Αφερεγγυότητα/πτώχευση

Ουγγαρία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Gegen wen kann ein Insolvenzverfahren eröffnet werden?

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας των νομικών προσώπων διέπονται από τον νόμο XLIX του 1991 περί των διαδικασιών πτώχευσης και εκκαθάρισης (πτωχευτικός νόμος).

Ο πτωχευτικός νόμος ρυθμίζει δύο είδη διαδικασιών αφερεγγυότητας: την πτώχευση και την εκκαθάριση.

Η πτώχευση είναι μια διαδικασία αναδιοργάνωσης που αποσκοπεί στη χορήγηση αναστολής πληρωμών στον αφερέγγυο οφειλέτη, με απώτερο σκοπό την επίτευξη ενός εκούσιου διακανονισμού και την απόπειρα κατάρτισης ενός τέτοιου διακανονισμού προκειμένου να εμπεδωθεί εκ νέου η φερεγγυότητα.

Η εκκαθάριση είναι μια διαδικασία που αποσκοπεί στην ικανοποίηση των πιστωτών σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες σε περίπτωση που ένας αφερέγγυος οφειλέτης λύεται χωρίς νόμιμο διάδοχο – στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στη διανομή του συνόλου του ενεργητικού της αφερέγγυας περιουσίας του οφειλέτη μεταξύ των πιστωτών. Η εκκαθάριση, ωστόσο, πρέπει να περατωθεί, αν ο οφειλέτης έχει εξοφλήσει τα χρέη του και τα έξοδα της διαδικασίας ή αν έχει καταρτιστεί εκούσιος διακανονισμός με τους πιστωτές για τη ρύθμιση των χρεών και ο διακανονισμός έχει επικυρωθεί από το δικαστήριο.

Ειδικοί κανόνες, που εν μέρει διαφοροποιούνται από τους γενικούς, προβλέπονται, για παράδειγμα, στους νόμους που διέπουν τα ουγγρικά υποκαταστήματα επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην αλλοδαπή, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα (πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επενδυτικές εταιρίες, δημόσιες αποθήκες).

Δεν προβλέπεται πτωχευτική διαδικασία για τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, ωστόσο οι εποπτικές αρχές μπορούν να παρέμβουν στα αρχικά στάδια του τυχόν οικονομικού τους κλονισμού για να αποτρέψουν την αφερεγγυότητα, ενώ πρέπει να συσταθούν ταμεία (Ταμείο Διακανονισμού Ζημιών, Ταμείο Προστασίας Επενδυτών, Ταμείο Ασφάλισης Καταθέσεων) για να προστατεύονται και να αποζημιώνονται οι πελάτες.

Στις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, η Εθνική Τράπεζα της Ουγγαρίας, υπό την ιδιότητά της ως χρηματοπιστωτικής εποπτικής αρχής, μπορεί να κινήσει δικαστική διαδικασία εκκαθάρισης, αφού ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της οικείας επιχείρησης.

Όσον αφορά τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ισχύουν οι διατάξεις του πτωχευτικού νόμου με ορισμένες παρεκκλίσεις ως προς την πτώχευση και την εκκαθάριση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (σωματείων, ιδρυμάτων) οι οποίες προβλέπονται στον νόμο για τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Διαδικασία διακανονισμού οφειλών των φυσικών προσώπων (πτώχευση φυσικών προσώπων)

Ο νόμος CV του 2015 περί των διακανονισμών των οφειλών των φυσικών προσώπων τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2015. Σκοπός του νόμου είναι να θεσπίσει ένα νομικό πλαίσιο για τον διακανονισμό των οφειλών και επιπλέον να παράσχει πτωχευτική προστασία μέσω της συνεργασίας του οφειλέτη με τους πιστωτές του. Ο νόμος προστατεύει πρωτίστως τους ενυπόθηκους οφειλέτες, ιδίως όσους έχουν μακροχρόνιες ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντι περισσότερων πιστωτών και επαπειλείται η αναγκαστική εκποίηση της κατοικίας τους.

Η διαδικασία κινείται εξωδικαστικά, και συντονίζεται από τον πρώτο ενυπόθηκο δανειστή. Η δικαστική διαδικασία της πτώχευσης κινείται εφόσον δεν επιτευχθεί εξωδικαστικός διακανονισμός. Στο πρώτο της στάδιο, η δικαστική διαδικασία αποσκοπεί επίσης στην επίτευξη συμφωνίας, αλλά αν αυτή δεν υπερψηφιστεί, το δικαστήριο καθορίζει τους όρους διακανονισμού των οφειλών.

Το κράτος έχει συστήσει την Υπηρεσία Αφερέγγυων Νοικοκυριών του Κράτους. Ο εν λόγω οργανισμός επιτελεί σημαντικό ρόλο στη διαδικασία του διακανονισμού των οφειλών. Η Υπηρεσία Αφερέγγυων Νοικοκυριών επαληθεύει το αν ο οφειλέτης πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, τηρεί τα κρατικά αρχεία με τα δεδομένα της διαδικασίας και απασχολεί διαχειριστές νοικοκυριών. Οι διαχειριστές νοικοκυριών εκτελούν προπαρασκευαστικά καθήκοντα, συνεργάζονται με το δικαστήριο στο πλαίσιο του διακανονισμού οφειλών ενώπιον του δικαστηρίου, εκτελούν τις δικαστικές αποφάσεις, υποστηρίζουν τον οφειλέτη, επιτηρούν τη διαχείριση του νοικοκυριού του οφειλέτη, εκποιούν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που έχουν εμπορική αξία και πληρώνουν τους πιστωτές.

Επιτυχής διακανονισμός των οφειλών συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί μεταγενέστερα από τον οφειλέτη η καταβολή οφειλής που αποσβέστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας και οι πιστωτές λαμβάνουν συγκεκριμένη αναλογία της απαίτησής τους μέσα σε προβλέψιμο χρονικό διάστημα.

Η διαδικασία του διακανονισμού των οφειλών των φυσικών προσώπων δεν έχει ενημερωθεί ακόμη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Σύμφωνα με τον πτωχευτικό νόμο, η πτωχευτική διαδικασία μπορεί να κινηθεί από εταιρεία-οφειλέτη, βάσει απόφασης του κύριου οργάνου της λήψης αποφάσεων, με τη χρήση ενός εντύπου – η νομική εκπροσώπηση είναι αναγκαία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να υποβάλει τέτοια αίτηση αν εκκρεμεί πτωχευτική διαδικασία ή έχει εκδοθεί απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διατάσσει την εκκαθάριση του οφειλέτη. Οι προϋποθέσεις και οι προθεσμίες για το παραδεκτό νέας αίτησης για την κίνηση διαδικασίας πτώχευσης είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων πιστωτών που υφίσταντο ή προέκυψαν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης πτωχευτικής διαδικασίας, η παρέλευση δύο ετών από την τελεσίδικη περάτωση της προηγούμενης πτωχευτικής διαδικασίας ή η παρέλευση ενός έτους από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε περίπτωση που η προηγούμενη αίτηση απορρίφθηκε αυτεπαγγέλτως.

Ο γενικός κανόνας είναι ότι, εάν ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος, μπορεί να κινηθεί διαδικασία εκκαθάρισης έπειτα από αίτημα του οφειλέτη ή των πιστωτών του ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο στις περιπτώσεις που ορίζει ο πτωχευτικός νόμος. Ο πτωχευτικός νόμος ορίζει ρητά ποιος μπορεί να κινήσει διαδικασία εκκαθάρισης και καθορίζει τους κανόνες της διαδικασίας ανάλογα με το αν έχει κινηθεί κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως.

Και τα δύο είδη διαδικασιών συνιστούν συλλογικές διαδικασίες διακανονισμού οφειλών, οι πιστωτές του οφειλέτη πρέπει να μετάσχουν στη διαδικασία και όσο αυτή εκκρεμεί δεν μπορούν να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με άλλον τρόπο ή σε άλλη διαδικασία κατά του οφειλέτη.

2 Unter welchen Voraussetzungen kann ein Insolvenzverfahren eröffnet werden?

Πτώχευση:

Αίτηση πτώχευσης μπορεί να υποβάλει το όργανο διοίκησης του οφειλέτη, ενώ είναι υποχρεωτική η εκπροσώπηση από δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο.

Μόνο μία πτωχευτική διαδικασία μπορεί να εκκρεμεί κάθε φορά κατά του οφειλέτη, ενώ δεν μπορεί επίσης να εκκρεμεί διαδικασία εκκαθάρισής του. Εκ νέου πτωχευτική διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει μόνο αν ο οφειλέτης έχει διακανονίσει τις οφειλές που περιλήφθηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας και δεν έχουν παρέλθει δύο έτη. Αν το δικαστήριο απέρριψε αυτεπαγγέλτως την προηγούμενη αίτηση πτώχευσης για τυπικά ελαττώματα, δεν μπορεί να κινηθεί νέα πτωχευτική διαδικασία για ένα έτος.

Εκκαθάριση:

Διαδικασία εκκαθάρισης μπορεί να κινηθεί από τον οφειλέτη, πιστωτή, τον διαχειριστή προηγούμενης εκούσιας διαδικασίας εκκαθάρισης ή από δικαστήριο ή διοικητική αρχή στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Για παράδειγμα, διαδικασία εκκαθάρισης κινείται από το δικαστήριο στην περίπτωση που δεν καταρτίστηκε εκούσιος διακανονισμός στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας ή έχει διαταχθεί η λύση εταιρείας που τελεί σε σοβαρή παράβαση του νόμου στο πλαίσιο της νόμιμης εποπτείας που ασκεί το εμπορικό δικαστήριο.

3 Welche Vermögenswerte umfasst die Insolvenzmasse? Wie werden Vermögenswerte behandelt, die der Schuldner nach Eröffnung des Insolvenzverfahrens erwirbt bzw. die ihm nach Eröffnung des Insolvenzverfahrens zufallen?

Η πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη απαρτίζεται από το σύνολο των υλικών και άυλων περιουσιακών στοιχείων του, όπως αυτά ορίζονται στη λογιστική νομοθεσία.

Κάθε τυχόν επαύξηση του ενεργητικού κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας επίσης ανήκει στην πτωχευτική περιουσία.

Ο οφειλέτης διατηρεί τα δικαιώματα που αφορούν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, υπό την επίβλεψη όμως του συνδίκου. Στην εκκαθάριση, ο οφειλέτης δεν διατηρεί τα δικαιώματα που αφορούν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας: τα εν λόγω δικαιώματα μεταβιβάζονται στον εκκαθαριστή. Ο εκκαθαριστής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης του οφειλέτη, καταχωρίζει και εκτιμά τις απαιτήσεις των πιστωτών, ρευστοποιεί το ενεργητικό και διανέμει το προϊόν της ρευστοποίησης μεταξύ των πιστωτών, υπό την εποπτεία του δικαστηρίου.

4 Welche Befugnisse haben der Schuldner bzw. der Insolvenzverwalter?

Στην πτώχευση και την εκκαθάριση, οφειλέτης κατά την έννοια του πτωχευτικού νόμου μπορεί να είναι κάποιος από τους οικονομικούς φορείς που απαριθμούνται στον νόμο. Στην πτωχευτική διαδικασία, τη διαδικασία κινεί ο οφειλέτης, ο οποίος μπορεί να συνεχίσει να διεξάγει τις οικονομικές του δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Τα εκτελεστικά στελέχη και οι ιδιοκτήτες του οφειλέτη δεν υφίστανται περιορισμούς ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων τους, μπορούν όμως να τα ασκούν μόνο στο μέτρο που δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα που απονέμει ο νόμος στον σύνδικο. Ο οφειλέτης καταρτίζει τον πίνακα των απαιτήσεων και τις κατατάσσει σε συνεργασία με τον σύνδικο, ενώ με τη συμμετοχή του τελευταίου καταρτίζει και ένα σχέδιο και μια πρόταση για τις διαπραγματεύσεις του πτωχευτικού συμβιβασμού, ώστε να επιτευχθεί συμβιβασμός που αποσκοπεί στην αποκατάσταση ή τη διαφύλαξη της φερεγγυότητας. Ο πτωχευτικός συμβιβασμός περιέχει τη συμφωνία του οφειλέτη και των πιστωτών για τους όρους ρύθμισης των οφειλών και κάθε άλλο όρο που κρίνεται σημαντικός για την αναδιοργάνωση.

Στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης και έως την έναρξη της διαδικασίας, ως πιστωτής νοείται πρόσωπο που έχει ληξιπρόθεσμες χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις που αποτιμώνται σε χρήμα οι οποίες απορρέουν από τελική και εκτελεστή απόφαση δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής ή έχουν συνομολογηθεί ή δεν αμφισβητούνται από τον οφειλέτη. Πιστωτής είναι επίσης, στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, κάθε πρόσωπο του οποίου απαίτηση η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή η οποία θα καταστεί ληξιπρόθεσμη μετά την εν λόγω διαδικασία καταχωρίστηκε από τον σύνδικο, και, στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθάρισης, κάθε πρόσωπο του οποίου απαίτηση καταχωρίστηκε από τον εκκαθαριστή.

Στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, ο σύνδικος είναι νομικό πρόσωπο που διορίζεται από το δικαστήριο με την εντολή να διεξαγάγει το έργο του διαχειριστή της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ο σύνδικος οφείλει να αναθέσει τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων του συνδίκου σε ένα από τα πρόσωπα που απασχολεί και το οποίο έχει τα κατάλληλα προσόντα προς τούτο. Το καθήκον του εν λόγω προσώπου είναι να εποπτεύει τις οικονομικές δραστηριότητες του οφειλέτη προς τον σκοπό της επίτευξης πτωχευτικού συμβιβασμού, έχοντας υπόψη τα συμφέροντα των πιστωτών, να καταχωρίζει σε πίνακα τις απαιτήσεις των πιστωτών, να συμβάλλει στη σύνταξη της πρότασης πτωχευτικού συμβιβασμού και να προσυπογράφει τα πρακτικά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατά τις διαπραγματεύσεις του πτωχευτικού συμβιβασμού.

Ως εκκαθαριστής νοείται η οντότητα (νομικό πρόσωπο που νομιμοποιείται να εκτελεί τα καθήκοντα του διαχειριστή της διαδικασίας φερεγγυότητας) που έχει διοριστεί από το δικαστήριο, αποτελεί τον νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης που βρίσκεται υπό εκκαθάριση και ταυτόχρονα εγγυάται τα συμφέροντα των πιστωτών και εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπει ο νόμος. Η νομοθεσία προβλέπει αυστηρές προσωπικές και επαγγελματικές απαιτήσεις για τους εκκαθαριστές, περιλαμβανομένης της τακτικής επαγγελματικής επιμόρφωσης.

Ο εκκαθαριστής διορίζει έναν διαχειριστή της διαδικασίας αφερεγγυότητας για να διεξαγάγει τις δραστηριότητες του εκκαθαριστή.

Το όνομα του εκκαθαριστή και του διαχειριστή της διαδικασίας αφερεγγυότητας καταχωρίζονται επίσης στο δικαστικό μητρώο νομικών προσώπων.

Οι διαδικασίες πτώχευσης και εκκαθάρισης είναι αστικές δικαστικές διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας. Στα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τον πτωχευτικό νόμο, εφαρμόζονται οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με τις παρεκκλίσεις που απορρέουν από τις ειδικές απαιτήσεις των διαδικασιών της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η διαδικασία πτώχευσης διατάσσεται από το δικαστήριο, ενώ η διαδικασία εκκαθάρισης διατάσσεται από το δικαστήριο αν ο οφειλέτης κηρυχθεί αφερέγγυος ή σε άλλες περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος ή κατόπιν αιτήματος άλλου δικαστηρίου, δημόσιας αρχής ή του διαχειριστή. Κατά την έναρξη της διαδικασίας το δικαστήριο διορίζει τον σύνδικο ή τον εκκαθαριστή από τον κατάλογο των εκκαθαριστών. Όταν κινείται διαδικασία εκκαθάρισης, το δικαστήριο διορίζει —κατόπιν αιτήματος των πιστωτών— έναν εκκαθαριστή ως προσωρινό διαχειριστή για να επιτηρεί τις δραστηριότητες του οφειλέτη έως ότου διαταχθεί η εκκαθάριση.

Το δικαστήριο εκδικάζει τις ανακοπές που ασκούνται κατά μέτρων ή παραλείψεων του συνδίκου ή του εκκαθαριστή και, σε περίπτωση που μέτρο ή παράλειψη κριθεί παράνομο, το δικαστήριο διατάζει τον σύνδικο ή τον εκκαθαριστή να διεξαγάγει τις δραστηριότητές του σύμφωνα με τον νόμο, ενώ σε περίπτωση παράβασης της διαταγής αυτής, ο σύνδικος ή ο εκκαθαριστής παύεται και ορίζεται νέος.

Κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης τελεί υπό πτωχευτική προστασία, οι διαδικασίες εκτέλεσης αναστέλλονται και χορηγείται στον οφειλέτη αναστολή πληρωμών ή χρεοστάσιο των ήδη υφιστάμενων οφειλών.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης, αν η πλειοψηφία που ορίζει ο πτωχευτικός νόμος κάνει δεκτό τον εκούσιο διακανονισμό και ο διακανονισμός πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, το δικαστήριο επικυρώνει τον διακανονισμό και οι οφειλέτες δεσμεύονται απ’ αυτόν.

Αν δεν επιτευχθεί εκούσιος διακανονισμός, το δικαστήριο διατάζει αυτεπαγγέλτως τη λύση του νομικού προσώπου του οφειλέτη.

Συμφωνία μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών μπορεί να καταρτιστεί και στη διαδικασία της εκκαθάρισης. Το δικαστήριο ορίζει την ημερομηνία των διαπραγματεύσεων για τον πτωχευτικό συμβιβασμό στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και, αν ο εκούσιος διακανονισμός υπερψηφιστεί και πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, το δικαστήριο τον επικυρώνει. Στη διαδικασία εκκαθάρισης, προϋπόθεση της επικύρωσης εκούσιου διακανονισμού είναι να παύσει μέσω αυτού ο οφειλέτης να είναι αφερέγγυος και να ικανοποιούνται ή να παρέχεται ασφάλεια για τις προνομιούχες απαιτήσεις.

Η απόφαση περάτωσης ή παύσης της διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης ανήκει στο δικαστήριο.

Αν περατωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης χωρίς να υπάρχει νόμιμος διάδοχος του οφειλέτη, έπειτα από γνωστοποίηση του δικαστηρίου, το εμπορικό δικαστήριο διαγράφει τον οφειλέτη που έχει λυθεί με εκκαθάριση από το εμπορικό μητρώο ή την οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών από το μητρώο των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

Στη διαδικασία εκκαθάρισης, την πληρωμή των μισθών των εργαζομένων εγγυώνται κονδύλια του Ταμείου Εγγύησης Μισθών, υπό τους όρους που προβλέπονται στον νόμο για το Ταμείο Εγγύησης Μισθών.

Έννομες συνέπειες της κίνησης της διαδικασίας:

Στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, λαμβάνει μέτρα για την άμεση δημοσίευση προσωρινής αναστολής πληρωμών στην Εφημερίδα των Εταιρειών, σύμφωνα με τον πτωχευτικό νόμο. Στη συνέχεια, εξετάζεται το βάσιμο του αιτήματος και το δικαστήριο είτε απορρίπτει αυτεπαγγέλτως το αίτημα, στις υποθέσεις που ορίζει ο νόμος, είτε διατάζει την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης. Η διαδικασία πτώχευσης ξεκινά με τη δημοσίευση της διαταγής έναρξης της διαδικασίας στην Εφημερίδα των Εταιρειών. Η έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης συνεπάγεται την επέλευση υπέρ του οφειλέτη αναστολής πληρωμών για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων έως τις 00.00 της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την 120ή ημέρα (με ελάχιστες εξαιρέσεις), ενώ η αναστολή πληρωμών μπορεί να παραταθεί έως και για 365 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της αναστολής πληρωμών μπορούν να πληρωθούν μόνο οι απαιτήσεις που προβλέπονται στον νόμο, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες της μη εκπλήρωσης ή της υπερημερίας εκπλήρωσης υποχρεώσεων πληρωμής, και αναστέλλονται τα μέτρα εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, ώστε να παρασχεθεί έμπρακτα στον οφειλέτη η ευκαιρία να καταρτίσει ένα σχέδιο που θα αποσκοπεί στην αποκατάσταση της φερεγγυότητας και τη ρύθμιση των οφειλών του.

Αν το δικαστήριο κηρύξει αφερέγγυο τον οφειλέτη για οποιονδήποτε λόγο αφερεγγυότητας που προβλέπεται στον νόμο, εκδίδει διαταγή εκκαθάρισης του οφειλέτη και, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, διορίζει εκκαθαριστή με διαταγή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα Εταιριών και στην οποία περιλαμβάνεται επίσης πρόσκληση προς τους πιστωτές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Από τη διαταγή έναρξης της εκκαθάρισης, ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του κυριότητας επί της πτωχευτικής περιουσίας, ώστε αυτή να προστατεύεται, και από την ημερομηνία της έναρξης της εκκαθάρισης μόνο ο εκκαθαριστής, ως εκπρόσωπος του οφειλέτη, μπορεί να προβαίνει σε δικαιοπραξίες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Κατά την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης λήγουν (καθίστανται ληξιπρόθεσμες) όλες οι οφειλές του οικονομικού φορέα.

Σκοπός της εκκαθάρισης είναι η διανομή ολόκληρου του ενεργητικού του οφειλέτη μεταξύ των πιστωτών του, ενώ οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία πρέπει να διακοπούν. Οι κατ’ αντιδικία δίκες και οι δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας που είχαν ξεκινήσει πριν από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης συνεχίζονται ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου. Μετά την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, κάθε χρηματική απαίτηση που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας μπορεί να βεβαιωθεί μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης. Κάθε ισχύουσα απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ή άλλης περιουσίας του οφειλέτη αποσβένεται κατά την ημερομηνία της έναρξης της εκκαθάρισης, ενώ τα τυχόν υφιστάμενα δικαιώματα προαίρεσης για αγορά και επαναγοράς, καθώς και τα τυχόν υφιστάμενα εμπράγματα βάρη αποσβένονται με την πώληση του περιουσιακού στοιχείου. Εγγυήσεις που έχουν παρασχεθεί από τον οφειλέτη έως την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης μπορούν να παρακρατηθούν από τον λήπτη τους για την ικανοποίηση της απαίτησής του, το τυχόν υπόλοιπο όμως πρέπει να κατατεθεί στον εκκαθαριστή.

5 Unter welchen Bedingungen können Aufrechnungen geltend gemacht werden?

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, πιστωτής μπορεί να προβάλει απαίτησή του κατά του οφειλέτη μόνο με την αναγγελία της στη διαδικασία, ενώ δεν μπορεί να προταθεί εξωδικαστικά συμψηφισμός, εκτός από εκκαθαριστικό συμψηφισμό βάσει διεθνούς εμπορικής συμφωνίας. Αν, ωστόσο, εκκρεμεί προγενέστερη αγωγή μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη, ο πιστωτής μπορεί να συμψηφίσει τις αγωγικές απαιτήσεις του με οφειλή του έναντι του οφειλέτη.

6 Wie wirken sich Insolvenzverfahren auf laufende Verträge des Schuldners aus?

Η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης δεν επιφέρει από μόνη της τη λύση των συμβάσεων που είχε προγενέστερα συνάψει ο οφειλέτης. Οι συμβάσεις μπορούν να καταγγελθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας, υπό την εποπτεία του συνδίκου σε περίπτωση πτώχευσης και από τον εκκαθαριστή ως νόμιμο εκπρόσωπο του οφειλέτη στην περίπτωση εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τις συμβάσεις με άμεση ισχύ ή να υπαναχωρήσει απ’ αυτές

7 Wie wirkt sich ein Insolvenzverfahren auf Rechtsverfolgungsmaßnahmen einzelner Gläubiger aus (abgesehen von anhängigen Rechtsstreitigkeiten)?

Τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν μπορούν να υπαχθούν σε εκτέλεση και ενεχυρούχος δανειστής δεν μπορεί να πωλήσει το στοιχείο επί του οποίου διατηρεί το δικαίωμα ενεχύρου, αλλά όλες οι οφειλές ρυθμίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης.

8 Wie wirkt sich ein Insolvenzverfahren auf die Fortsetzung von Rechtsstreitigkeiten aus, die bei Eröffnung des Insolvenzverfahrens anhängig waren?

Οι ήδη ασκηθείσες αγωγές εκδικάζονται από το επιληφθέν δικαστήριο. Αν ο οφειλέτης χάσει τη δίκη, ο νικήσας αντίδικός του συμμετέχει ως πιστωτής στην εκκαθάριση. Αν ο οφειλέτης κερδίσει τη δίκη, κάθε περιουσιακό στοιχείο ή ποσό που του επιδικάστηκε περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία. Ο πτωχευτικός νόμος ορίζει σε διάφορα σημεία ότι η παροχή πληροφοριών στους πιστωτές αποτελεί υποχρέωση του συνδίκου ή του εκκαθαριστή.

9 Wie sieht die Beteiligung der Gläubiger am Insolvenzverfahren aus?

Οι πιστωτές μπορούν να συγκροτούν επιτροπές πιστωτών ή να εκλέγουν εκπρόσωπο των πιστωτών με τον οποίο ο εκκαθαριστής υποχρεούται να διαβουλεύεται και του οποίου η ρητή ή σιωπηρή συναίνεση είναι αναγκαία για τη λήψη ορισμένων μέτρων.

10 Auf welche Weise kann der Insolvenzverwalter Vermögenswerte aus der Insolvenzmasse verwerten oder veräußern?

Ο εκκαθαριστής μπορεί να πωλήσει τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη στον υπερθεματιστή διαδικασίας δημόσιας πώλησης που διενεργείται σε ελεγχόμενη διαδικτυακή πύλη πωλήσεων.

11 Welche Forderungen sind als Insolvenzforderungen anzumelden und wie werden Forderungen behandelt, die nach Eröffnung des Insolvenzverfahrens entstehen?

Τόσο οι ήδη υφιστάμενες οφειλές όσο και όσες προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορούν να προβληθούν από τον πιστωτή με αναγγελία τους στη διαδικασία πτώχευσης ή εκκαθάρισης.

12 Welche Regeln gelten für die Anmeldung, die Prüfung und die Feststellung von Forderungen?

O διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ο σύνδικος της πτώχευσης ή ο εκκαθαριστής στην εκκαθάριση) καταχωρίζει σε πίνακα τις απαιτήσεις των πιστωτών και υποβάλλει τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις προς κρίση ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της διαδικασίας.

13 Wie ist die Verteilung des Erlöses geregelt? Wie wird die Rangfolge der Forderungen und Rechte von Gläubigern bestimmt?

Ο εκκαθαριστής χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης στοιχείου επί του οποίου υφίσταται εμπράγματο βάρος –μετά την αφαίρεση ορισμένων δαπανών– για να εξοφλήσει τον εμπραγμάτως ασφαλισμένο πιστωτή. Το υπόλοιπο ποσό διανέμεται μεταξύ των πιστωτών, σύμφωνα με τον ενδιάμεσο ισολογισμό της εκκαθάρισης ή τον ισολογισμό του κλεισίματος της εκκαθάρισης και σύμφωνα με την κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών που ορίζεται στον πτωχευτικό νόμο.

Το προϊόν της πώλησης των λοιπών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διανεμηθεί μετά την έγκριση του ενδιάμεσου ισολογισμού της εκκαθάρισης ή του ισολογισμού κλεισίματος της εκκαθάρισης, σύμφωνα με το σχέδιο διανομής της πτωχευτικής περιουσίας που έχει εγκρίνει το δικαστήριο και την κατάταξη των πιστωτών που ορίζεται στον πτωχευτικό νόμο.

14 Unter welchen Voraussetzungen kann das Insolvenzverfahren (insbesondere durch Vergleich) beendigt werden und wie wirkt sich dies aus?

Ο οφειλέτης μπορεί να συμφωνήσει εκούσιο διακανονισμό με τους πιστωτές τόσο στη διαδικασία πτώχευσης όσο και στη διαδικασία εκκαθάρισης. Αν ο διακανονισμός πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, το δικαστήριο τον επικυρώνει και κηρύσσει περατωμένη τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, ο οφειλέτης συνεχίζει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται με τον τρόπο και στον βαθμό που καθορίζει ο διακανονισμός και ο οφειλέτης δεν έχει την υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό που δεν προβλέπεται σ’ αυτόν.

15 Welche Rechte hat der Gläubiger nach Beendigung des Insolvenzverfahrens?

Αν η διαδικασία πτώχευσης περατωθεί με εκούσιο διακανονισμό επικυρωμένο από το δικαστήριο, οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται με τον τρόπο και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζει ο διακανονισμός. Αν ο οφειλέτης δεν τηρήσει τον διακανονισμό, οι πιστωτές μπορεί να κινήσουν διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή διαδικασία εκκαθάρισης κατά του οφειλέτη.

16 Wer hat die Kosten des Insolvenzverfahrens einschließlich der Auslagen zu tragen?

Οι πιστωτές καταβάλλουν ένα τέλος αναγγελίας. Η αίτηση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας (πτώχευσης, εκκαθάρισης) υπόκειται σε τέλος. Κατά τα λοιπά, τα έξοδα βαρύνουν τον οφειλέτη.

17 Welche Rechtshandlungen sind nichtig, anfechtbar oder relativ unwirksam, weil sie die Gesamtheit der Gläubiger benachteiligen?

Ο εκκαθαριστής ή οι πιστωτές μπορεί να προσφύγουν κατά των εν λόγω συναλλαγών και να ζητήσουν να κηρυχθούν άκυρες. Κάθε περιουσιακό στοιχείο που επιστρέφεται με τον τρόπο αυτόν στον οφειλέτη προστίθεται στην πτωχευτική περιουσία.

Ο εκκαθαριστής ή οι πιστωτές μπορούν να προσφύγουν κατά των πρώην διοικητών του οφειλέτη για τις επιβλαβείς για τα συμφέροντα των πιστωτών ενέργειές τους, αποδεικνύοντας ότι οι πρώην διοικητές του οφειλέτη δεν εκτέλεσαν τα διοικητικά τους καθήκοντα λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των πιστωτών όταν ανέκυψε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, με αποτέλεσμα να επέλθει μείωση της περιουσίας του οικονομικού φορέα, ή ότι εμπόδισαν την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών ή αμέλησαν να ρυθμίσουν περιβαλλοντικές κατηγορίες. Αν αποδειχθούν τα ανωτέρω, οι πρώην διοικητές του οφειλέτη υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους πιστωτές για τη ζημία που υπέστησαν συναφώς.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/12/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο