ειδικό προνόμιο θα κατατάσσεται ανάλογα με τη φύση του.

B) Στις απαιτήσεις με γενικό προνόμιο (άρθρο 91) περιλαμβάνονται:

1. Οι απαιτήσεις μισθών που δεν διαθέτουν ειδικό προνόμιο, ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του τριπλάσιου του κατώτατου διεπαγγελματικού κατοχυρωμένου μισθού με τον αριθμό των ημερομισθίων που δεν έχουν πληρωθεί η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης, ίση με το ελάχιστο νόμιμο ποσό και υπολογιζόμενη έως το τριπλάσιο του κατώτατου διεπαγγελματικού κατοχυρωμένου μισθού η αποζημίωση λόγω εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων, που είχε σωρευθεί πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

2. Οι παρακρατήσεις φόρων και κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη κατά τον νόμο.

3. Οι απαιτήσεις φυσικών προσώπων που απορρέουν από ανεξάρτητη εξωτερική συνεργασία και οι απαιτήσεις των συγγραφέων για την εκχώρηση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης των έργων που υπόκεινται σε προστασία διανοητικής ιδιοκτησίας, και έχουν σωρευθεί κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

4. Οι φορολογικές απαιτήσεις και άλλες απαιτήσεις του δημοσίου δικαίου, καθώς και οι απαιτήσεις από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που δεν απολαύουν ειδικών προνομίων. Το εν λόγω προνόμιο μπορεί να ισχύσει σε ποσοστό έως 50 % των συνολικών απαιτήσεων της φορολογικής αρχής και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίστοιχα.

5. Απαιτήσεις από εξωσυμβατική αστική ευθύνη.

6. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από τις εισροές νέων ταμειακών διαθεσίμων λόγω μιας συμφωνίας αναχρηματοδότησης, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 71 παράγραφος 6, και έως ποσού που δεν αναγνωρίζεται ως απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

7. Ποσοστό έως 50% των απαιτήσεων του πιστωτή που εντάχθηκαν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και οι οποίες δεν θεωρούνται μειωμένης εξασφάλισης.

Γ) Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης περιλαμβάνονται στο άρθρο 92:

1. Οι απαιτήσεις που, λόγω της εκπρόθεσμης αναγγελίας τους, περιλαμβάνονται στον πίνακα πιστωτών από τον διαχειριστή και όσες, λόγω της μη αναγγελίας ή της εκπρόθεσμης αναγγελίας τους, περιλήφθηκαν στον πίνακα σύμφωνα με μεταγενέστερη αναγγελία ή από τον δικαστή κατά την έκδοση απόφασης επί των ενστάσεων που προβλήθηκαν κατά του πίνακα. Οι απαιτήσεις του άρθρου 86 παράγραφος 3, οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα έγγραφα του οφειλέτη, οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται σε έναν εκτελεστό τίτλο, οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια καταχωρισμένη στο δημόσιο μητρώο, οι απαιτήσεις που έχουν καταχωριστεί με άλλον τρόπο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή σε άλλη δίκη, και οι απαιτήσεις που χρήζουν επαλήθευσης από τη δημόσια διοίκηση δεν θα έχουν μειωμένη εξασφάλιση γι’ αυτούς τους λόγους και θα καταταχθούν ανάλογα.

2. Οι απαιτήσεις, που σύμφωνα με τη συμβατική συμφωνία, έχουν μειωμένη εξασφάλιση ως προς όλες τις υπόλοιπες απαιτήσεις κατά του οφειλέτη.

3. Οι απαιτήσεις για κάθε είδους πρόσθετα τέλη και τόκους, περιλαμβανομένης της εκπρόθεσμης πληρωμής, εκτός από όσες αντιστοιχούν σε απαιτήσεις με εμπράγματη ασφάλεια, οι οποίες περιορίζονται στο ποσό της αντίστοιχης εγγύησης.

4. Απαιτήσεις λόγω προστίμων και λοιπών χρηματικών κυρώσεων.

5. Οι απαιτήσεις προσώπων που έχουν ειδική σχέση με τον οφειλέτη, όπως μνημονεύονται στο επόμενο άρθρο, με εξαίρεση όσων περιλαμβάνονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, και άλλες απαιτήσεις, εκτός όσων απορρέουν από δάνεια ή παρεμφερείς οικονομικές συμφωνίες, των μετόχων των άρθρων 93 παράγραφος 2 εδάφιο 1 και 93 παράγραφος 2 εδάφιο 3 που πληρούν τις προϋποθέσεις της συμμετοχής στο κεφάλαιο που υποδεικνύονται σε αυτά. Οι απαιτήσεις από διατροφή που γεννήθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας εξαιρούνται από τον εν λόγω κανόνα και θεωρούνται μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις.

6. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από αγωγές διάρρηξης υπέρ ενός προσώπου που δεδηλωμένα ενήργησε κακόπιστα κατά την προσβαλλόμενη πράξη.

7. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και μνημονεύονται στα άρθρα 61, 62, 68 και 69, εάν ο δικαστής, έπειτα από έκθεση του διαχειριστή, διαπιστώσει ότι κατ’ επανάληψη ο πιστωτής παρεμπόδισε την εκπλήρωση της σύμβασης με τρόπο επιζήμιο για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

13.1 Πληρωμή απαιτήσεων

Η πληρωμή των απαιτήσεων με ειδικό προνόμιο βαρύνει τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα που υπάγονται στις διαδικασίες, είτε υπόκεινται σε ατομική είτε σε συλλογική δίωξη. Για τις εν λόγω απαιτήσεις διατίθενται ειδικοί κανόνες, που επιτρέπουν στον διαχειριστή να τις πληρώνει από την πτωχευτική περιουσία χωρίς να ρευστοποιεί συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, αίροντας τα βάρη. Επιτρέπεται επίσης η πώληση των περιουσιακών στοιχείων με το βάρος και η ανάληψη των υποχρεώσεων του οφειλέτη από τον αγοραστή. Για την πώληση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ο νόμος ορίζει συγκεκριμένους κανόνες στο άρθρο 155.

Οι απαιτήσεις με γενικό προνόμιο πληρώνονται ανάλογα με τη σειρά προτεραιότητάς τους και αναλογικά στο πλαίσιο της κάθε κατηγορίας. Στη συνέχεια, πληρώνονται οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις, παρότι ο δικαστής μπορεί να μεταβάλει την τάξη προτεραιότητάς τους, έπειτα από αίτημα του διαχειριστή και με ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρο 157). Οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις πληρώνονται αναλογικά και σύμφωνα με την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης πληρώνονται τελευταίες και σύμφωνα με την τάξη προτεραιότητας που ορίζει το άρθρο 92.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

14.1 Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Η «διαδικασία αναδιοργάνωσης» μπορεί να παραπέμπει σε δύο διαφορετικές καταστάσεις: στη συμφωνία των πιστωτών ως μέσο περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, και στη δυνατότητα να αποφύγει ο οφειλέτης τις διαδικασίες αφερεγγυότητας μέσω της αναδιάρθρωσης της οφειλής του ή μιας συμφωνίας εξυγίανσης με τους πιστωτές του. Και οι δύο καταστάσεις ρυθμίζονται από τον νόμο περί αφερεγγυότητας.

(Α) Συμφωνία πιστωτών

Μετά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, όταν έχουν καθοριστεί οριστικά τα περιουσιακά στοιχεία και το παθητικό που υπάγονται στις διαδικασίες, δύο είναι οι πιθανές λύσεις: η συμφωνία των πιστωτών ή η εκκαθάριση. Προηγείται η επίτευξη της συμφωνίας πιστωτών, διότι ο νόμος ορίζει ότι πρέπει πάντοτε να κινείται η διαδικασία της σύναψης μιας συμφωνίας, εκτός αν ο οφειλέτης έχει ζητήσει την έναρξη της διαδικασίας της εκκαθάρισης.

Τόσο ο οφειλέτης όσο και οι πιστωτές με απαιτήσεις άνω του ενός πέμπτου του παθητικού του οφειλέτη μπορεί να υποβάλουν μια πρόταση συμφωνίας μετά το πέρας του αρχικού σταδίου. Ο οφειλέτης έχει επίσης την εξουσία να υποβάλει μια αρχική πρόταση συμφωνίας, παρότι ορισμένοι οφειλέτες δεν διαθέτουν το εν λόγω προνόμιο (όσοι έχουν καταδικαστεί για ορισμένα αδικήματα κι όσοι δεν υποβάλλουν ετήσιους λογαριασμούς παρότι φέρουν τη σχετική υποχρέωση).

Η αρχική πρόταση συμφωνίας αποσκοπεί στη σύναψη συμφωνίας από τον οφειλέτη και τους πιστωτές του με ταχύτητα και χωρίς να εξαντληθούν όλα τα στάδια των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Η εξέταση της πρότασης προϋποθέτει την προσχώρηση συγκεκριμένου ποσοστού πιστωτών σε αυτή. Μετά την κατάθεση, η αίτηση πρέπει να αξιολογηθεί από τον διαχειριστή και οι υπόλοιποι πιστωτές μπορεί να προσχωρήσουν σε αυτή σε περίπτωση επίτευξης των απαιτούμενων πλειοψηφιών, ο δικαστής θα εκδώσει μια απόφαση επικύρωσης της συμφωνίας που κατατέθηκε.

Το στάδιο της κατεξοχήν εξέτασης της συμφωνίας ξεκινά με μια δικαστική απόφαση που περατώνει το αρχικό στάδιο στην εν λόγω απόφαση, ο δικαστής θα ορίσει ημερομηνία για τη διεξαγωγή της συνέλευσης των πιστωτών, αν και η εξέταση μπορεί να γίνει γραπτώς εάν οι πιστωτές είναι περισσότεροι από τριακόσιοι. Από το εν λόγω σημείο, ξεκινά η προθεσμία του οφειλέτη και των πιστωτών να υποβάλουν τις προτάσεις συμφωνίας, οι οποίες πρέπει να έχουν ένα βασικό ελάχιστο περιεχόμενο. Εάν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, ο δικαστής θα κάνει δεκτές τις προτάσεις και θα τις αποστείλει στον διαχειριστή για αξιολόγηση.

Στη συνέλευση των πιστωτών θα προεδρεύει ο δικαστής, ενώ για το νόμιμο της σύγκλησής της, απαιτείται η προσέλευση των πιστωτών που εκπροσωπούν ποσοστό άνω του μισού των μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων. Παρίστανται υποχρεωτικά ο οφειλέτης και ο διαχειριστής. Στη συνέλευση, θα διεξαχθεί συζήτηση και ψηφοφορία επί των προτάσεων συμφωνίας, και για την επικύρωση απαιτείται η θετική ψήφος των πλειοψηφιών που ορίζει το άρθρο 124 του νόμου, ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Στη συνέχεια, ο δικαστής θα εκδώσει μια απόφαση που θα επικυρώνει την πρόταση που έγινε δεκτή από τη συνέλευση, ενώ ο διαχειριστής και οι πιστωτές που δεν συμμετείχαν ή στερήθηκαν τα δικαιώματά τους να προσβάλουν την πρόταση μπορούν να προσφύγουν σε μια διαδικασία που προηγείται της εν λόγω απόφασης.

Η συμφωνία παράγει έννομα αποτελέσματα από την ημέρα της απόφασης που την επικυρώνει, και έκτοτε οι διαδικασίες αφερεγγυότητας παύουν να παράγουν έννομα αποτελέσματα και αντικαθίστανται από τα οριζόμενα στη συμφωνία. Επίσης περατώνεται ο ρόλος του διαχειριστή. Η συμφωνία δεσμεύει τον οφειλέτη και τους ανέγγυους και μειωμένης εξασφάλισης πιστωτές, καθώς και τους προνομιακούς πιστωτές που υπερψήφισαν. Μπορεί επίσης να δεσμεύει τους προνομιακούς πιστωτές ανάλογα με τις πλειοψηφίες που συγκεντρώθηκαν κατά την επικύρωσή της. Εάν η συμφωνία εφαρμοστεί, ο δικαστής θα κηρύξει την εφαρμογή της και θα διατάξει την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Σε περίπτωση μη τήρησης της συμφωνίας, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να ζητήσει από τον δικαστή την κήρυξη της μη συμμόρφωσης.

(B) Αναδιάρθρωση οφειλών μέσω συμφωνιών αναχρηματοδότησης για την αποτροπή των διαδικασιών αφερεγγυότητας

Από την πείρα που έχει αποκτηθεί μετά τη δημοσίευση του νόμου περί αφερεγγυότητας αποδεικνύεται η αποτυχία των διαδικασιών αφερεγγυότητας ως μέσο επίτευξης της επιχειρηματικής συνέχειας στη βάση της συμφωνημένης λύσης. Ως εκ τούτου, με τη Σύσταση της Επιτροπής της 12ης Μαρτίου 2014 για μια νέα προσέγγιση για την επιχειρηματική αποτυχία και την αφερεγγυότητα, προτάθηκε στα κράτη μέλη η θέσπιση μέτρων για την αποτροπή των διαδικασιών αφερεγγυότητας μέσω συμφωνιών αναχρηματοδότησης οφειλών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών. Με τις πλέον πρόσφατες τροποποιήσεις του νόμου περί αφερεγγυότητας, ο Ισπανός νομοθέτης εισήγαγε τέσσερα είδη μέτρων: (α) την καθιέρωση ενός συστήματος προηγούμενης επικοινωνίας, με το οποίο ο οφειλέτης θα γνωστοποιεί στο εμπορικό δικαστήριο ότι έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές του για τη σύναψη μιας συμφωνίας αναχρηματοδότησης που αναστέλλει την υποχρέωση αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και επιτρέπει την αναστολή των ατομικών διώξεων σε ορισμένες περιπτώσεις και για συγκεκριμένο διάστημα (β) την καθιέρωση προληπτικών μηχανισμών για την προστασία των συμφωνιών αναχρηματοδότησης έναντι αγωγών διάρρηξης (γ) την καθιέρωση μιας επίσημης διαδικασίας επικύρωσης των συμφωνιών αναχρηματοδότησης για την ενίσχυση των αποτελεσμάτων τους και (δ) την παροχή κινήτρων για τη μετατροπή των οφειλών σε ίδια κεφάλαια. Στην παρούσα ενότητα, επικεντρωνόμαστε στη ρύθμιση της δικαστικής επικύρωσης των συμφωνιών αναχρηματοδότησης, που περιλαμβάνεται στην τέταρτη πρόσθετη διάταξη του νόμου περί αφερεγγυότητας.

Οι συμφωνίες αναχρηματοδότησης που υπογράφονται από τους πιστωτές που εκπροσωπούν ποσοστό 51 % του παθητικού μπορεί να εγκριθούν δικαστικά. Ο νόμος ορίζει συγκεκριμένους κανόνες για τον υπολογισμό του παθητικού και τα κοινοπρακτικά δάνεια.

Η διαδικασία περιλαμβάνει την υποβολή από τον οφειλέτη ή από τους πιστωτές μιας αίτησης από κοινού με ένα πιστοποιητικό του ορκωτού ελεγκτή που να επιβεβαιώνει τη συμμετοχή των εκάστοτε απαιτούμενων πλειοψηφιών, σύμφωνα με το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας, με κατώτατο όριο το ποσοστό του 51 % του παθητικού. Ο δικαστής θα εξετάσει την αίτηση και εφόσον την κάνει δεκτή, θα εκδώσει μια διαταγή με την οποία θα κηρύσσει την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της επικύρωσης.

Μετά τη δημοσίευση της διαταγής επικύρωσης, οι διαφωνούντες πιστωτές έχουν στη διάθεσή τους μια προθεσμία 15 ημερών για να την προσβάλουν. Μοναδικοί δικαιολογητικοί λόγοι της προσβολής είναι η μη συμμόρφωση με τις επίσημες διατυπώσεις ή ο δυσανάλογος χαρακτήρας της απαιτούμενης περικοπής. Οι ενστάσεις εξετάζονται σε μια παρεμπίπτουσα διαδικασία αφερεγγυότητας, στην οποία μετέχουν ο οφειλέτης και οι υπόλοιποι πιστωτές που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία, και εκδίδεται μια ανέκκλητη απόφαση. Ορίζεται επίσης ρητά ότι, ως προς τα αποτελέσματα της συμφωνίας που έχει επικυρωθεί δικαστικά, τα οποία αναπτύσσουν ισχύ από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα, ο δικαστής μπορεί να διατάξει την άρση οποιασδήποτε κατάσχεσης έχει επιβληθεί με ατομική δίωξη που κινήθηκε επί οφειλών που περιλαμβάνονται στη συμφωνία αναχρηματοδότησης.

Τα αποτελέσματα της δικαστικής επικύρωσης δεν περιορίζονται στην επέκταση, κατά παρέκκλιση της αρχής της σχετικότητας των συμβάσεων, των αποτελεσμάτων της συμφωνημένης επέκτασης. Το γενικό αποτέλεσμα είναι η προστασία από τις αγωγές διάρρηξης, ωστόσο η επέκταση των αποτελεσμάτων στους διαφωνούντες πιστωτές θα εξαρτηθεί από το ποσοστό της επικύρωσης. Συνεπώς: (α) αίρεται η προστασία των πιστωτών με εμπράγματη εξασφάλιση (β) τα αποτελέσματα της συμφωνίας τροποποιούνται σύμφωνα με τις πλειοψηφίες που την επικύρωσαν και ανάλογα με το εάν η απαίτηση καλύπτεται επαρκώς από την εμπράγματη ασφάλεια.

Οι πιστωτές με οικονομικές απαιτήσεις, που δεν έχουν υπογράψει τη συμφωνία αλλά θίγονται από τη δικαστική επικύρωση θα διατηρούν τα δικαιώματά τους έναντι όσων ευθύνονται από κοινού και αλληλέγγυα με τον οφειλέτη και των τριτεγγυητών ή εγγυητών, οι οποίοι δεν μπορούν να επικαλεστούν την αποδοχή της συμφωνίας αναχρηματοδότησης ή τα αποτελέσματα της δικαστικής επικύρωσης. Ως προς τους πιστωτές με οικονομικές απαιτήσεις, οι οποίοι έχουν υπογράψει τη συμφωνία, η διατήρηση των αποτελεσμάτων αυτής επί των τριτεγγυητών ή των εγγυητών θα εξαρτηθεί από τους όρους της συμφωνίας που διέπουν τις εκάστοτε μεταξύ τους έννομες σχέσεις.

Οποιοσδήποτε πιστωτής, είτε έχει υπογράψει τη συμφωνία είτε όχι, μπορεί να ζητήσει την κήρυξη της μη συμμόρφωσης από το δικαστήριο που την επικύρωσε, μέσω μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας. Η απόφαση είναι ανέκκλητη. Εάν κηρυχθεί η μη συμμόρφωση, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας ή να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις.

Εάν τα δικαιώματα από την εμπράγματη ασφάλεια εκτελεστούν επί απαιτήσεων που περιλαμβάνονται στη συμφωνία, και εκτός αν άλλως συμφωνηθεί, ο πιστωτής μπορεί να αποκτήσει τα ποσά που έχουν αποκτηθεί με συγκεκριμένους όρους.

14.2 Απαλλαγή των οφειλετών που είναι φυσικά πρόσωπα από ανεξόφλητες απαιτήσεις

Ο νόμος αριθ. 25/2015, της 28ης Ιουλίου 2015, εισήγαγε στον νόμο περί αφερεγγυότητας τον λεγόμενο μηχανισμό «δεύτερης ευκαιρίας», στο νέο άρθρο 178α.

Η διάταξη εξαιρεί τα φυσικά πρόσωπα από τον γενικό κανόνα του άρθρου 178 παράγραφος 2, σύμφωνα με τον οποίο, στην περίπτωση περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στις διαδικασίες, οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα ευθύνονται για την πληρωμή των υπολειπόμενων απαιτήσεων.

Για να επωφεληθεί από την εν λόγω απαλλαγή, ο οφειλέτης οφείλει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να συντρέχουν στο πρόσωπό του οι παρακάτω προϋποθέσεις:

1. η αφερεγγυότητα να μην έχει κηρυχθεί υπαίτια

2. ο οφειλέτης να μην έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για αδίκημα κατά της ιδιοκτησίας, απάτη ή οικονομικό έγκλημα, πλαστογραφία, αδικήματα κατά της φορολογικής αρχής και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ή κατά των δικαιωμάτων των εργαζόμενων τα τελευταία 10 έτη πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας

3. σύμφωνα με τις προδιαγραφές του άρθρου 231, ο οφειλέτης να έχει συνάψει ή έστω να έχει αποπειραθεί να συνάψει μια εξωδικαστική συμφωνία πληρωμής

4. ο οφειλέτης να έχει εξοφλήσει τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας και τις προνομιακές πτωχευτικές απαιτήσεις και, εάν δεν έχει αποπειραθεί να συνάψει μια προηγούμενη εξωδικαστική συμφωνία, σε ποσοστό τουλάχιστον 25 % του ποσού των μη εξασφαλισμένων πτωχευτικών απαιτήσεων

5. εναλλακτικά, με το προηγούμενο εδάφιο:

i) ο οφειλέτης να έχει προσχωρήσει σε ένα σχέδιο πληρωμών

ii) να έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις συνεργασίας με τον δικαστή και τον διαχειριστή

iii) να μην έχει τύχει της εν λόγω εξαίρεσης τα τελευταία 10 έτη

iv) να μην έχει απορρίψει μια προσφορά εργασίας που να ανταποκρίνεται στις ικανότητές του κατά τα τέσσερα προηγούμενη έτη από την κήρυξη της αφερεγγυότητας

v) να αποδεχτεί ρητά, στην αίτηση απαλλαγής από ανεξόφλητες απαιτήσεις, ότι η εν λόγω απαλλαγή θα παραμείνει εγγεγραμμένη στο ειδικό τμήμα του Δημόσιου Μητρώου Αφερεγγυότητας για διάστημα πέντε ετών.

Η χορήγηση της εν λόγω απαλλαγής προϋποθέτει την έναρξη των διαδικασιών έπειτα από αίτηση του οφειλέτη και τη συμμετοχή του διαχειριστή και των πιστωτών που είναι διάδικοι. Ο οφειλέτης οφείλει να υποβάλει ένα σχέδιο πληρωμών για τις απαιτήσεις που εξαιρούνται από την απαλλαγή, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί μέσα σε προθεσμία πέντε ετών το ανώτερο.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη συμμόρφωση με το σχέδιο πληρωμών, χωρίς να έχει ανακληθεί η απαλλαγή, ο πτωχευτικός δικαστής, έπειτα από αίτημα του οφειλέτη, θα εκδώσει μια διαταγή οριστικής απαλλαγής από τις απαιτήσεις που δεν εξοφλήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ο δικαστής μπορεί επίσης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης και κατόπιν εξέτασης των πιστωτών να διατάξει την οριστική απαλλαγή από τις ανεξόφλητες απαιτήσεις των οφειλετών που δεν έχουν συμμορφωθεί πλήρως με το σχέδιο πληρωμών αλλά έχουν αποδώσει τουλάχιστον το μισό των ταμειακών διαθεσίμων που έχουν ληφθεί (και δεν θεωρούνται ακατάσχετα) μέσα στην προθεσμία των πέντε ετών από τη χορήγηση της προσωρινής απαλλαγής ή το ένα τέταρτο των εν λόγω διαθεσίμων, όταν ο οφειλέτης πληροί τις περιστάσεις που ορίζει η νομοθεσία για την προστασία των ενυπόθηκων οφειλετών που δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, εν όψει του οικογενειακού εισοδήματος και ιδιαίτερα δυσχερών οικογενειακών περιστάσεων.

Όλες οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης που παραμένουν ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας θα περιληφθούν στην εν λόγω απαλλαγή, εκτός από τις απαιτήσεις του δημοσίου δικαίου και τις απαιτήσεις διατροφών. Ως προς τις απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο, η απαλλαγή θα χωρήσει για το μέρος των απαιτήσεων που δεν μπόρεσε να διευθετηθεί με την εκτέλεση της εμπράγματης ασφάλειας.

Η απαλλαγή μπορεί να ανακληθεί έπειτα από αίτημα οποιουδήποτε πιστωτή της πτωχευτικής περιουσίας, εάν μέσα σε πέντε έτη από τη χορήγησή της, αποδειχθεί η ύπαρξη εισοδημάτων, περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων του οφειλέτη που δεν έχουν δηλωθεί.

Αίτηση ανάκλησης μπορεί επίσης να υποβληθεί εάν μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί για τη συμμόρφωση με το σχέδιο πληρωμών: (α) ο οφειλέτης βρεθεί σε μια από τις περιστάσεις που, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 178α παράγραφος 3, αποκλείουν τη χορήγηση απαλλαγής από ανεξόφλητες απαιτήσεις (β) ανάλογα με την περίσταση, δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση πληρωμής μη απαλλασσόμενων οφειλών σύμφωνα με το περιεχόμενο του σχεδίου πληρωμών ή (γ) η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη έχει βελτιωθεί ουσιωδώς λόγω κληρονομιάς, κληροδοσίας ή δωρεάς, ή τυχερών παιγνίων, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να πληρώσει όλες τις ανεξόφλητες οφειλές του χωρίς να θιγούν οι υποχρεώσεις διατροφής που υπέχει.

Εάν ο δικαστής διατάξει την ανάκληση της απαλλαγής, οι πιστωτές ανακτούν πλήρως το δικαίωμά τους να στραφούν κατά του οφειλέτη για την εκτέλεση των απαιτήσεων που παραμένουν ανεξόφλητες κατά την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

14.3 Περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας

Οι αιτίες περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας ορίζονται στο άρθρο 176 του νόμου περί αφερεγγυότητας. Κατά κύριο λόγο, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας περατώνονται για τις παρακάτω αιτίες:

(α) ανακαλείται η διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας από το Περιφερειακό Δικαστήριο (Audiencia Provincial)

(β) κηρύσσεται η συμμόρφωση με τη συμφωνία

(γ) επαληθεύεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στη διαδικασία δεν επαρκούν για την πληρωμή των απαιτήσεων κατά της αφερέγγυας περιουσίας

(δ) επαληθεύεται η πληρωμή όλων των αναγνωρισμένων απαιτήσεων ή η πλήρης ικανοποίηση των πιστωτών με άλλα μέσα

(ε) μετά την περάτωση του αρχικού σταδίου, όλοι οι πιστωτές αποχωρούν ή παραιτούνται από τη διαδικασία.

Η περάτωση πρέπει να επικυρωθεί από τον δικαστή και οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να την προσβάλουν. Ο νόμος περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, λόγω ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τον χρόνο που καλείται να πληρώσει τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Το παραπάνω μπορεί να επαληθευθεί με την αίτηση του ίδιου του οφειλέτη για την έναρξη των διαδικασιών, οπότε και ο δικαστής θα κηρύξει ταυτόχρονα την έναρξη και την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας με την ίδια απόφαση και κατά τον ίδιο χρόνο.

Με την κήρυξη της περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αίρονται όλοι οι περιορισμοί επί των εξουσιών του οφειλέτη. Εάν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ο νόμος ορίζει συγκεκριμένους κανόνες προκειμένου να τύχει απαλλαγής ο οφειλέτης από την πληρωμή των απαιτήσεων που δεν διευθετήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Οι προϋποθέσεις της εν λόγω απαλλαγής ορίζονται στο άρθρο 178α. Ο οφειλέτης πρέπει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να έχει εκπληρώσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Ο ίδιος ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει την αίτηση απαλλαγής και τόσο οι πιστωτές όσο και ο διαχειριστής οφείλουν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η απαλλαγή μπορεί να ανακληθεί σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα, αν ο οφειλέτης βελτιώσει την οικονομική του θέση ή δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο πληρωμής στο οποίο προσχώρησε για την πληρωμή των μη απαλλασσόμενων οφειλών.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Σε περίπτωση περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας των νομικών προσώπων λόγω εκκαθάρισης, τα νομικά πρόσωπα στερούνται τη νομική τους προσωπικότητα.

Εάν η περάτωση οφείλεται στην εφαρμογή της συμφωνίας, οι απαιτήσεις των πιστωτών θα πληρωθούν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Οι προνομιακοί πιστωτές που δεν έχουν υπογράψει τη συμφωνία των πιστωτών μπορεί να συνεχίσουν ή να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις.

Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της συμφωνίας των πιστωτών, ο οφειλέτης μπορεί επίσης να στερηθεί τη νομική του προσωπικότητα μέσω μιας διαδικασίας τροποποίησης της διάρθρωσής του, που έχει ως αποτέλεσμα την ανάληψη των υποχρεώσεων από μια νέα εταιρία ή την εταιρία που πραγματοποιεί την εξαγορά.

Για τους οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα, η περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται ότι οι πιστωτές μπορεί να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις σε βάρος του οφειλέτη, εκτός εάν αυτός έχει απαλλαγεί από τις ανεξόφλητες απαιτήσεις, με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 178α.

15.1 Επανέναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας

Η έκδοση μιας διαταγής κήρυξης της αφερεγγυότητας ενός οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο μέσα σε πέντε έτη από την περάτωση των προηγούμενων διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων, θα συνιστά επανέναρξη των προηγούμενων διαδικασιών.

Στην περίπτωση οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα, την επανέναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας που είχαν περατωθεί λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων θα διατάξει το δικαστήριο που επιλήφθηκε της πρώτης διαδικασίας, το οποίο θα εξετάσει την υπόθεση με την ίδια διαδικασία και θα περιοριστεί στο στάδιο της εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων και των δικαιωμάτων που προέκυψαν μεταγενέστερα.

Μέσα στο επόμενο έτος από την ημερομηνία της απόφασης περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν την επανέναρξη των διαδικασιών για τον σκοπό της λήψης συγκεκριμένων μέτρων είσπραξης, με μνεία των συγκεκριμένων μέτρων που θα ληφθούν ή με γραπτή έκθεση των οικείων πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον χαρακτηρισμό της αφερεγγυότητας ως υπαίτιας, εκτός εάν είχε εκδοθεί απόφαση για τον χαρακτηρισμό της στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που περατώθηκαν.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 2 εδάφιο 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας, όλα τα νομικά έξοδα των διαδικασιών αφερεγγυότητας και η πληρωμή τους αποτελούν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Ιδίως, περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα αναγκαία νομικά έξοδα και τις δαπάνες για την αίτηση και κήρυξη της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων, τη δημοσίευση των αποφάσεων που ορίζει ο εν λόγω νόμος και τη συμμετοχή και εκπροσώπηση του οφειλέτη και του διαχειριστή σε ολόκληρη τη διαδικασία αφερεγγυότητας και τις παρεμπίπτουσες διαδικασίες, όταν η συμμετοχή τους είναι υποχρεωτική από τον νόμο ή τελεί προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας, έως την έναρξη ισχύος της συμφωνίας ή διαφορετικά έως την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις εφέσεις που έχουν ασκηθεί κατά δικαστικών αποφάσεων όταν έχουν απορριφθεί πλήρως ή εν μέρει και περιέχουν ρητή διάταξη πληρωμής των εξόδων.

Στις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας περιλαμβάνονται επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 2 εδάφιο 3, τα νομικά έξοδα και οι δαπάνες που προκύπτουν από τη συμμετοχή και την εκπροσώπηση του οφειλέτη, του διαχειριστή ή των νομιμοποιούμενων πιστωτών στις διαδικασίες που, προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας, συνεχίζονται ή ξεκινούν σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω νόμου, με εξαίρεση τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση, την αποδοχή, τον συμβιβασμό ή την ξεχωριστή υπεράσπιση του οφειλέτη, και ανάλογα με την περίπτωση, έως τα ποσά που ορίζει ο εν λόγω νόμος.

Σε περίπτωση περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω ανεπάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας, οι απαιτήσεις για τις νομικές δαπάνες και τα έξοδα πληρώνονται πριν από τις υπόλοιπες απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας, με εξαίρεση τις απαιτήσεις των εργαζόμενων και τις απαιτήσεις διατροφής (άρθρο 176α παράγραφος 2).

Η αμοιβή του διαχειριστή βαρύνει την πτωχευτική περιουσία και ορίζεται από τον δικαστή σύμφωνα με μια νομίμως επικυρωμένη κλίμακα αμοιβών προς το παρόν, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ το Βασιλικό Διάταγμα αριθ. 1860/2004, της 6ης Σεπτεμβρίου 2004. Το άρθρο 34 ορίζει ειδικούς κανόνες για τον καθορισμό και την ισχύ τους.

Ο νόμος επιτρέπει τον διορισμό εξουσιοδοτημένων βοηθών που παρέχουν συνδρομή στον διαχειριστή, ο οποίος και καλύπτει την αμοιβή τους.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Η ρύθμιση των αγωγών διάρρηξης στις διαδικασίες αφερεγγυότητας περιλαμβάνεται στα άρθρα 71 ως 73 του νόμου περί αφερεγγυότητας. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν υποβληθεί σε διαδοχικές τροποποιήσεις, κυρίως ως προς τη φύση των «μηχανισμών προστασίας» των συμφωνιών αναχρηματοδότησης.

Το άρθρο 71 ορίζει το νομικό σύστημα που διέπει τις πράξεις επανείσπραξης, σύμφωνα με μια γενική ρήτρα που κηρύσσει όλες τις πράξεις του οφειλέτη που είναι «επιζήμιες για τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες» ως «υποκείμενες σε διάρρηξη», ανεξάρτητα από το αν υπήρχε «πρόθεση παραπλάνησης» ή όχι. Για τη διαφύλαξη των αποτελεσμάτων της διάρρηξης, χορηγείται μια συγκεκριμένη προθεσμία: τα δύο προηγούμενα έτη από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας.

(A) Προθεσμία διάρρηξης

Ο νόμος ορίζει μια συγκεκριμένη προθεσμία διάρρηξης: δύο έτη πριν από την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

(B) Η έννοια της «περιουσιακής ζημίας»

Οι πράξεις που διενεργούνται κατά το «ύποπτο διάστημα» από τον οφειλέτη υπόκεινται σε διάρρηξη εάν είναι επιζήμιες για τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες. Η περιουσιακή ζημία πρέπει να αποδειχθεί επαρκώς από τον διάδικο που την επικαλείται. Ωστόσο, λόγω των δυσκολιών που κατά κανόνα συνεπάγεται η απόδειξη των επιζήμιων πράξεων, ο νόμος περί αφερεγγυότητας διευκολύνει την άσκηση των αγωγών ορίζοντας ένα πλέγμα τεκμηρίων. Όπως και σε άλλα σημεία του νόμου, τα τεκμήρια μπορεί να είναι μαχητά ή αμάχητα. Συνεπώς: (α) η περιουσιακή ζημία τεκμαίρεται αμάχητα σε δύο περιπτώσεις: (i) σε περίπτωση δωρεάν διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, με εξαίρεση τη δωρεάν παραχώρηση χρήσης, και (ii) σε περίπτωση πληρωμών και άλλων πράξεων που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, εκτός αν είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια, οπότε και επιτρέπεται η ανταπόδειξη του τεκμηρίου (β) το τεκμήριο της περιουσιακής ζημίας ορίζεται μαχητό σε τρεις περιπτώσεις: (i) σε περίπτωση διάθεσης περιουσιακών στοιχείων αντί τιμήματος, σε πρόσωπα με ειδική σχέση με τον αφερέγγυο οφειλέτη, (ii) σε περίπτωση επιβολής βαρών στα περιουσιακά στοιχεία για την εξασφάλιση υποχρεώσεων που προϋπήρχαν ή νέων ενοχών που προέκυψαν σε αντικατάσταση των προηγούμενων, και (iii) σε περίπτωση πληρωμών ή άλλων πράξεων ρύθμισης υποχρεώσεων που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

(Γ) Διαδικασία

Έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγών διάρρηξης έχει ο διαχειριστής. Ωστόσο, για την προστασία των πιστωτών από την αδράνεια των διαχειριστών, ο νόμος απονέμει ένα δευτερεύον ή δεύτερου βαθμού έννομο συμφέρον στους πιστωτές που έχουν καλέσει γραπτώς τον διαχειριστή να ασκήσει αγωγή διάρρηξης, εάν μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία του αιτήματος ο διαχειριστής δεν ασκήσει την εν λόγω αγωγή. Ο νόμος περιέχει κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εκτέλεσης του καθήκοντος των διαχειριστών να διασφαλίζουν τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στις διαδικασίες. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγών κατά των συμφωνιών αναχρηματοδότησης, έχει αποκλειστικά ο διαχειριστής, αποκλειόμενου κάθε τυχόν δευτερεύοντος συμφέροντος.

Για την προστασία των συμφωνιών αναχρηματοδότησης, έχουν θεσπιστεί ειδικοί κανόνες που απορρέουν από πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις, οι οποίες ορίζουν μηχανισμούς προστασίας, ώστε οι εν λόγω συμφωνίες (που επικυρώνονται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις) να μην επηρεάζονται από αγωγές διάρρηξης (άρθρο 71α).

Τελευταία επικαιροποίηση: 29/03/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γαλλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Αφερεγγυότητα - Γαλλία

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορική ή βιοτεχνική δραστηριότητα, κάθε γεωργός, κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που ασκεί ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου ελεύθερου επαγγέλματος ρυθμιζόμενου από νομοθετικό ή κανονιστικό καθεστώς ή του οποίου ο τίτλος προστατεύεται, και κάθε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας διάσωσης, δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης.

Οι αυτοαπασχολούμενοι μπορούν να επωφεληθούν της κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Μόνο πρόσωπο το οποίο ασκεί πράγματι δραστηριότητα μπορεί να επωφεληθεί της κίνησης διαδικασίας διάσωσης. Σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης, το πρόσωπο μπορεί να έχει ήδη παύσει να ασκεί τη δραστηριότητά του κατά την κίνηση της διαδικασίας.

Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι οι εμπορικές εταιρείες, οι αστικές εταιρείες, οι όμιλοι οικονομικού σκοπού, οι ενώσεις προσώπων, οι επαγγελματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις καθώς και τα συμβούλια των επιχειρήσεων.

Οι ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, όπως οι αφανείς εταιρείες ή οι εταιρείες υπό σύσταση, δεν μπορούν να επωφεληθούν της κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Εξαιρούνται επίσης όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Ταχεία διάσωση και ταχεία οικονομική διάσωση:

Ο οφειλέτης μπορεί να καταφύγει σε διαδικασία ταχείας διάσωσης ή διαδικασία ταχείας οικονομικής διάσωσης, εάν οι οικονομικές καταστάσεις του έχουν ελεγχθεί από ελεγκτή ή καταρτιστεί από ορκωτό λογιστή και εάν έχει περισσότερους από 20 εργαζομένους ή κύκλο εργασιών άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ προ φόρων, ή συνολικό ισολογισμό άνω του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ. Οι διαδικασίες ταχείας διάσωσης και ταχείας οικονομικής διάσωσης μπορούν επίσης να κινηθούν από οφειλέτη που έχει καταρτίσει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Η διαδικασία διάσωσης κινείται όταν υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες για τον οφειλέτη και εφόσον αυτός δεν έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών.

Η διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης κινείται όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του με το διαθέσιμο ενεργητικό του και έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών.

Σκοπός της δικαστικής εξυγίανσης είναι να καταστεί εφικτή η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης, η διατήρηση των θέσεων απασχόλησης και η εκκαθάριση του παθητικού. Την κίνηση της διαδικασίας πρέπει να ζητήσει ο επιχειρηματίας εντός 45 ημερών από την παύση των πληρωμών.

Η διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης κινείται όταν η επιχείρηση έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών και η ανάκαμψη είναι προδήλως αδύνατη.

Μόνο ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την κίνηση διαδικασίας διάσωσης.

Αντιθέτως, την κίνηση διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης μπορούν να ζητήσουν, εκτός από τον οφειλέτη, οι δανειστές ή η εισαγγελική αρχή, εφόσον δεν βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία συνδιαλλαγής (προ-πτωχευτική διαδικασία).

Η δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας αφερεγγυότητας τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία έκδοσής δηλαδή, ήτοι από τις 12:00 τα μεσάνυκτα της ημερομηνίας έκδοσής της.

Η δικαστική απόφαση κοινοποιείται στον οφειλέτη εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της και ανακοινώνεται στους διαχειριστές αφερεγγυότητας και στην εισαγγελική αρχή, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη στα οποία ο οφειλέτης διαθέτει εγκατάσταση.

Η δικαστική απόφαση παράγει αμέσως αποτελέσματα έναντι όλων.

Εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης για το άνοιγμα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, σχετική εγγραφή καταχωρίζεται στο μητρώο εμπορίου και εταιρειών, στον κατάλογο επαγγελμάτων ή σε ειδικό μητρώο που τηρείται στη γραμματεία του πολυμελούς πρωτοδικείου.

Απόσπασμα της δικαστικής απόφασης καταχωρίζεται στο Bodacc (Bulletin officiel des annonces civiles et commerciales, επίσημο δελτίο αστικών και εμπορικών αναγγελιών) και σε εφημερίδα νομικών αναγγελιών στον τόπο της έδρας ή της επαγγελματικής διεύθυνσης του οφειλέτη.

Ταχεία διάσωση και ταχεία οικονομική διάσωση

Προβλέπεται επίσης διαδικασία ταχείας διάσωσης και διαδικασία ταχείας οικονομικής διάσωσης.

Την κίνηση της διαδικασίας ταχείας διάσωσης μπορεί να ζητήσει οφειλέτης ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασία συνδιαλλαγής και αποδεικνύει την εκπόνηση πρότασης σχεδίου με σκοπό τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της επιχείρησης.

Το γεγονός ότι ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών δεν εμποδίζει την κίνηση της διαδικασίας ταχείας διάσωσης, εφόσον η παύση πληρωμών δεν προηγείται της ημερομηνίας της αίτησης για το άνοιγμα διαδικασίας συμβιβασμού κατά περισσότερες από 45 ημέρες.

Η διαδικασία ταχείας οικονομικής διάσωσης μπορεί να κινηθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τη διαδικασία ταχείας διάσωσης και εφόσον από τις οικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη διαφαίνεται ότι οι οφειλές του επιτρέπουν την έγκριση σχεδίου μόνο από τους δανειστές που έχουν την ιδιότητα μέλους της επιτροπής πιστωτικών ιδρυμάτων.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Όλη η περιουσία του οφειλέτη αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Εάν ο οφειλέτης είναι ατομική επιχείρηση, η διαδικασία αφερεγγυότητας περιλαμβάνει και την προσωπική περιουσία του.

Ωστόσο, η κύρια κατοικία οφειλέτη ο οποίος είναι ατομική επιχείρηση και ασκεί εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική, γεωργική ή ελεύθερη δραστηριότητα δεν μπορεί, εκ του νόμου, να κατασχεθεί από δανειστές-επαγγελματίες.

Άλλα ακίνητα, δομημένα ή μη, τα οποία δεν προορίζονται για επαγγελματική χρήση μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δήλωσης ακατάσχετου. Η δήλωση αυτή, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να δημοσιευθεί, ισχύει μόνο έναντι δανειστών-επαγγελματιών των οποίων τα δικαιώματα γεννώνται μετά τη δημοσίευση.

Το ακατάσχετο της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τους δανειστές-επαγγελματίες ανταποκρίνεται στον στόχο της προστασίας του οφειλέτη και της οικογένειάς του.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Η πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης, η περιουσία του οφειλέτη δεν απαλλοτριώνεται και αυτός συνεχίζει να διαχειρίζεται την επιχείρησή του.

Στη διαδικασία διάσωσης, ο δικαστικός διαχειριστής (administrateur judiciaire) επιβλέπει ή βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τα καθήκοντα που ορίζει το δικαστήριο.

Στη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης, ο εν λόγω διαχειριστής βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση ή αναλαμβάνει ο ίδιος τη διαχείριση, εν όλω ή εν μέρει, αντί του οφειλέτη.

Δικαστική εκκαθάριση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης, ο οφειλέτης χάνει την εξουσία διάθεσης και διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του. Τα δικαιώματα και οι πράξεις που σχετίζονται με την επαγγελματική περιουσία του ασκούνται από τον εκκαθαριστή. Επομένως, ο εκκαθαριστής διασφαλίζει τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας είναι δικαστικοί πληρεξούσιοι οι οποίοι τελούν υπό την εποπτεία της εισαγγελικής αρχής και ασκούν νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα.

Αυτοί οι ειδικευμένοι ελεύθεροι επαγγελματίες πρέπει να εγγράφονται σε εθνικούς καταλόγους και να πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις ικανότητας και ήθους.

Διαχειριστές αφερεγγυότητας μπορούν επίσης να οριστούν πρόσωπα μη εγγεγραμμένα στους καταλόγους, τα οποία διαθέτουν ωστόσο ειδική πείρα ή προσόντα σε σχέση με την υπόθεση.

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας διορίζονται από το δικαστήριο κατά το άνοιγμα της διαδικασίας.

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας μπορεί να υπέχουν αστική ευθύνη υπό τις προϋποθέσεις του κοινού δικαίου.

Η αμοιβή τους καθορίζεται σε πίνακα αμοιβών που καταρτίζεται με διάταγμα ο δικαστής επιβαρύνει τον οφειλέτη με την αμοιβή που προσδιορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο.

Οι εξουσίες του διαχειριστή αφερεγγυότητας και του οφειλέτη

Ο δικαστικός διαχειριστής

Καταρχήν, το δικαστήριο που αποφασίζει την κίνηση διαδικασίας διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης ορίζει έναν διαχειριστή, τον οποίο μπορούν να προτείνουν ο οφειλέτης στη διαδικασία διάσωσης ή η εισαγγελική αρχή.

Ο ορισμός του δεν είναι υποχρεωτικός εάν ο οφειλέτης έχει λιγότερους από είκοσι εργαζόμενους και ο κύκλος εργασιών του είναι μικρότερος των τριών εκατομμυρίων ευρώ, προ φόρων.

Σε περίπτωση ταχείας διάσωσης και ταχείας οικονομικής διάσωσης, ο ορισμός δικαστικού διαχειριστή είναι πάντοτε υποχρεωτικός.

Στη διαδικασία διάσωσης, ο δικαστικός διαχειριστής επιβλέπει ή βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τα καθήκοντα που ορίζει το δικαστήριο.

Στη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης, βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση ή αναλαμβάνει ο ίδιος τη διαχείριση, εν όλω ή εν μέρει, αντί του οφειλέτη.

Ο δικαστικός διαχειριστής οφείλει να εκτελεί τις πράξεις οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των δικαιωμάτων της επιχείρησης κατά των οφειλετών της και εκείνες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των ικανοτήτων παραγωγής ή να μεριμνά για την εκτέλεση των εν λόγω πράξεων από τον οφειλέτη.

Ο δικαστικός διαχειριστής διαθέτει ίδιες εξουσίες, όπως την κίνηση, με την υπογραφή του, των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη, στον οποίο έχει απαγορευθεί η έκδοση επιταγών, την απαίτηση συνέχισης των υφιστάμενων συμβάσεων και την πραγματοποίηση των απαραίτητων απολύσεων.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος

Ο δικαστικός πληρεξούσιος ορίζεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο σε κάθε συλλογική διαδικασία.

Καθήκον του είναι να εκπροσωπεί τους δανειστές και το συλλογικό συμφέρον τους.

Καταρτίζει κατάλογο των αναγγελθεισών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων από μισθούς, με τις προτάσεις του περί παραδοχής, απόρριψης ή παραπομπής στο αρμόδιο δικαστήριο, και διαβιβάζει τον κατάλογο στον εισηγητή δικαστή.

Ο εκκαθαριστής

Στην απόφαση δικαστικής εκκαθάρισης, το δικαστήριο ορίζει εκκαθαριστή.

Ο εκκαθαριστής πρέπει να επαληθεύει τις απαιτήσεις και να προβαίνει στις πράξεις ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού του οφειλέτη, με σκοπό την διανομή του εναπομένοντος ενεργητικού μεταξύ των δανειστών.

Προβαίνει σε απολύσεις και μπορεί να επιλέξει τη συνέχιση των υφιστάμενων συμβάσεων.

Εκπροσωπεί τον οφειλέτη και ασκεί τα περισσότερα από τα δικαιώματα και πράξεις που σχετίζονται με την περιουσία του οφειλέτη, τα οποία έχουν αφαιρεθεί από αυτόν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης. Αντιθέτως, δεν μπορεί να ασκεί τα μη περιουσιακά δικαιώματα του οφειλέτη.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Ο συμψηφισμός είναι ένας τρόπος διαγραφής των αμοιβαίων υποχρεώσεων έως το ύψος της κατώτερης εξ αυτών.

Χωρεί μόνο μεταξύ δύο προσώπων που είναι αντίστοιχα οφειλέτης και δανειστής ο ένας του άλλου.

Έτσι, ο συμψηφισμός επιτρέπει με συνοπτικό τρόπο την ταυτόχρονη εξόφληση αμοιβαίων απαιτήσεων.

Καταρχήν απαγορεύεται στον οφειλέτη να εξοφλήσει οποιαδήποτε απαίτηση γεννήθηκε πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης.

Ωστόσο, η απαγόρευση εξόφλησης προγενέστερων απαιτήσεων δεν ισχύει για την εξόφληση μέσω συμψηφισμού συναφών απαιτήσεων. Ως συναφείς νοούνται οι αμοιβαίες απαιτήσεις οι οποίες προέρχονται ή απορρέουν από την εκτέλεση ή τη μη εκτέλεση της ίδιας σύμβασης.

Εάν απαίτηση συναφής με την προγενέστερη απαίτηση γεννηθεί μετά τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας, είναι δυνατή η εξόφλησή της, μέσω συμψηφισμού με την προγενέστερη απαίτηση, εφόσον η τελευταία έχει αναγγελθεί.

Οι αμοιβαίες απαιτήσεις θεωρούνται συναφείς όταν προέρχονται ή απορρέουν από την εκτέλεση ή τη μη εκτέλεση της ίδιας σύμβασης ή ενός συνόλου συμβάσεων.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Διαδικασία συνέχισης των υφιστάμενων συμβάσεων

Η κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν επηρεάζει την ύπαρξη των συμβάσεων που συνδέουν τον οφειλέτη με τους εταίρους του (προμηθευτές, πελάτες), οι οποίες βρίσκονται σε ισχύ κατά την ημερομηνία ανοίγματος της διαδικασίας.

Σύμβαση σε ισχύ είναι η σύμβαση η οποία υφίσταται και εκτελείται κατά το άνοιγμα της διαδικασίας, η σύμβαση διαδοχικής εκτέλεσης η οποία δεν έχει λήξει κατά την εν λόγω ημερομηνία ή η σύμβαση άμεσης εκτέλεσης, η οποία δεν έχει εκτελεστεί ακόμη, αλλά έχει ήδη συναφθεί.

Ο αντισυμβαλλόμενος σύμβασης σε ισχύ μπορεί να επωφεληθεί προνομίου και να εξοφληθεί κατά προτεραιότητα σε σχέση με τους άλλους δανειστές.

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Καταρχάς, η σύμβαση συνεχίζεται αυτομάτως ο δικαστικός διαχειριστής διαθέτει δικαίωμα επιλογής δημόσιας τάξης, το οποίο του επιτρέπει να απαιτήσει τη συνέχιση της σύμβασης με υποχρέωση πληρωμής των παροχών που θα του παρασχεθούν.

Εάν δεν έχει οριστεί δικαστικός διαχειριστής, ο οφειλέτης ασκεί τη δυνατότητα απαίτησης της εκτέλεσης των συμβάσεων σε ισχύ, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του δικαστικού πληρεξουσίου.

Σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ εκτελείται κανονικά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτήν.

Ο δικαστικός διαχειριστής έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω αναμενόμενης μη εκτέλεσης από τον οφειλέτη, όταν διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια για την εκτέλεση των υποχρεώσεών του.

Σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ λύεται αυτοδικαίως εάν, στη λήξη προθεσμίας ενός μήνα, ο δικαστικός διαχειριστής δεν έχει απαιτήσει ρητά την εκτέλεσή.

Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση μη πληρωμής και μη συμφωνίας του αντισυμβαλλομένου για τη συνέχιση των συμβατικών σχέσεων.

Επιπλέον, ο δικαστικός διαχειριστής μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή δικαστή να καταγγείλει σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ, εάν η καταγγελία είναι απαραίτητη για τη διάσωση ή την εξυγίανση του οφειλέτη, και εφόσον δεν θίγει σε υπερβολικό βαθμό τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου.

Δικαστική εκκαθάριση

Καταρχήν όλες οι υφιστάμενες συμβάσεις διατηρούνται σε ισχύ.

Μόνο ο εκκαθαριστής έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την εκτέλεση των συμβάσεων που βρίσκονται σε ισχύ εκτελώντας την υποσχεθείσα από τον οφειλέτη παροχή.

Σύμβαση σε ισχύ λύεται αυτοδικαίως εάν, στη λήξη προθεσμίας ενός μήνα, ο εκκαθαριστής δεν έχει απαιτήσει ρητώς την εκτέλεσή της.

Το ίδιο ισχύει όταν η παροχή του οφειλέτη αφορά την πληρωμή χρηματικού ποσού, την ημέρα που ο αντισυμβαλλόμενος ενημερώνεται για την απόφαση του εκκαθαριστή να μην συνεχίσει τη σύμβαση, καθώς και σε περίπτωση μη πληρωμής.

Επιπλέον, ο εκκαθαριστής έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω αναμενόμενης μη εκτέλεσης από τον οφειλέτη, όταν διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια για την εκτέλεση των υποχρεώσεών του.

Εάν η παροχή δεν αφορά την πληρωμή χρηματικού ποσού, ο εκκαθαριστής μπορεί επίσης να ζητήσει από τον εισηγητή δικαστή να κηρύξει την καταγγελία της σύμβασης, εάν αυτή είναι απαραίτητη για τις εργασίες της εκκαθάρισης και δεν θίγει σε υπερβολικό βαθμό τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου.

Μεταβίβαση των συμβάσεων που βρίσκονται σε ισχύ

Σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης, εάν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τη μεταβίβαση της επιχείρησης σε τρίτο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη μεταβίβαση των συμβάσεων που είναι χρήσιμες για την επιχείρηση (σύμβαση μίσθωσης, σύμβαση προμήθειας, σύμβαση δικαιόχρησης, χρηματοδοτική μίσθωση, άδεια εκμετάλλευσης).

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι δανειστές οφείλουν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατά του οφειλέτη αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας και δεν μπορούν να κινηθούν μεμονωμένα κατά του οφειλέτη για την εξόφλησή τους.

Η δικαστική απόφαση κλεισίματος της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού δεν επιτρέπει στους δανειστές να ανακτήσουν τη δυνατότητα να κινηθούν μεμονωμένα κατά του οφειλέτη.

Εξαιρέσεις από τον ως άνω κανόνα είναι οι ακόλουθες:

- ένδικα βοηθήματα που αφορούν περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν βάσει επαγωγής κληρονομίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης

- η απαίτηση είναι αποτέλεσμα αδικήματος για το οποίο διαπιστώθηκε η υπαιτιότητα του οφειλέτη ή αφορά δικαιώματα που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή

- η απαίτηση γεννήθηκε λόγω απάτης εις βάρος οργανισμών κοινωνικής προστασίας. Η παράνομη προέλευση της απαίτησης διαπιστώνεται είτε με δικαστική απόφαση είτε με κύρωση που επιβάλλεται από οργανισμό κοινωνικής προστασίας.

Οι δανειστές αποκτούν επίσης εκ νέου δικαίωμα κίνησης μεμονωμένης διαδικασίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

- κήρυξη της του οφειλέτη σε προσωπική πτώχευση

- αναγνώριση της υπαιτιότητας του οφειλέτη για την πτώχευση

- υπαγωγή του οφειλέτη, για οποιαδήποτε περιουσία του, ή νομικού προσώπου του οποίου υπήρξε διαχειριστής, σε προγενέστερη διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης, η οποία έκλεισε λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από την κίνηση της διαδικασίας στην οποία υπάγεται, καθώς και διαγραφή των οφειλών του οφειλέτη κατά τα πέντε χρόνια πριν από την εν λόγω ημερομηνία

- κίνηση της διαδικασίας ως τοπικής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Επιπλέον, σε περίπτωση απάτης έναντι ενός ή περισσότερων δανειστών, το δικαστήριο επιτρέπει την επαναφορά του δικαιώματος κίνησης μεμονωμένης διαδικασίας κάθε δανειστή κατά του οφειλέτη. Το δικαστήριο αποφαίνεται κατά το κλείσιμο της διαδικασίας αφού ακούσει ή κλητεύσει νομίμως τον οφειλέτη, τον εκκαθαριστή και τους ελεγκτές. Μπορεί να αποφανθεί μεταγενέστερα, κατόπιν αιτήματος κάθε ενδιαφερομένου, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Η δικαστική απόφαση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας διακόπτει ή απαγορεύει την άσκηση αγωγών κατά του οφειλέτη με αντικείμενο την πληρωμή χρηματικού ποσού ή την καταγγελία σύμβασης λόγω μη πληρωμής χρηματικών ποσών.

Οι διαδικασίες εκτέλεσης και τα συντηρητικά μέτρα αναστέλλονται επίσης.

Οι αγωγές δανειστών οι οποίες ασκήθηκαν πριν από την κίνηση της συλλογικής διαδικασίας διακόπτονται ή αναστέλλονται.

Επομένως, αυτό αφορά όλους τους προγενέστερους δανειστές, είτε διαθέτουν εξασφαλίσεις είτε όχι.

Η διακοπή και η απαγόρευση άσκησης ενδίκων βοηθημάτων εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Οι εκκρεμείς διαδικασίες διακόπτονται έως ότου ο επισπεύδων δανειστής αναγγείλει την απαίτησή του.

Επαναλαμβάνονται στη συνέχεια αυτοδικαίως, αλλά έχουν ως αντικείμενο μόνο την αναγνώριση της απαίτησης και τον καθορισμό του ύψους της, και όχι την καταδίκη του οφειλέτη.

Άλλες αγωγές και διαδικασίες εκτέλεσης εκτός των προαναφερθεισών, ασκούνται κατά την περίοδο παρατήρησης κατά του οφειλέτη κατόπιν κλήτευσης του δικαστικού πληρεξούσιου και του δικαστικού διαχειριστή, όταν αυτός έχει καθήκον παροχής συνδρομής ή εκπροσώπησης του οφειλέτη, ή κατόπιν επανάληψης της διαδικασίας με πρωτοβουλία του δικαστικού πληρεξούσιου ή του δικαστικού διαχειριστή.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Με σκοπό την έγκριση του σχεδίου διάσωσης, πραγματοποιείται διαβούλευση με τους δανειστές σχετικά με τις προθεσμίες εξόφλησης ή άφεσης οφειλών.

Οι προτάσεις διαβιβάζονται από τον δικαστικό διαχειριστή στον δικαστικό πληρεξούσιο, ο οποίος εκπροσωπεί τους δανειστές.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος συγκεντρώνει ατομικά ή συλλογικά τη σύμφωνη γνώμη κάθε δανειστή που ανήγγειλε την απαίτησή του.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με τους δανειστές για τους οποίους το προτεινόμενο σχέδιο δεν τροποποιεί τους όρους πληρωμής ή για τους οποίους προβλέπει πλήρη εξόφληση τοις μετρητοίς από την έγκριση του σχεδίου ή την παραδοχή των απαιτήσεων.

Επιτροπές δανειστών

Όταν ο δανειστής έχει περισσότερους από 150 εργαζόμενους και ο κύκλος εργασιών του υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ευρώ, συστήνονται επιτροπές δανειστών οι οποίες αποφασίζουν σχετικά με τα προτεινόμενα σχέδια εκκαθάρισης του παθητικού.

Οι επιτροπές δανειστών συγκαλούν ξεχωριστές συνελεύσεις για διαφορετικές κατηγορίες δανειστών, με σκοπό να τους υποβάλλουν προτάσεις τις οποίες θα μπορέσουν να συζητήσουν και επί των οποίων θα αποφασίσουν συλλογικά, πράγμα που σημαίνει ότι η μειοψηφία θα πρέπει να συμμορφωθεί προς την απόφαση της πλειοψηφίας.

Υπάρχει επιτροπή πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία απαρτίζεται από τις εταιρείες χρηματοδότησης και από πιστωτικά και συναφή ιδρύματα, και επιτροπή απαρτιζόμενη από τους κύριους παρόχους αγαθών ή υπηρεσιών. Όταν υπάρχουν ομολογιούχοι, συγκαλείται γενική συνέλευση απαρτιζόμενη από το σύνολο των δανειστών κατόχων ομολογιών εκδοθεισών στη Γαλλία ή στο εξωτερικό, με σκοπό να συζητήσει σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο που ενέκριναν οι επιτροπές δανειστών.

Ο δικαστικός διαχειριστής οφείλει να διαβουλεύεται με τις επιτροπές δανειστών σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο και αυτές πρέπει να υπερψηφίσουν ένα σχέδιο προτού μπορέσει το δικαστήριο να αποφανθεί επ' αυτού.

Ενώπιον των επιτροπών δανειστών, κάθε δανειστής μέλος επιτροπής μπορεί να διατυπώσει εναλλακτικές προτάσεις στο προτεινόμενο σχέδιο που υποβάλλει ο οφειλέτης.

Επομένως, το προτεινόμενο σχέδιο μπορεί να προέρχεται από τον οφειλέτη ή, σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης, από τον δικαστικό διαχειριστή, με τη βοήθεια του οφειλέτη, αλλά μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα πρωτοβουλίας των δανειστών που είναι μέλη των εν λόγω επιτροπών. Το σχέδιο που εγκρίνουν οι επιτροπές και, εάν είναι διαφορετικό, εκείνο που υποστηρίζει ο οφειλέτης ή ο δικαστικός διαχειριστής μπορούν ακολούθως να υποβληθούν στο δικαστήριο, παράλληλα.

Ταχεία διάσωση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας ταχείας διάσωσης, συγκροτούνται υποχρεωτικά οι επιτροπές δανειστών -επιτροπή πιστωτικών ιδρυμάτων και επιτροπή παρόχων αγαθών και υπηρεσιών, όπως επίσης και η γενική συνέλευση των ομολογιούχων, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

Πραγματοποιούνται επίσης μεμονωμένες διαβουλεύσεις με τους δανειστές που δεν είναι μέλη επιτροπών.

Ταχεία οικονομική διάσωση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας ταχείας οικονομικής διάσωσης, μόνο η επιτροπή πιστωτικών ιδρυμάτων συγκροτείται υποχρεωτικά, και συγκαλείται επίσης η γενική συνέλευση των ομολογιούχων, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Κάθε απαίτηση γεννηθείσα πριν από τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας πρέπει να αναγγέλλεται, ανεξαρτήτως φύσης ή χαρακτήρα: εμπορική, αστική, διοικητική (δημόσιο ταμείο, οργανισμοί πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης) ή ποινική (πρόστιμο). Δεν έχει σημασία εάν η απαίτηση είναι εγχειρόγραφη ή προνομιακή, απαιτητή ή υπό προθεσμία, βέβαιη ή υπό αίρεση.

Οι απαιτήσεις που γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη για την επαγγελματική του δραστηριότητα, εξοφλούνται στο χρόνο λήξης τους.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Κάθε δανειστής του οποίου η απαίτηση γεννήθηκε πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας οφείλει να αναγγείλει την απαίτησή του στον δικαστικό πληρεξούσιο σε περίπτωση διάσωσης ή εξυγίανσης ή στον εκκαθαριστή σε περίπτωση εκκαθάρισης.

Η προθεσμία αναγγελίας λήγει δύο μήνες μετά τη νόμιμη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας.

Ο οφειλέτης μπορεί επίσης να αναγγείλει ο ίδιος την απαίτηση ενός εκ των δανειστών του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

Η αναγγελία αφορά επίσης ορισμένες απαιτήσεις που γεννώνται μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας, εκείνες οι οποίες δεν εξοφλούνται κατά προτεραιότητα η οποία ισχύει για τις απαιτήσεις που είναι πρόσφορες για την επιχείρηση ή συνδέονται με τις ανάγκες της διαδικασίας.

Στην αναγγελθείσα απαίτηση πρέπει να αναφέρονται το ύψος των οφειλόμενων ποσών και εκείνων που πρόκειται να καταστούν ληξιπρόθεσμα, οι ημερομηνίες λήξης, η φύση του υφιστάμενου προνομίου ή της εξασφάλισης, ο τρόπος υπολογισμού των τόκων.

Κανένας ιδιαίτερος τύπος δεν επιβάλλεται για την αναγγελία απαίτησης. Συγκεκριμένα, η αναγγελία πρέπει να εκφράζει αφ' εαυτής και σαφώς τη βούληση του δανειστή να αξιώσει την πληρωμή της απαίτησής του, να περιληφθεί στον πίνακα απαιτήσεων και να συμμετάσχει στη διαδικασία.

Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του οφειλέτη, ο δικαστικός πληρεξούσιος καταρτίζει τον κατάλογο των αναγγελθεισών απαιτήσεων με τις προτάσεις του περί παραδοχής, απόρριψης ή παραπομπής στο αρμόδιο δικαστήριο.

Ο κατάλογος διαβιβάζεται στον εισηγητή δικαστή και κοινοποιείται στον δικαστικό διαχειριστή.

Πριν από την παραδοχή ή την απόρριψη απαίτησης, ο εισηγητής δικαστής επαληθεύει την ύπαρξη, το ύψος και τη φύση της, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει το πρόσωπο που προβαίνει στην αναγγελία και, ενδεχομένως, των στοιχείων που προσκομίζουν τα πρόσωπα που ακούγονται στη διαδικασία και ο δικαστικός πληρεξούσιος.

Οι δανειστές οι οποίοι δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών αποκλείονται και, επομένως, δεν μπορούν να συμμετάσχουν στις διανομές ούτε να αξιώσουν μερίσματα σε περίπτωση έγκρισης σχεδίου ή ρευστοποίησης του ενεργητικού του οφειλέτη, εάν δεν εξασφαλίσουν την άρση του αποκλεισμού τους από τον εισηγητή δικαστή.

Σε περίπτωση άρσης του αποκλεισμού, μπορούν να συμμετάσχουν στις διανομές που είναι μεταγενέστερες της αίτησής τους.

Ταχεία διάσωση και ταχεία οικονομική διάσωση

Ο οφειλέτης καταρτίζει κατάλογο των απαιτήσεων κάθε δανειστή που έλαβε μέρος στη συνδιαλλαγή, οι οποίες πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο αναγγελίας απαιτήσεων. Ο κατάλογος πιστοποιείται από τον ελεγκτή του οφειλέτη και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος διαβιβάζει σε κάθε δανειστή απόσπασμα του καταλόγου που αφορά την απαίτησή του.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Ο προνομιούχος δανειστής διαθέτει εγγύηση η οποία του εξασφαλίζει προτεραιότητα εξόφλησης από τον οφειλέτη του σε σχέση με τους άλλους απλούς δανειστές, οι οποίοι ονομάζονται εγχειρόγραφοι δανειστές, σε περίπτωση κίνησης συλλογικής διαδικασίας εναντίον του οφειλέτη.

Επομένως, ο δανειστής μπορεί να είναι προνομιούχος:

- επειδή διαθέτει εγγύηση, χορηγηθείσα από τον οφειλέτη του ή από το δικαστήριο, ή

- επειδή ο νόμος του παρέχει ένα προνόμιο λόγω της ιδιότητάς του.

Όλοι οι προνομιούχοι δανειστές δεν είναι ίσοι. Σε περίπτωση περισσότερων προνομιούχων δανειστών, η σειρά εξόφλησής τους καθορίζεται από τον νόμο, αλλά εξοφλούνται πάντοτε πριν από τους εγχειρόγραφους δανειστές.

Οι εγχειρόγραφοι δανειστές εξοφλούνται από το εναπομένον ενεργητικό του οφειλέτη, μετά την εξόφληση των προνομιούχων δανειστών. Η διανομή πραγματοποιείται αναλογικά.

Η κατάταξη των προνομίων

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση ακίνητου μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις από μισθούς: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας
  2. δικαστικά έξοδα τα οποία προκύπτουν κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα σχετικά με τη διατήρηση, τη ρευστοποίηση των αγαθών και τη διανομή του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών (έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.)
  3. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο της συνδιαλλαγής: ισχύει υπέρ των δανειστών οι οποίοι παρέχουν νέα χρηματική εισφορά ή νέο αγαθό ή νέα υπηρεσία, με σκοπό να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και η βιωσιμότητά της
  4. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή της προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  5. απαιτήσεις εγγυημένες με το γενικό προνόμιο των μισθωτών: πληρωμή της αμοιβής των έξι μηνών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας
  6. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδικό προνόμιο ή υποθήκη
  7. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση κινητού μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδική ασφάλεια επί κινητού συνοδευόμενη από δικαίωμα παρακράτησης
  2. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις από μισθούς: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας
  3. δικαστικά έξοδα τα οποία γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα σχετικά με τη διατήρηση, τη ρευστοποίηση των αγαθών και τη διανομή του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών (έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.)
  4. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο της συνδιαλλαγής: ισχύει υπέρ των δανειστών οι οποίοι παρέχουν νέα χρηματική εισφορά ή νέο αγαθό ή νέα υπηρεσία, με σκοπό να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και η βιωσιμότητά της
  5. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  6. προνόμιο του δημόσιου ταμείου
  7. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδικό προνόμιο επί κινητού χωρίς δικαίωμα παρακράτησης
  8. απαιτήσεις εγγυημένες με άλλα γενικά προνόμια επί κινητών
  9. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

Δικαστική εκκαθάριση

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση ακίνητου αγαθού μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις από μισθούς: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας
  2. δικαστικά έξοδα τα οποία γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.
  3. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο της συνδιαλλαγής: ισχύει υπέρ των δανειστών οι οποίοι παρέχουν νέα χρηματική εισφορά ή νέο αγαθό ή νέα υπηρεσία, με σκοπό να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και η βιωσιμότητά της
  4. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδικές ασφάλειες επί ακινήτων
  5. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης κίνησης της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  6. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση κινητού αγαθού μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδική ασφάλεια επί κινητού συνοδευόμενη από δικαίωμα παρακράτησης
  2. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις μισθών: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας
  3. δικαστικά έξοδα τα οποία γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.
  4. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο του συμβιβασμού
  5. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης κίνησης της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  6. απαιτήσεις εγγυημένες με υποθήκη επί κινητού ή απαιτήσεις εγγυημένες με ενέχυρο επί του εξοπλισμού ή των εργαλείων
  7. προνόμιο του δημόσιου
  8. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδική ασφάλεια επί κινητών χωρίς δικαίωμα παρακράτησης
  9. άλλα προνόμια επί κινητών (άρθρο 2331 του Αστικού Κώδικα) και γενικό προνόμιο από μισθούς
  10. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Οι διαδικασίες διάσωσης και δικαστικής εξυγίανσης θεσπίστηκαν για να καταστήσουν εφικτές, μέσω ενός σχεδίου, τη διάσωση της επιχείρησης, τη συνέχιση της δραστηριότητάς της, και τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης και την εκκαθάριση του παθητικού. Το σχέδιο διάσωσης ή εξυγίανσης μπορεί να εγκριθεί μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.

Ο οφειλέτης, σε περίπτωση διάσωσης, ή ο διαχειριστής, σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης, καταρτίζουν το προτεινόμενο σχέδιο, εφόσον υπάρχει σοβαρή πιθανότητα διάσωσης της επιχείρησης. Το σχέδιο περιλαμβάνει τρία σκέλη:

— οικονομικό και χρηματοοικονομικό σκέλος, στο οποίο καθορίζονται οι προοπτικές εξυγίανσης ανάλογα με τις δυνατότητες και τους όρους των δραστηριοτήτων, την κατάσταση της αγοράς και τα διαθέσιμα μέσα χρηματοδότησης

— ορισμό των όρων διακανονισμού του παθητικού και των τυχόν εγγυήσεων που πρέπει να παράσχει ο επιχειρηματίας για να διασφαλίσει την εκτέλεσή του

— κοινωνικό σκέλος, στο οποίο εκτίθενται και δικαιολογούνται το επίπεδο και οι προοπτικές απασχόλησης καθώς και οι κοινωνικοί όροι που προβλέπονται για τη συνέχιση της δραστηριότητας. Όταν το σχέδιο προβλέπει απολύσεις για οικονομικούς λόγους, πρέπει να υπενθυμίζονται σε αυτό τα ήδη ληφθέντα μέτρα και να καθορίζονται οι δράσεις που θα αναληφθούν για τη διευκόλυνση της επανένταξης στην αγορά εργασίας και την αποζημίωση των υπαλλήλων των οποίων κινδυνεύει η απασχόληση.

Στο σχέδιο αναφέρονται όλες οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της εφαρμογής του και οι οποίες είναι απαραίτητες για την εξυγίανση της επιχείρησης.

Ακολούθως, το δικαστήριο αποφαίνεται επί της πρότασης σχεδίου που του υπέβαλε ο οφειλέτης ή δανειστής.

Η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία εγκρίνεται σχέδιο διάσωσης ή εξυγίανσης ή σχέδιο μεταβίβασης είναι δικαστική απόφαση. Το σχέδιο έχει επίσης μια συμβατική πτυχή, εάν συγκροτήθηκαν επιτροπές δανειστών.

Η διάρκεια του σχεδίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα έτη (δεκαπέντε έτη για τους γεωργούς).

Το δικαστήριο ορίζει, για τη διάρκεια ισχύος του σχεδίου, τον δικαστικό διαχειριστή ή τον δικαστικό πληρεξούσιο ως επίτροπο εκτέλεσης του σχεδίου για να επιβλέπει την εκτέλεσή του.

Με την έγκριση του σχεδίου τερματίζεται η περίοδος παρατήρησης. Ο οφειλέτης ανακτά τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων του και μπορεί εκ νέου να διοικεί την επιχείρησή του, με την επιφύλαξη των μέτρων που το δικαστήριο του επέβαλε με το σχέδιο.

Πράγματι, ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του σχεδίου από κάθε άποψη.

Διαφορετικά, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών του ή σε περίπτωση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του σχεδίου διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης, ο οφειλέτης διατρέχει τον κίνδυνο λύσης του σχεδίου και επανάληψης της διαδικασίας.

Μετατροπή σε δικαστική εκκαθάριση

Η δικαστική εκκαθάριση μπορεί να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια ή στο τέλος της περιόδου επιτήρησης που ξεκινά με τη δικαστική απόφαση διάσωσης ή τη δικαστική απόφαση δικαστικής εξυγίανσης.

Το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει τη δικαστική εκκαθάριση μόλις καταστεί σαφές ότι η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης είναι αδύνατη ή ότι το σχέδιο εκχώρησης δεν μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης.

Λήξη των υποχρεώσεων στο πλαίσιο της δικαστικής εκκαθάρισης για τον οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο

Η πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη ξεκινά από την ημέρα της απόφασης της δικαστικής εκκαθάρισης και διαρκεί έως την περάτωση της εκκαθάρισης. Στο σημείο αυτό, ο οφειλέτης ανακτά τα δικαιώματά του και μπορεί να προβαίνει ξανά σε σχετικές πράξεις.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Η ολοκλήρωση της εκτέλεσης του σχεδίου διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης δεν επιτρέπει στους δανειστές που δεν είχαν αναγγείλει τις απαιτήσεις τους να κινηθούν κατά του οφειλέτη.

Η κατ' εξαίρεση δυνατότητα κίνησης μεμονωμένης διαδικασίας προβλέπεται ρητώς μόνο σε περίπτωση κλεισίματος της δικαστικής εκκαθάρισης λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.

Χρόνος κατά τον οποίο η διαδικασία αφερεγγυότητας θεωρείται περατωθείσα

Η περίοδος παρατήρησης είναι η περίοδος από την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας έως την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης με την οποία εγκρίνεται το σχέδιο διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης ή αποφασίζεται η δικαστική εκκαθάριση.

Τόσο στη διαδικασία διάσωσης όσο και στη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης, η δραστηριότητα συνεχίζεται κατά την περίοδο παρατήρησης και ο οφειλέτης συνεχίζει, καταρχήν, να διοικεί την επιχείρησή του, με ορισμένους περιορισμούς.

Όταν υπάρχει σημαντική πιθανότητα διάσωσης της επιχείρησης, η περίοδος παρατήρησης ολοκληρώνεται κανονικά με σχέδιο διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης.

Η έγκριση σχεδίου διάσωσης ή εξυγίανσης επιτρέπει στον οφειλέτη να ανακτήσει τον έλεγχο των υποθέσεών του, αλλά δεν θέτει τέλος στη διαδικασία.

Πράγματι, η διαδικασία κλείνει όταν εγκρίνεται από τον εισηγητή δικαστή η έκθεση λήξης του έργου του δικαστικού διαχειριστή και του δικαστικού πληρεξουσίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου εκδίδει τότε διάταξη περάτωσης, η οποία αποτελεί μέτρο δικαστικής διαχείρισης κατά του οποίου δεν χωρεί προσφυγή.

Επομένως, η διαδικασία περατώνεται δικαστικά με την έκδοση της διάταξης περάτωσης.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα της διαδικασίας δεν σταματούν με τη διάταξη περάτωσης, δεδομένου ότι το σχέδιο διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του σχεδίου από κάθε άποψη.

Διαφορετικά, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών του ή σε περίπτωση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του σχεδίου διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης, ο οφειλέτης διατρέχει τον κίνδυνο λύσης του σχεδίου και επανάληψης της διαδικασίας.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας βαρύνουν την επιχείρηση που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Όταν το δικαστήριο διατάσσει το άνοιγμα διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης, τεκμαίρεται καταρχήν ότι η ημερομηνία παύσης των πληρωμών του οφειλέτη είναι η ημερομηνία της δικαστικής απόφασης για το άνοιγμα της διαδικασίας.

Ωστόσο, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών σε ημερομηνία η οποία προηγείται έως 18 μήνες της ημερομηνίας ανοίγματος της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Το διάστημα από την ημερομηνία παύσης των πληρωμών έως την ημερομηνία ανοίγματος της διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης ονομάζεται στην περίπτωση αυτή «ύποπτη περίοδος».

Ορισμένες πράξεις οι οποίες τελούνται από τον οφειλέτη κατά την ύποπτη περίοδο και φαίνονται δόλιες ακυρώνονται.

Η αγωγή ακύρωσης των πράξεων που τελέσθηκαν κατά την ύποπτη περίοδο υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της διαδικασίας.

Την αγωγή μπορούν να ασκήσουν μόνο ο δικαστικός διαχειριστής, ο δικαστικός πληρεξούσιος, ο εκκαθαριστής και η εισαγγελική αρχή.

Οι δανειστές μπορούν να ασκήσουν ατομικά, ή συλλογικά μέσω του δικαστικού πληρεξουσίου, αγωγή μη αντιταξιμότητας των πράξεων του οφειλέτη.

Η πράξη είναι άκυρη έναντι όλων και καταργείται με αναδρομική ισχύ.

Υποχρεωτικά άκυρες είναι οι ακόλουθες δώδεκα περιπτώσεις παράτυπων πράξεων :

  • κάθε πράξη μεταβίβασης κινητής ή ακίνητης περιουσίας με χαριστική αιτία
  • κάθε αμφοτεροβαρής ανταλλακτική σύμβαση στην οποία οι υποχρεώσεις του οφειλέτη υπερβαίνουν σημαντικά εκείνες του αντισυμβαλλομένου
  • κάθε πληρωμή, με οποιονδήποτε τρόπο, οφειλών μη ληξιπρόθεσμων κατά την ημερομηνία πληρωμής
  • κάθε πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών, η οποία πραγματοποιείται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκτός μετρητών, χρεογράφων, εμβασμάτων, σημειωμάτων εκχώρησης απαιτήσεων ή με κάθε άλλον τρόπο πληρωμής γενικά αποδεκτό στις επιχειρηματικές σχέσεις
  • κάθε κατάθεση και κάθε παρακαταθήκη χρηματικών ποσών σε συνέχεια ενεχυρίασης περιουσιακού στοιχείου απουσία δικαστικής απόφασης με ισχύ δεδικασμένου
  • κάθε συμβατική υποθήκη, κάθε δικαστική υποθήκη καθώς και κάθε νόμιμη υποθήκη των συζύγων και κάθε δικαίωμα από ασφάλεια ή ενέχυρο επί κινητού που έχουν συσταθεί επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για προηγούμενες οφειλές
  • κάθε συντηρητικό μέτρο, εκτός εάν η εγγραφή ή η πράξη κατάσχεσης προηγείται της ημερομηνίας παύσης των πληρωμών
  • κάθε εξουσιοδότηση και άσκηση δικαιώματος προαίρεσης από τους υπαλλήλους της επιχείρησης
  • κάθε μεταβίβαση περιουσίας ή δικαιωμάτων προς καταπίστευμα, εκτός εάν η εν λόγω μεταβίβαση διενεργήθηκε ως εγγύηση οφειλής που συνήφθη ταυτόχρονα
  • κάθε τροποποίηση σύμβασης καταπιστεύματος η οποία επηρεάζει τα δικαιώματα ή περιουσιακά στοιχεία που ήδη μεταβιβάστηκαν προς το καταπίστευμα για την εγγύηση οφειλών που συνήφθησαν πριν από την εν λόγω τροποποίηση
  • όταν ο οφειλέτης είναι ατομική επιχείρηση με περιορισμένη ευθύνη, κάθε διάθεση ή τροποποίηση της διάθεσης περιουσιακού στοιχείου, με την επιφύλαξη της καταβολής των μη διατεθέντων εσόδων στην επαγγελματική δραστηριότητα, από την οποία προκαλείται μείωση της περιουσίας που αφορά η διαδικασία προς όφελος άλλης περιουσίας του εν λόγω οφειλέτη
  • η συμβολαιογραφική δήλωση ακατάσχετου που καταρτίζει ο οφειλέτης.

Οι ως άνω πράξεις πρέπει να ακυρώνονται από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι συμβαλλόμενοι ενήργησαν καλόπιστα ή κακόπιστα.

Επιπλέον, το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει τις πράξεις μεταβίβασης με χαριστική αιτία κινητής ή ακίνητης περιουσίας και τη δήλωση ακατάσχετου, οι οποίες καταρτίστηκαν κατά τους έξι μήνες πριν από την ημερομηνία παύσης των πληρωμών. Στις περιπτώσεις αυτές οι πράξεις είναι δυνητικά άκυρες.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/02/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Αφερεγγυότητα - Κροατία

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Η προπτωχευτική και η πτωχευτική διαδικασία στρέφονται κατά νομικών προσώπων καθώς και κατά των περιουσιακών στοιχείων ενός ιδιώτη οφειλέτη, εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος. Για τους σκοπούς του πτωχευτικού νόμου (Stečajni zakon - «SZ»), ιδιώτης οφειλέτης είναι ένα φυσικό πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος από αυτοαπασχόληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος (Zakon o porezu na dohodak) ή ένα φυσικό πρόσωπο που υπόκειται σε εταιρικό φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος εταιριών (Zakon o porezu na dobit).

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

α) Η προπτωχευτική διαδικασία κινείται αν το δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται επαπειλούμενη αφερεγγυότητα, δηλαδή αν το δικαστήριο συναγάγει ότι ο οφειλέτης δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις του κατά την ημερομηνία που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες.

Επαπειλούμενη αφερεγγυότητα υφίσταται αν δεν έχουν ήδη ανακύψει οι περιστάσεις που καθιστούν αφερέγγυο τον οφειλέτη και αν:

− στο Μητρώο καταχώρισης των οικονομικών υποχρεώσεων κατά προτεραιότητα, το οποίο τηρείται από την Οικονομική Υπηρεσία (Financijska agencija), υπάρχουν καταχωρισμένες μια ή περισσότερες εκκρεμείς υποχρεώσεις του οφειλέτη με νόμιμη βάση πληρωμής, και οι οποίες θα έπρεπε να έχουν εισπραχθεί χωρίς την περαιτέρω έγκριση του οφειλέτη, από οποιονδήποτε λογαριασμό του, ή

− ο οφειλέτης είναι πλέον των 30 ημερών υπερήμερος ως προς την καταβολή των μισθών που οφείλονται στους εργαζόμενους σύμφωνα με μια σύμβαση εργασίας, τους κανονισμούς της εργατικής νομοθεσίας, μια συλλογική σύμβαση ή ειδικούς κανονισμούς ή άλλο έγγραφο που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών έναντι των εργαζόμενων ή

− ο οφειλέτης δεν καταβάλει τις εισφορές και τους φόρους που οφείλονται για τους μισθούς της προηγούμενης υποπαραγράφου, μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που όφειλε να καταβάλει τους μισθούς στους εργαζόμενους.

β) Το δικαστήριο κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας αν κρίνει ότι υφίστανται οι λόγοι της πτώχευσης, δηλαδή η αφερεγγυότητα ή η υπερχρέωση.

Αφερεγγυότητα υφίσταται εάν ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώνει τις εκκρεμείς οικονομικές του υποχρεώσεις σε συνεχή βάση. Η εκ μέρους του οφειλέτη ικανοποίηση των απαιτήσεων ορισμένων πιστωτών ή η δυνατότητα να τις ικανοποιήσει πλήρως ή μερικώς δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί φερέγγυος ο οφειλέτης.

Ο οφειλέτης θεωρείται αφερέγγυος:

− εάν, στο Μητρώο καταχώρισης των υποχρεώσεων κατά προτεραιότητα το οποίο τηρεί η Οικονομική Υπηρεσία, υπάρχουν καταχωρισμένες μια ή περισσότερες εκκρεμείς υποχρεώσεις του, ληξιπρόθεσμες πλέον των 60 ημερών, με νόμιμη βάση πληρωμής, και οι οποίες θα έπρεπε να έχουν εισπραχθεί, χωρίς την περαιτέρω έγκριση του οφειλέτη, από οποιονδήποτε λογαριασμό του

− εάν δεν έχει καταβάλει στους εργαζομένους του τρεις διαδοχικούς μισθούς που οφείλονται σύμφωνα με σύμβαση εργασίας, τους κανονισμούς της εργατικής νομοθεσίας, συλλογική σύμβαση ή ειδικούς κανονισμούς ή άλλο έγγραφο που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών έναντι των εργαζόμενων.

Υπερχρέωση υφίσταται αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη- νομικού προσώπου- πλέον δεν αρκούν για την κάλυψη των υφιστάμενων υποχρεώσεών του.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στην πτώχευση, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που είχε στην κυριότητά του ο οφειλέτης κατά την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας και τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια αυτής. Οι δαπάνες της πτωχευτικής διαδικασίας, οι απαιτήσεις των πιστωτών του οφειλέτη, και οι απαιτήσεις που έχουν εξασφαλιστεί με συγκεκριμένα δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη πληρώνονται από την πτωχευτική περιουσία.

H ελεύθερη χρήση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τα πρόσωπα που είχαν προηγουμένως νόμιμη εξουσία εκπροσώπησης του οφειλέτη ή από τον ιδιώτη οφειλέτη μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τη χρήση που διέπεται από τους γενικούς κανόνες για την τήρηση της αρχής της πίστης προς τα δημόσια μητρώα. Το αντάλλαγμα αποδίδεται στον αντισυμβαλλόμενο από την πτωχευτική περιουσία, αν αυτό συνέβαλε στην αύξηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Εάν ο ιδιώτης οφειλέτης έγινε δικαιούχος κληρονομίας ή κληροδοσίας πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, μόνον ο ίδιος δικαιούται να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομία ή την κληροδοσία.

Εάν ο οφειλέτης συστήσει κοινή περιουσία ή άλλη έννομη σχέση ή κοινοπραξία με τρίτον, η διανομή των περιουσιακών στοιχείων διενεργείται εκτός του πλαισίου της πτωχευτικής διαδικασίας. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σχέση μπορεί να ζητηθεί χωριστή ικανοποίηση από το μερίδιο του οφειλέτη.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

α) Προπτωχευτική διαδικασία – ο διορισμός του συνδίκου υπόκειται στα ίδια προαπαιτούμενα με αυτά του διορισμού εκκαθαριστή. Το δικαστήριο, αν το θεωρήσει αναγκαίο, διορίζει σύνδικο με την απόφασή του για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας. Τα καθήκοντα του συνδίκου παύουν κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που επικυρώνει την προπτωχευτική συμφωνία, κατά την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας ή με απόφαση των πιστωτών.

Στην προπτωχευτική διαδικασία ο σύνδικος οφείλει:

1. να εξετάζει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη

2. να εξετάζει τον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του οφειλέτη

3. να εξετάζει τη βασιμότητα των καταχωρισμένων απαιτήσεων

4. να προσβάλλει το κύρος απαιτήσεων εάν, βάσει των δηλώσεων των πιστωτών ή για άλλους λόγους, αμφιβάλλει για την εγκυρότητά τους

5. να επιβλέπει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη, ιδίως τις οικονομικές του εργασίες, τη σύσταση υποχρεώσεων απέναντι σε τρίτους, την έκδοση μέσων ασφαλιστικής αποζημίωσης και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που διεξάγονται στο πλαίσιο της πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, διαφυλάττοντας ταυτόχρονα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη από οποιαδήποτε ζημία

6. να ασκεί αγωγές σε περίπτωση που ο οφειλέτης αθετεί τις διατάξεις του άρθρου 67 του SZ

7. να εκδίδει διαταγές και πιστοποιητικά δυνάμει των άρθρων 69 και 71 του SZ

8. να διασφαλίζει την έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των δαπανών της προπτωχευτικής διαδικασίας

9. να διεξάγει τις λοιπές δραστηριότητες που προβλέπει ο SZ.

Από την ημερομηνία έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας και έως την περάτωσή της, ο οφειλέτης μπορεί να πραγματοποιεί μόνο τις πληρωμές που είναι αναγκαίες για τις συνήθεις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Κατά το εν λόγω διάστημα, ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που είχαν ανακύψει και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πριν από την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας, παρά μόνον τις υποχρεώσεις καταβολής ακαθάριστων αμοιβών που υπέχει έναντι των νυν και πρώην εργαζομένων του βάσει σύμβασης εργασίας, αν οι απαιτήσεις είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες πριν από την ημερομηνία έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, τις αποζημιώσεις απόλυσης έως το ποσό που ορίζει ο νόμος και οι συλλογικές συμβάσεις, τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω εργατικού ατυχήματος ή ασθένειας που προκλήθηκε από την εργασία και απαιτήσεις από μισθούς εργαζομένων προσαυξημένες κατά το ποσό των νόμιμων εισφορών και άλλα στοιχειώδη δικαιώματα των εργαζομένων, σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας και τις συλλογικές συμβάσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και κάθε άλλη πληρωμή που ορίζεται από ειδική νομοθεσία και είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή των συνήθων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας έως την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη αυτής, ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκποιήσει τα περιουσιακά του στοιχεία ή να συστήσει βάρος επ’ αυτών, παρά μόνον με την προηγούμενη έγκριση του συνδίκου ή του δικαστηρίου αν δεν έχει διοριστεί σύνδικος.

β) Πτωχευτική διαδικασία – ο σύνδικος της πτώχευσης επιλέγεται τυχαία από τον «A» κατάλογο συνδίκων της περιφέρειας του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου, εκτός αν άλλως ορίζει ο SZ. Βάσει της εν λόγω επιλογής, το δικαστήριο διορίζει τον σύνδικο με την απόφασή του για την κήρυξη της έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας. Κατ’ εξαίρεση, εάν είχε διοριστεί σύνδικος στην προπτωχευτική διαδικασία που προηγήθηκε της πτωχευτικής διαδικασίας, ή είχε διοριστεί προσωρινός σύνδικος, το δικαστήριο διορίζει σύνδικο της πτώχευσης τον σύνδικο της προπτωχευτικής διαδικασίας ή τον προσωρινό σύνδικο.

Στον σύνδικο απονέμονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των εταιρικών οργάνων του οφειλέτη, εκτός αν άλλως ορίζει ο SZ. Εάν ο οφειλέτης εξακολουθεί να διεξάγει την επιχειρηματική του δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 217 παράγραφος 2 του SZ, ο σύνδικος αναλαμβάνει τη διαχείρισή της.

Ο σύνδικος εκπροσωπεί τον οφειλέτη. Ο σύνδικος διαχειρίζεται μόνον τις δραστηριότητες του ιδιώτη οφειλέτη που αφορούν την πτωχευτική περιουσία και τον εκπροσωπεί ως ο νόμιμος εκπρόσωπός του.

Ο σύνδικος οφείλει να ενεργεί ευσυνείδητα και με μεθοδικότητα και ιδίως οφείλει

1. να τακτοποιήσει σε χρονολογική σειρά τα λογιστικά στοιχεία έως την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας

2. να συντάξει μια προκαταρκτική εκτίμηση των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας και να την υποβάλει στην επιτροπή των πιστωτών προς έγκριση

3. να συστήσει επιτροπή για την απογραφή των περιουσιακών στοιχείων

4. να συντάξει έναν αρχικό ισολογισμό των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη

5. να διαχειριστεί με τη δέουσα επιμέλεια την περάτωση των εκκρεμών δραστηριοτήτων του οφειλέτη και τις δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για να διαφυλαχθούν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη

6. να διασφαλίσει την εκτέλεση των απαιτήσεων του οφειλέτη

7. να διεξάγει με ευσυνειδησία τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη που αναφέρονται στο άρθρο 217 παράγραφος 2 του SZ

8. να προσκομίσει στο Ασφαλιστικό Ίδρυμα Συνταξιοδότησης της Κροατίας τα έγγραφα που αφορούν το καθεστώς των δικαιούχων κατά το εργατικό δίκαιο

9. να ρευστοποιήσει ή να εισπράξει με τη δέουσα επιμέλεια τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα του οφειλέτη που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία

10. να προπαρασκευάσει τη διανομή προς τους πιστωτές και να την εκτελέσει έπειτα από έγκριση

11. να υποβάλει μια τελική οικονομική κατάσταση στην επιτροπή των πιστωτών

12. να πραγματοποιήσει μεταγενέστερες διανομές στους πιστωτές

13. μετά το πέρας της πτωχευτικής διαδικασίας, να εκπροσωπεί την πτωχευτική περιουσία σύμφωνα με τον SZ.

Ο σύνδικος πρέπει να υποβάλλει γραπτές εκθέσεις για την πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας και το υπόλοιπο αυτής, τουλάχιστον μια φορά ανά τρίμηνο και σε τυποποιημένη μορφή.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Εάν, κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ο πιστωτής είχε νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα συμψηφισμού, αυτό δεν θίγεται από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Εάν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, υφίστανται μια ή περισσότερες απαιτήσεις που υπόκεινται σε συμψηφισμό υπό αναβλητικό όρο ή δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή δεν θα εκτελεστούν με τον ίδιο τρόπο, ο συμψηφισμός θα πραγματοποιηθεί μετά την εκπλήρωση των αναγκαίων όρων. Δεν ισχύει για τον συμψηφισμό ο κανόνας που προβλέπει ότι οι εκκρεμείς απαιτήσεις καθίστανται ληξιπρόθεσμες κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, και ότι οι μη χρηματικές απαιτήσεις ή οι απαιτήσεις μη καθορισμένου χρηματικού ποσού έχουν τη χρηματική αξία που τους αποδίδεται κατ’ εκτίμηση κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν η απαίτηση που θα συμψηφιζόταν καταστεί ανεπιφύλακτη και ληξιπρόθεσμη πριν να γίνει εφικτός ο συμψηφισμός, τότε ο συμψηφισμός αποκλείεται.

Ο συμψηφισμός δεν αποκλείεται για απαιτήσεις που εκφράζονται σε διαφορετικό νόμισμα ή για ομάδες λογαριασμών, με τον όρο ότι οι εν λόγω ισοτιμίες ή ομάδες λογαριασμών μπορούν ευχερώς να εκφραστούν σε συνάλλαγμα στον τόπο εκπλήρωσης της απαίτησης που υπόκειται σε συμψηφισμό. Η μετατροπή διεξάγεται σύμφωνα με την ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία στον τόπο του διακανονισμού κατά τον χρόνο παραλαβής της δήλωσης για τον συμψηφισμό.

Ο συμψηφισμός είναι απαράδεκτος:

1. εάν η υποχρέωση του πιστωτή έναντι της πτωχευτικής περιουσίας προέκυψε μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας

2. εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε στον πιστωτή από άλλον πιστωτή μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας

3. εάν ο πιστωτής απέκτησε την απαίτηση με εκχώρηση κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ή αν η προπτωχευτική διαδικασία δεν είχε κινηθεί κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας και ο πιστωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο οφειλέτης έχει καταστεί αφερέγγυος ή ότι έχει κατατεθεί αίτηση έναρξης της προπτωχευτικής ή της πτωχευτικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Κατά παρέκκλιση, ο συμψηφισμός επιτρέπεται εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε για την εκτέλεση μιας σύμβασης που δεν έχει εκτελεστεί ή αν το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης αναβίωσε μετά την επιτυχή προσβολή μιας δικαιοπραξίας του οφειλέτη.

4. εάν ο πιστωτής απέκτησε το δικαίωμα του συμψηφισμού με ακυρώσιμη δικαιοπραξία.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Εάν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης και ο αντισυμβαλλόμενός του δεν έχουν εκτελέσει πλήρως ή εν μέρει μια αμφοτεροβαρή σύμβαση, ο σύνδικος μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση αντί του οφειλέτη και να απαιτήσει την εκτέλεση από τον αντισυμβαλλόμενο. Εάν ο σύνδικος αρνηθεί να εκτελέσει τη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εκτελέσει την απαίτησή του λόγω αθέτησης μόνον ως πτωχευτικός πιστωτής. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος καλέσει τον σύνδικο να υποβάλει παρατηρήσεις ως προς το δικαίωμα προαίρεσης, ο σύνδικος πρέπει αμέσως, και το αργότερο μετά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο με συστημένη επιστολή σχετικά με την πρόθεσή του να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή όχι. Κατά παρέκκλιση, εάν ο αντισυμβαλλόμενος θα υφίστατο σημαντική ζημία κατά τον χρόνο της εξέτασης της χρηματοοικονομικής αναφοράς και έχει ενημερώσει σχετικά τον σύνδικο, ο τελευταίος οφείλει να γνωστοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο την πρόθεσή του να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή όχι, αποστέλλοντάς του συστημένη επιστολή μέσα σε οκτώ ημέρες. Διαφορετικά, ο σύνδικος δεν θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης.

Εάν οι υποχρεώσεις παροχής είναι διαιρετές, και ο αντισυμβαλλόμενος έχει εκπληρώσει εν μέρει τις υποχρεώσεις παροχής του κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, τότε ο εν λόγω συμβαλλόμενος δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμά του στην αντιπαροχή που αναλογεί στη μερική παροχή ως πτωχευτικός πιστωτής, ακόμη κι αν ο σύνδικος απαίτησε την εκπλήρωση της εναπομένουσας ενοχής. Ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση της αξίας κατά την οποία αυξήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη με τη μερική παροχή του, λόγω μη εκτέλεσης του δικαιώματός του στην αντιπαροχή.

Εάν έχει εγγραφεί προσημείωση στο κτηματολόγιο για την εξασφάλιση της απαίτησης που αφορά την κτήση ή ανάκληση δικαιωμάτων σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, ή σε ένα από τα δικαιώματα που έχουν συσταθεί υπέρ του οφειλέτη ή για την εξασφάλιση της απαίτησης για μια αλλαγή του αντικειμένου ή της προτεραιότητας του εν λόγω δικαιώματος, ο πιστωτής μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτησή του ως πτωχευτικός πιστωτής. Το ίδιο ισχύει αν ο οφειλέτης είχε αναλάβει οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση την οποία στη συνέχεια δεν εκπλήρωσε πλήρως ή εν μέρει. Η εν λόγω διάταξη ισχύει αναλογικά για τις εγγραφές προσημειώσεων στο νηολόγιο, το μητρώο πλοίων υπό ναυπήγηση ή το μητρώο αεροσκαφών.

Εάν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης πώλησε την ακίνητη περιουσία του με παρακράτηση κυριότητας και παρέδωσε το ακίνητο στην κατοχή του αγοραστή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης αγοραπωλησίας. Το ίδιο ισχύει εάν ο οφειλέτης ανέλαβε περαιτέρω υποχρεώσεις έναντι του αγοραστή τις οποίες δεν εκπλήρωσε πλήρως ή τις οποίες εκπλήρωσε μόνον εν μέρει. Εάν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης αγόρασε ένα ακίνητο με παρακράτηση κυριότητας και ο πωλητής το παρέδωσε στην κατοχή του, ο σύνδικος έχει το δικαίωμα προαίρεσης του άρθρου 181 του SZ.

Η μίσθωση και η εκμίσθωση ακινήτων ή εγκαταστάσεων δεν λύονται με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει για τις μισθωτικές σχέσεις που είχε συνάψει ο οφειλέτης ως εκμισθωτής ως προς πράγματα τα οποία μεταβιβάστηκαν για ασφαλιστικούς σκοπούς σε τρίτον ο οποίος χρηματοδότησε την αγορά ή παραγωγή τους. Τα δικαιώματα που αφορούν το διάστημα πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και η ζημία που προέκυψε από την πρόωρη καταγγελία της σύμβασης, μπορεί να ασκηθούν από τον αντισυμβαλλόμενο μόνο με την ιδιότητα του πτωχευτικού πιστωτή.

Ο σύνδικος μπορεί να ακυρώσει τις μισθωτικές συμβάσεις επί ακινήτων ή εγκαταστάσεων που έχει συνάψει ο οφειλέτης ως μισθωτής χωρίς να λάβει υπόψη τη συμβατική διάρκεια, με την επιφύλαξη όμως της νόμιμης προθεσμίας ειδοποίησης. Εάν ο σύνδικος κηρύξει την ακύρωση της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για πρόωρη καταγγελία της σύμβασης, ως πτωχευτικός πιστωτής. Εάν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης δεν είχε αποκτήσει κατοχή επί του ακινήτου ή των εγκαταστάσεων, ο σύνδικος και ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση. Εάν ο σύνδικος υπαναχωρήσει, ο αντισυμβαλλόμενος, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για ζημίες από την πρόωρη καταγγελία της σύμβασης, ως πτωχευτικός πιστωτής. Κάθε συμβαλλόμενος οφείλει να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο για την πρόθεσή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή όχι, με αίτημα του αντισυμβαλλόμενου και μέσα σε 15 ημέρες από αυτό. Διαφορετικά, ο συμβαλλόμενος χάνει το δικαίωμά του σε υπαναχώρηση.

Οι τυχόν απαιτήσεις του οφειλέτη, ως εκμισθωτή του ακινήτου ή των εγκαταστάσεων πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, από μισθωτικές συμβάσεις που αφορούν μελλοντικό χρόνο, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο μέτρο που αφορούν τη μίσθωση ή την εκμίσθωση, για τον τρέχοντα ημερολογιακό μήνα κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν η πτωχευτική διαδικασία κινηθεί μετά τη δέκατη πέμπτη ημέρα του μήνα, η ύπαρξη των απαιτήσεων επίσης παράγει έννομα αποτελέσματα τον επόμενο ημερολογιακό μήνα και αφορά ειδικά την καταβολή των μισθωμάτων. Οι απαιτήσεις από την αναγκαστική εκτέλεση εξομοιώνονται με συμβατικές απαιτήσεις.

Ο σύνδικος μπορεί, για λογαριασμό του οφειλέτη ως εκμισθωτή να ακυρώσει τη μισθωτική σχέση μέσα στη νόμιμη προθεσμία ειδοποίησης, ανεξάρτητα από τη συμβατική προθεσμία.

Εάν ο σύνδικος ανέλαβε από τρίτο το ακίνητο ή τις εγκαταστάσεις που είχε εκμισθώσει ο οφειλέτης και υπεισήλθε έτσι στη μισθωτική σύμβαση αντί του οφειλέτη, ο εν λόγω τρίτος μπορεί να ακυρώσει τη σύμβαση μέσα σε μια νόμιμα καθορισμένη προθεσμία ειδοποίησης.

Εάν ο οφειλέτης είναι ο μισθωτής, ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να ακυρώσει τη μισθωτική σύμβαση μετά την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας:

1. λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του μισθώματος πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας

2. λόγω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

Η έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται την λύση των συμβάσεων εργασίας ή παροχής υπηρεσιών με τον οφειλέτη. Η έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας αποτελεί ειδικό δικαιολογητικό λόγο της ακύρωσης της σύμβασης εργασίας. Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο σύνδικος μπορεί για λογαριασμό του εργοδότη και του εργαζόμενου, να ακυρώσει τη σύμβαση εργασίας, ανεξάρτητα από τη συμβατική διάρκεια ισχύος και τις νόμιμες ή συμβατικές διατάξεις για την προστασία των εργαζόμενων. Η προθεσμία ειδοποίησης είναι ένας μήνας, εκτός αν ο νόμος ορίζει συντομότερη προθεσμία. Εάν οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι η λύση της σύμβασης εργασίας τους δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο, μπορεί να διεκδικήσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (Zakon o radu).

Ο σύνδικος μπορεί, με την έγκριση του δικαστηρίου, να συνάψει νέες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπουν οι γενικοί κανόνες που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με σκοπό την ολοκλήρωση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που έχουν ήδη ξεκινήσει και την αποτροπή πιθανής ζημίας. Ο σύνδικος προσδιορίζει τους μισθούς και τις λοιπές παροχές από την εργασία, βασιζόμενος στη δικαστική έγκριση και σύμφωνα με τον νόμο και τη συλλογική σύμβαση. Οι μισθοί και οι παροχές από την εργασία που έγιναν απαιτητές από τους εργαζόμενους μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ικανοποιούνται ως υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας.

Το δικαίωμα συμμετοχής του εργαζόμενου παύει με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Οι συμφωνίες με το συμβούλιο των εργαζόμενων δεν δεσμεύουν τον σύνδικο.

Οι εντολές του οφειλέτη ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία παύουν να ισχύουν κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν ο εντολοδόχος δεν γνώριζε ότι έχει κινηθεί η πτωχευτική διαδικασία για λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και συνέχισε τις δραστηριότητές του, η εντολή θεωρείται ότι παραμένει σε ισχύ. Οι απαιτήσεις του εντολοδόχου ως προς τις εν λόγω συνεχιζόμενες δραστηριότητες ικανοποιούνται ως απαιτήσεις πτωχευτικού πιστωτή. Για τον σκοπό της αποκατάστασης της ζημίας, ο εντολοδόχος πρέπει να συνεχίσει να διεξάγει τις δραστηριότητές του μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας έως ότου τις αναλάβει ο σύνδικος. Οι απαιτήσεις του εντολοδόχου ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες ικανοποιούνται ως απαιτήσεις πιστωτή από την πτωχευτική περιουσία.

Οι προσφορές προς ή από τον οφειλέτη παύουν να ισχύουν κατά την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός εάν είχαν γίνει αποδεκτές πριν από την εν λόγω ημέρα.

Ως προς τις συμβάσεις εργασίας με τις οποίες ένα πρόσωπο ανέλαβε την παροχή ορισμένων υπηρεσιών για λογαριασμό του οφειλέτη και ως προς την εξουσία του οφειλέτη να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που εντάσσονται στην πτωχευτική περιουσία, αν η εν λόγω εξουσία παύσει με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο εντολοδόχος πρέπει, για τον σκοπό της αποκατάστασης της ζημίας, να συνεχίσει τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων ακόμη και μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, έως ότου ο σύνδικος αναλάβει τη διεξαγωγή τους. Οι απαιτήσεις του εντολοδόχου, που απορρέουν από τη συνέχιση των δραστηριοτήτων ικανοποιούνται ως απαιτήσεις πιστωτή από την πτωχευτική περιουσία.

Οι συμβατικές διατάξεις που εκ των προτέρων αποκλείουν ή περιορίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του SZ δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

α) Προπτωχευτική διαδικασία – από την ημερομηνία έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας έως την περάτωσή της δεν επιτρέπεται η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και η κίνηση διοικητικής διαδικασίας ή ασφαλιστικών μέτρων κατά του οφειλέτη. Οποιαδήποτε τέτοια εκκρεμής διαδικασία αναστέλλεται κατά την ημέρα έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας. Η διαδικασία που έχει ανασταλεί θα συνεχιστεί με πρόταση των πιστωτών:

- έπειτα από τη σύναψη μιας προπτωχευτικής συμφωνίας – ως προς τις απαιτήσεις ή το μέρος των απαιτήσεων που είχαν προσβληθεί στην προπτωχευτική διαδικασία

- έπειτα από μια αμετάκλητη απόφαση που παύει την προπτωχευτική διαδικασία.

Οι εν λόγω διατάξεις δεν ισχύουν στη διαδικασία που δεν θίγεται από την προπτωχευτική διαδικασία ή στη διαδικασία που κινείται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων οι οποίες ανέκυψαν μετά την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου στην οποία διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας λόγω της έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, και μεταγενέστερα εκδόθηκε μια αμετάκλητη απόφαση επικύρωσης της προπτωχευτικής συμφωνίας που κάλυπτε την απαίτηση του πιστωτή, θα συνεχιστεί και το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ή θα διακόψει την αναγκαστική εκτέλεση ή τα ασφαλιστικά μέτρα, εκτός αν αφορούν τις απαιτήσεις ή μέρος των απαιτήσεων που προσβλήθηκαν στην προπτωχευτική διαδικασία.

β) Πτωχευτική διαδικασία – μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι ατομικοί δανειστές δεν μπορούν να αναζητήσουν την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την εξασφάλιση σε βάρος του οφειλέτη κατά των περιουσιακών τους στοιχείων που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία ή λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Οι μη πτωχευτικοί πιστωτές δεν δικαιούνται να ζητήσουν την εκτέλεση ή την εξασφάλιση έναντι μελλοντικών απαιτήσεων των ιδιωτών οφειλετών από την εργασιακή τους σχέση ή άλλη υπηρεσία, ή των δικών τους απαιτήσεων από αυτή τη βάση στην πτωχευτική διαδικασία, εκτός από την αναγκαστική εκτέλεση ή την εξασφάλιση για την ικανοποίηση των απαιτήσεων διατροφής και άλλων απαιτήσεων που μπορεί να ικανοποιηθούν από το τμήμα της αμοιβής του οφειλέτη για την εργασία του, από το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις άλλων πιστωτών. Οι εν λόγω διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ασφαλιστικών μέτρων που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας διακόπτονται. Αν οι εν λόγω διαδικασίες συνεχιστούν, το δικαστήριο της εκτέλεσης διακόπτει τη διαδικασία.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πιστωτές που δικαιούνται να ζητήσουν την εξαίρεση τμημάτων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία (izlučni vjerovnici) μπορεί, για τον σκοπό της άσκησης των δικαιωμάτων τους, να επισπεύσουν την αναγκαστική εκτέλεση και να ασκήσουν ασφαλιστικά μέτρα κατά του οφειλέτη, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αναγκαστική εκτέλεση και η διαδικασία έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων που είχαν κινήσει οι πιστωτές πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας θα συνεχιστούν και θα εκτελεστούν από το δικαστήριο της εκτέλεσης, σύμφωνα με τους κανόνες της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πιστωτές με δικαίωμα να ζητήσουν χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) δεν έχουν το δικαίωμα να κινήσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή των ασφαλιστικών μέτρων. Η αναγκαστική εκτέλεση και τα ασφαλιστικά μέτρα, που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, αναστέλλονται. Οι διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και των ασφαλιστικών μέτρων που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της πτωχευτικής διαδικασίας, με εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τη ρευστοποίηση των στοιχείων επί των οποίων υφίσταται δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης στην πτωχευτική διαδικασία.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, η καταχώριση σε δημόσιο μητρώο επιτρέπεται αν οι προϋποθέσεις της καταχώρισης είχαν εκπληρωθεί πριν από την επέλευση των έννομων επιπτώσεων της έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας.

Κατά τους έξι μήνες μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, δεν επιτρέπεται η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση των απαιτήσεων από την πτωχευτική περιουσία που δεν βασίζονται σε δικαιοπραξίες του συνδίκου.

Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για:

1. υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας που απορρέουν από αμφοτεροβαρή σύμβαση της οποίας την εκτέλεση ανέλαβε ο σύνδικος

2. υποχρεώσεις που απορρέουν από μια μόνιμη συμβατική σχέση μετά την παρέλευση της πρώτης προθεσμίας κατά την οποία ο σύνδικος θα έπρεπε να έχει ακυρώσει τη σύμβαση

3. υποχρεώσεις που απορρέουν από μια μόνιμη συμβατική σχέση, εάν ο σύνδικος έχει λάβει αντάλλαγμα υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

α) Προπτωχευτική διαδικασία - δεν μπορεί να ασκηθεί αγωγή κατά του οφειλέτη, από την ημέρα έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας έως την περάτωσή της. Κάθε τέτοια εκκρεμής διαδικασία αναστέλλεται κατά την ημέρα έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας. Η διαδικασία που έχει ανασταλεί συνεχίζεται με πρόταση του πιστωτή:

- έπειτα από τη σύναψη μιας προπτωχευτικής συμφωνίας – ως προς τις απαιτήσεις ή το μέρος των απαιτήσεων που είχαν προσβληθεί στην προπτωχευτική διαδικασία

- έπειτα από μια αμετάκλητη απόφαση που παύει την προπτωχευτική διαδικασία.

Οι εν λόγω διατάξεις δεν ισχύουν στη διαδικασία που δεν θίγεται από την προπτωχευτική διαδικασία ή στη διαδικασία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων που ανέκυψαν μετά την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου στην οποία διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας λόγω της έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, και μεταγενέστερα εκδόθηκε μια αμετάκλητη απόφαση επικύρωσης της προπτωχευτικής συμφωνίας που κάλυπτε την απαίτηση του πιστωτή, θα συνεχιστεί και το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ή θα διακόψει την αναγκαστική εκτέλεση ή τα ασφαλιστικά μέτρα, εκτός αν αφορούν τις απαιτήσεις ή μέρος των απαιτήσεων που προσβλήθηκαν στην προπτωχευτική διαδικασία.

β) Πτωχευτική διαδικασία - ο σύνδικος θα αναλάβει τις αγωγές, και τις δίκες της διαιτησίας, που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη. Οι αγωγές που αφορούν αναγγελθείσες απαιτήσεις στην πτωχευτική διαδικασία δεν μπορούν να συνεχιστούν έως ότου ελεγχθούν στη διαδικασία εξελέγξεως.

Ο σύνδικος αναλαμβάνει στο όνομά του τις αγωγές κατά του οφειλέτη που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, σε περίπτωση που αφορούν:

1. την εξαίρεση περιουσιακών στοιχείων από την πτωχευτική περιουσία

2. τη χωριστή ικανοποίηση

3. τις υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

α) Προπτωχευτική διαδικασία - πιστωτές του οφειλέτη στην προπτωχευτική διαδικασία είναι τα πρόσωπα που, κατά τον χρόνο έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Οι κανόνες του SZ που διέπουν το δικαίωμα ψήφου στον πτωχευτικό συμβιβασμό εφαρμόζονται αναλογικά στο δικαίωμα ψήφου των πιστωτών επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Οι πιστωτές ψηφίζουν γραπτώς με χρήση του πρότυπου ψηφοδελτίου. Το ψηφοδέλτιο πρέπει να κατατεθεί στο δικαστήριο το αργότερο με την έναρξη της συνέλευσης της ψηφοφορίας και πρέπει να υπογραφεί και να επικυρωθεί από ένα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Εάν κατά την έναρξη της εν λόγω συνέλευσης, οι πιστωτές δεν καταθέσουν το ψηφοδέλτιο ή καταθέσουν ένα ψηφοδέλτιο από το οποίο δεν μπορεί να προκύψει σαφώς ο τρόπος που ψήφισαν, θεωρείται ότι έχουν ψηφίσει κατά του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Οι πιστωτές που παρίστανται στη συνέλευση ψηφίζουν με χρήση του πρότυπου ψηφοδελτίου. Εάν οι πιστωτές με δικαίωμα ψήφου δεν ψηφίσουν στην εν λόγω συνέλευση, θεωρείται ότι έχουν ψηφίσει κατά του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Κάθε ομάδα πιστωτών με δικαίωμα ψήφου, ψηφίζει χωριστά επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Οι κανόνες που διέπουν την κατάταξη των συμμετεχόντων στον πτωχευτικό συμβιβασμό ισχύουν αναλογικά στην κατάταξη των πιστωτών στην προπτωχευτική διαδικασία.

Οι πιστωτές θεωρείται ότι έχουν αποδεχθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης εάν η πλειοψηφία των πιστωτών το υπερψήφισε και αν σε κάθε ομάδα, το συνολικό ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών που ψήφισαν υπέρ του σχεδίου είναι τουλάχιστον το διπλάσιο από το ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών που το καταψήφισαν.

Οι πιστωτές με κοινό δικαίωμα ή των οποίων τα δικαιώματα συνιστούσαν έναν ενιαίο δικαίωμα έως τον χρόνο που ανέκυψαν οι λόγοι κήρυξης της προπτωχευτικής διαδικασίας υπολογίζονται ως ένας πιστωτής στην ψηφοφορία. Αντίστοιχα αντιμετωπίζονται οι δικαιούχοι αυτοτελών δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων επικαρπίας αντιμετωπίζονται.

β) Πτωχευτική διαδικασία - επιτροπή πιστωτών – το δικαστήριο μπορεί, πριν από την πρώτη συνέλευση των πιστωτών και για την προστασία των συμφερόντων τους, να συστήσει επιτροπή πιστωτών και να διορίσει τα μέλη της.

Στην επιτροπή των πιστωτών πρέπει να εκπροσωπούνται τόσο οι πιστωτές με τις μεγαλύτερες απαιτήσεις όσο και οι πιστωτές με μικρές απαιτήσεις. Επίσης, στην επιτροπή των πιστωτών πρέπει να εκπροσωπείται ένας εκπρόσωπος των πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη, εκτός αν οι εν λόγω εργαζόμενοι συμμετέχουν στη διαδικασία ως πιστωτές με ασήμαντες απαιτήσεις.

Μέλη της επιτροπής των πιστωτών μπορεί να διοριστούν οι πιστωτές με δικαίωμα να ζητήσουν χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) και τα πρόσωπα που δεν είναι πιστωτές αλλά μπορεί να συνεισφέρουν στο έργο της επιτροπής με την τεχνογνωσία τους.

Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να απαρτίζεται από μονό αριθμό μελών, εννέα το ανώτερο. Εάν οι πιστωτές είναι λιγότεροι από πέντε, απονέμονται σε όλους οι εξουσίες της επιτροπής των πιστωτών.

Εάν κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως, οι αναγνωρισμένες απαιτήσεις των πιστωτών έχουν προσδιοριστεί σε αξία άνω των 50 εκατομμυρίων HRK (κούνες Κροατίας) και ο οφειλέτης κατά την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας διαθέτει συμβάσεις εργασίας με περισσότερους από 20 εργαζόμενους σε ισχύ, το δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιτρέψει στους πιστωτές να αποφασίσουν τη σύσταση μιας επιτροπής πιστωτών.

Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να επιβλέπει τον σύνδικο και να τον επικουρεί στη διεξαγωγή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και να επιτηρεί τις δραστηριότητες δυνάμει του άρθρου 217 του SZ, να εξετάζει τα βιβλία και τα λοιπά στοιχεία που αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητα, και να διατάσσει την επαλήθευση του κύκλου εργασιών και του ποσού των ταμειακών διαθεσίμων. Η επιτροπή των πιστωτών μπορεί να επιτρέψει στα επιμέρους μέλη της επιτροπής να διεξάγουν επιμέρους δραστηριότητες που εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της.

Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, η επιτροπή των πιστωτών ιδίως:

1. εξετάζει τις εκθέσεις του συνδίκου για την πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας και την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας

2. επανεξετάζει τα εμπορικά βιβλία και το σύνολο των δικαιολογητικών εγγράφων που παραδόθηκαν στον σύνδικο

3. προβάλλει ενστάσεις ενώπιον του δικαστηρίου κατά των πράξεων του συνδίκου

4. εγκρίνει την εκτίμηση κόστους για την πτωχευτική διαδικασία

5. παρέχει στο δικαστήριο τη γνώμη της για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με αίτημα του δικαστηρίου

6. παρέχει στο δικαστήριο τη γνώμη της για τη συνέχιση των επιχειρηματικών εργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή τις δραστηριότητες του συνδίκου, με αίτημα του δικαστηρίου

7. παρέχει στο δικαστήριο τη γνώμη της για την αναγνώριση των δικαιολογημένων ζημιών που περιλήφθηκαν στην απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, με αίτημα του δικαστηρίου

(3) Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να ενημερώσει τους πιστωτές για την πορεία της διαδικασίας και την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας.

Συνέλευση πιστωτών

Το δικαστήριο συγκαλεί τη συνέλευση των πιστωτών. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές, όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές με δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης, ο σύνδικος και ο ιδιώτης οφειλέτης.

Κατά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία, η συνέλευση των πιστωτών έχει δικαίωμα:

1. να συστήσει μια επιτροπή πιστωτών, αν αυτή δεν έχει ήδη συσταθεί, ή να μεταβάλει τη σύνθεσή της ή να την αποδεσμεύσει από τα καθήκοντά της

2. να διορίσει νέο εκκαθαριστή

3. να αποφασίσει τη συνέχιση ή τη διακοπή των δραστηριοτήτων του οφειλέτη και τον τρόπο και τους όρους εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη

4. να διατάξει τον σύνδικο να καταρτίσει έναν πτωχευτικό συμβιβασμό

5. να λάβει οποιαδήποτε απόφαση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της επιτροπής των πιστωτών

6. να αποφασίσει για άλλα ζητήματα που είναι συναφή για την εφαρμογή και την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με τον SZ.

Η συνέλευση των πιστωτών έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον σύνδικο να υποβάλει γνωστοποιήσεις και εκθέσεις για την κατάσταση της επιχείρησης και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εάν δεν έχει συσταθεί επιτροπή πιστωτών, η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να διατάξει την επαλήθευση του κύκλου εργασιών και ταμειακών διαθεσίμων που διαχειρίζεται ο σύνδικος.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα του οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο παύουν και μεταβιβάζονται στον σύνδικο. Κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα ενός ιδιώτη οφειλέτη για τη διαχείριση και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζονται στον σύνδικο.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο σύνδικος πρέπει αμέσως να αναλάβει την κατοχή και τη διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο σύνδικος μπορεί, βάσει ενός εκτελεστού τίτλου που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει την παράδοση των περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του οφειλέτη και να ορίσει μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής.

Ο σύνδικος μπορεί, αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τους τρίτους που έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία να τα παραδώσουν. Μαζί με το εν λόγω αίτημα, ο σύνδικος πρέπει να προσκομίσει ένα έγγραφο που να αποδεικνύει την κυριότητα επί των περιουσιακών στοιχείων. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί της αίτησης του συνδίκου αφού εξετάσει τα πρόσωπα που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

O σύνδικος συντάσσει κατάλογο των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Για τη σύνταξη του εν λόγω καταλόγου, ο ιδιώτης οφειλέτης και τα πρόσωπα που είχαν προηγουμένως εξουσία εκπροσώπησης του οφειλέτη πρέπει να συνεργαστούν με τον σύνδικο. Ο σύνδικος πρέπει να συλλέξει τις αναγκαίες πληροφορίες από τα παραπάνω πρόσωπα εκτός αν αυτό θα προκαλούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία.

Ο σύνδικος συντάσσει έναν πίνακα του συνόλου των πιστωτών του οφειλέτη οι οποίοι προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα επιχειρηματικά έγγραφα, από άλλα στοιχεία που έδωσε ο οφειλέτης, από αναγγελίες απαιτήσεων ή άλλως.

Ο σύνδικος συντάσσει μια αναλυτική επισκόπηση, ως προς τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, στην οποία παραθέτει και συγκρίνει τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη και την εκτίμησή τους.

Η απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας, ο πίνακας των πιστωτών και η επισκόπηση των περιουσιακών στοιχείων και του παθητικού πρέπει να προσκομιστούν στη γραμματεία του δικαστηρίου το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από τη διαδικασία εξέτασης της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Η υποχρέωση του οφειλέτη να τηρεί εμπορικά βιβλία και να υποβάλλει οικονομικές εκθέσεις, σύμφωνα με το εμπορικό και φορολογικό δίκαιο, δεν θίγεται από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα που αφορούν την πτωχευτική περιουσία.

Ο σύνδικος πρέπει, το αργότερο 15 ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, να προσκομίσει στο δικαστήριο μια έκθεση για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και τους λόγους αυτής, που θα δημοσιευτεί στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώσεων (e-Oglasna ploča suda) το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Μετά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, ο σύνδικος πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία, αν αυτό δεν αντίκειται στην απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών.

Ο σύνδικος πρέπει να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της πτώχευσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών και της επιτροπής των πιστωτών.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα του οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο παύουν και μεταβιβάζονται στον σύνδικο. Κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα ενός ιδιώτη οφειλέτη για τη διαχείριση και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζονται στον σύνδικο.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο σύνδικος πρέπει αμέσως να αναλάβει την κατοχή και τη διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο σύνδικος μπορεί, βάσει ενός εκτελεστού τίτλου που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει την παράδοση των περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του οφειλέτη και να ορίσει μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής.

Ο σύνδικος μπορεί, αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τους τρίτους που έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία να τα παραδώσουν. Μαζί με το εν λόγω αίτημα, ο σύνδικος πρέπει να προσκομίσει ένα έγγραφο που να αποδεικνύει την κυριότητα επί των περιουσιακών στοιχείων. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί της αίτησης του συνδίκου αφού εξετάσει τα πρόσωπα που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο σύνδικος συντάσσει κατάλογο των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Για τη σύνταξη του εν λόγω καταλόγου, ο ιδιώτης οφειλέτης και τα πρόσωπα που είχαν προηγουμένως εξουσία εκπροσώπησης του οφειλέτη πρέπει να συνεργαστούν με τον σύνδικο. Ο σύνδικος πρέπει να συλλέξει τις αναγκαίες πληροφορίες από τα παραπάνω πρόσωπα, εκτός αν αυτό θα προκαλούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία.

Ο σύνδικος συντάσσει έναν πίνακα του συνόλου των πιστωτών του οφειλέτη οι οποίοι προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα επιχειρηματικά έγγραφα, από άλλα στοιχεία που έδωσε ο οφειλέτης, από αναγγελίες απαιτήσεων ή άλλως.

Ο σύνδικος συντάσσει μια αναλυτική επισκόπηση, ως προς τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, στην οποία παραθέτει και συγκρίνει τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη και την εκτίμησή τους.

Η απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας, ο πίνακας των πιστωτών και η επισκόπηση των περιουσιακών στοιχείων και του παθητικού πρέπει να προσκομιστούν στη γραμματεία του δικαστηρίου το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από τη διαδικασία εξέτασης της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Η υποχρέωση του οφειλέτη να τηρεί εμπορικά βιβλία και να υποβάλλει οικονομικές εκθέσεις, σύμφωνα με το εμπορικό και φορολογικό δίκαιο, δεν θίγεται από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα που αφορούν την πτωχευτική περιουσία.

Ο σύνδικος πρέπει, το αργότερο 15 ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, να προσκομίσει στο δικαστήριο μια έκθεση για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και τους λόγους αυτής, που θα δημοσιευτεί στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώσεων (e-Oglasna ploča suda) το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Μετά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, ο σύνδικος πρέπει να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία, αν αυτό δεν αντίκειται στην απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών.

Ο σύνδικος πρέπει να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της πτώχευσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών και της επιτροπής των πιστωτών.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

α) Προπτωχευτική διαδικασία – οι απαιτήσεις αναγγέλλονται στο αρμόδιο τμήμα της Οικονομικής Υπηρεσίας σε ένα πρότυπο έντυπο που συνοδεύεται από τα αντίγραφα των εγγράφων που στηρίζουν ή αποδεικνύουν την απαίτηση.

Το Υπουργείο Οικονομικών – Φορολογική Διοίκηση (Ministarstvo financija – Porezna uprava) μπορεί να αναγγείλει απαιτήσεις από φόρους, πρόσθετους φόρους, εισφορές υποχρεωτικής ασφάλισης που κατά νόμο καταβάλλονται από εισοδήματα και μισθούς, καθώς και κάθε άλλη απαίτηση που δικαιούται να εισπράξει βάσει ειδικών κανονισμών, εκτός από τις απαιτήσεις από τον φόρο και τον πρόσθετο φόρο που επιβάλλεται στο εισόδημα από την απασχόληση και τις εισφορές από το βασικό ποσό για τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στο πλαίσιο μιας εργασιακής σχέσης.

Στην προπτωχευτική διαδικασία, οι νυν και πρώην εργαζόμενοι του οφειλέτη και το Υπουργείο Οικονομικών – Φορολογική Διοίκηση δεν μπορούν να αναγγείλουν απαιτήσεις από εργασιακή σχέση, από την αποζημίωση απόλυσης έως το ποσό που ορίζει ο νόμος ή μια συλλογική σύμβαση και από απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω ζημίας από εργατικό ατύχημα ή ασθένεια που προκλήθηκε από την εργασία οι εν λόγω απαιτήσεις δεν υπόκεινται στην προπτωχευτική διαδικασία. Εάν ο αιτών δεν δήλωσε τις εν λόγω απαιτήσεις στην αίτηση για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας ή τις δήλωσε εσφαλμένα, οι νυν και πρώην εργαζόμενοι του οφειλέτη και το Υπουργείο Οικονομικών – Φορολογική Διοίκηση έχουν το δικαίωμα να προβάλουν ένσταση.

Στην αναγγελία των απαιτήσεων, οι πιστωτές με δικαίωμα να αναζητήσουν χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) πρέπει να παράσχουν πληροφορίες για τα δικαιώματά τους, τη νομική βάση για τη χωριστή ικανοποίηση, το τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για το οποίο ισχύει το δικαίωμα της χωριστής ικανοποίησης και να δηλώσουν αν θα παραιτηθούν από το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης ή όχι.

Στην αναγγελία των απαιτήσεων, οι πιστωτές που δικαιούνται να ζητήσουν την εξαίρεση μέρους των περιουσιακών στοιχείων από την πτωχευτική περιουσία (izlučni vjerovnici) πρέπει να παράσχουν πληροφορίες για τα δικαιώματά τους, τη νομική βάση για το δικαίωμα εξαίρεσης και το τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για το οποίο ισχύει το δικαίωμα εξαίρεσης.

Στην αναγγελία τους, και οι δύο αυτές ομάδες πιστωτών (razlučni vjerovnici και izlučni vjerovnici) πρέπει να συντάξουν μια δήλωση με την οποία θα συναινούν ή θα αντιτίθενται στην αναστολή της ικανοποίησης από τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το δικαίωμά τους για χωριστή ικανοποίηση ή την αναστολή του διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων εφαρμόζεται το δικαίωμα εξαίρεσης, για τους σκοπούς της εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Η προπτωχευτική συμφωνία δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα των πιστωτών για χωριστή ικανοποίηση των απαιτήσεων για τις οποίες ισχύει το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης, εκτός αν άλλως ορίζει η εν λόγω συμφωνία. Εάν η προπτωχευτική συμφωνία άλλως ορίζει ρητά, πρέπει να προσδιορίζεται το μέρος των δικαιωμάτων των εν λόγω πιστωτών που θα μειωθεί, το διάστημα για το οποίο θα αναβληθεί η ικανοποίηση και ποιες άλλες διατάξεις τις προπτωχευτικής διαδικασίας ισχύουν για τα εν λόγω δικαιώματα.

Η απαίτηση του πιστωτή που δεν αναγγέλθηκε αλλά περιλήφθηκε στην αίτηση έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας θεωρείται αναγγελθείσα.

Ο οφειλέτης και ο σύνδικος, εάν έχει διοριστεί, πρέπει να γνωστοποιήσουν τη θέση τους αναφορικά με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις. Η εν λόγω δήλωση υποβάλλεται στο αρμόδιο τμήμα της Οικονομικής Υπηρεσίας με χρήση ενός πρότυπου εντύπου, που περιέχει τα παρακάτω στοιχεία για κάθε απαίτηση:

1. τον αριθμό της απαίτησης από τον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν αναγγελθεί

2. τα στοιχεία επαλήθευσης της ταυτότητας των πιστωτών

3. το ποσό της αναγγελθείσας απαίτησης

4. τη δήλωση του οφειλέτη και του συνδίκου, εάν έχει διοριστεί, με την οποία γίνεται δεκτή ή προσβάλλεται η απαίτηση

5. το προσβαλλόμενο ποσό της απαίτησης

6. τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εικονικότητα της προσβαλλόμενης απαίτησης ή μέρους της απαίτησης.

Με την παρέλευση της προθεσμίας για τη δήλωση της θέσης τους ως προς τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, ο οφειλέτης και ο σύνδικος, εάν έχει διοριστεί, δεν μπορούν πλέον να αντιταχθούν στις απαιτήσεις που έχουν κάνει δεκτές.

Ένας πιστωτής μπορεί να προσβάλει την απαίτηση που έχει αναγγείλει άλλος πιστωτής.

Η ένσταση κατά της απαίτησης ασκείται γραπτώς ενώπιον του αρμόδιου τμήματος της Οικονομικής Υπηρεσίας με χρήση ενός πρότυπου εντύπου που πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:

1. τα στοιχεία επαλήθευσης της ταυτότητας του πιστωτή που προσβάλλει την απαίτηση

2. τον αριθμό καταχώρισης της προσβαλλόμενης απαίτησης στον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν αναγγελθεί

3. τα στοιχεία επαλήθευσης της ταυτότητας του πιστωτή που ανήγγειλε την προσβαλλόμενη απαίτηση

4. το ποσό της προσβαλλόμενης απαίτησης που αναγγέλθηκε

5. τη δήλωση του πιστωτή που προσβάλλει την απαίτηση

6. το προσβαλλόμενο ποσό της απαίτησης

7. τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εικονικότητα της προσβαλλόμενης απαίτησης ή μέρους της απαίτησης.

Η Οικονομική Υπηρεσία συντάσσει έναν πίνακα με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις και έναν πίνακα με τις προσβαλλόμενες απαιτήσεις με χρήση πρότυπων εντύπων.

β) Πτωχευτική διαδικασία – οι απαιτήσεις αναγγέλλονται στον σύνδικο με χρήση ενός πρότυπου εντύπου σε διπλότυπο, το οποίο συνοδεύεται από αντίγραφα των εγγράφων που στηρίζουν ή αποδεικνύουν την απαίτηση.

Ο σύνδικος θα συντάξει έναν πίνακα με το σύνολο των απαιτήσεων των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη έως την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι οποίες πρέπει να δηλωθούν σε ακαθάριστα και καθαρά ποσά δύο αντίγραφα της αναγγελίας των απαιτήσεων πρέπει να υποβληθούν προς υπογραφή.

Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης αναγγέλλονται μόνον κατόπιν ειδικής πρόσκλησης του δικαστηρίου. Στην αναγγελία των εν λόγω απαιτήσεων θα πρέπει να αναγράφεται ότι οι απαιτήσεις έχουν μειωμένη εξασφάλιση και η σειρά κατάταξης που δικαιούται να λάβει ο πιστωτής.

Οι πιστωτές που έχουν δικαίωμα να ζητήσουν εξαίρεση (izlučni vjerovnici) πρέπει να ενημερώσουν τον σύνδικο για το δικαίωμά τους να ζητήσουν εξαίρεση και τη νομική βάση αυτού, και να υποδείξουν τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το εν λόγω δικαίωμα ή να υποδείξουν στη γνωστοποίησή τους το δικαίωμά τους σε αποζημίωση για το δικαίωμα εξαίρεσης.

Οι πιστωτές που δικαιούνται χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) πρέπει να ενημερώσουν τον σύνδικο για το δικαίωμά τους σε χωριστή ικανοποίηση και τη νομική βάση του εν λόγω δικαιώματος και να υποδείξουν τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το εν λόγω δικαίωμα. Εάν οι εν λόγω πιστωτές επίσης αναγγείλουν μια απαίτηση ως πτωχευτικοί πιστωτές, πρέπει να υποδείξουν στην αναγγελία τους το τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος στο οποίο εφαρμόζεται το δικαίωμά τους για χωριστή ικανοποίηση και το ποσό που προβλέπεται ότι δεν θα ικανοποιηθεί από το εν λόγω δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης.

Οι πιστωτές που δικαιούνται χωριστή ικανοποίηση και δεν ενημερώνουν σχετικά τον σύνδικο για το εν λόγω δικαίωμα δεν στερούνται το δικαίωμά τους για χωριστή ικανοποίηση. Κατ’ εξαίρεση, οι πιστωτές που δικαιούνται χωριστή ικανοποίηση στερούνται το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης και διεκδίκησης αποζημίωσης λόγω ζημίας ή άλλης αποζημίωσης από τον οφειλέτη ή πιστωτή αν το αντικείμενο του εν λόγω δικαιώματος ρευστοποιήθηκε στην πτωχευτική διαδικασία χωρίς αυτούς, και το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης δεν καταχωρίστηκε σε δημόσιο μητρώο ή ο σύνδικος δεν το γνώριζε ή δεν μπορούσε να το γνωρίζει.

Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις ελέγχονται ως προς τα ποσά τους και τη σειρά κατάταξής τους κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως.

Ο σύνδικος πρέπει να απαντήσει συγκεκριμένα αν κάνει δεκτή ή προσβάλλει κάθε αναγγελθείσα απαίτηση.

Οι απαιτήσεις που προσβάλλονται από τον σύνδικο, τον ιδιώτη οφειλέτη ή έναν από τους πτωχευτικούς πιστωτές πρέπει να εξελεγχθούν χωριστά. Δεν υπόκεινται σε έλεγχο το δικαίωμα εξαίρεσης και χωριστής ικανοποίησης.

Μια απαίτηση θεωρείται επαληθευμένη εάν, κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως γίνει δεκτή από τον σύνδικο και δεν προσβληθεί από έναν πτωχευτικό πιστωτή ή εάν απορριφθεί μια ασκηθείσα ένσταση. Η τυχόν προσβολή μιας απαίτησης από τον ιδιώτη οφειλέτη δεν αποκλείει την επαλήθευσή της.

Το δικαστήριο συντάσσει έναν πίνακα με τις απαιτήσεις που ελέγχθηκαν, στον οποίο καταχωρίζει το ποσό για το οποίο επαληθεύθηκε η κάθε απαίτηση, τη σειρά κατάταξής της και το πρόσωπο που προσέβαλε την απαίτηση. Στον πίνακα καταχωρίζονται επίσης οι ενστάσεις που προβάλλει ένας ιδιώτης οφειλέτης κατά των απαιτήσεων. Η επαλήθευση της απαίτησης υποδεικνύεται επίσης από το δικαστήριο για τις συναλλαγματικές και για άλλα έγγραφα που αποδεικνύουν την οφειλή.

Βάσει του πίνακα των απαιτήσεων που ελέγχθηκαν, το δικαστήριο εκδίδει μια απόφαση που καθορίζει το ποσό και την κατάταξη των επιμέρους απαιτήσεων που έχουν επαληθευθεί ή προσβληθεί. Δυνάμει της εν λόγω απόφασης, το δικαστήριο αποφασίζει επίσης να παραπέμψει στην άσκηση αγωγής για την επαλήθευση ή την προσβολή των απαιτήσεων.

Εάν ο σύνδικος έχει προσβάλει την απαίτηση, το δικαστήριο θα καλέσει τον πιστωτή να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη για την απόδειξη της προσβαλλόμενης απαίτησης.

Εάν ένας πτωχευτικός πιστωτής έχει προσβάλει μια απαίτηση που έγινε δεκτή από τον σύνδικο, το δικαστήριο θα καλέσει τον εν λόγω πιστωτή να ασκήσει αγωγή για να αποδείξει την προσβαλλόμενη απαίτηση. Σε αυτή την αγωγή το πρόσωπο που προσβάλλει την απαίτηση ενεργεί αντί και για λογαριασμό του οφειλέτη.

Εάν είχαν προσβληθεί οι απαιτήσεις των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη, η αγωγή με αντικείμενο την απόδειξη των προσβαλλόμενων απαιτήσεων ασκείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου και τις ειδικές διατάξεις για τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Εάν έχει εκδοθεί εκτελεστός τίτλος για την προσβαλλόμενη απαίτηση, το δικαστήριο θα καλέσει τον διάδικο που προσέβαλε την απαίτηση να ασκήσει αγωγή για να αποδείξει τη βάση της ένστασής του.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Η ικανοποίηση των πιστωτών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ταμειακές ροές. Οι πιστωτές με μειωμένη εξασφάλιση δεν συνυπολογίζονται στη μερική διανομή. Η διανομή διενεργείται από τον σύνδικο. Πριν από κάθε διανομή, ο σύνδικος πρέπει να λάβει τη συναίνεση των πιστωτών ή του δικαστηρίου, εάν δεν έχει συσταθεί επιτροπή πιστωτών.

Στις απαιτήσεις προνομιακής εξασφάλισης που κατατάσσονται πρώτες περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη που είχαν προκύψει έως την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας στο πλαίσιο μιας σχέσης εργασίας, για το συνολικό ακαθάριστο ποσό, η αποζημίωση απόλυσης στο ποσό που ορίζει ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση και οι απαιτήσεις που απορρέουν από την αποζημίωση της ζημίας λόγω εργατικού ατυχήματος ή ασθένειας που προκλήθηκε από την εργασία.

Στις απαιτήσεις προνομιακής εξασφάλισης που κατατάσσονται δεύτερες περιλαμβάνονται όλες οι λοιπές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη εκτός από τις απαιτήσεις που κατατάσσονται ως μειωμένης εξασφάλισης.

Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων προνομιακής εξασφάλισης, οι απαιτήσεις που κατατάσσονται ως μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται με την παρακάτω σειρά:

1. οι τόκοι επί των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας

2. τα έξοδα των ατομικών δανειστών από τη συμμετοχή τους στη διαδικασία

3. τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί για ποινικά αδικήματα ή παραβάσεις και τα έξοδα που προκύπτουν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ή της διαδικασίας που κινήθηκε λόγω παράβασης

4. οι απαιτήσεις δωρεάν παροχής υπηρεσιών από τον οφειλέτη

5. οι απαιτήσεις αποπληρωμής δανείων για την υποκατάσταση του κεφαλαίου ενός μέλους της εταιρίας ή αντίστοιχες απαιτήσεις.

Οι εκκρεμείς απαιτήσεις καθίστανται απαιτητές κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Οι απαιτήσεις με διαλυτική αίρεση η οποία πληρούται κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας θεωρούνται ανεπιφύλακτες απαιτήσεις έως ότου πληρωθεί η εν λόγω αίρεση.

Τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας και οι λοιπές υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας ικαν