Service of documents: official transmission of legal documents

If you are involved in a legal proceeding and you need to send and/or receive legal or extrajudicial documents, you can find national information on how to proceed here.

Council Regulation (EC) 1393/2007 of 13 November 2007 on the service in the member states of judicial and extrajudicial documents in civil or commercial matters regulates the service of judicial and extrajudicial documents between European Union member states. It provides a procedure for the service of documents via designated "transmitting agencies" and "receiving agencies" between EU countries, including Denmark.

The regulation refers to, for example,  judicial documents such as the summons notifying that proceedings have begun, appeals, statements of defence, injunctions or extrajudicial documents such as notarised acts which need to be served in an EU country other than the one in which you are resident.

Please select the relevant country's flag to obtain detailed national information.

Last update: 13/05/2019

This page is maintained by the European Commission. The information on this page does not necessarily reflect the official position of the European Commission. The Commission accepts no responsibility or liability whatsoever with regard to any information or data contained or referred to in this document. Please refer to the legal notice with regard to copyright rules for European pages.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Βέλγιο

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Στις υποθέσεις που άγονται ενώπιον της δικαιοσύνης, η επικοινωνία είναι πολύ σημαντική. Έχει ζωτική σημασία οι διάδικοι και το δικαστήριο να ενημερώνονται σχετικά με τις αξιώσεις του αιτούντος, τα επιχειρήματα του καθού, την εξέλιξη της διαδικασίας και την απόφαση του δικαστηρίου. Εάν ένας διάδικος δεν αποδεχθεί την απόφαση και προσφύγει σε ανώτερο δικαστήριο, τότε θα πρέπει να ενημερώσει σχετικά τους άλλους διαδίκους. Η επικοινωνία επιτυγχάνεται με την παράδοση ή την αποστολή εγγράφων (π.χ. κλήσεων, αιτήσεων, προτάσεων, αποφάσεων, εφέσεων κ.λπ.). Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για τα ίδια τα έγγραφα του φακέλου, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο αυτά γνωστοποιούνται στους διαδίκους και, ενδεχομένως, στο δικαστήριο. Οι σχετικοί κανόνες περιγράφονται στα άρθρα 32 έως 47 του Δικονομικού Κώδικα.

Στο Βέλγιο γίνεται διάκριση μεταξύ της κοινοποίησης και της επίδοσης.

Η επίδοση είναι κατ’ ουσίαν η παράδοση ενός εγγράφου σε άλλο πρόσωπο μέσω δημοσίου λειτουργού. Στο Βέλγιο, ο εν λόγω λειτουργός καλείται δικαστικός επιμελητής. Αυτή καθ’ εαυτή η επίδοση συνίσταται στην παράδοση από τον δικαστικό επιμελητή, με πράξη του, επικυρωμένου αντιγράφου του προς επίδοση εγγράφου σε άλλο πρόσωπο.

Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να παραδώσει διάφορα έγγραφα (εφεξής «επίδοση» ή «πράξη επίδοσης»). Οι πιο γνωστές επιδόσεις είναι οι εξής:

- η κλήση προς εμφάνιση ενώπιον δικαστηρίου

- η επίδοση απόφασης (η οποία συνοδεύεται ενδεχομένως από διαταγή πληρωμής)

- η διαταγή πληρωμής

- η διαταγή παράδοσης ακινήτου·

- η κατάσχεση (π.χ. κινητών, οικίας, κλπ.)

- η επίδοση ειδοποίησης·

- ...

Σε αντίθεση με την επίδοση, κοινοποίηση είναι η ταχυδρομική αποστολή (δηλαδή, χωρίς μεσολάβηση δημόσιου λειτουργού) πρωτότυπου δικογράφου ή αντιγράφου του.

Η ημερομηνία της επίδοσης είναι σημαντική.

Πράγματι, σε περίπτωση κλήσης, πρέπει να τηρηθούν ορισμένες προθεσμίες μεταξύ του χρονικού σημείου της επίδοσης και του χρονικού σημείου κατά το οποίο η υπόθεση θα συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου.

Όταν γίνεται επίδοση απόφασης, η ημερομηνία αυτή αποτελεί το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας ανακοπής ή έφεσης που ενδεχομένως θα ασκηθούν.

Κατά γενικό κανόνα, χρησιμοποιείται η επίδοση. Η κοινοποίηση χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις που ορίζονται από τον νόμο.

Επί ποινή ακυρότητας, η πράξη επίδοσης πρέπει να υπογράφεται από τον επιδίδοντα δικαστικό επιμελητή και να αναγράφει, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Δικονομικού Κώδικα:

1° την ημέρα, τον μήνα, το έτος και τον τόπο της επίδοσης

2° το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα, τον τόπο κατοικίας και, κατά περίπτωση, την ιδιότητα και την εγγραφή στο εμπορικό ή βιοτεχνικό μητρώο του προσώπου αιτήσει του οποίου γίνεται η επίδοση·

3° το επώνυμο, το όνομα, τον τόπο κατοικίας ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, τον τόπο διαμονής και, κατά περίπτωση, την ιδιότητα του καθού η επίδοση

4° το επώνυμο, το όνομα, και, κατά περίπτωση, την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το αντίγραφο ή το γεγονός της απόθεσης του αντιγράφου, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1, ή της κατάθεσης της πράξης επίδοσης στο ταχυδρομείο, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 40·

5° το επώνυμο και το όνομα του δικαστικού επιμελητή και τη διεύθυνση του γραφείου του

6° το κόστος της πράξης αναλυτικά.

Το πρόσωπο στο οποίο παραδίδεται το αντίγραφο θεωρεί το πρωτότυπο. Αν αρνηθεί να υπογράψει, ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει την άρνηση αυτή στην πράξη επίδοσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 47 του Δικονομικού Κώδικα, ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να προβεί σε επίδοση:

1° σε χώρο μη προσιτό στο κοινό, πριν από τις έξι π.μ. και μετά τις εννέα μ.μ.·

2° το Σάββατο, την Κυριακή ή ημέρα επίσημης αργίας (αυτός ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται στις επιδόσεις σε ποινικές υποθέσεις: βλ. Cass., 27 Μαρτίου 1984, R.W. 1984-1985, 1093· Anvers, 2 Οκτωβρίου 1975, R.W. 1976-1977, 1834), παρά μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και με άδεια του ειρηνοδίκη, όταν πρόκειται για κλήση για υπόθεση που πρέπει να αχθεί ενώπιόν του, του δικαστή που επέτρεψε την πράξη, όταν πρόκειται για πράξη που υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση, και, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, του προέδρου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με την επίδοση, ο καθού λαμβάνει αντίγραφο του εγγράφου (επίδοση), ενώ ο δικαστικός επιμελητής τηρεί το πρωτότυπο, για όσο διάστημα η υπόθεση βρίσκεται σε εκκρεμότητα στο γραφείο του. Αποκλειστικά στην περίπτωση της κλήσης, ο δικαστικός επιμελητής δεν τηρεί το πρωτότυπο, αλλά το διαβιβάζει στο δικαστήριο προς καταχώριση (ανακοίνωση της κλήσης στο δικαστήριο).

Το αντίγραφο της πράξης επίδοσης πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει όλα τα στοιχεία του πρωτοτύπου και να υπογράφεται από τον δικαστικό επιμελητή (άρθρο 43 του Δικονομικού Κώδικα).

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Ο νόμος ορίζει τα έγγραφα τα οποία πρέπει ή όχι να αποτελέσουν αντικείμενο επίδοσης ή κοινοποίησης. Ο αριθμός τους είναι εντούτοις υπερβολικά μεγάλος και δεν μπορούν να παρατεθούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Για παράδειγμα, πρόκειται για τις κλήσεις, τις αιτήσεις, τις αποφάσεις, τις εφέσεις, τις ανακοπές κ.λπ.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ενεργείται μέσω πράξης του δικαστικού επιμελητή και πρέπει συνεπώς να πραγματοποιείται από δικαστικό επιμελητή.

Η κοινοποίηση πραγματοποιείται από τον γραμματέα του δικαστηρίου (σπανίως από τον εισαγγελέα) με δικαστική συστημένη επιστολή (πρόκειται για ειδικό τύπο συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής) ή με απλή ή κανονική συστημένη επιστολή. Οι κανόνες σχετικά με τις δικαστικές συστημένες επιστολές εκτίθενται στο άρθρο 46 του Δικονομικού Κώδικα.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Ναι.

Οι υπηρεσίες διαβίβασης που ορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις είναι για το Βέλγιο οι κατά τόπο αρμόδιοι δικαστικοί επιμελητές.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Βασιλικού Διατάγματος της 16ης Μαΐου 1986 σχετικά με την άδεια για την πρόσβαση των δικαστικών επιμελητών στο εθνικό μητρώο φυσικών προσώπων, επιτρέπεται στους δικαστικούς επιμελητές, για την εκπλήρωση των καθηκόντων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων τους, να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 εδάφιο 1 σημεία 1 έως 9 και εδάφιο 2 του νόμου της 8ης Αυγούστου 1983 σχετικά με την οργάνωση εθνικού μητρώου φυσικών προσώπων. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την κύρια διεύθυνση που αναγράφεται για κάθε φυσικό πρόσωπο στα μητρώα πληθυσμού (κατοικία).

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Όχι.

Κατ’ αρχήν, μόνον τα πρόσωπα και οι δημόσιες αρχές, οι δημόσιοι οργανισμοί και οι επαγγελματικοί σύλλογοι του Βελγίου που αναφέρονται στο άρθρο 5 του νόμου της 8ης Αυγούστου 1983 σχετικά με την οργάνωση εθνικού μητρώου φυσικών προσώπων μπορούν να λάβουν άδεια πρόσβασης στις πληροφορίες που περιέχονται στο εθνικό μητρώο φυσικών προσώπων.

Η άδεια αυτή χορηγείται από την τομεακή επιτροπή του εθνικού μητρώου, η οποία έχει συσταθεί στο πλαίσιο της Επιτροπής για την προστασία της ιδιωτικής ζωής δυνάμει του άρθρου 15 του νόμου της 8ης Αυγούστου 1983 σχετικά με την οργάνωση εθνικού μητρώου φυσικών προσώπων.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Δεν μπορούν να εκτελέσουν την παραγγελία, εκτός αν η αναζήτηση της διεύθυνσης αυτής ήθελε θεωρηθεί διεξαγωγή αποδείξεων προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου προοριζόμενου να χρησιμοποιηθεί σε δικαστική διαδικασία που έχει ξεκινήσει ή εξετάζεται, σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Η έννοια «αποδείξεις» δεν ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1206/2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακροάσεις μαρτύρων, διαδίκων ή πραγματογνωμόνων, την προσκόμιση εγγράφων, τις επαληθεύσεις, τη διαπίστωση γεγονότων, τη διαβούλευση με εμπειρογνώμονες σε θέματα οικογένειας ή ευεξίας του παιδιού.

H παραγγελία διεξαγωγής αποδείξεων στο πλαίσιο του προαναφερόμενου κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 δεν επιτρέπεται, κατά το άρθρο 1 παράγραφος 2, «εάν οι αποδείξεις δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν ήδη αρχίσει να εκδικάζονται ή πρόκειται να εκδικασθούν».

Κατ’ αρχήν, η διεύθυνση ενός προσώπου στο οποίο επιδίδεται ή κοινοποιείται δικαστικό ή εξώδικο έγγραφο δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του προαναφερόμενου κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001.

Εξάλλου, το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 ορίζει ρητά ότι η αίτηση πρέπει να περιέχει «το όνομα και τη διεύθυνση των διαδίκων [...]».

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

α) Επίδοση

Η μέθοδος επίδοσης ρυθμίζεται στα άρθρα 32-47 του Δικονομικού Κώδικα και ισχύει για την επίδοση τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις.

— Αυτοπρόσωπη επίδοση (άρθρα 33-34 του Δικονομικού Κώδικα)

Εάν ο δικαστικός επιμελητής προτίθεται να πραγματοποιήσει επίδοση εγγράφου, θα επιδιώξει σε πρώτο στάδιο να παραδώσει αντίγραφο της πράξης αυτοπροσώπως στον παραλήπτη. Γίνεται λόγος εν προκειμένω για αυτοπρόσωπη επίδοση.

Η αυτοπρόσωπη επίδοση μπορεί να γίνει στον παραλήπτη σε κάθε τόπο στον οποίο τον εντοπίζει ο δικαστικός επιμελητής. Αυτό δεν πρέπει απαραιτήτως να συμβεί στον τόπο κατοικίας του παραλήπτη, μπορεί εγκύρως να συμβεί, π.χ., στον χώρο εργασίας, σε δημόσια οδό ή ακόμη και στο γραφείο του δικαστικού επιμελητή.

Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι ότι ο τόπος της επίδοσης πρέπει να βρίσκεται στην περιφέρεια αρμοδιότητας του δικαστικού επιμελητή.

Ελλείψει ένδειξης του τόπου όπου βρίσκεται ο παραλήπτης, ο δικαστικός επιμελητής στην πράξη παρουσιάζεται απευθείας στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη, με την ελπίδα να τον βρει εκεί.

Αν συναντήσει τον ίδιο τον καθού (οπουδήποτε) και ο τελευταίος αρνείται να παραλάβει το αντίγραφο του εγγράφου, ο δικαστικός επιμελητής διαπιστώνει την άρνηση και τη σημειώνει επί του πρωτοτύπου (το αντίγραφο επισυνάπτεται τότε στο πρωτότυπο), η δε επίδοση λογίζεται ότι έχει γίνει στο πρόσωπο του καθού.

Όσον αφορά την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, λογίζεται ότι έχει γίνει στο πρόσωπο εφόσον το αντίγραφο του εγγράφου παραδίδεται στο όργανο ή τον υπάλληλο που έχει, δυνάμει του νόμου, του καταστατικού ή νόμιμης εξουσιοδότησης, την ικανότητα να εκπροσωπεί, έστω και από κοινού με άλλους, το νομικό πρόσωπο ενώπιον της δικαιοσύνης. Επομένως, σε μια SPRL (ΕΠΕ), για παράδειγμα, η επίδοση μπορεί να γίνει εγκύρως στον διαχειριστή, είτε αυτός βρίσκεται στην έδρα της εταιρείας είτε εκτός της έδρας της εταιρείας.

- Επίδοση στον τόπο κατοικίας/στην έδρα (άρθρο 35 του Δικονομικού Κώδικα)

Εάν δεν μπορεί να γίνει αυτοπρόσωπη επίδοση, η επίδοση γίνεται στην κατοικία του παραλήπτη. Ως «κατοικία» νοείται ο τόπος που αναγράφεται ως κύρια διεύθυνση του παραλήπτη στα μητρώα πληθυσμού, δηλαδή η διεύθυνση της κατοικίας.

Αν ο παραλήπτης δεν έχει επίσημη διεύθυνση κατοικίας, η επίδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί στον τόπο διαμονής του. Ως «τόπος διαμονής» νοείται κάθε άλλη εγκατάσταση, όπως ο χώρος όπου το πρόσωπο έχει γραφείο ή εμπορική ή βιομηχανική εκμετάλλευση. Το αστυνομικό όργανο πρέπει, εφόσον του ζητηθεί, να υποδείξει στον επιδίδοντα δικαστικό επιμελητή τον τόπο διαμονής του διαδίκου που δεν έχει επίσημη κατοικία.

Σε περίπτωση που πρόκειται για νομικό πρόσωπο, αν δεν είναι δυνατό να γίνει αυτοπρόσωπη επίδοση, αυτή γίνεται στην εταιρική ή τη διοικητική έδρα.

Κατά την επίδοση σε κατοικία, το αντίγραφο του εγγράφου παραδίδεται σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, υπάλληλο ή υπηρέτη του παραλήπτη. Δεν μπορεί να γίνει σε άτομο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του. Ο δικαστικός επιμελητής αναγράφει στο πρωτότυπο και το αντίγραφο την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο παραδίδει το αντίγραφο (π.χ. τον οικογενειακό δεσμό με τον παραλήπτη).

- Επίδοση με θεώρηση (άρθρο 38 παράγραφος 1 του Δικονομικού Κώδικα)

Αν ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να προβεί σε επίδοση με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται προς τούτο (άρθρα 33-35 του Δικονομικού Κώδικα), η επίδοση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1 του Κώδικα, δηλαδή με απόθεση της πράξης επίδοσης στην κατοικία ή, ελλείψει αυτής, στη διαμονή του παραλήπτη (επίδοση με θεώρηση).

Αντίγραφο του εγγράφου αφήνεται επιτόπου στο γραμματοκιβώτιο, σε κλειστό φάκελο (ο οποίος αναγράφει το γραφείο του δικαστικού επιμελητή, το επώνυμο και το όνομα του παραλήπτη και τον τόπο επίδοσης, φέρει δε τη μνεία «Pro Justitia - A remettre d'urgence» («Pro Justitia - Να παραδοθεί επειγόντως»).).

Αν δεν υπάρχει γραμματοκιβώτιο, ο δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να αφήσει το εν λόγω αντίγραφο (εντός φακέλου) με οποιονδήποτε τρόπο (κάτω από την πόρτα, στην αυλόπορτα ή στον φράχτη ή με θυροκόλληση με κολλητική ταινία,...).

Ο δικαστικός επιμελητής αναγράφει στο πρωτότυπο της πράξης επίδοσης και στο επιδιδόμενο αντίγραφο την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της απόθεσης του εν λόγω αντιγράφου.

Το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την επίδοση του εγγράφου, ο δικαστικός επιμελητής αποστέλλει, στην κατοικία ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, στη διαμονή του παραλήπτη, επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο. Η επιστολή αυτή αναφέρει την ημερομηνία και την ώρα κατά την οποία εμφανίστηκε ο επιμελητής, καθώς και τη δυνατότητα του παραλήπτη να αναλάβει, ο ίδιος ή μέσω προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί γραπτώς, επικυρωμένο αντίγραφο της πράξης επίδοσης, από το γραφείο του δικαστικού επιμελητή, εντός μέγιστης προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση.

Σε περίπτωση που ο παραλήπτης έχει ζητήσει την αλλαγή του τόπου κατοικίας του (αίτημα αλλαγής διεύθυνσης), η συστημένη επιστολή του τρίτου εδαφίου αποστέλλεται στον τόπο που αναγράφεται στα μητρώα πληθυσμού και στη διεύθυνση την οποία ο παραλήπτης έχει δηλώσει ως τη νέα διεύθυνση στην οποία επιθυμεί να εγκατασταθεί.

Σε περίπτωση που έχει ζητηθεί αυτεπαγγέλτως διαγραφή (της διεύθυνσης κατοικίας) για τον παραλήπτη και ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να συναγάγει από τις περιστάσεις ότι ο παραλήπτης πράγματι δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση κατοικίας του, τότε είναι αρκετό να πραγματοποιηθεί η επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2 του Δικονομικού Κώδικα (βλ. κατωτέρω).

Σε περίπτωση που έχει ζητηθεί αυτεπαγγέλτως διαγραφή, η επίδοση στον εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2 του Δικονομικού Κώδικα (βλ. κατωτέρω) είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνο όταν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνεται από τις περιστάσεις ότι ο παραλήπτης πράγματι δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση της κατοικίας του (π.χ. όταν περιέλθει σε γνώση του δικαστικού επιμελητή ότι έχει γίνει κατά του παραλήπτη έξωση από την εν λόγω διεύθυνση) ή όταν είναι υλικά ανέφικτη η επίδοση.

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η κοινοποίηση γίνεται με επιστολή, με συστημένη επιστολή ή με δικαστική συστημένη επιστολή. Στο μέλλον, μπορεί επίσης να προβλεφθεί ως δυνατότητα η ηλεκτρονική κοινοποίηση.

- Υλική αδυναμία επίδοσης (άρθρο 38 § 2 του Δικονομικού Κώδικα)

Όταν προκύπτει από τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν επιτόπου (π.χ. η κατοικία έχει καταστραφεί από πυρκαγιά, η διεύθυνση της κατοικίας αποδεικνύεται χέρσο οικόπεδο), ότι είναι υλικά αδύνατο να γίνει η επίδοση μέσω απόθεσης αντιγράφου της πράξης επίδοσης στην κατοικία (ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, στην διαμονή) του παραλήπτη, η επίδοση γίνεται με παράδοση του αντιγράφου στον αρμόδιο εισαγγελέα που είναι κατά τόπο αρμόδιος για ην εν λόγω πραγματική κατάσταση.

Στο πρωτότυπο και στο αντίγραφο αναγράφονται οι περιστάσεις που καθιστούν αναγκαία τη διενέργεια της επίδοσης στον εισαγγελέα.

Το ίδιο ισχύει και όταν ο χώρος (στον οποίο κατοικεί ο καθού) έχει προδήλως εγκαταλειφθεί χωρίς να έχει ζητηθεί από τον καθού αλλαγή του τόπου κατοικίας του (π.χ. αν, σε περίπτωση έξωσης, ο καθού δεν είναι παρών, τότε η επίδοση θα γίνει στον εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2 του Δικονομικού Κώδικα).

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2 του Δικονομικού Κώδικα γίνεται επίσης όταν έχει ζητηθεί αυτεπαγγέλτως διαγραφή και ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να διαπιστώσει εν τοις πράγμασι ότι ο καθού πράγματι δεν κατοικεί πλέον στην αναφερόμενη διεύθυνση.

Η επίδοση στον εισαγγελέα δεν είναι έγκυρη αν ο διάδικος με επιμέλεια του οποίου έγινε η επίδοση γνώριζε τη διεύθυνση του αντικλήτου ή, κατά περίπτωση, την κατοικία του παραλήπτη.

— Επίδοση στην κατοικία του αντικλήτου (άρθρο 39 του Δικονομικού Κώδικα)

Όταν ο παραλήπτης έχει διορίσει αντίκλητο, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορούν να γίνουν στον εν λόγω αντίκλητο. Πρόκειται για ευχέρεια και όχι για υποχρέωση. Επομένως, σε περίπτωση που έχει διοριστεί αντίκλητος, τίποτε δεν εμποδίζει τη διενέργεια επίδοσης στην πραγματική κατοικία (στο Βέλγιο) (Cass. (1ο τμήμα), 26 Φεβρουαρίου 2010, J.T., 2010, n°6397, 371· Cass. (1ο τμήμα), 10 Μαΐου 2012, R.W., 2012-13, 1212).

Προβλέπεται μόνο μία εξαίρεση, αν η πραγματική κατοικία του παραλήπτη (ή η εταιρική έδρα του) βρίσκεται στο εξωτερικό και αυτός έχει διορίσει αντίκλητο στο Βέλγιο, η επίδοση πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να γίνει στον αντίκλητο (άρθρο 40 του Δικονομικού Κώδικα, βλ. και Cass (1ο τμήμα), 9 Ιανουαρίου 1997, R.W. 1997-98, 811 : «Όταν ο διάδικος, με επιμέλεια του οποίου πραγματοποιείται επίδοση, γνωρίζει τη διεύθυνση του αντικλήτου του καθού, ο εν λόγω διάδικος οφείλει να δώσει εντολή για επίδοση στον εν λόγω τόπο δεν πρόκειται για ευχέρεια αλλά για υποχρέωση δημόσιας τάξης.»).

Εάν το αντίγραφο επιδίδεται εις χείρας του αντικλήτου, η επίδοση λογίζεται ότι έγινε αυτοπροσώπως. Η επίδοση ή κοινοποίηση δεν μπορούν πλέον να γίνουν στον αντίκλητο, αν ο αντίκλητος έχει αποβιώσει, αν δεν έχει πλέον εκεί την κατοικία του ή αν έχει πάψει να ασκεί δραστηριότητα.

Ο διορισμός αντικλήτου πραγματοποιείται στο πλαίσιο έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων (δηλαδή στο πλαίσιο διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων). Για τον λόγο αυτόν, ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων αυτών και περιορίζεται στην εν λόγω έννομη σχέση. Στο πνεύμα αυτό, το Ακυρωτικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο διορισμός αντικλήτου σε δικόγραφο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας (π.χ. στην κλήση ή στις προτάσεις) είναι έγκυρος μόνο για ολόκληρη την πρωτοβάθμια διαδικασία, για την επακόλουθη εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και για την άσκηση ένδικου μέσου κατά της απόφασης αυτής (από τον αντίδικο). Εάν ο διορισμός δεν επαναληφθεί σε μεταγενέστερη διαδικασία (π.χ. στον δεύτερο βαθμό), δεν ισχύει για αυτήν τη μεταγενέστερη διαδικασία (Cass. 1ο τμήμα, 30 Μαΐου 2003, R.W. 2003-2004, 974· Cass. 2ο τμήμα, 10 Μαΐου 2006, R.W. 2008-2009, 455· Cass. 1ο τμήμα, 29 Μαΐου 2009, R.W. 2010-2011, 1561).

Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της έννοιας του «διορισμού αντικλήτου» και της έννοιας της «διεύθυνσης αναφοράς» που εξετάζεται κατωτέρω.

Όσον αφορά την εφαρμογή της γλωσσικής νομοθεσίας (νόμος της 15ης Ιουνίου 1935 για τη χρήση των γλωσσών στον τομέα της δικαιοσύνης), ο δικαστής κατασχέσεων αποφάνθηκε σαφώς στην Μπριζ (δικαστής κατασχέσεων, Μπριζ, 11 Οκτωβρίου 2006, T.G.R. 2010, 95): σημασία δεν έχει η πραγματική κατοικία, αλλά ο τόπος όπου γίνεται εν τοις πράγμασι η επίδοση (εν προκειμένω, στον αντίκλητο). Στην εν λόγω υπόθεση, τόσο ο προσφεύγων όσο και ο καθού κατοικούσαν στο γαλλόφωνο τμήμα της χώρας· ο καθού η κλήση είχε ωστόσο διορίσει αντίκλητο στο ολλανδόφωνο τμήμα. Κλητεύθηκε (μόνο στην ολλανδική γλώσσα) σε δίκη ανακοπής ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων στην Μπριζ. Σύμφωνα με τη γλωσσική νομοθεσία, η κλήση έπρεπε επομένως να έχει συνταχθεί στην ολλανδική γλώσσα. Το ζήτημα ήταν αν έπρεπε να επισυναφθεί μετάφραση στη γαλλική γλώσσα, σύμφωνα με το άρθρο 38 του νόμου για τη χρήση των γλωσσών. Ο δικαστής έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η επισύναψη γαλλικής μετάφρασης στην κλήση που συντάχθηκε στην ολλανδική γλώσσα, δεδομένου ότι μόνον ο τόπος της επίδοσης είναι κρίσιμος για την επιλογή της γλώσσας.

- Επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής (άρθρο 40 του Δικονομικού Κώδικα)

«Σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα που δεν έχουν κατοικία ή διαμονή ή διορισμένο αντίκλητο στο Βέλγιο, το αντίγραφο του εγγράφου αποστέλλεται ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία ή στη διαμονή τους στην αλλοδαπή, αποστέλλεται δε αεροπορικώς αν το σημείο προορισμού δεν βρίσκεται εντός όμορου κράτους, με την επιφύλαξη άλλων τρόπων διαβίβασης που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του Βελγίου και της χώρας κατοικίας ή διαμονής τους. Η επίδοση λογίζεται ότι ολοκληρώθηκε με την παράδοση του εγγράφου στο ταχυδρομείο με απόδειξη αποστολής κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

Σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα που δεν έχουν κατοικία ή διαμονή ή διορισμένο αντίκλητο ούτε στο Βέλγιο ούτε στην αλλοδαπή, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να επιληφθεί ή έχει επιληφθεί της αίτησης· εάν δεν εκκρεμεί ή δεν είχε στο παρελθόν υποβληθεί αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο αιτών ή, αν δεν έχει κατοικία στο Βέλγιο, στον εισαγγελέα Βρυξελλών.

(...)

Οι επιδόσεις μπορούν σε κάθε περίπτωση να γίνονται αυτοπροσώπως στον καθού αν αυτός βρεθεί στο Βέλγιο.

Η επίδοση στην αλλοδαπή ή στον εισαγγελέα δεν είναι έγκυρη αν ο διάδικος με επιμέλεια του οποίου έγινε η επίδοση γνώριζε τον τόπο κατοικίας ή τον τόπο διαμονής ή τη διεύθυνση του αντικλήτου του καθού στο Βέλγιο ή, κατά περίπτωση, στην αλλοδαπή.»

Το Ακυρωτικό Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτό δεν αποτελεί ευχέρεια αλλά υποχρέωση δημόσιας τάξης (Cass., 9 Ιανουαρίου 1997, R.W. 1997-1998, 811).

Ο καθού που ισχυρίζεται ότι, για παράδειγμα, ο αντίδικός του γνωρίζει την κατοικία του και, ως εκ τούτου, επικαλείται τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η επίδοση στον εισαγγελέα είναι άκυρη, οφείλει να το αποδείξει. Ο κίνδυνος της απόδειξης, συνεπώς, βαρύνει τον καθού (δικαστής κατασχέσεων, Γάνδη, 18 Μαρτίου 2008, R.W. 2010-2011, 124).

- Ειδικοί κανόνες σχετικά με την επίδοση (βλ. άρθρα. 41 και 42 του Δικονομικού Κώδικα).

- Οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις σε πρόσωπα για τα οποία έχει διοριστεί διαχειριστής από τον νόμο γίνονται στα πρόσωπα αυτά και στην κατοικία ή τη διαμονή του διαχειριστή, στον βαθμό που η επίδοση ή η κοινοποίηση συνδέονται με την εντολή του διαχειριστή (άρθρο 499/12 του Αστικού Κώδικα).

Η διεύθυνση αναφοράς: Ως «διεύθυνση αναφοράς» νοείται «είτε η διεύθυνση φυσικού προσώπου που έχει εγγραφεί στο μητρώο πληθυσμού στον τόπο όπου έχει την κύρια διαμονή του είτε η διεύθυνση νομικού προσώπου, στην οποία, με τη συναίνεση αυτού του φυσικού ή νομικού προσώπου, εγγράφεται φυσικό πρόσωπο που στερείται σταθερού τόπου διαμονής» (άρθρο 1 παράγραφος 2 του νόμου της 19ης Ιουλίου 1991).

Το πρόσωπο χωρίς σταθερό τόπο διαμονής χρησιμοποιεί επομένως, κατά κάποιον τρόπο, τη διεύθυνση κατοικίας άλλου προσώπου. Το πρόσωπο που επιτρέπει σε φυσικό πρόσωπο να χρησιμοποιεί τη διεύθυνση κατοικίας του πρώτου ως διεύθυνση αναφοράς δεσμεύεται να μεριμνά αφιλοκερδώς ώστε να παραλαμβάνει το εν λόγω φυσικό πρόσωπα όλα τα έγγραφα (π.χ. αλληλογραφία) που του απευθύνονται. Επιπλέον, η διεύθυνση αναφοράς καθιστά δυνατή τη λήψη ορισμένων επιδομάτων (η παροχή των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη επίσημης διεύθυνσης) (π.χ. οικογενειακών επιδομάτων, επιδομάτων ανεργίας, παροχών ασφαλιστικών οργανισμών ...) (δεν απαιτείται, ωστόσο, διεύθυνση αναφοράς για το εισόδημα κοινωνικής ένταξης!).

Τα πρόσωπα (χωρίς σταθερή κατοικία ή διαμονή) που μπορούν να χρησιμοποιούν διεύθυνση αναφοράς είναι:

- τα πρόσωπα που διαμένουν σε κινητό ενδιαίτημα (π.χ. σκάφος, συρόμενο ή αυτοκινούμενο τροχόσπιτο) (αποκλείονται τα μονίμως σταθμευμένα τροχόσπιτα)

- τα πρόσωπα που απουσιάζουν εκτός της κοινότητάς τους για διάστημα μικρότερο του έτους σε επαγγελματικά ή εκπαιδευτικά ταξίδια

- τα μέλη του στρατιωτικού και μη στρατιωτικού προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων που έχουν τοποθετηθεί στο εξωτερικό και τα μέλη του νοικοκυριού τους

- τα πρόσωπα που δεν έχουν ή δεν έχουν πλέον τόπο κατοικίας λόγω έλλειψης επαρκών πόρων.

Διεύθυνση αναφοράς μπορεί να ληφθεί μέσω του «Centre public d’aide sociale» (Δημόσιου κέντρου κοινωνικής αρωγής) ή μέσω φυσικού προσώπου.

Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο διαθέτει διεύθυνση αναφοράς, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να διενεργεί όλες τις επιδόσεις στη διεύθυνση αυτή, σε αντίθεση με την αρχή που περιγράφεται ανωτέρω σχετικά με τον διορισμό αντικλήτου: ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να επιδίδει στον αντίκλητο μόνον έγγραφα που αφορούν τη νομική πράξη ή διαδικασία για την οποία διορίστηκε ο αντίκλητος.

Ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί εντούτοις να προβεί σε κατάσχεση στη διεύθυνση αναφοράς (εις βάρος του προσώπου που χρησιμοποιεί τη διεύθυνση αναφοράς), δεδομένου ότι το πρόσωπο αυτό θεωρείται ότι δεν διαθέτει κανένα κινητό πράγμα σε αυτή τη διεύθυνση αναφοράς.

β) Κοινοποίηση

Άρθρο 46 παράγραφος 1 [...]

«Όταν η δικαστική συστημένη επιστολή διαβιβάζεται σε έντυπη μορφή, παραδίδεται από το ταχυδρομείο αυτοπροσώπως στον παραλήπτη ή στην κατοικία του, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 33, 34, 35 και 39. Το πρόσωπο στο οποίο παραδίδεται ο φάκελος υπογράφει και σημειώνει την ημερομηνία στην απόδειξη παραλαβής που αποστέλλεται από το ταχυδρομείο στον αποστολέα. Η άρνηση υπογραφής ή σημείωσης της ημερομηνίας αναγράφεται από τον υπάλληλο του ταχυδρομείου στο κάτω μέρος της απόδειξης παραλαβής.

Όταν η δικαστική συστημένη επιστολή δεν μπορεί να παραδοθεί αυτοπροσώπως στον παραλήπτη ή στην κατοικία του, ο υπάλληλος του ταχυδρομείου αφήνει σχετικό σημείωμα. Ο φάκελος τηρείται στο ταχυδρομικό κατάστημα για οκτώ ημέρες. Μπορεί να αναληφθεί κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας από τον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή από κάτοχο γραπτής εξουσιοδότησης.

Εντούτοις, σε περίπτωση που ο παραλήπτης δικαστικής συστημένης επιστολής έχει ζητήσει την αναπομπή της αλληλογραφίας του σε άλλη διεύθυνση ή έχει ζητήσει να τηρείται αυτή στο ταχυδρομικό κατάστημα, ο φάκελος αποστέλλεται ή τηρείται στη διεύθυνση που όρισε ο παραλήπτης, κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από το εν λόγω αίτημα.

Επιστολή που απευθύνεται σε πτωχό παραδίδεται στον σύνδικο.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των εδαφίων 3 έως 5 ρυθμίζονται από τον Βασιλιά.

[...]

Παράγραφος 4: Ο επί της Δικαιοσύνης υπουργός μπορεί να καθορίζει τους υπηρεσιακούς τύπους και στοιχεία που πρέπει να συνοδεύουν την αποστολή της δικαστικής συστημένης επιστολής. Εάν ο προορισμός βρίσκεται στο εξωτερικό, η δικαστική συστημένη επιστολή αντικαθίσταται από συστημένη επιστολή μέσω ταχυδρομείου, με την επιφύλαξη των τρόπων διαβίβασης που προβλέπονται στις διεθνείς συμβάσεις και της εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3.

Όταν το ζητήσει ένας από τους προσφεύγοντες ή τους αιτούντες είτε στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε στην αίτηση είτε εγγράφως, το αργότερο έως την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του δικαστηρίου, οι κοινοποιήσεις με δικαστική συστημένη επιστολή αντικαθίστανται από επιδόσεις, οι οποίες γίνονται κατόπιν αιτήματος του διαδίκου που πρέπει να ενεργήσει την επίδοση.

Άρθρο 46/1 Η κοινοποίηση με απλή επιστολή σε διάδικο που εκπροσωπείται από δικηγόρο σύμφωνα με τα άρθρα 728, 729 ή 729/1, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν ενημέρωσε τη Γραμματεία σύμφωνα με το άρθρο 729/1 ότι έπαυσε να εκπροσωπεί τον εν λόγω διάδικο, γίνεται με απλή επιστολή στον δικηγόρο αυτόν.»

Το άρθρο 32β του Δικονομικού Κώδικα θέτει το νομικό πλαίσιο για τις ανακοινώσεις και κοινοποιήσεις μεταξύ ορισμένων παραγόντων της δικαιοσύνης.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Στο εγγύς μέλλον, θα δημιουργηθεί σύστημα επίδοσης διά της ηλεκτρονικής οδού. Το σχετικό νομικό πλαίσιο έχει ήδη διαμορφωθεί, αλλά δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να αποφασίσουν σε αστικές ή ποινικές υποθέσεις αν θα διενεργήσουν επίδοση διά της ηλεκτρονικής οδού ή αυτοπροσώπως. Η αρχή της εδαφικότητας θα εξακολουθήσει να ισχύει.

Στην πράξη, η επίδοση πραγματοποιείται σε δικαστική διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που επιβάλλεται από τις αρχές ή σε ηλεκτρονική διεύθυνση αντικλήτου. Για να μπορεί να διενεργηθεί ηλεκτρονική επίδοση στην ηλεκτρονική διεύθυνση, ο παραλήπτης πρέπει να δώσει τη ρητή συναίνεσή του για τον σκοπό αυτόν μέσω της ηλεκτρονικής ταυτοποίησης.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Το βελγικό δίκαιο προβλέπει διάφορες μεθόδους διαβίβασης εγγράφων (βλ. απάντηση στην ερώτηση 5).

Ο κανονικός τρόπος διαβίβασης ενός δικαστικού εγγράφου είναι η επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή.

Το άρθρο 32 του Δικονομικού Κώδικα ορίζει την επίδοση ως την «παράδοση πρωτοτύπου ή αντιγράφου του εγγράφου αυτή διενεργείται με πράξη επίδοσης από δικαστικό επιμελητή ή, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, σύμφωνα με τις μορφές που προβλέπει ο νόμος».

Εντούτοις, ο νόμος προβλέπει ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες τα έγγραφα μπορούν να διαβιβάζονται με απλή κοινοποίηση.

Το άρθρο 32 του Δικονομικού Κώδικα ορίζει την κοινοποίηση ως την «αποστολή πρωτότυπου δικογράφου ή αντιγράφου του· αυτή διενεργείται μέσω ταχυδρομείου ή ηλεκτρονικής επιστολής σε ηλεκτρονική δικαστική διεύθυνση ή, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, με τηλεομοιοτυπία ή με τον τρόπο που αυτός ορίζει».

Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13 Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ορίζει ότι η κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου γίνεται με «συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο».

1. Οι κύριοι τρόποι επίδοσης

α. Η αυτοπρόσωπη επίδοση (άρθρα 33 και 34 του Δικονομικού Κώδικα)

Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Δικονομικού Κώδικα, «η επίδοση γίνεται αυτοπροσώπως όταν το αντίγραφο του εγγράφου παραδίδεται εις χείρας του παραλήπτη. Η αυτοπρόσωπη επίδοση μπορεί να γίνει στον παραλήπτη σε οποιονδήποτε τόπο τον εντοπίζει ο δικαστικός επιμελητής. Εάν ο παραλήπτης αρνείται να παραλάβει το έγγραφο, ο δικαστικός επιμελητής διαπιστώνει την άρνηση και τη σημειώνει επί του πρωτοτύπου, η δε επίδοση λογίζεται ότι έχει γίνει αυτοπροσώπως.».

Το άρθρο 34 του Δικονομικού Κώδικα προσθέτει ότι: «όσον αφορά την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, λογίζεται ότι αυτή γίνεται αυτοπροσώπως εφόσον το αντίγραφο του εγγράφου παραδίδεται στο όργανο ή τον υπάλληλο που έχει, δυνάμει του νόμου, του καταστατικού ή νόμιμης εξουσιοδότησης, την ικανότητα να εκπροσωπεί, έστω και από κοινού με άλλους, το νομικό πρόσωπο ενώπιον της δικαιοσύνης».

β. Η επίδοση στην κατοικία (άρθρα 33 και 35 του Δικονομικού Κώδικα)

Το άρθρο 35 του Δικονομικού Κώδικα ορίζει ότι «εάν η επίδοση δεν μπορεί να γίνει αυτοπροσώπως, γίνεται στην κατοικία ή, ελλείψει κατοικίας, στη διαμονή του παραλήπτη και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στην εταιρική ή διοικητική του έδρα. Το αντίγραφο του εγγράφου παραδίδεται σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, υπάλληλο ή υπηρέτη του παραλήπτη. Δεν μπορεί να γίνει σε άτομο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του. […] »

Κατά το άρθρο 36 του Δικονομικού Κώδικα, κατοικία είναι «ο τόπος που αναγράφεται ως κύρια διεύθυνση του προσώπου στα μητρώα πληθυσμού, ενώ διαμονή είναι κάθε άλλη εγκατάσταση, όπως ο χώρος όπου το πρόσωπο έχει γραφείο ή εμπορική ή βιομηχανική εκμετάλλευση.

γ. Η επίδοση μέσω απόθεσης αντιγράφου της πράξης επίδοσης (άρθρο 38 παράγραφος 1 του Δικονομικού Κώδικα)

Το άρθρο 38 παράγραφος 1 του Δικονομικού Κώδικα ορίζει ότι, σε περίπτωση που η επίδοση δεν μπορεί να γίνει αυτοπροσώπως ή στην κατοικία, «η επίδοση συνίσταται στην απόθεση από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία ή, ελλείψει κατοικίας, στη διαμονή του παραλήπτη, αντιγράφου της πράξης επίδοσης σε κλειστό φάκελο». Στον φάκελο αυτόν πρέπει να αναγράφονται ορισμένα στοιχεία, που προβλέπονται από το άρθρο 44 εδάφιο 1 του Δικονομικού Κώδικα.

Το άρθρο 38 παράγραφος 1 του Δικονομικού Κώδικα στη συνέχεια διαλαμβάνει τα εξής: «Το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την επίδοση του εγγράφου, ο δικαστικός επιμελητής αποστέλλει μέσω ταχυδρομείου, στην κατοικία ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, στη διαμονή του παραλήπτη, συστημένη επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο. Η επιστολή αυτή αναφέρει την ημερομηνία και την ώρα κατά την οποία εμφανίστηκε ο επιμελητής, καθώς και τη δυνατότητα του παραλήπτη να αναλάβει, ο ίδιος ή μέσω προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί γραπτώς, αντίγραφο της πράξης επίδοσης, από το γραφείο του δικαστικού επιμελητή, εντός μέγιστης προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση.»

δ. Ο διορισμός αντικλήτου (άρθρο 39 του Δικονομικού Κώδικα)

Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Δικονομικού Κώδικα: «όταν ο παραλήπτης έχει διορίσει αντίκλητο, η επίδοση ή η κοινοποίηση μπορούν να γίνουν στον εν λόγω αντίκλητο. Εάν το αντίγραφο επιδίδεται εις χείρας του αντικλήτου, η επίδοση λογίζεται ότι έγινε αυτοπροσώπως. Η επίδοση ή κοινοποίηση δεν μπορούν πλέον να γίνουν στον αντίκλητο, αν ο αντίκλητος έχει αποβιώσει, αν δεν έχει πλέον την κατοικία του εκεί ή αν έχει πάψει να ασκεί δραστηριότητα εκεί».

2. Κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής

Όταν το έγγραφο διαβιβάζεται με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπιστεί στην αναγραφόμενη στον φάκελο διεύθυνση, αφήνεται στη διεύθυνση αυτή σημείωμα. Στην περίπτωση αυτή, ο φάκελος μπορεί να αναληφθεί από τον τόπο που ορίζεται στο σημείωμα ή τον τόπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του ταχυδρομείου και του παραλήπτη, εντός προθεσμίας 15 ημερών, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η ημέρα προσκόμισης του φακέλου.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Όταν το έγγραφο διαβιβάζεται με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπιστεί στην αναγραφόμενη στον φάκελο διεύθυνση, αφήνεται στη διεύθυνση αυτή σημείωμα. Στην περίπτωση αυτή, ο φάκελος μπορεί να αναληφθεί από τον τόπο που ορίζεται στο σημείωμα ή τον τόπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του ταχυδρομείου και του παραλήπτη εντός προθεσμίας 15 ημερών, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η ημέρα προσκόμισης του φακέλου.

Όταν η πράξη διαβιβάζεται μέσω επίδοσης, η πράξη επίδοσης πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία της επίδοσης (άρθρο 43 του Δικονομικού Κώδικα).

Όταν η πράξη διαβιβάζεται μέσω κοινοποίησης, το Βέλγιο εφαρμόζει σύστημα διπλής ημερομηνίας.

Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη έναντι του αποστολέα διαφέρει από εκείνη που λαμβάνεται υπόψη έναντι του παραλήπτη του εγγράφου.

Έναντι του αποστολέα, ως ημερομηνία κοινοποίησης θεωρείται η ημερομηνία αποστολής.

Το άρθρο 53α του βελγικού Δικονομικού Κώδικα ορίζει ότι, εάν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, οι προθεσμίες αρχίζουν έναντι του παραλήπτη από την πρώτη ημέρα έπειτα από εκείνη κατά την οποία ο φάκελος προσκομίστηκε προς παράδοση στον τόπο κατοικίας του ή, κατά περίπτωση, στη διεύθυνση του αντικλήτου.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Όσον αφορά την επίδοση μέσω απόθεσης (εδώ κατάθεσης) αντιγράφου του εγγράφου της επίδοσης, βλ. παραπάνω: Η επίδοση μέσω απόθεσης αντιγράφου της πράξης επίδοσης (άρθρο 38 παράγραφος 1 του Δικονομικού Κώδικα).

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Όταν η διαβίβαση του εγγράφου γίνεται μέσω επίδοσης, ο παραλήπτης δεν έχει δυνατότητα να αρνηθεί να το παραλάβει, εκτός εάν επικαλεστεί τους λόγους άρνησης που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 8 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 (απαίτηση μετάφρασης).

Όταν η διαβίβαση του εγγράφου γίνεται μέσω κοινοποίησης, το άρθρο 53α του βελγικού Δικονομικού Κώδικα ορίζει ότι, εάν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, οι προθεσμίες αρχίζουν έναντι του παραλήπτη την πρώτη ημέρα έπειτα από εκείνη κατά την οποία ο φάκελος προσκομίστηκε προς παράδοση στην κατοικία του ή, κατά περίπτωση, στην κατοικία του αντικλήτου. Κατά συνέπεια, ο παραλήπτης δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί να παραλάβει κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής.

Ωστόσο, ο παραλήπτης κοινοποίησης μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής δύναται να αμφισβητήσει σε μεταγενέστερο στάδιο την εγκυρότητα της κοινοποίησης αποδεικνύοντας ότι η διεύθυνση που αναγραφόταν στον συστημένο φάκελο δεν ήταν η διεύθυνση κατοικίας του ούτε η διεύθυνση της διαμονής του ούτε αυτή του αντικλήτου του. Η επίδοση μέσω πράξης δικαστικού επιμελητή είναι επομένως νομικά πιο ασφαλής σε σύγκριση με την κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής. Πράγματι, σε περίπτωση επίδοσης, ο επιδίδων δικαστικός επιμελητής επαληθεύει τη διεύθυνση του παραλήπτη στο εθνικό μητρώο φυσικών προσώπων. Εξάλλου, η ημερομηνία κοινοποίησης μέσω συστημένης επιστολής δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν ο παραλήπτης δεν έχει χρονολογήσει και υπογράψει την απόδειξη παραλαβής κατά την (πρώτη) προσκόμιση του φακέλου στη διεύθυνση της κατοικίας του, της διαμονής του ή του αντικλήτου που έχει ορίσει. Αντίθετα, η ημερομηνία επίδοσης αναγράφεται πάντα στην πράξη επίδοσης.

Κατά τα λοιπά, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 και, ιδιαίτερα, της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στις 11 Ιουλίου 2005, προκύπτει ότι η τροποποίηση του άρθρου 14 αποσκοπούσε στην «εισαγωγή ενιαίου κανόνα για όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τις ταχυδρομικές υπηρεσίες [προβλέποντας] ομοιόμορφη απαίτηση (συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο) [...]. Η απαίτηση αυτή εγγυάται με επαρκή ασφάλεια ότι ο παραλήπτης έχει λάβει την πράξη και ότι αυτό αποδεικνύεται επαρκώς». Η απαίτηση ύπαρξης απόδειξης παραλαβής αποσκοπεί επομένως στην ύπαρξη ασφάλειας δικαίου για τους διαδίκους. Σύμφωνα με τις εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο παραλήπτης έχει «λάβει» το έγγραφο, εάν δεν έχει υπογράψει την απόδειξη παραλαβής. Εντούτοις, η λύση που προκρίνεται στο άρθρο 53α του βελγικού Δικονομικού Κώδικα συνεπάγεται ότι η κοινοποίηση πραγματοποιείται όταν η πράξη «προσκομίζεται» στη διεύθυνση της κατοικίας, της διαμονής ή του αντικλήτου του παραλήπτη, χωρίς να απαιτείται πραγματική παράδοση ούτε υπογραφή της απόδειξης παραλαβής.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 περί ρυθμίσεως της ταχυδρομικής υπηρεσίας ορίζει ότι οι καταχωρισμένες ταχυδρομικές αποστολές είναι οι συστημένες αποστολές και οι αποστολές με δηλωμένη αξία.

Κατ’ αρχήν, η συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής μπορεί να παραδίδεται μόνον στον παραλήπτη, έπειτα από επαλήθευση της ταυτότητάς του, με υπογραφή της απόδειξης παραλαβής (άρθρα 30, 53 και 54, a contrario, του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007).

Εντούτοις, το άρθρο 57 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 ορίζει ότι «οι καταχωρισμένες ταχυδρομικές αποστολές, στις οποίες η αναγραφόμενη διεύθυνση αναφέρει πρόσωπο που έχει διοριστεί αντίκλητος από τον παραλήπτη, μπορούν να παραδίδονται στο εν λόγω πρόσωπο».

Το άρθρο 62 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 διευκρινίζει ότι «ως παραλήπτες αλληλογραφίας που απευθύνεται σε εταιρίες, σωματεία, οργανισμούς, επιχειρήσεις και οποιεσδήποτε συλλογικές οργανώσεις θεωρούνται τα πρόσωπα που είναι ικανά να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία, σύμφωνα με τους κανόνες του κοινού δικαίου».

Το άρθρο 58 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 ορίζει ότι «οι καταχωρισμένες ταχυδρομικές αποστολές που απευθύνονται σε ανήλικους κάτω των 15 ετών παραδίδονται στα άτομα υπό τη μέριμνα ή την κηδεμονία των οποίων βρίσκονται οι ανήλικοι».

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007, οι συστημένες αποστολές «μπορούν να παραδίδονται [...] σε αντιπρόσωπο του παραλήπτη [...] που είναι κάτοχος ταχυδρομικής εξουσιοδότησης με την οποία ορίζεται ρητώς ότι έχει την εξουσία να αναλάβει φακέλους ταχυδρομικών αποστολών».

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Οι φάκελοι που αποστέλλονται μέσω ταχυδρομείου παραδίδονται στην αναγραφόμενη διεύθυνση, εκτός από τις περιπτώσεις πρόδηλου σφάλματος (παραδείγματα: ανορθόγραφο όνομα οδού, εσφαλμένος αριθμός οδού, προδήλως εσφαλμένος ταχυδρομικός κώδικας κ.λπ.).

Εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπιστεί στην αναγραφόμενη διεύθυνση, ο συστημένος φάκελος δεν παραδίδεται, εκτός εάν ο παραλήπτης έχει ζητήσει ο ίδιος την παράδοση σε άλλη διεύθυνση στο πλαίσιο της υπηρεσίας αναπομπής σε άλλη διεύθυνση (άρθρο 51 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 περί ρυθμίσεως της ταχυδρομικής υπηρεσίας).

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Σύμφωνα με το άρθρο 60 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 περί ρυθμίσεως της ταχυδρομικής υπηρεσίας «σε περίπτωση μη παράδοσης συστημένου φακέλου, αφήνεται σχετικό σημείωμα. Στην περίπτωση αυτή, οι φάκελοι […] μπορούν να αναληφθούν από τον τόπο που ορίζεται στο σημείωμα ή τον τόπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του [ταχυδρομείου] και του παραλήπτη εντός προθεσμίας 15 ημερών, στην οποία δεν προσμετράται η ημέρα κατά την οποία προσκομίστηκε ο φάκελος».

Το άρθρο 66 του βασιλικού διατάγματος της 27ης Απριλίου 2007 ορίζει ότι «τα αντικείμενα ταχυδρομικών αποστολών που δεν κατέστη δυνατό να παραδοθούν στον παραλήπτη επιστρέφονται στον αποστολέα, [...]. Τα αντικείμενα συστημένων αποστολών και τα βιβλία πρέπει πάντοτε να επιστρέφονται».

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Σε περίπτωση επίδοσης, το άρθρο 43 του Δικονομικού Κώδικα διευκρινίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραδίδεται το αντίγραφο οφείλει να υπογράψει το πρωτότυπο. Αν αρνηθεί να υπογράψει, ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει την άρνηση αυτή στην πράξη επίδοσης. Με αυτό τον τρόπο θα υπάρχει σε όλες τις περιπτώσεις η απόδειξη της επίδοσης. Είναι πολύ δύσκολο να αμφισβητηθεί η έκθεση του δικαστικού επιμελητή.

Όσον αφορά την κοινοποίηση, θα υπάρχει φυσικά γραπτή απόδειξη της, στο μέτρο που αυτή πραγματοποιείται με συστημένη επιστολή. Ομοίως, όσον αφορά τη δικαστική συστημένη επιστολή, το άρθρο 46 του Δικονομικού Κώδικα προβλέπει απόδειξη παραλαβής. Η απόδειξη αυτή φυλάσσεται στον φάκελο της διαδικασίας.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Κατά κανόνα, είναι ελάχιστα πιθανό να μην παραλάβει ο παραλήπτης το έγγραφο, δεδομένου ότι η βελγική νομοθεσία χρησιμοποιεί την αυτοπρόσωπη επίδοση. Αυτό σημαίνει ότι ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει το αντίγραφο προσωπικά στον παραλήπτη. Ο νόμος προβλέπει, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες το έγγραφο επιδίδεται σε τρίτον (άρθρο 35 του Δικονομικού Κώδικα) ή αφήνεται σε ορισμένη διεύθυνση (άρθρο 38). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επίδοση είναι απόλυτα έγκυρη, παρότι δεν έγινε αυτοπροσώπως. Το πρόσωπο που νομίμως βεβαίωσε την παραλαβή του εγγράφου, κατά το άρθρο 35, και δεν διαβίβασε ή δεν ενημέρωσε τον παραλήπτη μπορεί να υπέχει αστική ευθύνη. Η διάταξη αυτή δίνει πολύ καλά αποτελέσματα στην πράξη.

Δεν αποκλείονται ωστόσο παραβάσεις του νόμου κατά την επίδοση ή κοινοποίηση (π.χ. στην πράξη επίδοσης δεν αναφέρονται ορισμένες πληροφορίες). Η δικονομική κύρωση για παράτυπη επίδοση ή κοινοποίηση είναι η ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων. Οι κανόνες περί ακυρότητας περιλαμβάνονται στα άρθρα 860 έως 866 του Δικονομικού Κώδικα.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το πρόσωπο που προκαλεί την ακυρότητα μπορεί να υπέχει ευθύνη, αν αποδειχθεί ότι η ακυρότητα προκλήθηκε από δική του υπαιτιότητα.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Ο δικαστικός επιμελητής εισπράττει αμοιβή για την εργασία του. Αυτή η αμοιβή ρυθμίζεται από το άρθρο 522 παράγραφος 1 του Δικονομικού Κώδικα.

Το ακριβές κόστος, που πρέπει να γίνει σεβαστό, ορίζεται στο βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 περί καθορισμού του κόστους των πράξεων που διενεργούνται από τους δικαστικούς επιμελητές σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και ορισμένων άλλων παροχών (βλ.: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ejustice.just.fgov.be/cgi_loi/change_lg.pl?language=fr&la=F&cn=1976113030&table_name=loi ).

Τελευταία επικαιροποίηση: 19/12/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Βουλγαρία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων στο πλαίσιο νομικών διαδικασιών είναι η μέθοδος που ορίζεται από τη νομοθεσία για την έγγραφη ειδοποίηση των μερών και άλλων συμμετεχόντων σε νομικές διαδικασίες σχετικά με δικαστικές πράξεις.

Με την επίδοση ή κοινοποίηση παρέχεται στους συμμετέχοντες σε νομική διαδικασία η δυνατότητα να λάβουν γνώση της εξέλιξής της εγκαίρως και σύμφωνα με τη νομοθεσία. Κατά αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι η διαδικασία είναι δίκαιη και ισότιμη.

Σκοπός της επίδοσης ή κοινοποίησης είναι ο παραλήπτης να ειδοποιηθεί σχετικά με την εκκρεμούσα διαδικασία ή τουλάχιστον να διασφαλιστεί ότι είχε κάθε ευκαιρία να ειδοποιηθεί. Συνεπώς, η ουσία της επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων είναι να παρασχεθεί στους παραλήπτες η δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχόμενου των εγγράφων κατά πόσο αυτό πράγματι συμβαίνει εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια και στην προσωπική τους επιλογή.

Το βασικό χαρακτηριστικό της επίδοσης ή κοινοποίησης είναι ότι ο υπεύθυνος για την επίδοση ή κοινοποίηση θα πρέπει να πιστοποιήσει τον χρόνο και τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης, καθώς και την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο πραγματοποιείται η επίδοση ή κοινοποίηση, ώστε η επίδοση ή κοινοποίηση να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εκτελεστεί δεόντως από άποψη ασφάλειας δικαίου.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

  1. κλητεύσεις για εμφάνιση ενώπιον δικαστηρίου, οι οποίες επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε συμμετέχοντες στη διαδικασία
  2. δικαστικές αποφάσεις, αποφάσεις και εντολές, οι οποίες επιδίδονται ή κοινοποιούνται στα μέρη της διαδικασίας, στα τρίτα μέρη που συμμετέχουν στη δικαστική διαδικασία και σε οποιαδήποτε τρίτα μέρη τα οποία το δικαστήριο έχει διατάξει να εκτελέσουν την εντολή του
  3. αιτήσεις και προσφυγές από τα μέρη, οι οποίες επιδίδονται ή κοινοποιούνται στον αντίδικο
  4. ανακοινώσεις του δικαστηρίου προς τα μέρη της διαδικασίας
  5. όλα τα λοιπά έγγραφα που προβλέπονται από τον νόμο, συμπεριλαμβανομένης της επίδοσης ή κοινοποίησης σε κυβερνητικά όργανα και φορείς, φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Τα ακόλουθα πρόσωπα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 42 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, είναι αρμόδια να επιδίδουν ή να κοινοποιούν ανακοινώσεις, κλητεύσεις και λοιπά έγγραφα:

  • δικαστικοί επιμελητές: δικαστικοί κλητήρες
  • ταχυδρομικοί υπάλληλοι: στις περιπτώσεις που τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται με συστημένη αλληλογραφία με αποδεικτικό παραλαβής
  • οι δήμαρχοι των σχετικών δήμων, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει δικαιοδοτικό όργανο στην περιοχή στην οποία πρέπει να εκτελεστεί η επίδοση ή κοινοποίηση
  • ιδιωτικοί δικαστικοί επιμελητές, με εντολή του δικαστηρίου κατόπιν ρητού αιτήματος μέρους, το οποίο σε αυτήν την περίπτωση επιβαρύνεται με το κόστος της επίδοσης ή κοινοποίησης.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Τα Βουλγαρικά δικαστήρια, παρότι δεν υποχρεούνται ρητώς από τη νομοθεσία, συνήθως καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να εντοπίσουν τη διεύθυνση ενός μέρους πραγματοποιώντας αναζήτηση στο Εμπορικό Μητρώο ή στην Εθνική Βάση Δεδομένων Πληθυσμού.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Το Εμπορικό Μητρώο είναι δημόσιο. Κάθε άτομο δικαιούται να έχει ανοικτή και ελεύθερη πρόσβαση στα δεδομένα (δηλ. στα στοιχεία που αφορούν εμπόρους) που είναι αποθηκευμένα στο Εμπορικό Μητρώο. Η διεύθυνση ενός εμπόρου μπορεί να εντοπιστεί με αναζήτηση στο μητρώο δωρεάν. Ο Οργανισμός Μητρώου παρέχει πρόσβαση βάσει καταχώρισης, έναντι καταβολής νόμιμου τέλους, στο αρχείο ενός εμπόρου και στα έγγραφα που αυτό περιέχει (π.χ. καταστατικά).

Βάσει του άρθρου 16d της κλίμακας νόμιμων τελών που εισπράττει ο Οργανισμός Μητρώου, για την πρόσβαση στην πλήρη βάση δεδομένων του Εμπορικού Μητρώου, συμπεριλαμβανομένων των ενημερώσεων, απαιτείται η καταβολή ετήσιου τέλους αξίας 100 λεβ.

Ο ιστότοπος του Εμπορικού Μητρώου είναι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.brra.bg

Η Εθνική Βάση Δεδομένων Πληθυσμού (National Population Database – NPD) είναι μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων που περιλαμβάνει τα προσωπικά μητρώα όλων των Βούλγαρων πολιτών. Περιέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με αλλοδαπούς που είναι επί μακρόν διαμένοντες ή κατοικούν μόνιμα στη Βουλγαρία και άτομα στα οποία έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα, ανθρωπιστικό καθεστώς ή άσυλο στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βάση δεδομένων της Βουλγαρίας, η οποία περιέχει τα προσωπικά δεδομένα φυσικών προσώπων [ονοματεπώνυμο, ημερομηνία γέννησης, προσωπικός αριθμός ταυτοποίησης (EGN) ή αριθμός ταυτοποίησης αλλοδαπού, τόπος γέννησης, καταχώριση γέννησης, οικογενειακή κατάσταση και συγγενείς, δελτίο ταυτότητας κ.λπ.]. Η Εθνική Βάση Δεδομένων Πληθυσμού διατηρείται από τη Γενική Διεύθυνση Ληξιαρχικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, η οποία υπάγεται στο Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και Δημόσιων Έργων.

Η Πράξη περί Ληξιαρχικών Καταχωρίσεων (ZGR) ρυθμίζει ειδικότερα τις περιπτώσεις όπου δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στην Εθνική Βάση Δεδομένων Πληθυσμού μπορούν να καταστούν διαθέσιμα και ορίζει τα άτομα στα οποία μπορούν να παρασχεθούν αυτά τα δεδομένα.

1. Αυτά τα άτομα είναι κυρίως φυσικά πρόσωπα (Βούλγαροι και αλλοδαποί πολίτες στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα) και τρίτα μέρη (φυσικά πρόσωπα) για τα οποία τα εν λόγω δεδομένα είναι σημαντικά όσον αφορά τη δημιουργία, την ύπαρξη, την τροποποίηση ή τη λήξη έννομων δικαιωμάτων και συμφερόντων τους

2. Οι κυβερνητικές αρχές και φορείς έχουν επίσης δικαίωμα πρόσβασης σύμφωνα με τις θεσμοθετημένες αρμοδιότητές τους, δηλ. εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων τους

3. Πρόσβαση στη βάση δεδομένων μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε νομικά πρόσωπα (Βουλγαρικά και αλλοδαπά) στις περιπτώσεις που προβλέπεται από συγκεκριμένο νόμο ή δικαστική πράξη (δικαστική εντολή) ή με έγκριση της Επιτροπής για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Εφαρμόζεται η τυπική διαδικασία για την εξέταση ενός αιτήματος για τη διεξαγωγή αποδείξεων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (άρθρα 614 έως 618 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Η πλειονότητα των κλητεύσεων και των ανακοινώσεων επιδίδεται ή κοινοποιείται συνήθως από δικαστικούς επιμελητές και ταχυδρομικούς υπαλλήλους της σχετικής υπηρεσίας παράδοσης.

Το άρθρο 43 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τους ακόλουθους τρόπους επίδοσης ή κοινοποίησης:

  1. αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση
  2. επίδοση ή κοινοποίηση μέσω άλλου ατόμου
  3. επίδοση ή κοινοποίηση με επικόλληση ειδοποίησης στη μόνιμη ή τρέχουσα διεύθυνση του εναγομένου
  4. επίδοση ή κοινοποίηση με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα
  5. η επίδοση ή κοινοποίηση σε μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τρίτα μέρη που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία πραγματοποιείται με εναπόθεση ανακοίνωσης στο γραμματοκιβώτιο ή με επικόλληση ειδοποίησης.

Αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση: Η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται στο πρόσωπο στη διεύθυνση επίδοσης που προσδιορίζεται για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Εάν ο παραλήπτης δεν βρεθεί στη διεύθυνση που προσδιορίζεται, η ανακοίνωση επιδίδεται ή κοινοποιείται στην τρέχουσα διεύθυνση ή, άλλως, στη μόνιμη διεύθυνση (άρθρο 38 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η ανακοίνωση επιδίδεται ή κοινοποιείται αυτοπροσώπως στον παραλήπτη, με επίδοση ή κοινοποίηση σε εκπρόσωπο, διαδικασία που θεωρείται ισοδύναμη με την αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Επίδοση ή κοινοποίηση μέσω άλλου ατόμου: Αυτό γίνεται στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατή η αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση της ανακοίνωσης στον παραλήπτη και το άλλο άτομο συναινεί να την παραλάβει. Το άλλο άτομο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε ενήλικας που είναι μέλος της οικογενείας του παραλήπτη ή ζει στη συγκεκριμένη διεύθυνση ή ένας εργαζόμενος ή εργοδότης στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Το άτομο μέσω του οποίου πραγματοποιείται η επίδοση ή κοινοποίηση υπογράφει το αποδεικτικό παραλαβής και αναλαμβάνει να παραδώσει την κλήτευση στον παραλήπτη.

Το δικαστήριο αποκλείει από την ομάδα των λοιπών ατόμων που μπορούν να λάβουν την ανακοίνωση οποιονδήποτε έχει συμφέρον όσον αφορά την έκβαση της υπόθεσης ή αναφέρεται ρητώς σε έγγραφη δήλωση του παραλήπτη.

Βάσει του άρθρου 46 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η παραλαβή της ανακοίνωσης από άλλο άτομο θεωρείται ότι συνιστά επίδοση ή κοινοποίηση στον παραλήπτη.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Οι ανακοινώσεις μπορούν επίσης να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε ένα μέρος σε ηλεκτρονική διεύθυνση που προσδιορίζεται από το συγκεκριμένο μέρος. Αυτές οι ανακοινώσεις θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί μόλις παραληφθούν στο σύστημα πληροφοριών που προσδιορίζεται (άρθρο 42 παράγραφος 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η επίδοση ή κοινοποίηση σε ηλεκτρονική διεύθυνση επιβεβαιώνεται με αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού αρχείου. Δεν υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τον τύπο της διαδικασίας ή την ικανότητα του μέρους. Ο μοναδικός περιορισμός είναι ότι τα μέρη πρέπει να έχουν παράσχει τα ίδια την ηλεκτρονική διεύθυνση. Κατ’  αυτόν τον τρόπο θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί συγκατάθεση για αυτόν τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Επίδοση ή κοινοποίηση με επικόλληση ειδοποίησης: Βάσει του άρθρου 47 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπιστεί στη διεύθυνση που προσδιορίζεται για την υπόθεση και δεν μπορεί να εντοπιστεί κανένα άλλο άτομο που να επιθυμεί να παραλάβει την ανακοίνωση, ο υπεύθυνος για την επίδοση ή κοινοποίηση επικολλά μια ειδοποίηση στην πόρτα της οικίας ή στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη ή, εάν δεν είναι προσβάσιμα, στην κύρια είσοδο του κτιρίου ή σε ορατό σημείο κοντά σε αυτήν. Στην ειδοποίηση αναφέρεται ότι τα σχετικά έγγραφα μπορούν να παραληφθούν εντός δεκαπέντε ημερών από την επικόλληση αυτής της ειδοποίησης. Εάν ο παραλήπτης δεν εμφανιστεί για να παραλάβει τα έγγραφα, το δικαστήριο διατάζει τον αιτούντα να παράσχει αρχείο της έρευνας για την καταχωρισμένη διεύθυνση του παραλήπτη. Εάν η διεύθυνση που έχει δοθεί δεν είναι η μόνιμη, τρέχουσα διεύθυνση του μέρους, το δικαστήριο διατάζει την επίδοση ή κοινοποίηση στην τρέχουσα ή μόνιμη διεύθυνση σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται παραπάνω. Εάν το όργανο επίδοσης ή κοινοποίησης διαπιστώσει ότι ο παραλήπτης δεν διαμένει στη διεύθυνση που προσδιορίζεται για επίδοση ή κοινοποίηση, το δικαστήριο διατάζει τον αιτούντα να παράσχει αρχείο της έρευνας για την καταχωρισμένη διεύθυνση του παραλήπτη, ανεξάρτητα από το αν επικολλήθηκε ειδοποίηση ή όχι.

Η ανακοίνωση θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εγκαίρως μετά τη εκπνοή της προθεσμίας για την παραλαβή της. Όταν ο δικαστής διαπιστώσει ότι η ανακοίνωση έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί δεόντως, διατάζει την προσθήκη της στη δικογραφία και διορίζει έναν ειδικό εκπρόσωπο του παραλήπτη με επιβάρυνση του αιτούντος.

Η επικόλληση ειδοποίησης είναι ο τρόπος που χρησιμοποιείται επίσης για την επίδοση ή κοινοποίηση ανακοινώσεων στα υπόλοιπα συμμετέχοντα μέρη.

Η επίδοση ή κοινοποίηση σε μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τρίτα μέρη που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία πραγματοποιείται με εναπόθεση ανακοίνωσης στο γραμματοκιβώτιο ή, εάν η πρόσβαση στο γραμματοκιβώτιο δεν είναι δυνατή, με επικόλληση ειδοποίησης.

Επίδοση ή κοινοποίηση με δημοσίευση: Η επίδοση ή κοινοποίηση με δημοσίευση διέπεται από το άρθρο 48 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Εάν, όταν η υπόθεση παραπεμφθεί στο δικαστήριο, ο παραλήπτης δεν έχει καταχωρισμένη μόνιμη ή τρέχουσα διεύθυνση, ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση ώστε η επίδοση ή κοινοποίηση να πραγματοποιηθεί με δημοσίευση σε μη επίσημο τμήμα της Επίσημης Εφημερίδας τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ακροαματική διαδικασία. Η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με αυτόν τον τρόπο μόνο αν ο αιτών πιστοποιήσει, με δήλωση έρευνας αρχείων, ότι ο παραλήπτης δεν έχει καταχωρισμένη διεύθυνση και επιβεβαιώσει μέσω δήλωσης ότι δεν γνωρίζει τη διεύθυνση του παραλήπτη στο εξωτερικό. Εάν, παρά τη δημοσίευση, ο παραλήπτης δεν εμφανιστεί στο δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία, το δικαστήριο διορίζει έναν ειδικό εκπρόσωπο για αυτόν με επιβάρυνση του αιτούντος.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται με επικόλληση ειδοποίησης, η ανακοίνωση θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την παραλαβή της.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται με επικόλληση ειδοποίησης, στην εν λόγω ειδοποίηση αναφέρεται ότι τα έγγραφα μπορούν να παραληφθούν εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία επικόλλησης της ειδοποίησης.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Τα έγγραφα θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί δεόντως αν έχει τηρηθεί η καθιερωμένη διαδικασία για την επικόλληση της ειδοποίησης και η προθεσμία για την παραλαβή των εγγράφων έχει παρέλθει. Τυχόν άρνηση αποδοχής της επίδοσης ή κοινοποίησης δεν θεωρείται ούτε νόμιμη ούτε παράνομη. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η τήρηση της διαδικασίας επίδοσης ή κοινοποίησης και όχι οι λόγοι του συμβαλλόμενου μέρους για την αποδοχή ή μη της διαδικασίας. Εάν το συμβαλλόμενο μέρος δεν εμφανιστεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας για την αναζήτηση των εγγράφων και εάν ο δικαστής διαπιστώσει ότι η ανακοίνωση έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί δεόντως, διατάζει την προσθήκη της στη δικογραφία και διορίζει έναν ειδικό εκπρόσωπο για τον παραλήπτη με επιβάρυνση του αιτούντος.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 των Κοινών Κανόνων για τις Συνθήκες Παράδοσης Ταχυδρομικών Αντικειμένων και Ταχυδρομικών Δεμάτων (που εγκρίθηκαν με την απόφαση αριθ. 581 της Ρυθμιστικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών της 27ης Μαΐου 2010), κατά την παράδοση αντικειμένων που αποστέλλονται με συστημένη αλληλογραφία απαιτείται η υπογραφή του παραλήπτη. Τα αντικείμενα που αποστέλλονται με συστημένη αλληλογραφία μπορούν να παραδίδονται σε άτομο που είναι μέλος της οικογενείας, έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών και διαμένει στη διεύθυνση παράδοσης που προσδιορίζεται. Κατά την παραλαβή απαιτείται υπογραφή, καθώς και η επίδειξη δελτίου ταυτότητας. Το όνομα, το πατρώνυμο και το επώνυμο του ατόμου που παραλαμβάνει το αντικείμενο καταχωρίζονται στο επίσημο αρχείο.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Εάν δεν είναι δυνατή η παράδοση ενός ταχυδρομικού αντικειμένου κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στη διεύθυνση λόγω απουσίας του παραλήπτη ή άλλου ατόμου μέσω του οποίου μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση, μια επίσημη έγγραφη ειδοποίηση θα εναποτεθεί στο γραμματοκιβώτιο, με την οποία θα ζητείται από τον παραλήπτη να εμφανιστεί στο ταχυδρομείο και να παραλάβει το αντικείμενο εντός προθεσμίας που προσδιορίζεται από τον πάροχο ταχυδρομικών υπηρεσιών και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 20 ημέρες ούτε μεγαλύτερη από 30 ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής στο ταχυδρομείο για παράδοση. Ο αριθμός επίσημων ειδοποιήσεων και η προθεσμία παραλαβής καθορίζονται από τους παρόχους ταχυδρομικών υπηρεσιών στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις της σύμβασής τους με τους χρήστες. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποσταλούν τουλάχιστον δύο επίσημες ειδοποιήσεις.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Βλ. απάντηση στην ερώτηση 8.2.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση έχει πραγματοποιηθεί, το αρμόδιο μέλος του προσωπικού συμπληρώνει αποδεικτικό παραλαβής. Αυτό το αποδεικτικό χρησιμεύει ως απόδειξη της ειδοποίησης. Στην απόδειξη παραλαβής πρέπει να αναγράφονται όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι η επίδοση ή κοινοποίηση έχει πραγματοποιηθεί δεόντως:

-          το ονοματεπώνυμο του ατόμου στο οποίο απευθύνεται η ανακοίνωση

-          το ονοματεπώνυμο του ατόμου στο οποίο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε η ανακοίνωση

-          το άτομο που εκτελεί την επίδοση ή κοινοποίηση: δικαστικός επιμελητής, ταχυδρομικός υπάλληλος ή ταχυμεταφορέας, δήμαρχος ή ιδιωτικός δικαστικός επιμελητής.

Στην περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται σε άτομο διαφορετικό από τον παραλήπτη, προσδιορίζεται πάντα ότι το άλλο άτομο υποχρεούται να παραδώσει την ανακοίνωση στον παραλήπτη.

Το άρθρο 44 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προσδιορίζει τις ακόλουθες μεθόδους για την πιστοποίηση της πραγματοποίησης της επίδοσης ή κοινοποίησης:

-          ο υπεύθυνος για την επίδοση ή κοινοποίηση πιστοποιεί με την υπογραφή του την ημερομηνία και τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης, καθώς και την ταυτότητα του ατόμου στο οποίο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε η ανακοίνωση

-          τυχόν άρνηση παραλαβής της ανακοίνωσης πρέπει να σημειώνεται στο αποδεικτικό παραλαβής και να πιστοποιείται με την υπογραφή του υπευθύνου για την επίδοση ή κοινοποίηση ωστόσο, η επίδοση ή κοινοποίηση θα θεωρηθεί ότι έχει πραγματοποιηθεί δεόντως

-          η επίδοση ή κοινοποίηση μέσω τηλεφώνου ή φαξ πιστοποιείται εγγράφως από τον υπεύθυνο για την επίδοση ή κοινοποίηση

-          η επίδοση ή κοινοποίηση με τηλεγράφημα πιστοποιείται με ειδοποίηση παράδοσης

-          η επίδοση ή κοινοποίηση με τέλεξ πιστοποιείται με έγγραφη επιβεβαίωση της ανακοίνωσης που εστάλη

-          η επίδοση ή κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου πιστοποιείται με αποδεικτικό παραλαβής

-          η επίδοση ή κοινοποίηση σε ηλεκτρονική διεύθυνση πιστοποιείται με αντίγραφο του ηλεκτρονικού αρχείου επίδοσης ή κοινοποίησης.

Η απόδειξη για την πραγματοποίηση της επίδοσης ή κοινοποίησης πρέπει να προστεθεί στη δικογραφία μόλις καταρτιστεί.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Εάν ο παραλήπτης δεν λάβει την ανακοίνωση ή η ανακοίνωση δεν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σε αυτόν με τον τρόπο που περιγράφεται στη νομοθεσία, η επίδοση ή κοινοποίηση δεν δημιουργεί έννομες συνέπειες. Στην περίπτωση που ένα μέρος δεν έχει κλητευτεί δεόντως στην ακροαματική διαδικασία, το άρθρο 46 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει την αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας και την επίδοση ή κοινοποίηση νέας κλήτευσης. Ωστόσο, το μέρος μπορεί να εμφανιστεί αυτοπροσώπως και να υποβάλει αίτηση προφορικώς ή εγγράφως για να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου, δηλώνοντας ότι έχει ειδοποιηθεί για την ακροαματική διαδικασία και ότι επιθυμεί να γίνει ακρόαση της υπόθεσης. Σε αυτήν την περίπτωση, η κλήτευση θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί δεόντως.

Στην περίπτωση που τα μέρη έχουν κλητευτεί δεόντως, αλλά η υπόθεση έχει αναβληθεί για λόγους αποδεικτικών στοιχείων, δεν απαιτείται η επίδοση ή κοινοποίηση νέας κλήτευσης.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Τα νόμιμα τέλη που εισπράττουν τα δικαστήρια στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας για την εξέταση μιας υπόθεσης καλύπτουν όλο το κόστος της κλήτευσης, εφόσον πραγματοποιείται από δικαστικό επιμελητή, ταχυδρομικό υπάλληλο ή τον δήμαρχο του σχετικού δήμου.

Στην περίπτωση που ένα μέρος υποβάλει αίτηση ώστε το δικαστήριο να διατάξει την επίδοση ή κοινοποίηση της ανακοίνωσης από ιδιωτικό δικαστικό κλητήρα, το άρθρο 42 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι το εν λόγω μέρος επιβαρύνεται με το κόστος της επίδοσης ή κοινοποίησης.

Τελευταία επικαιροποίηση: 04/11/2016

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση τσεχικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Τσεχική ∆ηµοκρατία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Η επίδοση ή η κοινοποίηση δικογράφων είναι μια διαδικαστική αρμοδιότητα που αναλαμβάνει το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας. Το δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαδικασία, στους διαδίκους, στα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία και σε άλλα πρόσωπα (π.χ. προσφυγή, κλήτευση, γραπτή έκδοση της απόφασης κ.λπ.).

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και προστασίας των διαδίκων, η επίδοση ή η κοινοποίηση εγγράφων έχουν σοβαρές διαδικαστικές συνέπειες. Για παράδειγμα, μόνο μια απόφαση που έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί δεόντως μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, έχοντας έτσι δεσμευτικές συνέπειες ως προς τη νομική σχέση την οποία αφορά.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Όλες οι ανακοινώσεις των οποίων η παράδοση παράγει έννομο αποτέλεσμα πρέπει να παραδίδονται επισήμως. Η απαίτηση για επίσημη παράδοση απορρέει από την ανάγκη του δικαστηρίου να έχει αποδείξεις για το γεγονός ότι ένα συγκεκριμένο έγγραφο έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί και ότι οι απαιτούμενες συνέπειες μπορούν να αποδοθούν στην εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση στη σχετική δικαστική διαδικασία.

Σύμφωνα με τον νόμο 99/1963, τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής «ΚΠολΔ» ή «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας»), τα δικαστικά έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται είτε με προσωπική επίδοση είτε με «απλό» ταχυδρομείο ανάλογα με τη φύση του εγγράφου. Η προσωπική επίδοση χρησιμοποιείται για τα έγγραφα που προβλέπονται από τον νόμο (π.χ. προσφυγή, επίδοση στον καθού, απόφαση, επίδοση στους διαδίκους), ή κατόπιν εντολής από το Δικαστήριο. Για τα υπόλοιπα έγγραφα χρησιμοποιείται το «απλό» ταχυδρομείο.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Τα όργανα που είναι υπεύθυνα για την επίδοση ή κοινοποίηση των δικογράφων είναι τα δικαστήρια, τα οποία επιδίδουν ή κοινοποιούν τα έγγραφα μέσω οργάνων επίδοσης ή κοινοποίησης (στα όργανα που πραγματοποιούν επίδοση ή κοινοποίηση περιλαμβάνονται δικαστικοί επιμελητές, όργανα της δικαστικής αστυνομίας, δικαστικοί κλητήρες και υπάλληλοι ταχυδρομείων και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σωφρονιστικές αρχές, εκπαιδευτικές δομές μέριμνας ή προστασίας, καταστήματα προληπτικής κράτησης, αρχηγεία περιφερειακής στρατιωτικής διοίκησης, Υπουργείο Εσωτερικών και Υπουργείο Δικαιοσύνης).

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Αν μια αίτηση περιλαμβάνει τη διεύθυνση του παραλήπτη στην οποία η επίδοση ή κοινοποίηση ήταν ανεπιτυχής, επειδή ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση αυτή, το δικαστήριο διεξάγει έρευνα και επιχειρεί να ανακαλύψει, συμβουλευόμενο το σύστημα πληροφοριών του τσεχικού μητρώου πληθυσμού, τη διεύθυνση της μόνιμης κατοικίας/της επιχείρησης του προσώπου, ή τη διεύθυνση της καταστατικής έδρας/διεύθυνση της οργανωτικής μονάδας που είναι καταχωρισμένη στο οικείο μητρώο στην περίπτωση νομικού προσώπου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η διεύθυνση επίδοσης ή κοινοποίησης ενός φυσικού προσώπου περιλαμβάνει τη διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του προσώπου και τη διεύθυνση της επιχείρησής του για τα νομικά πρόσωπα, η εν λόγω διεύθυνση περιλαμβάνει τη διεύθυνση της καταστατικής έδρας του νομικού προσώπου που είναι καταχωρισμένη στο οικείο μητρώο και τη διεύθυνση της καταστατικής έδρας μιας οργανωτικής μονάδας. Αν ο αποδέκτης έχει ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων καταχωρισμένη στην Τσεχική Δημοκρατία, ένα δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί έγγραφα στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων του μέσω δημόσιου δικτύου δεδομένων. Η επίδοση ή κοινοποίηση σε ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων θεωρείται ότι συνιστά προσωπική επίδοση. (Μόνο τα νομικά πρόσωπα είναι υποχρεωμένα να δημιουργούν ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων. Για τα φυσικά πρόσωπα, η δημιουργία ηλεκτρονικής ταχυδρομικής θυρίδας δεδομένων είναι προαιρετική).

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Οι πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα διεύθυνση ενός φυσικού προσώπου στην Τσεχική Δημοκρατία μπορούν να αποκτηθούν καταρχάς από το σύστημα πληροφοριών του μητρώου πληθυσμού της Τσεχικής Δημοκρατίας. Όλα τα δικαστήρια στην Τσεχική Δημοκρατία έχουν πρόσβαση στο σύστημα και μπορούν να αποκτούν αποσπάσματα από το εν λόγω μητρώο, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο Τμήμα 8 του νόμου 133/2000 περί μητρώου πληθυσμού και προσωπικών αριθμών αναγνώρισης (νόμος περί μητρώου πληθυσμού), και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον νόμο 101/2000 περί προστασίας των προσωπικών πληροφοριών και περί τροποποίησης ορισμένων νόμων. Όσον αφορά τις αιτήσεις από το εξωτερικό, οι προσωπικές πληροφορίες από το σύστημα πληροφοριών παρέχονται κατόπιν αίτησης ενός προσώπου από το εξωτερικό ή μιας πρεσβείας ξένου κράτους μόνο σε περίπτωση που αυτό προβλέπεται δυνάμει διεθνούς συνθήκης με την οποία δεσμεύεται η Τσεχική Δημοκρατία. (Τμήμα 8 παράγραφος 9 του νόμου περί μητρώου πληθυσμού). Τα δικαστήρια στην Τσεχική Δημοκρατία έχουν επίσης πρόσβαση σε ένα σύστημα πληροφοριών για τους αλλοδαπούς, το οποίο τηρείται δυνάμει του νόμου 326/1999, περί παραμονής αλλοδαπών στην Τσεχική Δημοκρατία.

Οι πληροφορίες για τα νομικά πρόσωπα και για πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, τα οποία διαμένουν ή ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Τσεχική Δημοκρατία, και υποβάλλουν αίτηση καταχώρισης, τηρούνται σε ένα δημόσιο μητρώο δυνάμει του νόμου 304/2013 περί δημόσιου μητρώου νομικών οντοτήτων και προσώπων. Δημόσιο μητρώο είναι ένας δημόσιος κατάλογος στον οποίο οι προβλεπόμενες από τον νόμο πληροφορίες καταχωρίζονται σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα και τα πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα. Το εν λόγω μητρώο περιλαμβάνει συλλογή εγγράφων, είναι προσβάσιμο τόσο σε Τσέχους όσο και σε αλλοδαπούς, και όλοι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το συμβουλεύονται και να αποκτούν αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτού. Το δημόσιο μητρώο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, συνεπώς η εξ αποστάσεως πρόσβαση σε αυτό είναι εφικτή, στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.czso.cz/csu/res/business_register.

Οι πληροφορίες στον δικτυακό τόπο διατίθενται δωρεάν. Υπάρχει ένα κόστος 50 CZK ανά σελίδα ή τμήμα σελίδας εφόσον ζητείται η δημιουργία αντίτυπου, διπλότυπου ή αντίγραφου ενός εγγράφου που έχει υποβληθεί στη συλλογή, περιλαμβανομένων αποσπασμάτων από το εμπορικό μητρώο στην τσεχική γλώσσα, αν δεν προβλέπεται επαλήθευση, και 70 CZK αν προβλέπεται επαλήθευση.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Κατά το τσεχικό δίκαιο, η έρευνα σχετικά με τη διεύθυνση δεν συνιστά απόδειξη. Η πρακτική που εφαρμόζουν τα δικαστήρια της Τσεχικής Δημοκρατίας καταδεικνύει ότι τα δικαστήρια είναι συνήθως πρόθυμα να υποβάλλουν αίτημα, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου και να διεξαγάγουν την απαιτούμενη έρευνα, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες ζητούνται για μια εν εξελίξει αγωγή ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου.

Εντούτοις, σε περίπτωση που, μεταξύ της Τσεχικής Δημοκρατίας και άλλου κράτους μέλους της ΕΕ, έχει συναφθεί διμερής συμφωνία που εμπεριέχει ρητές διατάξεις όσον αφορά τις έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση, αυτή η διμερής συμφωνία πρέπει να τηρείται. [1]

Σε ό,τι αφορά την κοινοποίηση της διεύθυνσης ενός προσώπου που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή ενός νομικού προσώπου (κατά κανόνα μιας εταιρείας), η νομοθεσία της Τσεχικής Δημοκρατίας δεν προβλέπει συγκεκριμένες νομοθετικές απαιτήσεις για την παροχή σχετικών πληροφοριών. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η πρόσβαση στις πληροφορίες σε ένα δημόσιο μητρώο δεν υπόκειται σε περιορισμούς κανενός είδους.

[1] Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση έχουν προβλεφθεί βάσει διμερών συμφωνιών με τις εξής χώρες: Βέλγιο, Βουλγαρία, Ελλάδα, Ισπανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία και Σλοβενία.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Τσεχικής Δημοκρατίας, ένα δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί έντυπα έγγραφα κατά τη διάρκεια μιας ακροαματικής διαδικασίας ή στο πλαίσιο άλλης προσφυγής στο δικαστήριο. Αν αυτή η μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων δεν χρησιμοποιείται, το δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί ένα έγγραφο στον παραλήπτη στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων του μέσω ενός δημόσιου δικτύου δεδομένων. Αν η επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου δεν είναι δυνατή μέσω ενός δημόσιου δικτύου δεδομένων, το δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί το έγγραφο, κατόπιν αίτησης του παραλήπτη, σε άλλη ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνση.

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου δεν είναι δυνατή με τις ανωτέρω μεθόδους, το δικαστήριο διατάσσει τη διενέργεια της επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω ενός οργάνου που είναι αρμόδιο για την επίδοση ή την κοινοποίηση (για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε παράγραφο 3) ή ενός διαδίκου ή του εκπροσώπου αυτού (Τμήματα 45, 46γ, 47 και 48 του ΚΠολΔ).

Με την επιφύλαξη προϋποθέσεων που προβλέπονται επακριβώς από τον νόμο, ένα δικαστήριο μπορεί επίσης να επιδώσει ή να κοινοποιήσει ένα έγγραφο με ανάρτησή του σε επίσημο πίνακα ανακοινώσεων (Τμήμα 50ιβ του ΚΠολΔ).

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων σημαίνει επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων μέσω ενός δημόσιου δικτύου δεδομένων σε μια ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων.

Αν αυτή η μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων δεν είναι δυνατή, το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του παραλήπτη, δύναται να επιδώσει ή να κοινοποιήσει ένα έγγραφο σε μια ηλεκτρονική διεύθυνση που έχει δώσει ο παραλήπτης, υπό την προϋπόθεση ότι ο παραλήπτης αφενός έχει ζητήσει από το δικαστήριο την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων κατ’ αυτόν τον τρόπο ή έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για αυτόν τον τύπο υπηρεσίας, και αφετέρου έχει ορίσει έναν διαπιστευμένο πάροχο υπηρεσιών πιστοποίησης ο οποίος έχει εκδώσει το αναγνωρισμένο πιστοποιητικό του και διατηρεί αρχείο αυτού ή έχει υποβάλει έγκυρο αναγνωρισμένο πιστοποιητικό. Σε περίπτωση εφαρμογής αυτής της μεθόδου επίδοσης ή κοινοποίησης, το δικαστήριο ζητεί από τον παραλήπτη να επιβεβαιώσει την επίδοση ή την κοινοποίηση του εγγράφου στο δικαστήριο εντός τριών ημερών από την αποστολή του, μέσω μηνύματος δεδομένων που φέρει την αναγνωρισμένη ηλεκτρονική υπογραφή του. Αν ένα έγγραφο που αποστέλλεται σε ηλεκτρονική διεύθυνση επιστρέφεται στο δικαστήριο ως ανεπίδοτο ή αν ο παραλήπτης δεν επιβεβαιώσει την παραλαβή του εγγράφου εντός τριών ημερών από την ημέρα αποστολής του, η επίδοση ή η κοινοποίηση του εγγράφου δεν ισχύει.

Η νομοθεσία δεν προβλέπει άλλη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Σχετικά με αυτήν την ερώτηση, μπορείτε επίσης να συμβουλευτείτε τις πληροφορίες που παρατίθενται ανωτέρω, στην παράγραφο 5.

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας διακρίνει δύο τύπους υπηρεσιών: την προσωπική επίδοση ή κοινοποίηση και την επίδοση ή κοινοποίηση άλλων εγγράφων.

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση αφορά έγγραφα για τα οποία ο νόμος ή το δικαστήριο ορίζουν ότι πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται αυτοπροσώπως, και το όργανο που ενεργεί την επίδοση ή κοινοποίηση αδυνατεί να εντοπίσει τον παραλήπτη, το έγγραφο αποθηκεύεται στο ταχυδρομικό κατάστημα ή στο δικαστήριο, και μια έγγραφη ειδοποίηση αφήνεται για τον παραλήπτη με την οποία καλείται να παραλάβει το έγγραφο (βλέπε παρακάτω, παράγραφο 7.2.).

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση αφορά έγγραφα για τα οποία δεν προβλέπεται προσωπική επίδοση (η λεγόμενη επίδοση ή κοινοποίηση άλλων εγγράφων), το έγγραφο τοποθετείται στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί. Το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εφόσον τοποθετείται στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη. Αν η τοποθέτηση του εγγράφου στο γραμματοκιβώτιο δεν είναι δυνατή, το δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί το έγγραφο με ανάρτησή του στον επίσημο πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου (Τμήμα 50 του ΚΠολΔ).

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Τα έγγραφα για τα οποία προβλέπεται προσωπική επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι παραδίδονται τη δέκατη ημέρα από την ημέρα κατά την οποία ένα έγγραφο είναι διαθέσιμο για παραλαβή (δηλαδή, από την ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου στο ταχυδρομικό κατάστημα ή στο δικαστήριο, ή όταν μια ειδοποίηση που ζητεί την παραλαβή του εγγράφου αναρτάται στον επίσημο πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου εφόσον η ειδοποίηση δεν δύναται να αφεθεί στον τόπο παράδοσης). Ένα έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί ακόμη και στην περίπτωση που ο παραλήπτης δεν γνωρίζει ότι το έγγραφο έχει κατατεθεί. Αν η περίοδος των δέκα ημερών λήξει ανεπιτυχώς, το όργανο που ενεργεί την επίδοση ή την κοινοποίηση τοποθετεί το έγγραφο στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη ή, ελλείψει αυτού, επιστρέφει το έγγραφο στο αποστέλλον δικαστήριο και αναρτά για τον σκοπό αυτό ανακοίνωση στον επίσημο πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Για ορισμένα έγγραφα, η μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση αποκλείεται από τον νόμο ή από την απόφαση του δικαστηρίου – μετά τη λήξη της περιόδου των δέκα ημερών, τα έγγραφα επιστρέφονται στο αποστέλλον δικαστήριο χωρίς να θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί (Τμήμα 49 παράγραφος 5 του ΚΠολΔ).

Τα έγγραφα που επιδίδονται ή κοινοποιούνται μέσω ενός δημόσιου δικτύου δεδομένων θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί προσωπικά. Ένα έγγραφο που επιδίδεται σε μια ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων θεωρείται ότι έχει επιδοθεί, μόλις ένα πρόσωπο το οποίο, με βάση το πεδίο εφαρμογής της εξουσιοδότησής του έχει δικαίωμα πρόσβασης στο έγγραφο, συνδεθεί στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα. Αν το εν λόγω πρόσωπο δεν συνδεθεί στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα εντός 10 ημερών από την ημέρα επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δεδομένων, το έγγραφο θεωρείται ότι παραδίδεται τη δέκατη ημέρα. Αυτό δεν ισχύει σε περίπτωση που η μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση αποκλείεται για ένα τέτοιο έγγραφο (Τμήμα 17 παράγραφος 3 και παράγραφος 4 του νόμου 300/2008 περί ηλεκτρονικών πράξεων και εγκεκριμένης μετατροπής εγγράφων).

Άλλα έγγραφα (τα οποία δεν προορίζονται για προσωπική επίδοση ή κοινοποίηση) θεωρούνται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί κατά την ημέρα τοποθέτησής τους σε γραμματοκιβώτιο ή, εφόσον επιδίδονται ή κοινοποιούνται με ανάρτησή τους στον επίσημο πίνακα ανακοινώσεων ενός δικαστηρίου, κατά τη δέκατη ημέρα από την ανάρτηση.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Ο παραλήπτης ενημερώνεται σχετικά με την κατάθεση ενός εγγράφου στο ταχυδρομικό κατάστημα με έγγραφη ειδοποίηση που ζητεί από τον ίδιο να παραλάβει το έγγραφο, το οποίο η υπεύθυνη για την επίδοση ή την κοινοποίηση αρχή έχει αφήσει για αυτόν με τον δέοντα τρόπο (συνήθως, με την τοποθέτηση του εγγράφου μέσα στο γραμματοκιβώτιό του). Αν η ειδοποίηση δεν είναι δυνατόν να αφεθεί στον τόπο όπου επιχειρήθηκε η παράδοση, η υπεύθυνη για την επίδοση ή την κοινοποίηση αρχή επιστρέφει το έγγραφο στο αποστέλλον δικαστήριο, το οποίο αναρτά στον επίσημο πίνακα ανακοινώσεών του ειδοποίηση με την οποία ζητεί την παραλαβή του εγγράφου.

Στην ειδοποίηση πρέπει να αναγράφονται οι πληροφορίες που ορίζονται από τον νόμο (Τμήμα 50η του ΚΠολΔ), και πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία του δικαστηρίου, του προς επίδοση εγγράφου, του παραλήπτη και της διεύθυνσής του, της υπεύθυνης για την επίδοση ή κοινοποίηση αρχή, καθώς και το ονοματεπώνυμο του οργάνου επίδοσης και η υπογραφή του. Αν δεν αποκλείεται η μη αυτοπρόσωπη επίδοση, η ειδοποίηση πρέπει επίσης να περιέχει μια προειδοποίηση σχετικά με τις νομικές συνέπειες της μη παραλαβής του εγγράφου. Επίσης, η ειδοποίηση αναφέρει με ποιον, πού και πότε το έγγραφο θα είναι έτοιμο για παραλαβή, καθώς και την ημερομηνία και το ωράριο παραλαβής του.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Η άρνηση αποδοχής της επίδοσης ή κοινοποίησης ενός εγγράφου διέπεται από το Τμήμα 50γ του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι αν ένας παραλήπτης ή αποδέκτης αρνείται την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου, το έγγραφο θεωρείται ότι επιδίδεται ή κοινοποιείται κατά την ημέρα άρνησης της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου. Ο παραλήπτης πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τις συνέπειες. Κατά τον τσεχικό νόμο, η ίδια κατά πλάσμα δικαίου επίδοση ισχύει αν ο παραλήπτης αρνηθεί να επιδείξει την ταυτότητά του ή να συνεργαστεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο απαιτούμενο για τη δέουσα επίδοση. Σε αυτήν την περίπτωση, ένα έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί κατά την ημέρα άρνησης επίδειξης της ταυτότητας ή άρνησης συνεργασίας. Κατά τον τσεχικό νόμο, δεν εξετάζεται κατά πόσον η άρνηση ήταν νόμιμη ή μη, και η κατά πλάσμα δικαίου επίδοση συντελείται αυτόματα, μετά την πράξη της άρνησης.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Κατά την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, η διαδικασία που ακολουθούν τα τσεχικά ταχυδρομεία είναι παρεμφερής με αυτή που ισχύει για την παραλαβή από το εσωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από την περίπτωση που ο φάκελος ή το δελτίο παράδοσης δηλώνει ρητά ότι το έγγραφο μπορεί να επιδίδεται ή να κοινοποιείται μόνο αυτοπροσώπως, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να γίνεται όχι μόνο στον παραλήπτη, αλλά και στον πληρεξούσιό του, στον νόμιμο εκπρόσωπό του, ή στον πληρεξούσιο του νόμιμου εκπροσώπου του, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον παραλήπτη (δηλαδή, επίδειξη ταυτότητας και επιβεβαίωση της παραλαβής του εγγράφου με υπογραφή του).

Επιπλέον, δυνάμει των όρων και προϋποθέσεων των Τσεχικών Ταχυδρομείων, ένα ταχυδρομικό αντικείμενο δύναται να παραλαμβάνεται στον τόπο που ορίζει η ταχυδρομική διεύθυνση από:

1. Αν το ταχυδρομικό αντικείμενο απευθύνεται σε φυσικό πρόσωπο:

- Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στο διαμέρισμα, στο γραφείο, στην εγκατάσταση ή σε άλλους περίκλειστους χώρους που ορίζονται με το ίδιο ονοματεπώνυμο του παραλήπτη ή επώνυμο ίδιο με αυτό του παραλήπτη, και το οποίο επιβεβαιώνει την παραλαβή του αντικειμένου με την υπογραφή του

2. Αν το ταχυδρομικό αντικείμενο απευθύνεται σε νομικό πρόσωπο:

- Ένα φυσικό πρόσωπο που επιβεβαιώνει την παραλαβή του αντικειμένου με την υπογραφή του και τη σφραγίδα του παραλήπτη

- Ένα φυσικό πρόσωπο που επιβεβαιώνει την παραλαβή του αντικειμένου με την υπογραφή του και αποδεικνύει ότι είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο

- Ένα φυσικό πρόσωπο που περνά χρόνο στο γραφείο, στην εγκατάσταση ή σε άλλους περίκλειστους χώρους που ορίζονται με το όνομα του παραλήπτη, το οποίο δηλώνει ότι ο παραλήπτης δεν χρησιμοποιεί σφραγίδα, επιβεβαιώνει την παραλαβή του αντικειμένου με την υπογραφή του και τεκμηριώνει το ονοματεπώνυμό του.

Αν ένα έγγραφο δεν επιδοθεί επιτυχώς στα χέρια ενός φυσικού προσώπου όπως ανωτέρω, το ταχυδρομικό κατάστημα μπορεί να παραδώσει το έγγραφο στο κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, και πιο συγκεκριμένα σε γείτονα του παραλήπτη ο οποίος συμφωνεί να παραδώσει το αντικείμενο στον παραλήπτη και επιβεβαιώνει την παραλαβή του αντικειμένου με την υπογραφή του.

Αυτό αποκλείεται στην περίπτωση που:

α) Ο παραλήπτης έχει δώσει στα Τσεχικά Ταχυδρομεία δήλωση σύμφωνα με την οποία διαφωνεί με αυτόν τον τρόπο παράδοσης

β) Ο παραλήπτης έχει δώσει στα Τσεχικά Ταχυδρομεία δήλωση σύμφωνα με την οποία τα Τσεχικά Ταχυδρομεία μπορούν να παραδίδουν ταχυδρομικά αντικείμενα αποκλειστικά στον ίδιο

γ) Το κόστος που δηλώνεται υπερβαίνει τα 10 000 CZK (Άρθρο 25 παράγραφος 6 των όρων και προϋποθέσεων των Τσεχικών Ταχυδρομείων).

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Αν ένα αντικείμενο επιδίδεται ή κοινοποιείται βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (δηλαδή μέσω ταχυδρομικής επίδοσης και όχι μέσω της υπηρεσίας παραλαβής) και το ταχυδρομικό αντικείμενο δεν παραδίδεται επιτυχώς, το αντικείμενο κατατίθεται σε ταχυδρομικό κατάστημα, και στο γραμματοκιβώτιο της οικίας του παραλήπτη αφήνεται μια ειδοποίηση, η οποία ζητεί από τον παραλήπτη να παραλάβει το ταχυδρομικό αντικείμενο εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος από το συγκεκριμένο ταχυδρομικό κατάστημα. Αν ο παραλήπτης δεν παραλάβει το αντικείμενο εντός της οριζόμενης προθεσμίας, το ταχυδρομικό αντικείμενο επιστρέφεται στον αποστολέα ως ανεπίδοτο.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Στην περίπτωση προσωπικής επίδοσης ή κοινοποίησης που χρησιμοποιεί τις ταχυδρομικές υπηρεσίες άλλου κράτους, κατά την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού, ο παραλήπτης μπορεί να παραλάβει το ταχυδρομικό αντικείμενο εντός 15 ημερών από την ημέρα κατά την οποία το αντικείμενο είναι έτοιμο για παραλαβή. Ο παραλήπτης ενημερώνεται σχετικά με την κατάθεση του ταχυδρομικού αντικειμένου μέσω έγγραφης ειδοποίησης που ζητεί την παραλαβή του αντικειμένου και την οποία το όργανο επίδοσης αφήνει στο γραμματοκιβώτιο της οικίας του.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Όταν ένα δικαστήριο παραδίδει ένα έγγραφο κατά τη διάρκεια μιας ακροαματικής διαδικασίας ή στο πλαίσιο οποιασδήποτε άλλης προσφυγής με την οποία παράγονται δικαστικά αρχεία, τα εν λόγω αρχεία επισημαίνουν αυτό το γεγονός. Πέραν των άλλων στοιχείων (Τμήμα 40 παράγραφος 6 του ΚΠολΔ), τα αρχεία πρέπει να δηλώνουν τη φύση του εγγράφου. Το πρωτόκολλο πρέπει να φέρει τις υπογραφές του αρμόδιου για την επίδοση προσώπου και του αποδέκτη.

Για την επίδοση ή την κοινοποίηση μέσω ενός δημόσιου δικτύου δεδομένων, βλέπε ανωτέρω την παράγραφο 7.2.

Αν ένα έγγραφο επιδίδεται ή κοινοποιείται μέσω ενός δημόσιου δικτύου δεδομένων σε μια ηλεκτρονική διεύθυνση, η επίδοση ή η κοινοποίηση τεκμηριώνεται με ένα μήνυμα δεδομένων από τον παραλήπτη που φέρει την αναγνωρισμένη ηλεκτρονική υπογραφή του και με το οποίο αυτός επιβεβαιώνει την παραλαβή του εγγράφου.

Αν ένα δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί ένα έγγραφο στο πλαίσιο μιας προσφυγής κατά την οποία δεν παράγονται δικαστικά αρχεία, ή μέσω ενός οργάνου επίδοσης, ο τύπος του εγγράφου σημειώνεται πάνω στο δελτίο επίδοσης. Το δελτίο επίδοσης ή κοινοποίησης είναι δημόσιο έγγραφο. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο δελτίο επίδοσης θεωρούνται σωστά, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο.

Ένα δελτίο επίδοσης πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής:

α) τα στοιχεία του δικαστηρίου που ζήτησε την επίδοση ή την κοινοποίηση του εγγράφου

β) τα στοιχεία του οργάνου που ενεργεί την επίδοση ή την κοινοποίηση

γ) τα στοιχεία του τύπου του προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου

δ) τα στοιχεία του παραλήπτη και τη διεύθυνση στην οποία επιδίδεται ή κοινοποιείται το έγγραφο

ε) μια δήλωση από το όργανο επίδοσης που αναφέρει την ημερομηνία κατά την οποία ο παραλήπτης δεν βρέθηκε, την ημερομηνία κατά την οποία το έγγραφο παραδόθηκε στον παραλήπτη ή αποδέκτη, την ημερομηνία κατά την οποία το έγγραφο ήταν έτοιμο για παραλαβή, την ημερομηνία κατά την οποία η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου δεν έγινε δεκτή ή κατά την οποία το αίτημα για συνεργασία με σκοπό τη δέουσα επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου δεν έγινε δεκτό

στ) την ώρα και το λεπτό της επίδοσης ή κοινοποίησης, αν ζητείται αναφορά του «ακριβούς χρόνου επίδοσης ή κοινοποίησης»

ζ) το ονοματεπώνυμο του υπευθύνου για την επίδοση, την υπογραφή του, και το αποτύπωμα της επίσημης σφραγίδας του οργάνου επίδοσης

η) το ονοματεπώνυμο του προσώπου που αποδέχθηκε το έγγραφο ή απέρριψε την επίδοση ή την κοινοποίηση ή αρνήθηκε να συνδράμει όπως του ζητήθηκε για τη δέουσα επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου, εφόσον οι ανωτέρω πληροφορίες είναι γνωστές στο όργανο επίδοσης, πληροφορίες σχετικά με τη σχέση του προσώπου με τον παραλήπτη σε περίπτωση που το έγγραφο παραλαμβάνεται για λογαριασμό του παραλήπτη, και την υπογραφή του προσώπου

i) πληροφορίες σχετικά με το αν απαγορεύεται η τοποθέτηση του εγγράφου σε γραμματοκιβώτιο.

Αν ένα έγγραφο έχει κατατεθεί, το δελτίο επίδοσης πρέπει επίσης να αναφέρει πληροφορίες σχετικά με το αν αφέθηκε ειδοποίηση στον παραλήπτη που ζητεί την παραλαβή του εγγράφου από τον ίδιο.

Αν ο παραλήπτης ή αποδέκτης παραλάβει ένα κατατεθειμένο έγγραφο, το δελτίο επίδοσης πρέπει επίσης να περιλαμβάνει:

α) το ονοματεπώνυμο του προσώπου που παρέδωσε το έγγραφο, την υπογραφή του και ένα αποτύπωμα της επίσημης σφραγίδας του οργάνου επίδοσης

β) μια δήλωση από το όργανο επίδοσης που αναφέρει την ημερομηνία κατά την οποία παραλήφθηκε το έγγραφο

γ) την ώρα και το λεπτό της επίδοσης ή κοινοποίησης, αν ζητείται αναφορά του «ακριβούς χρόνου επίδοσης ή κοινοποίησης»

δ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου που παρέλαβε το κατατεθειμένο έγγραφο και την υπογραφή του.

Σε περίπτωση που ο παραλήπτης ή ο αποδέκτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου ή δεν συνδράμει όπως του ζητείται για τη δέουσα επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου, το δελτίο επίδοσης πρέπει επίσης να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το αν έχουν δοθεί οδηγίες, προφορικές ή γραπτές, για τις συνέπειες της άρνησης της επίδοσης του εγγράφου ή της μη παροχής συνδρομής, και σχετικά με το αν και το πώς αυτή η άρνηση αποδοχής της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου είναι δικαιολογημένη, ή σχετικά με τη φύση της μη παροχής συνεργασίας.

Σε περίπτωση που ένα έγγραφο επιδίδεται ή κοινοποιείται με τη «συνήθη μέθοδο» και δεν επιδίδεται ή κοινοποιείται στον παραλήπτη ή τον αποδέκτη, ένα δελτίο επίδοσης πρέπει επίσης να περιλαμβάνει:

α) μια δήλωση από το όργανο επίδοσης στην οποία αναφέρεται η ημερομηνία τοποθέτησης του εγγράφου σε γραμματοκιβώτιο της οικίας ή οποιοδήποτε άλλο γραμματοκιβώτιο που χρησιμοποιεί ο παραλήπτης

β) την ώρα και το λεπτό της επίδοσης ή κοινοποίησης, αν ζητείται αναφορά του «ακριβούς χρόνου επίδοσης ή κοινοποίησης»

γ) το ονοματεπώνυμο του υπευθύνου για την επίδοση ή κοινοποίηση, την υπογραφή του και ένα αποτύπωμα της επίσημης σφραγίδας του οργάνου επίδοσης.

Αν ο αποδέκτης αδυνατεί να επιβεβαιώσει την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου με την υπογραφή του, ένα πρόσωπο κατάλληλο αλλά διαφορετικό από τον υπεύθυνο επίδοσης πρέπει να επιβεβαιώσει την παράδοση στον αποδέκτη υπογράφοντας το δελτίο επίδοσης.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Η νομοθεσία της Τσεχικής Δημοκρατίας δεν προβλέπει την πιθανότητα διόρθωσης μιας πλημμελούς μεθόδου επίδοσης ή κοινοποίησης. Αν η επίδοση ή η κοινοποίηση ενός συγκεκριμένου εγγράφου έχει γίνει κατά παράβαση των νομικών διατάξεων, το έγγραφο πρέπει να επιδοθεί ξανά.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία της Τσεχικής Δημοκρατίας επιτρέπει τη «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση και την κατά πλάσμα δικαίου επίδοση ή κοινοποίηση που συνδέεται με αυτή, είναι πιθανόν η επίδοση να καθίσταται αναποτελεσματική σε περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης δεν μπόρεσε να έρθει σε επαφή με το έγγραφο λόγω αντικειμενικού κωλύματος.

Η αναποτελεσματική επίδοση δηλώνεται από το αρμόδιο δικαστήριο, μόνο κατόπιν αιτήματος του διάδικου που ήταν ο παραλήπτης του συγκεκριμένου εγγράφου (με εξαίρεση τις άνευ αντιμωλίας διαδικασίες όπου ένα δικαστήριο μπορεί επίσης να επανεξετάσει αυτεπαγγέλτως τις συνέπειες της επίδοσης). Η υποβολή της αίτησης πρέπει να πραγματοποιείται εντός 15 ημερών από την ημέρα που ο παραλήπτης λαμβάνει γνώση του επιδοθέντος εγγράφου ή ενδέχεται να έχει λάβει γνώση αυτού. Το δικαστήριο κηρύσσει αναποτελεσματική την επίδοση ή την κοινοποίηση μόνο σε περίπτωση που ο παραλήπτης δεν μπόρεσε να λάβει γνώση του εγγράφου για κάποιο συγγνωστό λόγο. Τουτέστιν, ο διάδικος πρέπει να αναφέρει στοιχεία στην αίτησή του που να υποστηρίζουν την εμπρόθεσμη υποβολή (το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 15 ημερών) και τη σκοπιμότητα της αίτησής του. Συγγνωστοί λόγοι είναι η ασθένεια, η νοσηλεία κ.λπ., δηλαδή λόγοι που περιλαμβάνουν ένα αντικειμενικό κώλυμα που εμποδίζει τον διάδικο να λάβει γνώση του εγγράφου. Η επίδοση ή κοινοποίηση δεν μπορεί να κηρυχθεί αναποτελεσματική αν ο παραλήπτης εν γνώσει του απέφυγε την επίδοση ή την κοινοποίηση ή αν δεν διαμένει μόνιμα στην ταχυδρομική διεύθυνση που έχει δώσει (οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να δίνουν τη διεύθυνση επίδοσης ή κοινοποίησης όπου διαμένουν πραγματικά).

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Κατά κανόνα, η δαπάνη επίδοσης ή κοινοποίησης βαρύνει το δικαστήριο που επιδίδει ή κοινοποιεί το έγγραφο.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/03/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γερμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Γερµανία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Επίδοση ή κοινοποίηση είναι η γνωστοποίηση εγγράφων δηλώσεων και αποφάσεων που διενεργείται με συγκεκριμένο νόμιμο τύπο και βεβαιώνεται με επίσημο έγγραφο. Γνωστοποίηση είναι η παροχή της δυνατότητας στο πρόσωπο προς το οποίο γνωστοποιείται το εκάστοτε έγγραφο να λάβει γνώση του περιεχομένου του.

Σκοπός της επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος ακροάσεως και της δίκαιης δίκης. Με την επίδοση ή κοινοποίηση διασφαλίζεται ότι ο αποδέκτης λαμβάνει γνώση της εκάστοτε διαδικαστικής πράξης ή, τουλάχιστον, ότι έχει τη δυνατότητα να λάβει ανεμπόδιστα γνώση της πράξης αυτής. Κατά συνέπεια, σκοπός κάθε επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η γνωστοποίηση του περιεχομένου της εκάστοτε πράξης. Η απόκτηση πραγματικής γνώσης σχετικά με το περιεχόμενο της εκάστοτε πράξης εξαρτάται από τον αποδέκτη.

Με την επίδοση ή κοινοποίηση εξασφαλίζεται, επιπλέον, η δυνατότητα του επιδίδοντος ή κοινοποιούντος να αποδείξει τον χρόνο και τον τρόπο παράδοσης του εκάστοτε εγγράφου στον αποδέκτη. Τούτο επιβάλλεται από την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Ο νόμος δεν προβλέπει με τρόπο εξαντλητικό ποια επιμέρους έγγραφα χρήζουν νόμιμης επίδοσης ή κοινοποίησης.

Αυτεπαγγέλτως επιδίδεται ή κοινοποιείται κάθε έγγραφο του οποίου η επίδοση ή κοινοποίηση προβλέπεται από τον νόμο ή διατάσσεται από το δικαστήριο [άρθρο 166 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Zivilprozessordnung - ZPO)].

Η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία των διαδίκων όταν προβλέπεται από τον νόμο, όπως στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης, των προσωρινών μέτρων σε σχέση με μη περιουσιακές αξιώσεις και της διαταγής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και απόδοσης (άρθρο 191 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Επίσημη επίδοση ή κοινοποίηση απαιτείται οσάκις συντρέχει λόγος σκοπιμότητας και οσάκις το επιβάλλει η αρχή της ασφάλειας δικαίου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που απαιτείται γνωστοποίηση για τη θεμελίωση δικαιώματος ή την έναρξη προθεσμίας. Για παράδειγμα, ο νόμος απαιτεί την επίδοση ή κοινοποίηση δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων και πράξεων που προσβάλλονται με άμεση προσφυγή.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της αυτεπάγγελτης επίδοσης ή κοινοποίησης και της επίδοσης ή κοινοποίησης που γίνεται με πρωτοβουλία των διαδίκων.

Αρμόδια για τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης επίδοσης ή κοινοποίησης είναι καταρχήν η γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η διαδικασία (άρθρο 168 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Ο τρόπος επίδοσης ή κοινοποίησης καθορίζεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου στο πλαίσιο άσκησης της συναφούς διακριτικής της ευχέρειας.

Στο πλαίσιο αυτό, η γραμματεία του δικαστηρίου μπορεί να επιλέξει κάποια από τις ακόλουθες λύσεις:

  • Για παράδειγμα, μπορεί να επιδώσει ή κοινοποιήσει το έγγραφο σε δικηγόρο έναντι απόδειξης παραλαβής (άρθρο 174 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Μπορεί να επιδώσει ή κοινοποιήσει το έγγραφο απευθείας στον αποδέκτη ή τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτού με παράδοση του εγγράφου στο κατάστημά της (άρθρο 173 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Μπορεί να πραγματοποιήσει την επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς. Ως «ταχυδρομείο» χαρακτηρίζονται στη Γερμανία όλες οι επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν άδεια της αρμόδιας ομοσπονδιακής ρυθμιστικής αρχής (Bundesnetzagentur) για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Ειδική υποκατηγορία της ταχυδρομικής επίδοσης ή κοινοποίησης αποτελεί η επίδοση ή κοινοποίηση με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής (άρθρο 175 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Επίσης η γραμματεία του δικαστηρίου μπορεί να αναθέσει την επίδοση ή κοινοποίηση σε δικαστικό υπάλληλο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ο νόμος προβλέπει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση διατάσσεται από τον δικαστή. Μεταξύ αυτών των περιπτώσεων περιλαμβάνονται η επίδοση ή κοινοποίηση στην αλλοδαπή (άρθρα 183, 184 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και η δημόσια επίδοση ή κοινοποίηση (άρθρα 186, 187 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Όταν η επίδοση γίνεται με πρωτοβουλία των διαδίκων, την εκτελεί, κατά κανόνα, δικαστικός επιμελητής. Αυτός λαμβάνει τη σχετική εντολή είτε απευθείας από τον διάδικο είτε μέσω της γραμματείας του δικαστηρίου (άρθρο 192 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί ακολούθως να πραγματοποιήσει την επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς (άρθρο 194 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Στην περίπτωση που ο αποδέκτης της επιδιδόμενης ή κοινοποιούμενης πράξης δεν κατοικεί στη διεύθυνση που αναγράφεται στην παραγγελία επίδοσης ή κοινοποίησης, η επιληφθείσα γερμανική υπηρεσία παραλαβής προσπαθεί κατά κανόνα να εντοπίσει την τρέχουσα διεύθυνσή του. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην περίπτωση που ο ο παραλήπτης έχει μετακομίσει, αλλά και όταν η διεύθυνση που αναγράφεται στην παραγγελία επίδοσης ή κοινοποίησης είναι λανθασμένη ή ελλιπής. Πρόκειται ωστόσο για μία παροχή την οποία η υπηρεσία παραλαβής προσφέρει εθελοντικώς και χωρίς να υπέχει σχετική υποχρέωση.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Κατά το άρθρο 44 του ομοσπονδιακού νόμου περί δήλωσης κατοικίας (Bundesmeldegesetz - BMG), οι δημόσιες αρχές και οι ιδιώτες της αλλοδαπής μπορούν να λαμβάνουν από τις γερμανικές αρχές υποβολής στοιχείων τη λεγόμενη απλή ενημέρωση από το μητρώο πληθυσμού χωρίς να επικαλούνται ιδιαίτερο λόγο.

Η απλή ενημέρωση από το μητρώο πληθυσμού περιλαμβάνει:

● το επίθετο,

● το όνομα,

● τον ακαδημαϊκό τίτλο,

● τις τρέχουσες διευθύνσεις και

● αν το αναζητούμενο πρόσωπο έχει αποβιώσει, το γεγονός αυτό.

Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή υποβολής στοιχείων. Κατά κανόνα, πρόκειται για την υπηρεσία δημοτολογίου του δήμου ή της κοινότητας στην οποία εικάζεται ότι βρίσκεται η κατοικία του εκάστοτε προσώπου.

Για την ενημέρωση από το μητρώο πληθυσμού καταβάλλονται τέλη. Το ύψος των τελών διαφέρει από κρατίδιο σε κρατίδιο.

Προϋπόθεση για την παροχή ενημέρωσης από το μητρώο πληθυσμού είναι η δυνατότητα πλήρους ταυτοποίησης του αναζητούμενου προσώπου με βάση τα γνωστοποιηθέντα στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η διαβίβαση «λίστας αποτελεσμάτων».

Επίσης, απαγορεύεται η ενημέρωση με βάση τα στοιχεία του μητρώου πληθυσμού εάν έχει απαγορευτεί η γνωστοποίηση πληροφοριών για το συγκεκριμένο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 41 του ομοσπονδιακού νόμου περί δήλωσης κατοικίας ή η ενημέρωση ενδέχεται να θίγει άλλα προστατευόμενα δικαιώματα του προσώπου αυτού (άρθρο 8 του ομοσπονδιακού νόμου περί δήλωσης κατοικίας).

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Στη Γερμανία η διερεύνηση μιας διεύθυνσης δεν αποτελεί κατά κανόνα καθήκον του δικαστηρίου.

Εξάλλου, δεν υφίσταται ανάγκη για την υποβολή σχετικού αιτήματος με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1206/2001, καθόσον τόσο οι δημόσιες υπηρεσίες όσο και οι ιδιώτες της αλλοδαπής έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν απευθείας τη λεγόμενη απλή ενημέρωση από το μητρώο πληθυσμού.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Στην πράξη, η συνηθέστερη μορφή επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η επίδοση ή κοινοποίηση που πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως μέσω ταχυδρομείου. Για τον σκοπό αυτό, ο γραμματέας του δικαστηρίου δίνει στο ταχυδρομείο εντολή επίδοσης ή κοινοποίησης παραδίδοντας συγχρόνως το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο σε σφραγισμένο φάκελο, καθώς και το έντυπο βεβαίωσης επίδοσης (άρθρο 176 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Στη συνέχεια, ο υπάλληλος του ταχυδρομείου εκτελεί την επίδοση ή κοινοποίηση. Το έγγραφο πρέπει να επιδίδεται ή κοινοποιείται πρωτίστως απευθείας στον αποδέκτη του, ήτοι να του παραδίδεται προσωπικώς. Η παράδοση μπορεί να γίνει οπουδήποτε, δηλαδή δεν είναι αναγκαίο να γίνει σε συγκεκριμένο τόπο (άρθρο 177 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Αποδέκτες κατά την ανωτέρω έννοια είναι το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται το έγγραφο και ο νόμιμος (άρθρο 170 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του (άρθρο 171 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου συμπληρώνει το έντυπο της βεβαίωσης επίδοσης κατά τη διενέργεια της επίδοσης και το επιστρέφει αμελλητί στη γραμματεία του δικαστηρίου προς απόδειξη της διενέργειας της επίδοσης.

Αν ο διάδικος εκπροσωπείται από δικηγόρο, η επίδοση γίνεται συνήθως στον δικηγόρο με απόδειξη παραλαβής (άρθρα 171, 174 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Μετά την παραλαβή του εγγράφου, ο δικηγόρος επιστρέφει στο δικαστήριο την υπογεγραμμένη από τον ίδιο απόδειξη παραλαβής.

Εάν αμφότεροι οι διάδικοι εκπροσωπούνται από δικηγόρο, μπορεί να γίνει επίδοση ή κοινοποίηση από δικηγόρο σε δικηγόρο (άρθρο 195 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Το αυτό ισχύει και επί των αυτεπαγγέλτως επιδιδόμενων ή κοινοποιούμενων δικογράφων, εκτός εάν στον αντίδικο πρέπει να κοινοποιηθεί συγχρόνως και διαταγή του δικαστηρίου. Στα δικόγραφα πρέπει να δηλώνεται ότι η κοινοποίηση διενεργείται από δικηγόρο σε δικηγόρο. Η εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση αποδεικνύεται ωσαύτως από την χρονολογημένη και υπογεγραμμένη απόδειξη παραλαβής.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Στην πολιτική δίκη επιτρέπεται η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων. Για να διαβιβαστεί το έγγραφο πρέπει να φέρει αναγνωρισμένη ηλεκτρονική υπογραφή και να προστατεύεται από το ενδεχόμενο διαρροής του σε μη εξουσιοδοτημένους τρίτους. Οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι δικαστικοί επιμελητές, οι φοροτεχνικοί σύμβουλοι, καθώς και όλες οι αρχές, τα νομικά πρόσωπα και οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωμένοι να δέχονται ηλεκτρονικές επιδόσεις ή κοινοποιήσεις. Ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση προς τα υπόλοιπα πρόσωπα που μετέχουν στη διαδικασία μπορεί να γίνει μόνον κατόπιν ρητής συναίνεσής τους στη διαβίβαση ηλεκτρονικών εγγράφων. Η διαβίβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω υπηρεσιών της πλατφόρμας επικοινωνιών De-Mail κατά την έννοια του άρθρου 1 του νόμου για την πλατφόρμα De-Mail (De-Mail-Gesetz).

Η επίδοση σε δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς επιμελητές, φοροτεχνικούς συμβούλους, καθώς και σε αρχές, νομικά πρόσωπα και οργανισμούς δημοσίου δικαίου μπορεί να γίνεται και με φαξ.

Για την απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης αρκεί η χρονολογημένη απόδειξη παραλαβής που φέρει την υπογραφή του παραλήπτη της επίδοσης ή κοινοποίησης. Η απόδειξη παραλαβής μπορεί να επιστραφεί στο δικαστήριο σε έγχαρτη μορφή, με φαξ ή ως ηλεκτρονικό έγγραφο.

Δεν επιτρέπεται η επίδοση ή κοινοποίηση με SMS.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

Εάν δεν είναι δυνατή η απευθείας επίδοση ή κοινοποίηση στον αποδέκτη, μπορεί να διενεργηθεί η λεγόμενη έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση.

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση σε «υποκατάστατο παραλήπτη»

Μία δυνατότητα είναι η έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση στην κατοικία, σε κατάστημα ή σε ίδρυμα (άρθρο 178 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Στην περίπτωση αυτή, διενεργείται έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση εάν το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση δεν βρεθεί στην κατοικία, το κατάστημα ή το ίδρυμα στο οποίο κατοικεί.

Η έμμεση επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου ως εξής:

  • Στην κατοικία του αποδέκτη, σε ενήλικο μέλος της οικογένειας, σε πρόσωπο που εργάζεται στην οικογένεια ή σε ενήλικο μόνιμο συγκάτοικο.
  • Στο κατάστημα του αποδέκτη, σε πρόσωπο που εργάζεται σε αυτό.
  • Σε ίδρυμα, είτε στον διευθυντή αυτού είτε σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο.

Ωστόσο δεν επιτρέπεται η έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση στα ανωτέρω πρόσωπα αν αυτά συμμετέχουν στην ένδικη διαφορά ως αντίδικοι του προσώπου προς το οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση.

Έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση με τοποθέτηση στο γραμματοκιβώτιο

Εάν δεν καταστεί δυνατή η έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση στην κατοικία ή το κατάστημα, επιτρέπεται η διενέργειά της με τοποθέτηση του εγγράφου στο γραμματοκιβώτιο (άρθρο 180 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Στην περίπτωση αυτή, το έγγραφο τοποθετείται στο γραμματοκιβώτιο της κατοικίας ή του καταστήματος.

Έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση με κατάθεση

Εάν δεν καταστεί δυνατή η έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση στον χώρο όπου κατοικεί ο αποδέκτης ή με τοποθέτηση στο γραμματοκιβώτιο, το έγγραφο μπορεί να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί με κατάθεση (άρθρο 181 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η κατάθεση μπορεί να γίνει είτε στη γραμματεία του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος επίδοσης ή κοινοποίησης είτε, στην περίπτωση επίδοσης μέσω ταχυδρομείου, σε σημείο εντός του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης ή του τόπου της έδρας του ειρηνοδικείου που επιλέγεται από το ταχυδρομείο.

Ο αποδέκτης ενημερώνεται για την κατάθεση με έγγραφη ειδοποίηση η οποία κοινοποιείται με κοινή επιστολή. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η ειδοποίηση θυροκολλείται στην πόρτα της κατοικίας, του καταστήματος ή του ιδρύματος.

Το κατατεθέν έγγραφο διατίθεται προς παράδοση για τρεις μήνες και στη συνέχεια, εφόσον δεν παραληφθεί, επιστρέφεται στον αποστολέα.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης ή κοινοποίησης στην κατοικία, το κατάστημα ή το ίδρυμα (άρθρο 178 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε με την παράδοση του εγγράφου στον «υποκατάστατο παραλήπτη».

Σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης ή κοινοποίησης με τοποθέτηση στο γραμματοκιβώτιο (άρθρο 180 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε με την τοποθέτηση.

Σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης ή κοινοποίησης με κατάθεση (άρθρο 181 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε με την παράδοση της έγγραφης ειδοποίησης.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Σε περίπτωση κατάθεσης, συντάσσεται σχετική ειδοποίηση επί τυποποιημένου εντύπου, η οποία παραδίδεται στη διεύθυνση του προσώπου στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση με κοινή επιστολή ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, με θυροκόλληση στην πόρτα της κατοικίας, του καταστήματος ή του ιδρύματος.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Εάν ο αποδέκτης βρεθεί αλλά αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, εφαρμόζεται κατά περίπτωση η εξής διαδικασία:

  • Αν η άρνηση παραλαβής είναι δικαιολογημένη, απαιτείται νέα επίδοση ή κοινοποίηση. Δικαιολογημένη άρνηση υπάρχει για παράδειγμα αν η διεύθυνση είναι λανθασμένη ή αν τα στοιχεία ταυτότητας του αποδέκτη δεν είναι ακριβή.

Αν η άρνηση παραλαβής δεν είναι δικαιολογημένη, το έγγραφο καταλείπεται στην κατοικία ή το κατάστημα. Αν ο αποδέκτης δεν διαθέτει κατοικία ή κατάστημα, το έγγραφο επιστρέφεται στον αποστολέα. Το έγγραφο τεκμαίρεται ότι επιδόθηκε κατά τον χρόνο της αδικαιολόγητης άρνησης παραλαβής (άρθρο 179 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Σύμφωνα με το άρθρο RL 141.3 των συμπληρωματικών διατάξεων περί επιστολών της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Σύμβασης, η υπογραφή επί της απόδειξης παραλαβής μπορεί να τεθεί και από άλλο πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα να παραλάβει την αποστολή με βάση την εθνική νομοθεσία. [Η Deutsche Post AG, υπό την ιδιότητά της ως καθορισμένος ταχυδρομικός φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας («designated operator») για την παροχή διεθνών ταχυδρομικών υπηρεσιών, αναφέρεται εν προκειμένω σε «υποκατάστατο παραλήπτη» με βάση τον ορισμό που παρέχεται στους γενικούς όρους συναλλαγών για τις επιστολές]. «Υποκατάστατοι παραλήπτες» μπορούν να είναι τα πρόσωπα που απαριθμούνται στο άρθρο 178 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και αναφέρονται ανωτέρω στο σημείο 7.1.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Σύμφωνα με το άρθρο RL 151 των συμπληρωματικών διατάξεων περί επιστολών της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Σύμβασης, η επιστολή διατίθεται προς παραλαβή εφόσον η προσπάθεια παράδοσής της απέβη άκαρπη. Στην Deutsche Post AG, η συστημένη επιστολή παραδίδεται μόνο στον παραλήπτη προσωπικά ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Σύμφωνα με το άρθρο 151.5.3 της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Σύμβασης, το χρονικό διάστημα της φύλαξης στο ταχυδρομείο καθορίζεται από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις. Ωστόσο, το διάστημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Deutsche Post AG φυλάσσει τις επιστολές για τις οποίες υπάρχει ειδοποίηση για μία εβδομάδα. Ο ταχυδρομικός υπάλληλος αφήνει στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη μία ειδοποίηση στην οποία αναφέρεται το κατάστημα στο οποίο φυλάσσεται η επιστολή και ο χρόνος εντός του οποίου μπορεί να παραληφθεί.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Ναι. Προς απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης συντάσσεται βεβαίωση με χρήση ειδικού εντύπου, η οποία επιστρέφεται αμελλητί στη γραμματεία του δικαστηρίου (άρθρο 182 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Το έγγραφο αυτό περιέχει κάθε στοιχείο που είναι απαραίτητο για την απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης, και ιδίως:

  • τα στοιχεία του προσώπου προς το οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση,
  • τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο,
  • τον τόπο, την ημερομηνία και, εφόσον έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, την ώρα της επίδοσης ή κοινοποίησης,
  • το επίθετο, το όνομα και την υπογραφή του διενεργήσαντος την επίδοση ή κοινοποίηση, καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα στοιχεία της επιχείρησης ή της αρχής στην οποία ανατέθηκε το εν λόγω καθήκον.

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση έγινε με πρωτοβουλία των διαδίκων, η βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης αποστέλλεται στον διάδικο ο οποίος παρήγγειλε την επίδοση (άρθρο 193 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης ή κοινοποίησης ισχύουν ειδικότερα τα εξής: Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να αναφέρεται στο έγγραφο και ο λόγος για τον οποίο λαμβάνει χώρα έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση. Αν η έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση διενεργείται με κατάθεση, στο έγγραφο αναφέρεται και ο τρόπος παράδοσης της έγγραφης ειδοποίησης σχετικά με την κατάθεση. Αν υπάρξει αδικαιολόγητη άρνηση παραλαβής του εγγράφου, η βεβαίωση αναφέρει και το όνομα του προσώπου που αρνήθηκε την παραλαβή, καθώς και ότι ο φάκελος παρέμεινε στον τόπο της επίδοσης ή κοινοποίησης ή ότι επιστράφηκε στον αποστολέα.

Στις ακόλουθες περιπτώσεις, ο νόμος δεν απαιτεί τη σύνταξη βεβαίωσης για την απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης:

  • Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης με παράδοση στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας σημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος της επίδοσης ή κοινοποίησης τόσο στη δικογραφία όσο και στο εκάστοτε έγγραφο, η εν λόγω σημείωση χρησιμεύει ως απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης (άρθρο 173 δεύτερη περίοδος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης σε δικηγόρο, αρκεί ως απόδειξη η βεβαίωση παραλαβής του δικηγόρου (άρθρο 174 παράγραφοι 1 και 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής, αρκεί ως απόδειξη η απόδειξη παραλαβής (άρθρο 175 δεύτερη περίοδος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης στην αλλοδαπή με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής (άρθρο 183 παράγραφος 1 σημείο 1 και άρθρο 183 παράγραφος 2 πρώτη περίοδος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • Αν η επίδοση ή κοινοποίηση διενεργήθηκε στην αλλοδαπή με τη συνδρομή των αρχών του οικείου κράτους ή με τη βοήθεια της προξενικής αντιπροσωπείας της Γερμανίας ή του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, η επίδοση ή κοινοποίηση αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της υπηρεσίας που παρείχε τη συνδρομή (άρθρο 183 παράγραφος 1 σημεία 2 και 3 και άρθρο 183 παράγραφος 2 δεύτερη περίοδος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

H επίδοση ή κοινοποίηση που δεν διενεργήθηκε νομότυπα είναι καταρχήν άκυρη εφόσον δεν τηρήθηκαν ουσιώδεις διατάξεις.

Ο νόμος επιτρέπει εξαιρέσεις από την εν λόγω βασική αρχή, εφόσον πληρούται ο σκοπός της επίδοσης, που έγκειται στην απόδειξη του αν και πότε έλαβε ο παραλήπτης το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο.

Αν δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι το έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε νομίμως ή αν το έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε κατά παράβαση υποχρεωτικών διατάξεων σχετικά με τις επιδόσεις ή τις κοινοποιήσεις, τεκμαίρεται ότι η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε κατά τον χρόνο στον οποίο το έγγραφο περιήλθε πραγματικά στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν ή μπορούσε να απευθυνθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (άρθρο 189 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Στην περίπτωση αυτή, θεραπεύεται το ελάττωμα περί την επίδοση. Η θεραπεία της παράβασης των διατάξεων σχετικά με τις επιδόσεις ή τις κοινοποιήσεις δεν απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η θεραπεία επέρχεται ακόμη και στην περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση αποτελεί την αφετηρία αποκλειστικής προθεσμίας, ήτοι προθεσμίας η οποία δεν μπορεί να παραταθεί.

Αν ο αποδέκτης δεν λάβει το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων:

  • Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση έγινε κατά παράβαση ουσιωδών διατάξεων, δεν υφίσταται δυνατότητα θεραπείας. Κατά συνέπεια, η επίδοση ή κοινοποίηση είναι άκυρη και πρέπει να επαναληφθεί.
  • Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση έγινε νομίμως, η γνωστοποίηση τεκμαίρεται. Τούτο προκύπτει από τις διατάξεις για την έμμεση επίδοση. Η ανυπαίτια άγνοια της επίδοσης ή κοινοποίησης δικαιολογεί εντούτοις την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 230 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της αυτεπάγγελτης επίδοσης ή κοινοποίησης και της επίδοσης ή κοινοποίησης με πρωτοβουλία των διαδίκων.

Σε ορισμένες διαδικασίες, στις οποίες τα τέλη υπολογίζονται ανάλογα με την αξία της διαφοράς, τα δικαστικά έξοδα καλύπτουν τις πρώτες δέκα επιδόσεις ή κοινοποιήσεις. Για κάθε περαιτέρω επίδοση ή κοινοποίηση, καθώς και για επιδόσεις ή κοινοποιήσεις σε άλλες διαδικασίες, εισπράττονται τέλη 3,50 EUR ως εφάπαξ έξοδα για την επίδοση ή κοινοποίηση που διενεργείται με έγγραφο επίδοσης, με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής ή από δικαστικό υπάλληλο. Η επίδοση ή κοινοποίηση με πρωτοβουλία των διαδίκων διενεργείται από δικαστικό επιμελητή. Για τη διενέργεια επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω ταχυδρομείου, ο δικαστικός επιμελητής εισπράττει τέλη 3,00 EUR. Σε αυτά προστίθενται τα έξοδα για τις απαραίτητες φωτοτυπίες και τα ταχυδρομικά τέλη. Αν το έγγραφο που παραδόθηκε προς επίδοση ή κοινοποίηση στον δικαστικό επιμελητή χρήζει επικύρωσης, οφείλονται επιπλέον τέλη επικύρωσης. Αυτά ανέρχονται σε 0,50 EUR ανά σελίδα για τις πρώτες πενήντα σελίδες και σε 0,15 EUR για κάθε επιπλέον σελίδα.

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει ιδιοχείρως από τον δικαστικό επιμελητή, τα τέλη ανέρχονται σε 10,00 EUR. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να εισπράξει και αποζημίωση μετάβασης, το ύψος της οποίας κυμαίνεται μεταξύ 3,25 EUR και 16,25 EUR ανάλογα με τη διανυθείσα απόσταση.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/11/2016

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Εσθονία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Η «επίδοση ή κοινοποίηση» μιας δικαστικής πράξης συνίσταται στην παράδοση της πράξης στον παραλήπτη της με τρόπο που να επιτρέπει σε αυτόν να μελετήσει εγκαίρως το έγγραφο προκειμένου να εξασφαλίσει την άσκηση και την προστασία των έννομων δικαιωμάτων του. Το Κεφάλαιο 34 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει διάφορους τρόπους επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών πράξεων όπως παραδείγματος χάριν την επίδοση με συστημένη επιστολή, την ηλεκτρονική επίδοση, την επίδοση με δικαστικό επιμελητή, την επίδοση στον νόμιμο αντιπρόσωπο του παραλήπτη, την επίδοση της δικαστικής πράξης με την ταχυδρόμησή της και την επίδοση μέσω δημόσιας κοινοποίησης στην έκδοση Ametlikud Teadaanded (Επίσημες κοινοποιήσεις). Μια δικαστική πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όταν η παράδοση της πράξης συντελείται σύμφωνα με τις τυπικές απαιτήσεις του νόμου και η παράδοση τεκμηριώνεται σε ορισμένο έντυπο που έχει δημιουργηθεί για αυτό το σκοπό.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 306 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο επιδίδει ή κοινοποιεί τις παρακάτω διαδικαστικές πράξεις στους διαδίκους μιας υπόθεσης: το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, το υπόμνημα προσφυγής και τις προσθήκες σε αυτό, τις κλητεύσεις, τις δικαστικές αποφάσεις, τις οριστικές αποφάσεις μιας δίκης και κάθε άλλη δικαστική πράξη που ορίζεται από τον νόμο.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ή κοινοποίηση των δικαστικών πράξεων γίνεται με επιμέλεια του δικαστηρίου μέσω ταχυδρομικής υπηρεσίας, δικαστικού επιμελητή, φύλακα του δικαστηρίου, ή σύμφωνα με τους εκάστοτε εσωτερικούς κανόνες του δικαστηρίου, μέσω άλλου αρμόδιου υπαλλήλου του δικαστηρίου. Το δικαστήριο δύναται επίσης να επιδίδει ή να κοινοποιεί τις δικαστικές πράξεις και με άλλον προβλεπόμενο από τον νόμο τρόπο. Ο διάδικος σε μια υπόθεση, ο οποίος έχει υποβάλλει ένα έγγραφο που χρήζει επίδοσης ή κοινοποίησης ή ο οποίος απαιτεί την επίδοση ή κοινοποίηση άλλης δικαστικής πράξης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για να πάρει άδεια επίδοσης ή κοινοποίησης της πράξης ανεξάρτητα. Κάθε διάδικος σε μια υπόθεση δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί τις δικαστικές πράξεις μόνο μέσω δικαστικού επιμελητή. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επίδοση ή κοινοποίηση και η απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης λαμβάνουν χώρα υπό τις ίδιες συνθήκες ως να συντελούνταν η επίδοση ή κοινοποίηση με την επιμέλεια του δικαστηρίου μέσω δικαστικού επιμελητή. Το δικαστήριο κρίνει το πότε μια δικαστική πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Το θεσμικό όργανο στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα [το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Justiitsministeerium) ή το δικαστήριο] επαληθεύει, εκτός από τα υφιστάμενα δεδομένα, την ύπαρξη καταχώρισης του ατόμου στο Μητρώο Πληθυσμού (Rahvastikuregister) και/ή στο Εμπορικό Μητρώο (Äriregister).

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Το Εμπορικό Μητρώο είναι προσβάσιμο σε όλους δωρεάν και είναι δυνατή η αναζήτηση εταιρικών διευθύνσεων. Το Εμπορικό Μητρώο διατίθεται στη διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://ariregister.rik.ee/.

Για να προσδιοριστεί η διεύθυνση ενός ιδιώτη, πρέπει να υποβληθεί επίσημη αίτηση για τη λήψη των δεδομένων που έχουν καταχωριστεί στο Μητρώο Πληθυσμού. Η αίτηση πρέπει να ορίζει τον λόγο που τα δεδομένα είναι απαραίτητα, ώστε να αποφασίσουν οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η διαβίβαση των δεδομένων. Αρμόδιο για τη διαχείριση του Μητρώου Πληθυσμού είναι το Κέντρο Μηχανογράφησης και Ανάπτυξης του Υπουργείου Εσωτερικών (Siseministeerium), στον δικτυακό τόπο του οποίου διατίθενται πληροφορίες σχετικά με αιτήματα, στη διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.smit.ee/.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Τα δικαστήρια είναι αρμόδια για την επεξεργασία των διεθνών αιτήσεων για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων και τη συλλογή των στοιχείων κατά την υποβολή της αίτησης, ήτοι τα δικαστήρια υποχρεούνται να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να προσδιορίσουν τη διεύθυνση του ενδιαφερόμενου προσώπου.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Η απόφαση για τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης της πράξης λαμβάνεται συνήθως από τον φορέα που διενεργεί τη διαδικασία. Ωστόσο, τα δικαστήρια θα πρέπει να επιδίδουν ή να κοινοποιούν πρωτίστως τα έγγραφα ηλεκτρονικά είτε μέσω της σχετικής δημόσιας πύλης e-File είτε μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Μολονότι η απαίτηση για ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση των πράξεων κατά προτεραιότητα δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία, έτσι γλιτώνει το δικαστήριο από τη δαπάνη του ταχυδρομικού τέλους. Η γενική τάση που παρατηρείται είναι η σταθερή αύξηση της ηλεκτρονικής επίδοσης ή κοινοποίησης έναντι των άλλων μέσων. Αφού εξετάσει τη λύση της ηλεκτρονικής επίδοσης ή κοινοποίησης, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κι άλλες εναλλακτικές όπως την επίδοση ή κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου, την επίδοση ή κοινοποίηση με δικαστικό κλητήρα και διάφορες άλλες επιλογές που προβλέπονται από τη νομοθεσία.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση επιτρέπεται σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3111 του Κώδικα Αστικής Δικονομίας, οι δικαστικές πράξεις επιδίδονται ή κοινοποιούνται ηλεκτρονικά από το καθορισμένο σύστημα πληροφοριών αφού πρώτα αποσταλεί σημείωμα στους διαδίκους της υπόθεσης με το οποίο ειδοποιούνται ότι το έγγραφο είναι διαθέσιμο από το σύστημα. Το δικαστήριο καθιστά άμεσα διαθέσιμες στους διαδίκους όλες τις δικαστικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων δικαστηρίου, μέσω του πληροφοριακού συστήματος ανεξαρτήτως του τρόπου επίδοσης ή κοινοποίησης των εγγράφων στους διαδίκους στη διάρκεια της δίκης. Για τη σύνδεση στο σύστημα απαιτείται επιβεβαίωση των στοιχείων ταυτότητας. Μια δικαστική πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όταν ο παραλήπτης την ανοίγει στο πληροφοριακό σύστημα ή επιβεβαιώνει τη λήψη της χωρίς να ανοίξει το έγγραφο. Το ίδιο ισχύει εάν η δικαστική πράξη ανοιχτεί από τρίτον στον οποίο ο παραλήπτης έχει χορηγήσει δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα που υπάρχουν στο πληροφοριακό σύστημα. Το πληροφοριακό σύστημα καταγράφει αυτόματα την επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης.

Εάν δεν αναμένεται από τον παραλήπτη να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το πληροφοριακό σύστημα που χρησιμοποιείται για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων, ή αν η επίδοση ή η κοινοποίηση πράξεων μέσω του πληροφοριακού συστήματος είναι τεχνικά ανέφικτη, το δικαστήριο δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί τις δικαστικές πράξεις ηλεκτρονικά με άλλον τρόπο. Σε αυτήν την περίπτωση, η πράξη θεωρείται ότι παραδόθηκε όταν ο παραλήπτης επιβεβαιώνει τη λήψη της δικαστικής πράξεως είτε γραπτώς είτε μέσω φαξ είτε με ηλεκτρονικά μέσα. Η επιβεβαίωση πρέπει να ορίζει την ημερομηνία λήψης της πράξης και να φέρει την υπογραφή του παραλήπτη ή του αντιπροσώπου της. Η επιβεβαίωση σε ηλεκτρονική μορφή πρέπει να φέρει την ψηφιακή υπογραφή του αποστολέα ή να διαβιβάζεται με άλλον ασφαλή τρόπο που να διευκολύνει την ταυτοποίηση του αποστολέα και την ώρα της αποστολής, εκτός κι αν το δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει ότι η επιβεβαίωση χωρίς ψηφιακή υπογραφή εστάλη από τον συγκεκριμένο παραλήπτη ή τον αντιπρόσωπό του. Η επιβεβαίωση αποστέλλεται αμελλητί στο δικαστήριο. Σε περίπτωση αθέτησης αυτής της υποχρέωσης, το δικαστήριο δύναται να επιβάλει πρόστιμο στον διάδικο ή τον αντιπρόσωπό του.

Η επίδοση ή η κοινοποίηση των δικαστικών πράξεων μπορεί να γίνει με άλλον τρόπο πλην της ηλεκτρονικής μεθόδου, εφόσον υφίσταται βάσιμος λόγος, μόνο σε δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς επιμελητές, συνδίκους πτώχευσης και σε κρατικές υπηρεσίες ή σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 322 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν απουσιάζει ο παραλήπτης από την οικία του, η δικαστική πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε εάν παραδοθεί σε άτομο τουλάχιστον ηλικίας δεκατεσσάρων ετών που συνοικεί με τον παραλήπτη ή εργάζεται στην οικογένεια του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας δικαστικής πράξης μπορεί να συντελεστεί, εκτός από τον παραλήπτη, στην εταιρεία που διαχειρίζεται την πολυκατοικία όπου βρίσκεται η κατοικία ή η επιχείρηση του παραλήπτη, από τον διαχειριστή του εξ’ αδιαιρέτου ακινήτου ή τον σπιτονοικοκύρη του παραλήπτη. Ομοίως, μπορεί να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εργοδότη του παραλήπτη ή σε άλλο πρόσωπο στο οποίο ο παραλήπτης παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, μια δικαστική πράξη θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον παραλήπτη ακόμη και αν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σε αντιπρόσωπο του παραλήπτη με έναν από τους τρόπους που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 322 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μια πράξη θεωρείται επίσης ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σε άτομο που υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις, σε κρατούμενο ή σε νοσηλευόμενο σε νοσοκομείο ή σε παρόμοιο ίδρυμα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, εφ’ όσον η πράξη παραδίδεται στον επικεφαλής του ιδρύματος ή σε άτομο διορισμένο από αυτόν, εκτός αν άλλως προβλέπεται από το νόμο.

Στην παράγραφο 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζεται ότι, σε περίπτωση που το φυσικό πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται η πράξη και το οποίο ασκεί οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα δεν βρίσκεται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στη διάρκεια του καθιερωμένου ωραρίου εργασίας ή δεν είναι σε θέση να παραλάβει το έγγραφο, η πράξη μπορεί να παραδίδεται σε εργαζόμενο που βρίσκεται συνήθως στις εγκαταστάσεις του παραλήπτη, ή σε πρόσωπο που παρέχει συνήθως υπηρεσίες στον παραλήπτη επί συμβάσει. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με την παράγραφο 2, για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων σε νομικά πρόσωπα, διοικητικές υπηρεσίες, συμβολαιογράφους και δικαστικούς επιμελητές, καθώς και στην περίπτωση επίδοσης πράξης σε αντιπρόσωπο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του παραλήπτη στο οποίο επιδίδεται ή κοινοποιείται η πράξη αντί του παραλήπτη.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 326 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μια δικαστική πράξη που δεν μπορεί να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί διότι δεν μπορεί να παραδοθεί στην κατοικία ή τον επαγγελματικό χώρο του παραλήπτη ή του αντιπρόσωπου του θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε αν έχει τοποθετηθεί στο γραμματοκιβώτιο που ανήκει στην κατοικία ή στον επαγγελματικό χώρο, ή σε παρόμοιο μέρος το οποίο χρησιμοποιεί ο δικαιούχος ή ο αντιπρόσωπός του για να λαμβάνει την αλληλογραφία μέσα στο οποίο το έγγραφο θα είναι προφυλαγμένο από τα συνήθη καιρικά φαινόμενα. Μια δικαστική πράξη επιδίδεται ή κοινοποιείται με τον τρόπο αυτό στην εταιρεία που διαχειρίζεται την πολυκατοικία όπου βρίσκεται η κατοικία ή ο επαγγελματικός χώρος του παραλήπτη, στον διαχειριστή εξ’ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας ή στον σπιτονοικοκύρη του παραλήπτη, καθώς και στον εργοδότη του παραλήπτη ή άλλο πρόσωπο στο οποίο ο παραλήπτης παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης και μόνο αν είναι αδύνατη η επίδοση της πράξης αυτοπρόσωπα στον παραλήπτη ή τον αντιπρόσωπό του. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η επίδοση της πράξης με τον τρόπο που περιγράφεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιτρέπεται μόνο εάν έχουν γίνει προσπάθειες επίδοσης της δικαστικής πράξης αυτοπρόσωπα στον παραλήπτη τουλάχιστον δύο φορές με χρονική απόσταση μεταξύ τους τουλάχιστον τρεις ημέρες και σε διαφορετικό χρόνο η καθεμία, και εφόσον είναι αδύνατο να επιδοθεί η δικαστική πράξη σε άλλο άτομο που συνοικεί μαζί του ή σε άτομο στον χώρο εργασίας του σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 322 ή το άρθρο 323 του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η παράγραφος 327 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει επίσης την επίδοση ή κοινοποίηση της δικαστικής πράξης με την κατάθεσή της σε συγκεκριμένο σημείο. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 217 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 326 του Κώδικα, μια πράξη μπορεί επίσης να κατατεθεί στο ταχυδρομικό υποκατάστημα, την κοινότητα ή το δήμο όπου ανήκει η κατοικία στην οποία θα επιδοθεί η πράξη, ή στο γραφείο του περιφερειακού δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος επίδοσης της πράξης.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 317 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με βάση τη δικαστική απόφαση, μια δικαστική πράξη επιδίδεται στον εκάστοτε διάδικο με δημόσια κοινοποίηση, εφόσον:

  1. η διεύθυνση του διαδίκου δεν είναι καταχωρισμένη στο μητρώο ή το εν λόγω πρόσωπο δεν κατοικεί στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί στο μητρώο και το δικαστήριο δεν έχει άλλο τρόπο να γνωρίζει τη διεύθυνση του προσώπου ή τον τόπο διαμονής του, και το έγγραφο δεν μπορεί να παραδοθεί σε αντιπρόσωπο του προσώπου ή σε πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί για την παραλαβή της πράξης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο
  2. η επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης σε ξένο κράτος τεκμαίρεται ότι είναι αδύνατο να συντελεστεί κατά τα προβλεπόμενα
  3. η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου είναι αδύνατη διότι ο τόπος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατοικία προσώπου ή πρόσωπο που υπάγεται σε τόπο που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 317 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κάθε απόσπασμα από πράξη που υπόκειται σε δημόσια κοινοποίηση δημοσιεύεται στην έκδοση Ametlikud Teadaanded. Το δικαστήριο, που εκδικάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση, αποφαίνεται σχετικά με τη δημοσίευση του αποσπάσματος και σε άλλες εκδόσεις.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Εάν η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης γίνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 322 και 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε εφόσον έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 322 και 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Εάν η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης γίνεται με την τοποθέτησή της στο γραμματοκιβώτιο σύμφωνα με το άρθρο 326 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί μόλις τοποθετηθεί στο γραμματοκιβώτιο.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 327 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εάν η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης γίνεται με την κατάθεσή της, θεωρείται ότι παραδόθηκε τρεις ημέρες μετά την παράδοση ή την αποστολή της έγγραφης ειδοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Η ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης αναγράφεται στον φάκελο της πράξης.

Σε περίπτωση δημόσιας κοινοποίησης, μια δικαστική πράξη θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί 30 ημέρες μετά από την ημερομηνία δημοσίευσης του αποσπάσματος στην Ametlikud Teadaanded (παράγραφος 5 του άρθρου 317 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Το δικαστήριο, που εκδικάζει την υπόθεση, δύναται να ορίσει μεγαλύτερο διάστημα για την κοινοποίηση μιας πράξης. Σε αυτήν την περίπτωση, το εν λόγω διάστημα δημοσιεύεται μαζί με τη δημόσια κοινοποίηση της πράξης.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση μιας δικαστικής πράξης γίνεται με την κατάθεσή της, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 327 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, παραδίδεται ή αποστέλλεται γραπτή ειδοποίηση στη διεύθυνση του παραλήπτη. Αν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, η ειδοποίηση θυροκολλείται είτε στην κατοικία είτε στον χώρο εργασίας είτε στον τόπο κατοικίας του παραλήπτη ή επιδίδεται σε περίοικο του παραλήπτη προκειμένου να τη διαβιβάσει σε αυτόν. Η ειδοποίηση πρέπει να αναφέρει με σαφήνεια ότι η κατατεθειμένη πράξη έχει σταλεί από το δικαστήριο και ότι θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε με την κατάθεσή της. Από τη στιγμή αυτή ξεκινούν να μετρούν οι προθεσμίες που έχουν οριστεί στη δίκη.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Σύμφωνα με το άρθρο 325 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν ένα άτομο αρνηθεί να παραλάβει την πράξη χωρίς βάσιμο λόγο, η πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στο πρόσωπο κατά τη στιγμή της άρνησης παραλαβής της πράξης. Σε αυτήν την περίπτωση, η πράξη παραδίδεται στην οικία ή στον εργασιακό χώρο του παραλήπτη ή τοποθετείται στο γραμματοκιβώτιο του. Εάν δεν υπάρχει εργασιακός χώρος ή γραμματοκιβώτιο, η πράξη επιστρέφεται στο δικαστήριο.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 3161 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και βάσει του παρόντος κανονισμού, η επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων στην Εσθονία συνάδει με τη διαδικασία που προβλέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων. Η επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων δεν γίνεται με δημόσια κοινοποίηση.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 313 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η επιδιδόμενη δικαστική πράξη μπορεί να παραδοθεί σε πρόσωπο εκτός του παραλήπτη της μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Μέρος VI του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να παραδώσει την πράξη στον παραλήπτη το συντομότερο δυνατόν. Μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή της πράξης για να την παραδώσει στον παραλήπτη μόνον εφόσον αποδείξει ότι δεν είναι σε θέση να παραδώσει την πράξη στον παραλήπτη. Η υποχρέωση παράδοσης της πράξης πρέπει να εξηγηθεί στο πρόσωπο. Η πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε ανεξάρτητα από το αν δόθηκε ή όχι αυτή η εξήγηση.

Έτσι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είναι δυνατό να εφαρμοστούν οι τρόποι επίδοσης που περιγράφονται στο σημείο 2.1 ανωτέρω και προβλέπονται στα άρθρα 322 και 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στις εξής περιπτώσεις:

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 322 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν απουσιάζει ο παραλήπτης από την οικία του, η δικαστική πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε εάν παραδοθεί σε άτομο τουλάχιστον ηλικίας δεκατεσσάρων ετών που συνοικεί με τον παραλήπτη ή εργάζεται στην οικογένεια του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας δικαστικής πράξης μπορεί να συντελεστεί, εκτός από τον παραλήπτη, στην εταιρεία που διαχειρίζεται την πολυκατοικία όπου βρίσκεται η κατοικία ή η επιχείρηση του παραλήπτη, από τον διαχειριστή του εξ’ αδιαιρέτου ακινήτου ή τον σπιτονοικοκύρη του παραλήπτη. Ομοίως, μπορεί να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί στον εργοδότη του παραλήπτη ή σε άλλο πρόσωπο στο οποίο ο παραλήπτης παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, μια δικαστική πράξη θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον παραλήπτη ακόμη και αν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σε αντιπρόσωπο του παραλήπτη με έναν από τους τρόπους που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 322 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μια πράξη θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σε άτομο που υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις, σε κρατούμενο ή σε νοσηλευόμενο σε νοσοκομείο ή σε παρόμοιο ίδρυμα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, εφ’ όσον η πράξη παραδίδεται στον επικεφαλής του ιδρύματος ή σε άτομο διορισμένο από αυτόν, εκτός αν άλλως προβλέπεται από το νόμο.

Στην παράγραφο 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζεται ότι, σε περίπτωση που το φυσικό πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ή κοινοποιείται η πράξη και το οποίο ασκεί οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα δεν βρίσκεται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στη διάρκεια του καθιερωμένου ωραρίου εργασίας ή δεν είναι σε θέση να παραλάβει το έγγραφο, η πράξη μπορεί να παραδίδεται σε εργαζόμενο, που βρίσκεται συνήθως στις εγκαταστάσεις του παραλήπτη, ή σε πρόσωπο που παρέχει συνήθως υπηρεσίες στον παραλήπτη επί συμβάσει. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με την υποπαράγραφο 2, για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων σε νομικά πρόσωπα, διοικητικές υπηρεσίες, συμβολαιογράφους και δικαστικούς επιμελητές, καθώς και στην περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης πράξης σε αντιπρόσωπο ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του παραλήπτη στο οποίο επιδίδεται ή κοινοποιείται η πράξη αντί του παραλήπτη.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Σύμφωνα με τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 5 του άρθρου 31611 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεν επιτρέπεται καμία δημόσια κοινοποίηση κατά την επίδοση ή κοινοποίηση μιας δικαστικής πράξης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Μια δικαστική πράξη είναι δυνατόν να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί με την τοποθέτησή της σε γραμματοκιβώτιο, σύμφωνα με το άρθρο 326 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ή, σύμφωνα με το άρθρο 327 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την κατάθεση της δικαστικής πράξης.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρο 326 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μια δικαστική πράξη που δεν μπορεί να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί διότι δεν μπορεί να παραδοθεί στην οικία ή τον εργασιακό χώρο του παραλήπτη ή τον αντιπρόσωπό του θεωρείται ότι επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε εφόσον τοποθετηθεί στο γραμματοκιβώτιο της οικίας ή του εργασιακού χώρου, ή σε παρόμοιο μέρος που χρησιμοποιεί ο παραλήπτης ή ο αντιπρόσωπός του για την παραλαβή αλληλογραφίας όπου το έγγραφο θα είναι προφυλαγμένο από τα συνήθη καιρικά φαινόμενα. Μια δικαστική πράξη επιδίδεται ή κοινοποιείται με τον τρόπο αυτό στην εταιρεία που διαχειρίζεται την πολυκατοικία όπου βρίσκεται η κατοικία ή ο επαγγελματικός χώρος του παραλήπτη, στον διαχειριστή εξ’ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας ή στον σπιτονοικοκύρη του παραλήπτη, καθώς και στον εργοδότη του παραλήπτη ή άλλο πρόσωπο στο οποίο ο παραλήπτης παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης και μόνο αν είναι αδύνατη η επίδοση της πράξης αυτοπρόσωπα στον παραλήπτη ή τον αντιπρόσωπό του. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης με τον τρόπο που περιγράφεται στην υποπαράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιτρέπεται μόνο εάν έχουν γίνει προσπάθειες επίδοσης της δικαστικής πράξης προσωπικά στον παραλήπτη τουλάχιστον δύο φορές με χρονική απόσταση μεταξύ τους τουλάχιστον τρεις ημέρες και σε διαφορετικό χρόνο η καθεμία, και εφόσον είναι αδύνατο να επιδοθεί η δικαστική πράξη σε άλλο άτομο που συνοικεί μαζί του ή σε άτομο στον χώρο εργασίας του σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 322 ή το άρθρο 323 του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η παράγραφος 327 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει επίσης την επίδοση ή κοινοποίηση της δικαστικής πράξης με την κατάθεσή της σε συγκεκριμένο σημείο. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 217 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 326 του Κώδικα, μια πράξη μπορεί επίσης να κατατεθεί στο ταχυδρομικό υποκατάστημα, την κοινότητα ή το δήμο όπου ανήκει η κατοικία στην οποία θα επιδοθεί η πράξη, ή στο γραφείο του περιφερειακού δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος επίδοσης της πράξης.

Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ορίζει ότι οι δικαστικές πράξεις πρέπει να επιδίδονται με απόδειξη παραλαβής. Το κατά πόσον η επίδοση ή κοινοποίηση, όπως εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 326 και 327 του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, γίνεται αποδεκτή, τίθεται υπό αμφισβήτηση.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 για τις «Απαιτήσεις για την προώθηση συστημένων και αποστολών με δηλωμένη αξία στο πλαίσιο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας» που εγκρίθηκε με τον κανονισμό 57 του Υπουργού Οικονομικών Υποθέσεων και Επικοινωνιών, της 22ας Ιουνίου 2006, αν ο παραλήπτης ενός αντικειμένου αλληλογραφίας απουσιάζει από τη οικία ή την εργασία του κατά τη στιγμή της επίδοσης, θα αποστέλλεται στον εν λόγω τόπο του παραλήπτη ειδοποίηση από το πλησιέστερο ταχυδρομείο με την οποία θα του γίνεται γνωστό ότι η παράδοση πραγματοποιήθηκε.

Εάν ο αποστολέας δεν έχει συμπεριλάβει άλλες σημειώσεις στην επιβεβαίωση παράδοσης σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης με άλλον τρόπο, τα δικαστικά έγγραφα θα παραμένουν στο ταχυδρομικό υποκατάστημα για διάστημα έως και 15 ημέρες από τη δεύτερη προσπάθεια αποστολής, εκτός αν ο αποστολέας έχει ορίσει διαφορετικό χρονικό διάστημα για την πραγματοποίηση της επίδοσης ή της κοινοποίησης. Μόλις λήξει το εν λόγω διάστημα, οι δικαστικές αποφάσεις θα επιστρέφονται επισήμως στον αποστολέα, μαζί με τους λόγους για τους οποίους επιστρέφονται, και θα εκδίδονται στον αντιπρόσωπο του αποστολέα που θα τις προσυπογράφει (όροι και προϋποθέσεις παροχής υπηρεσιών της AS Eesti Post για την παράδοση δικαστικών πράξεων).

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 306 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν επιδίδεται ή κοινοποιείται μια δικαστική πράξη, η πράξη της παράδοσης πρέπει να πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο και η παράδοση να τεκμηριώνεται σε ορισμένο έντυπο που έχει δημιουργηθεί για αυτόν τον σκοπό. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η αποστολή μιας δικαστικής πράξης που προορίζεται προς επίδοση ή κοινοποίηση πρέπει να καταχωρίζεται στον φάκελο του δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 3111 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το καθορισμένο πληροφοριακό σύστημα καταχωρίζει αυτόματα την επίδοση ή κοινοποίηση της δικαστικής πράξης (βλέπε περιγραφή της επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω του πληροφοριακού συστήματος στην παράγραφο 6 ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 313 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης με συστημένη επιστολή πιστοποιείται με επιβεβαίωση παράδοσης. Όταν ένα έγγραφο αποστέλλεται με απλή επιστολή ή με φαξ, θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί αν ο παραλήπτης αποστείλει στο Δικαστήριο επιβεβαίωση παραλαβής της πράξης με έναν από τους τρόπους που θα επιλέξει ο παραλήπτης, ήτοι με επιστολή ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα. Η επιβεβαίωση πρέπει να ορίζει την ημερομηνία λήψης του εγγράφου και να φέρει την υπογραφή του παραλήπτη της πράξης ή του αντιπροσώπου της. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 315 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικής πράξης μέσω δικαστικού επιμελητή, δικαστικού υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ή φορέα προϋποθέτει τη σύνταξη επιβεβαίωσης παράδοσης. Μετά την επίδοση, η επιβεβαίωση παράδοσης επιστρέφεται αμελλητί στο δικαστήριο.

Βάσει του άρθρου 3141 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εάν η πράξη της επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικής πράξης γίνεται με αποστολή, συνοδεύεται από μια σημείωση στο φάκελο, που προσδιορίζει το μέρος και τον χρόνο αποστολής του εγγράφου ή των πληροφοριών διάθεσής του, εκτός εάν η αποστολή καταχωρίζεται αυτόματα στο πληροφοριακό σύστημα που δημιουργήθηκε για τον σκοπό αυτό.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εάν ένα έγγραφο φτάσει σε έναν διάδικο στον οποίο έπρεπε να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί ή στον οποίο μπορούσε να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί η πράξη σύμφωνα με τον νόμο, αλλά δεν είναι δυνατόν να πιστοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση, ή αν παραβιάστηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία επίδοσης ή κοινοποίησης, το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον διάδικο μόνο από τη στιγμή που παραδόθηκε στον παραλήπτη.

Κατά την επίδοση ή κοινοποίηση με συστημένη επιστολή σύμφωνα με το άρθρο 313 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει μια επιβεβαίωση παράδοσης που δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου, ως επαρκή για τον σκοπό της επίδοσης ή κοινοποίησης, εάν η πράξη της επίδοσης ή κοινοποίησης τεκμηριώνεται με αξιοπιστία στην επιβεβαίωση παράδοσης. Αν το δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί μια δικαστική πράξη επειδή ο πάροχος των ταχυδρομικών υπηρεσιών απέτυχε να επιδώσει ή να κοινοποιήσει σωστά το έγγραφο, το δικαστήριο μπορεί να δώσει ξανά τη δικαστική πράξη στον πάροχο ταχυδρομικών υπηρεσιών για να την επιδώσει ή να την κοινοποιήσει χωρίς κόστος για το δικαστήριο. Παραδείγματα μη ορθής επίδοσης ή κοινοποίησης πράξης είναι, μεταξύ άλλων, η μη χρήση όλων των επιλογών που περιγράφονται στον παρόντα νόμο κατά την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικής πράξης με συστημένη επιστολή, η παράδοση της δικαστικής πράξης σε πρόσωπο στο οποίο δεν θα έπρεπε να είχε επιδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 326 του παρόντος κώδικα για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων, η τοποθέτηση της πράξης σε γραμματοκιβώτιο ή στο άρθρο 327 του παρόντος κώδικα για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων, με την κατάθεση, ή η μη ορθή επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης που σημαίνει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συντελεστεί.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, σε γενικές γραμμές, η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων δεν συνεπάγεται επιβάρυνση, εκτός εάν έχει ζητηθεί επίδοση ή κοινοποίηση μέσω δικαστικού επιμελητή.

Αν επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν δικαστικές πράξεις μέσω δικαστικού επιμελητή, η αμοιβή που καταβάλλεται στον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 48 του νόμου περί δικαστικών επιμελητών, ανέρχεται σε 30 EUR εάν είναι δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του: 1) στα στοιχεία διεύθυνσης ή τηλεπικοινωνιών που έχουν δηλωθεί στο Μητρώο Πληθυσμού ή μέσω της διεύθυνσης ηλ. ταχυδρομείου: isikukood@eesti.ee, ή 2) σε διεύθυνση που έχει δηλωθεί στο μητρώο των ατομικών επιχειρήσεων και νομικών προσώπων που διατηρούνται στην Εσθονία ή μέσω των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων που έχουν καταχωριστεί στο πληροφοριακό σύστημα του προαναφερθέντος μητρώου. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, εάν μια δικαστική πράξη δεν ήταν δυνατό να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί ακόμη και όταν δικαστικός επιμελητής έκανε ό,τι απαιτείτο και ήταν εύλογα δυνατό για την επίδοση ή κοινοποίησή της, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο, ο δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή τέλους ύψους 30 EUR και να εκδώσει απόφαση σχετικά με την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή και μια έκθεση επίδοσης ή κοινοποίησης στην οποία θα αναφέρονται οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικαστικός επιμελητής προκειμένου να επιδώσει το έγγραφο. Σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3, η αμοιβή που καταβάλλεται στον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων είναι 60 EUR.

Το ύψος των ταχυδρομικών τελών προκύπτει από τον τιμοκατάλογο του παρόχου υπηρεσιών δεν έχει θεσπιστεί πάγιο τέλος. Η τιμή υπολογίζεται με βάση το βάρος της επιστολής, τον τόπο επίδοσης ή κοινοποίησης και άλλους παράγοντες. Η μέση τιμή το 2014 ήταν 5,70 EUR ανά δέμα. Για χρήση δικαστικού κλητήρα, το κόστος ανά δέμα ανέρχεται στα 6,20 EUR.

Περαιτέρω πληροφορίες διατίθενται στον: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Τελευταία επικαιροποίηση: 20/11/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Ιρλανδία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Σκοπός της «επίδοσης ή κοινοποίησης» είναι να γνωστοποιηθεί στο πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται η φύση της αξίωσης εναντίον του και να διασφαλιστεί ότι το πρόσωπο αυτό έχει λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων. Οι σχετικοί δικονομικοί κανόνες περιέχουν συγκεκριμένες απαιτήσεις με σκοπό να διασφαλίζεται η σωστή διενέργεια της επίδοσης ή της κοινοποίησης.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Κάθε έγγραφο με το οποίο κινείται αστική διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου (District Court), του κομητειακού δικαστηρίου (Circuit Court) και του ανώτερου δικαστηρίου (High Court), καθώς και κάθε επόμενο διαδικαστικό έγγραφο.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Την ευθύνη για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου έχει ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου έχει εκδοθεί το έγγραφο ή πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από τον διάδικο για τον σκοπό αυτό.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Όχι. Η διεύθυνση στην οποία οφείλει να διενεργηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση παρέχεται από την αιτούσα αρχή.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Όχι. Δεν υπάρχει κεντρικό μητρώο διευθύνσεων/κατοικίας για τα φυσικά πρόσωπα. Η έδρα εταιρείας μπορεί να αναζητηθεί στον ιστότοπο του μητρώου εταιρειών (Companies Registration Office).

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Το αίτημα εξετάζεται από το περιφερειακό δικαστήριο (Circuit Court) ως παραγγελία βάσει του κανονισμού αριθ. 1206/2001.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Στο περιφερειακό δικαστήριο (District Court), η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να διενεργηθεί με τους εξής τρόπους:

i) με συστημένη επιστολή

ii) με επιστολή με προπληρωμένο τέλος και αποδεικτικό παραλαβής

iii) με ιδιόχειρη παράδοση σε σφραγισμένο φάκελο σε πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου έχει εκδοθεί το έγγραφο

iv) με άμεση επίδοση ή κοινοποίηση, ή με επίδοση ή κοινοποίηση σε συγγενικό πρόσωπο ηλικίας άνω των δεκαέξι ετών το οποίο είναι σύνοικος του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η επίδοση ή κοινοποίηση.

Στο κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court), σχεδόν όλα τα έγγραφα επιδίδονται με συστημένη επιστολή.

Για το ανώτερο δικαστήριο (High Court), η διάταξη 9 κανόνας 2 του κανονισμού διαδικασίας των ανώτερων δικαστηρίων (Order 9 Rule 2 of the Rules of the Superior Courts – RSC) επιβάλλει καταρχήν την άμεση επίδοση ή κοινοποίηση του εισαγωγικού δικογράφου προς φυσικό πρόσωπο, ενώ επιτρέπει επίσης την έμμεση («μη αυτοπρόσωπη») επίδοση ή κοινοποίηση εφόσον έχει επιδειχθεί προηγουμένως η δέουσα επιμέλεια κατά την προσπάθεια διενέργειας της άμεσης επίδοσης ή κοινοποίησης. Τα επόμενα έγγραφα συνήθως επιδίδονται ή κοινοποιούνται με συστημένη επιστολή. (Βλ. διάταξη 121 RSC, 1986, όπως έχει τροποποιηθεί). Το άρθρο 51 του νόμου περί εταιρειών του 2014 (Companies Act 2014) προβλέπει την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων με απλή επιστολή με προπληρωμένο τέλος στην έδρα εταιρίας καταχωρισμένης στην Ιρλανδία, ενώ το άρθρο 1310 του ίδιου νόμου προβλέπει επίδοση ή κοινοποίηση με τον ίδιο τρόπο σε εταιρεία της αλλοδαπής.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων δεν επιτρέπεται.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Οι συνήθεις τρόποι επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η άμεση επίδοση ή κοινοποίηση στον αποδέκτη ή η επίδοση ή κοινοποίηση με συστημένη επιστολή. Εάν στο πλαίσιο ιρλανδικής διαδικασίας χρειάζεται να διενεργηθεί επίδοση ή κοινοποίηση με άλλο τρόπο, όπως με απλή επιστολή με προπληρωμένο τέλος, με τηλεομοιοτυπία, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με δημοσίευση στον τύπο, τότε υποβάλλεται αίτηση στο δικαστήριο για «υποκατάστατη επίδοση ή κοινοποίηση» και, εφόσον γίνει δεκτή, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να διενεργηθεί με τον εναλλακτικό τρόπο τον οποίο ενέκρινε το δικαστήριο.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση διενεργείται σύμφωνα με απόφαση για υποκατάστατη επίδοση ή κοινοποίηση, τα έγγραφα θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί κατά τον χρόνο εκπλήρωσης των όρων της δικαστικής απόφασης. Στις περιπτώσεις που η επίδοση ή η κοινοποίηση διενεργείται μέσω ταχυδρομείου, τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν κατά τον συνήθη χρόνο παράδοσης εγγράφων μέσω του ταχυδρομείου. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Εάν η επίδοση ή κοινοποίηση διενεργείται σύμφωνα με δικαστική απόφαση, ο παραλήπτης ενημερώνεται όπως ορίζεται στη δικαστική απόφαση. Εάν τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται με συστημένη επιστολή και ο παραλήπτης δεν είναι διαθέσιμος, ο ταχυδρομικός υπάλληλος αφήνει στην αναγραφόμενη διεύθυνση ειδοποίηση με την οποία ζητείται από τον παραλήπτη να προσέλθει στο ταχυδρομείο ώστε να παραλάβει έγγραφο που στάλθηκε με συστημένη επιστολή. Συνήθως η επιστολή παραμένει στο ταχυδρομείο από μία εβδομάδα έως δέκα ημέρες.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Δεν υπάρχουν συνέπειες σε περίπτωση άρνησης παραλαβής επιδιδόμενου ή κοινοποιούμενου εγγράφου. Όταν στο πλαίσιο ιρλανδικής διαδικασίας δεν έχει καταστεί εφικτή η επίδοση ή η κοινοποίηση, υπάρχει η δυνατότητα να υποβληθεί στο δικαστήριο αίτηση παράτασης της προθεσμίας επίδοσης ή κοινοποίησης, ή αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ή κοινοποίηση με εναλλακτικό τρόπο, ή και τα δύο.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Οι μη συστημένες επιστολές παραδίδονται στην αναγραφόμενη σε αυτές διεύθυνση. Οι συστημένες επιστολές παραδίδονται μόνο στο κατονομαζόμενο σε αυτές πρόσωπο. Αυτό ισχύει εξίσου για την αλληλογραφία εσωτερικού και την αλληλογραφία εξωτερικού.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Ως εναλλακτική επιλογή στην ταχυδρομική επίδοση ή κοινοποίηση, το άρθρο 15 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 επιτρέπει την απευθείας επίδοση ή κοινοποίηση μέσω δικηγόρου ή οργάνου επίδοσης.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Το ταχυδρομείο γενικά ορίζει προθεσμία παραλαβής στην ειδοποίηση που απευθύνεται στον παραλήπτη. Η ειδοποίηση παραδίδεται στη διεύθυνση του παραλήπτη. Η προθεσμία είναι συνήθως μία εβδομάδα.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Περιφερειακά και κομητειακά δικαστήρια: όταν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται με συστημένη επιστολή, το πρόσωπο που απέστειλε τον φάκελο υπογράφει προβλεπόμενη συναφώς από τον νόμο υπεύθυνη δήλωση, το νωρίτερο δέκα ημέρες μετά την ημερομηνία ταχυδρόμησης του φακέλου και με την επίδειξη της αντίστοιχης απόδειξης αποστολής.

Ανώτερο δικαστήριο: το πρόσωπο που διενήργησε την επίδοση ή την κοινοποίηση χορηγεί ένορκη βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης ως αναγκαία απόδειξη για το δικαστήριο. Σε περίπτωση εισαγωγικού δικογράφου, οι λεπτομέρειες της επίδοσης ή της κοινοποίησης πρέπει να αναγραφούν επί του εν λόγω δικογράφου εντός τριών ημερών από την επίδοση ή κοινοποίηση, γεγονός που πρέπει να αναφερθεί στην ένορκη βεβαίωση περί άμεσης επίδοσης.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο αίτηση ακύρωσης κάθε απόφασης η οποία έχει εκδοθεί χωρίς να έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί νομίμως στον αντίδικο κλήση για την επ’ ακροατηρίω συζήτηση.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Το κόστος προς πληρωμή είναι το κόστος της ταχυδρομικής αποστολής ή της αμοιβής εκπροσώπου, εφόσον προσληφθεί τέτοιος.

Τελευταία επικαιροποίηση: 07/12/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Ελλάδα

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Η «επίδοση ή κοινοποίηση» είναι ο τύπος της γνωστοποίησης του εγγράφου στο πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, προκειμένου αυτό να λάβει γνώση του περιεχομένου του, σύμφωνα με ορισμένες διατάξεις του δικονομικού δικαίου, οι οποίες καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο λήψης γνώσης του εγγράφου, καθώς και την πιστοποίηση της γενόμενης επίδοσης ή κοινοποίησης.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Έγγραφα τα οποία πρέπει να επιδοθούν ή κοινοποιηθούν επισήμως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναίρεσης, της αναψηλάφησης, της τριτανακοπής, της ανακοπής εναντίον εξώδικων και δικαστικών πράξεων, της κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοίνωσης δίκης και της προσεπίκλησης, της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, της αίτησης παροχής έννομης προστασίας κατά την εκούσια δικαιοδοσία, της κλήσης προς συζήτηση, καθώς και όλων των δικαστικών αποφάσεων (οριστικών και μη οριστικών).

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται με επιμέλεια του διαδίκου ύστερα από έγγραφη παραγγελία που δίνεται, κάτω από το επιδιδόμενο έγγραφο, είτε από τον ίδιο ή τον πληρεξούσιό του, είτε, με αίτησή του από τον αρμόδιο δικαστή, και προκειμένου για πολυμελή δικαστήρια από τον πρόεδρό τους (123 ΚΠολΔ). Η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται με δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή τη διαμονή του όταν γίνεται η επίδοση, ο προς ον εκείνη απευθύνεται (122.1 ΚΠολΔ). Οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις που γίνονται με την επιμέλεια του δικαστηρίου, μπορούν να πραγματοποιηθούν και από ποινικό κλητήρα της περιφέρειας ή από όργανο της ελληνικής αστυνομίας ή της δασοφυλακής ή από το γραμματέα του δήμου (122.2,3 ΚΠολΔ). Εξάλλου, σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, η γνωστοποίηση του τόπου και του χρόνου της συζήτησης γίνεται με επίδοση εγγράφου που εκδίδεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου και στο οποίο αναγράφονται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συζήτησης ή με τηλεγραφική ή με τηλεφωνική πρόσκληση της γραμματείας του δικαστηρίου. Ο δικαστής μπορεί συγχρόνως με την επίδοση της κλήσης να διατάξει και την επίδοση αντιγράφου της αίτησης (686.4 ΚΠολΔ).

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Ναι

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Όχι, δεν έχουν άμεση πρόσβαση, όπως άλλωστε προκύπτει και από τον Κανονισμό 1206/2001, βάσει του οποίου οι δικαστικές αρχές επικοινωνούν μεταξύ τους προκειμένου να ικανοποιηθεί σχετικό αίτημα εντοπισμού.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι όλοι οι κάτοικοι της ελληνικής επικράτειας καταχωρούνται στη βάση του εκάστοτε Δήμου μέσω των αρμόδιων ληξιαρχείων. Παρά ταύτα, η ενιαία εθνική βάση που τηρείται περιλαμβάνει μόνο τους ενήλικες πολίτες, οι οποίοι είναι καταχωρημένοι με βάση την αστυνομική ταυτότητα/διαβατήριο, και επικαιροποιείται κατά περίπτωση από τους Δήμους του κράτους.

Η μόνη πρόσβαση που μπορεί να έχει ο πολίτης (διατίθεται ατελώς) είναι μέσω δημοσίων τηλεφωνικών καταλόγων.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Το Δικαστήριο εκτέλεσης απευθύνει αίτημα εντοπισμού προς τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, προκειμένου να εντοπιστεί το πρόσωπο.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται (127.1 ΚΠολΔ), οπουδήποτε αυτό βρεθεί (124 ΚΠολΔ). Εντούτοις, εάν το προς ο η επίδοση ή κοινοποίηση πρόσωπο έχει στο τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα ή γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του (124.2 ΚΠολΔ). Σε σχέση με τυχόν εναλλακτικές μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με διατάγματα εκδιδόμενα με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δύναται να καθιερωθεί και η επίδοση με το ταχυδρομείο ή με τηλεγράφημα ή τηλέφωνο και παράλληλα να οριστεί ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται και θα αποδεικνύεται η επίδοση (122.4 ΚΠολΔ). Τέτοιο διάταγμα δεν έχει εκδοθεί έως σήμερα.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Ειδικά οι δικαστικές πράξεις είναι δυνατόν να επιδίδονται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Μια δικαστική πράξη που έχει επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι επιδόθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη, που θα φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή και θα ισχύει ως έκθεση επίδοσης (122.5 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι η ως άνω δυνατότητα ηλεκτρονικής επίδοσης δικαστικών πράξεων εξαρτάται από την έκδοση προεδρικού διατάγματος που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο θα ορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Επίσης, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρόκειται να προσδιοριστεί και ο τρόπος καταβολής και είσπραξης τελών και ενσήμων για τις δικαστικές πράξεις που επιδίδονται ηλεκτρονικά.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του (128.1 ΚΠολΔ).

Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία,

α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας μπροστά σε έναν μάρτυρα,

β) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στο αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στον σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης

γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα εκείνος που ενήργησε την επίδοσης του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίησης στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση, εκείνος που ενεργεί την επίδοση η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση (128.4ΚΠολΔ).

Αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης (129.1 ΚΠολΔ).

Αν κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ (129.2 ΚΠολΔ).

Αν ο παραλήπτης της επίδοσης ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επίδοσης ή αν δεν μπορούν να την υπογράψουν, το όργανο της επίδοσης επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου ενώπιον ενός μάρτυρα (130.1 ΚΠολΔ).

Αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν έχει κατοικία, γραφείο, κατάστημα ή εργαστήριο και είτε αρνείται να παραλάβει το έγγραφο, είτε δεν μπορεί ή αρνείται να υπογράψει την έκθεση της επίδοσης και η άρνηση του παραλήπτη ή η αδυναμία του βεβαιώνεται από ένα μάρτυρα που προσλαμβάνεται από το όργανο της επίδοσης για τον σκοπό αυτόν, η έκθεση παραδίδεται στα χέρια των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 128 παρ.4 εδαφ. β΄. (130 παρ.2 ΚΠολΔ).

Αν ο παραλήπτης της επίδοσης νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή κρατείται σε φυλακή και δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του, σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνσης του νοσοκομείου ή της φυλακής που σημειώνεται στην έκθεση της επίδοσης, η επίδοση μπορεί να γίνει στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να παραδώσει το έγγραφο στα χέρια εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. (131 ΚΠολΔ).

Αν εκείνος προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση υπηρετεί σε εμπορικό πλοίο που βρίσκεται σε ελληνικό λιμάνι, αν απουσιάζει η αρνείται να παραλάβει το έγγραφο ή αρνείται ή δεν μπορεί να υπογράψει την έκθεση, η επίδοση γίνεται στον πλοίαρχο του πλοίου, ή στον αναπληρωτή του και αν απουσιάζουν ή αρνούνται και αυτοί να το παραλάβουν, η επίδοση γίνεται στο λιμενάρχη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση (132.1 ΚΠολΔ).

Αν εκείνος προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση υπηρετεί σε εμπορικό πλοίο που δεν βρίσκεται σε ελληνικό λιμάνι, η επίδοση γίνεται στην κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 128 και αν δεν έχει κατοικία γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής. Σε κάθε περίπτωση η επίδοση γίνεται και στα γραφεία του πλοιοκτήτη στην Ελλάδα ή, διαφορετικά, στα γραφεία του πράκτορα του πλοίου σε ελληνικό λιμάνι, εφόσον υπάρχουν (132.2 ΚΠολΔ).

Για πρόσωπα που ανήκουν σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες και βρίσκονται σε ενεργή υπηρεσία, αν δεν είναι δυνατή η επίδοση στους ίδιους ή στους συγγενείς ή υπηρέτες, που συνοικούν μαζί τους, γίνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 128 καθώς και

α) για εκείνους που υπηρετούν γενικά στις ένοπλες δυνάμεις της ξηράς ,στο διοικητή της μονάδας ή του καταστήματος ή της υπηρεσίας ,όπου ανήκει ο παραλήπτης της επίδοσης. Αν είναι άγνωστη η μονάδα, το κατάστημα ή η υπηρεσία, η επίδοση γίνεται στον αρχηγό του αντίστοιχου κλάδου,

β) για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και ναύτες του πολεμικού ναυτικού στον αρχηγό του γενικού επιτελείου ναυτικού,

γ) για αξιωματικούς υπαξιωματικούς και σμηνίτες της πολεμικής αεροπορίας στον αρχηγό του γενικού επιτελείου αεροπορίας,

δ) για αξιωματικούς και υπαξιωματικούς της αστυνομίας πόλεων, της χωροφυλακής και του λιμενικού σώματος καθώς και για αστυφύλακες ,χωροφύλακες και λιμενοφύλακες, στον προϊστάμενο της υπηρεσίας τους,

ε) για εκείνους που ανήκουν στο προσωπικό των φάρων, των φανών και των σηματοφόρων, στον λιμενάρχη της περιφέρειας, όπου ασκούν τα καθήκοντά τους (133.1 ΚΠολΔ).

Αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Για έγγραφα που αφορούν την εκτέλεση, η επίδοση στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η εκτέλεση, και για εξώδικες πράξεις στον εισαγγελέα της τελευταίας ,στο εξωτερικό κατοικίας ή γνωστής διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης και αν δεν υπάρχει κατοικία ή γνωστή διαμονή στο εξωτερικό η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών της πρωτεύουσας(132.1ΚΠολΔ). Ο εισαγγελέας ,όταν παραλαμβάνει το έγγραφο οφείλει να το αποστείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον Υπουργό Εξωτερικών ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνο προς τον οποίο γίνεται η επίδοση (134.3ΚΠολΔ).

Αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Η περίληψη συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνο που ενεργεί την επίδοση και πρέπει να αναφέρει το ονοματεπώνυμο των διαδίκων, το είδος του δικογράφου που επιδόθηκε, το αίτημά του και, προκειμένου για απόφαση, το διατακτικό, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή τον υπάλληλο που ενεργεί την εκτέλεση και, αν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση καλείται να εμφανιστεί ή να ενεργήσει ορισμένη πράξη, πρέπει να αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος εμφάνισης, καθώς και το είδος της πράξης (135.1 ΚΠολΔ). Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που το Υπουργείο Εξωτερικών βεβαιώσει ότι δεν είναι δυνατή η αποστολή του εγγράφου σε πρόσωπο που διαμένει ή εδρεύει στο εξωτερικό (135.3 ΚΠολΔ).

Αν τα γραφεία ή καταστήματα που αναφέρονται στα άρθρα 128 παράγραφος 4 στοιχ. β΄, 131, 132 και 133 είναι κλειστά ή οι αρχές ή τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτά αρνούνται να παραλάβουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση της επίδοσης, όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει σχετική έκθεση και παραδίδει το επιδιδόμενο έγγραφο στον εισαγγελέα πρωτοδικών, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο τόπος της επίδοσης, ο οποίος αποστέλλει το έγγραφο σε εκείνον που έχει αρνηθεί να το παραλάβει ή να υπογράψει την έκθεση.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Σε περίπτωση που χρησιμοποιήθηκε η αναφερόμενη υπό τον αριθμό 7.1 μέθοδος επίδοσης σε νοσηλευόμενο σε νοσοκομείο, κρατούμενο σε φυλακή, ναυτικό, στρατιωτικό και πρόσωπο που διαμένει στο εξωτερικό, το επιδιδόμενο έγγραφο θεωρείται ότι επιδόθηκε μόλις παραδοθεί στις αναφερόμενες υπό τον ίδιο ως άνω αριθμό αρχές ή πρόσωπα, ανεξαρτήτως από το χρόνο αποστολής και παραλαβής του (136.1 ΚΠολΔ).

Σε περίπτωση που χρησιμοποιήθηκε η αναφερόμενη υπό την αριθμό 7.1 μέθοδος επίδοσης σε πρόσωπο που δεν βρέθηκε στην κατοικία του, όπου επίσης δεν βρέθηκε συνοικών μαζί του ενήλικος συγγενής, το προς επίδοση έγγραφο θεωρείται ότι επιδόθηκε με τη θυροκόλλησή του στην πόρτα της κατοικίας του παραλήπτη, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τηρήθηκαν και όσα λοιπά αναφέρονται υπό τον αριθμό 7.1 σε σχέση με την εν λόγω μέθοδο επίδοσης (δηλ. παράδοση του επιδιδόμενου εγγράφου στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος και ταχυδρόμηση σχετικής έγγραφης ειδοποίησης).

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Όπως αναφέρεται υπό τον αριθμό 7.1, σε περίπτωση που χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος επίδοσης σε πρόσωπο που δεν βρέθηκε στην κατοικία του, όπου επίσης δεν βρέθηκε συνοικών μαζί του ενήλικος συγγενής, μετά τη θυροκόλληση του επιδιδόμενου εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας του παραλήπτη και την παράδοση αντιγράφου του στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος, ταχυδρομείται στον παραλήπτη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία αναγράφεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας όπου έγινε η θυροκόλληση, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το έγγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσής του.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Όπως αναφέρεται υπό τον αριθμό 7.1, αν ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει το επιδιδόμενο έγγραφο ή να υπογράψει την έκθεση επίδοσης, το όργανο της επίδοσης επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου του ενώπιον ενός μάρτυρα. Με τη θυροκόλληση αυτή θεωρείται ότι έλαβε χώρα η επίδοση του εγγράφου.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Στην περίπτωση αυτή, η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο αποκλειστικά και μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Στην περίπτωση αυτή, η ταχυδρομική υπηρεσία ενημερώνει εγγράφως τον απουσιάζοντα παραλήπτη περί του ότι το επιδιδόμενο έγγραφο θα παραμείνει σε εκείνη για ορισμένο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου δύναται να αναζητηθεί.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Βλ. τα αναφερόμενα υπό τον αριθμό 8.2.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία πρέπει να περιέχει την παραγγελία για επίδοση, β) σαφή καθορισμό του εγγράφου που επιδόθηκε και των προσώπων που αφορά, γ) μνεία της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, δ) μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 ως 135 και 138.(139.1 ΚΠολΔ).

Η έκθεση υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση καθώς και από εκείνον που παραλαμβάνει το έγγραφο και σε περίπτωση άρνηση ή αδυναμίας του, υπογράφεται και από το μάρτυρα που είχε προσληφθεί για τον σκοπό αυτόν (139.2 ΚΠολΔ).

Όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση, υπερισχύει η έκθεση.(139.3 ΚΠολΔ).

Η έκθεση του άρθρου 139 συντάσσεται σε δύο πρωτότυπα, από τα οποία το ένα παραδίδεται σε εκείνον που είχε δώσει την παραγγελία της επίδοσης, ενώ το άλλο, ατελώς, φυλάγεται από το όργανο της επίδοσης. Για την επίδοση γίνεται περιληπτική σημείωση σε ειδικό βιβλίο που τηρεί το όργανο της επίδοσης(140.1 ΚπολΔ).

Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να δίνει αντίγραφα από τα πρωτότυπα που έχει στο αρχείο του, ύστερα από αίτησή τους, σε όποιον είχε δώσει την παραγγελία για επίδοση και σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται και σε καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, αν ο πρόεδρος πρωτοδικών της περιφέρειας όπου έγινε η επίδοση, το εγκρίνει με σημείωσή του επάνω στην αίτηση (140.2 ΚΠολΔ).

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του (όπως είναι και η άκυρη επίδοση από το δικαστικό επιμελητή ή η από πρόθεση του προσώπου που παρέλαβε το έγγραφο παράλειψη ειδοποίησής του διαδίκου) έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (152.1 ΚΠολΔ) μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου (153 ΚΠολΔ).

Εκείνος που δικάστηκε ερήμην αν δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα έχει δικαίωμα ανακοπής κατά της απόφαση που εκδόθηκε, αν διαμένει στην Ελλάδα μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε ημερών από την επίδοση της απόφασης, αν έχει άγνωστη διαμονή ή διαμένει στο εξωτερικό μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την τελευταία δημοσίευση της κατά το άρθρο 135 παρ.1 της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης (501,503.1,2 ΚΠολΔ).

Αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του, ο τελευταίος, εφόσον νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη, έχει δικαίωμα αναψηλάφησης κατά της απόφασης που εκδόθηκε, αν διαμένει στην Ελλάδα μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών και αν έχει άγνωστη διαμονή ή διαμένει στο εξωτερικό μέσα σε προθεσμία εκατόν είκοσι ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, μέσα σε προθεσμία τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη (538,544 αρ.9, 545.1,2,3,5 ΚΠολΔ)

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Τα έξοδα της επίδοσης προκαταβάλλονται από εκείνον με παραγγελία του οποίου γίνεται η επίδοση (173.1,3ΚΠολΔ).

Ο διάδικος που νικήθηκε στη δίκη καταδικάζεται να πληρώσει και τα έξοδα αυτά (176,189.1ΚΠολΔ). Το ύψος τους είναι ανάλογο με τον τόπο της επίδοσης και το είδος της επίδοσης. Το ελάχιστο όριο των εξόδων επίδοσης ανέρχεται σε 23 ευρώ αν η επίδοση πρόκειται να γίνει σε πρόσωπο που κατοικεί ή διαμένει στην έδρα του δικαστικού επιμελητή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/10/2015

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ισπανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Ισπανία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

H «επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων» είναι η διαβίβαση εγγράφων.

Οι ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν το θέμα αυτό έχουν σκοπό να προσδιορίσουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αυθεντική έκδοση δικαστικών ή εξώδικων πράξεων προκειμένου, ως εκ τούτου, να μπορεί να παρασχεθεί βεβαιότητα όσον αφορά τον χρόνο, τον τόπο, τον τρόπο και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση και κοινοποίηση ενός εγγράφου, είτε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας (δικαστικές πράξεις) είτε εκτός του πλαισίου μιας διαδικασίας (εξώδικες πράξεις).

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Αποφάσεις επί της διαδικασίας, οι οποίες εκδίδονται σε δικαστικές διαδικασίες πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται με τήρηση του προβλεπόμενου τύπου από το Γραφείο Αρωγής Δικαστικών Αρχών (Oficinas Judiciales) (τα δικαστήρια και τα Κέντρα Κοινών Διαδικασιών για Πράξεις Επιδόσεων ή Κοινοποιήσεων (Servicios Comunes Procesales de Actos de Comunicación).

Διαδικαστικές πράξεις αποτελούν:

Οι κοινοποιήσεις, όπου υφίσταται ανάγκη ενημέρωσης σχετικά με απόφαση ή διαδικασία.

Οι διαταγές για διενέργεια πράξης, με τις οποίες ζητείται από τον αποδέκτη να παραστεί ενώπιον δικαστηρίου και να προβεί σε κάποιας μορφής ενέργεια εντός ορισμένης προθεσμίας.

Οι κλητεύσεις, με τις οποίες ορίζεται ο τόπος, η ημερομηνία και ο χρόνος, κατά τον οποίο ο παραλήπτης υποχρεούται να παραστεί ενώπιον δικαστηρίου και να προβεί σε κάποιας μορφής ενέργεια.

Οι αιτήσεις, με τις οποίες ο παραλήπτης υποχρεούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο, να προβεί σε πράξη ή παράλειψη.

Τα εντάλματα, με τα οποία ζητείται η έκδοση πιστοποιητικών ή αποδεικτικών ενέργειας οποιασδήποτε άλλης πράξης που υπάγεται στην αρμοδιότητα υπευθύνων καταχωρίσεων, συμβολαιογράφων ή δικαστικών υπαλλήλων.

Τα υπομνήματα, που σκοπό έχουν την επικοινωνία μη δικαστικών αρχών και υπαλλήλων.

Κάθε έγγραφο που γίνεται δεκτό από το δικαστήριο κατά τη διάρκεια διαδικασίας, ανεξάρτητα από το εάν προσκομίζεται από τους διαδίκους, από τρίτους κατόπιν εντολής του δικαστηρίου ή από πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί από το δικαστήριο, πρέπει να επιδίδεται ή να κοινοποιείται επισήμως.

Εξώδικες πράξεις (για παράδειγμα, συμβολαιογραφικές πράξεις), όπως αυτές ορίζονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-223/14 (Tecom Mican) επιδίδονται ή κοινοποιούνται επίσης με επίσημο τρόπο, ακόμα και αν δεν πρόκειται για διαδικαστικές διαδικασίες, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-14/08 (Roda Golf).

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων γίνεται υπό την επιμέλεια αρμόδιου δικαστικού υπαλλήλου (Letrado de la Administración de Justicia (γνωστός έως το 2015 ως Secretario Judicial) που είναι διορισμένος σε κάθε δικαστήριο, ο οποίος είναι αρμόδιος για την προσήκουσα οργάνωση της διαδικασίας επιδόσεων ή κοινοποιήσεων.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Όχι, η αιτούσα αρχή οφείλει να ζητήσει τον εντοπισμό του αποδέκτη, συμπληρώνοντας το πρότυπο έντυπο που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1206/2001.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Η Ισπανία δεν διαθέτει τέτοιου είδους μητρώο για δημόσια έρευνα. Ωστόσο, τα ισπανικά δικαστήρια έχουν στη διάθεσή τους μια σειρά από βάσεις δεδομένων περιορισμένης πρόσβασης (το δίκτυο Punto Neutro Judicial), τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιούν, εφόσον συντρέχει νόμιμος προς τούτο λόγος, προκειμένου να διενεργούν έρευνες σχετικά με διευθύνσεις και περιουσιακά στοιχεία. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η δικαστική αρχή δεν γνωρίζει τη διεύθυνση του φυσικού ή νομικού προσώπου, στο οποίο πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί το έγγραφο, οφείλει να ζητήσει τη διενέργεια έρευνας μέσω των βάσεων δεδομένων που είναι διαθέσιμες στα δικαστήρια.

Για τη διενέργεια της έρευνας αυτής η αρχή απαιτείται να γνωρίζει τον αριθμό του ισπανικού δελτίου ταυτότητας ή τον αριθμό φορολογικού μητρώου του προσώπου, το οποίο αφορά η έρευνα, ή τον αριθμό ταυτότητας που φέρει ως αλλοδαπός που κατοικεί ή διαμένει στην Ισπανία. Εάν το εν λόγω πρόσωπο δεν διαθέτει τέτοιου είδους έγγραφα ταυτοποίησης στην Ισπανία, η αρχή θα πρέπει να παράσχει άλλες πληροφορίες, εκτός από το όνομα και το επώνυμο του ατόμου, όπως αριθμό διαβατηρίου, ημερομηνία γέννησης ή εθνικότητα, δεδομένου ότι χωρίς τα στοιχεία αυτά η έρευνα ενδεχομένως να μην αποφέρει αποτελέσματα. Δεν καταβάλλεται τέλος.

Επιπλέον, τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να ανατρέχουν σε άλλα δημόσια μητρώα, προκειμένου να λάβουν στοιχεία διεύθυνσης. Για την πρόσβαση στα μητρώα αυτά απαιτείται η καταβολή τελών, το ύψος των οποίων κυμαίνεται ανάλογα με τις πληροφορίες που αναζητούνται.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Μόλις η αρμόδια ισπανική αρχή λάβει το έντυπο Α, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, με το οποίο ζητείται η εξακρίβωση της τρέχουσας διεύθυνσης, το Γραφείο Αρωγής Δικαστικών Αρχών ανατρέχει στις βάσεις δεδομένων που περιέχουν στοιχεία προσωπικών και επαγγελματικών διευθύνσεων.

Εάν το έντυπο αυτό συνοδεύεται από αίτημα για επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1393/2007, και από την έρευνα της διεύθυνσης προκύψει ότι η ισπανική αρχή δεν είναι κατά τόπον αρμόδια για την επίδοση ή κοινοποίηση του εν λόγω εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού, οφείλει να διαβιβάσει το αίτημα στην αρμόδια υπηρεσία παραλαβής και να ενημερώσει αντιστοίχως την υπηρεσία διαβίβασης, κάνοντας χρήση του προτύπου εντύπου.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων γίνεται υπό την επιμέλεια αρμόδιου δικαστικού υπαλλήλου (Letrado de la Administración de Justicia) με οποιονδήποτε από τους κατωτέρω τρόπους:

1. Μέσω δικηγόρου, σε περίπτωση που τα έγγραφα απευθύνονται σε πρόσωπα που εκπροσωπούνται στις διαδικασίες από αυτόν.

2. Μέσω ταχυδρομείου, τηλεγραφήματος, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου που παρέχει αξιόπιστο αποδεικτικό, από το οποίο να προκύπτει η παραλαβή, η ημερομηνία και ώρα αυτής, καθώς και το περιεχόμενο των επιδιδόμενων ή κοινοποιούμενων εγγράφων.

3. Με προσωπική επίδοση ή κοινοποίηση στον αποδέκτη ακριβούς αντιγράφου της απόφασης που πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί σε αυτόν, της διαταγής που εκδόθηκε από το δικαστήριο ή τον δικαστικό επιμελητή ή τις κλητεύσεις ή την εντολή για διενέργεια πράξης.

4. Σε κάθε περίπτωση, από το προσωπικό της ισπανικής Υπηρεσίας Δικαστηρίων (Administración de Justicia), με χρήση μέσων εξ αποστάσεως επικοινωνίας, σε υποθέσεις που σχετίζονται με την Εισαγγελία, τη Νομική Υπηρεσία του κράτους, τους νομικούς συμβούλους του ισπανικού Κοινοβουλίου και τις Νομοθετικές Συνελεύσεις ή τις Νομικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης, τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες των Αυτόνομων Κοινοτήτων ή των τοπικών αρχών, εάν ο αποδέκτης δεν έχει διορίσει συνήγορο.

Η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων θεωρείται νομότυπη, εφόσον το αποδεικτικό επίδοσης ή κοινοποίησης περιέχει επαρκή στοιχεία περί του ότι τα επίμαχα έγγραφα έχουν παραδοθεί στον ενδιαφερόμενο, στη διεύθυνση κατοικίας του, στην ηλεκτρονική διεύθυνση, για την οποία έχει παρασχεθεί άδεια να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτόν, μέσω της πύλης ηλεκτρονικών κοινοποιήσεων ή επιδόσεων ή με οποιοδήποτε εξ αποστάσεως ή ηλεκτρονικό μέσο επιλέξει ο αποδέκτης.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η Ισπανία βρίσκεται σε διαδικασία εισαγωγής του ηλεκτρονικού δικαστικού φακέλου βάσει του νόμου 18 της 5ης Ιουλίου 2011 που ρυθμίζει τη χρήση των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας στην απονομή δικαιοσύνης.

Για την εφαρμογή, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να εγγραφούν συνδρομητές στις διαδικασίες επίδοσης ή κοινοποίησης στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες των δικαστηρίων.

Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 273 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όλοι οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα έχουν την υποχρέωση να χρησιμοποιούν τα ηλεκτρονικά ή τηλεματικά συστήματα που διαθέτει το Δικαστήριο για την κατάθεση διαδικαστικών εγγράφων, είτε είναι εισαγωγικά δίκης έγγραφα είτε όχι, καθώς και άλλων εγγράφων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η γνησιότητα της κατάθεσης και να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή παραλαβή και διαβίβαση, καθώς και για τις σχετικές ημερομηνίες σε κάθε περίπτωση, υποχρέωση χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων του Δικαστηρίου έχουν, τουλάχιστον, οι ακόλουθοι:

α) τα νομικά πρόσωπα,

β) οι οντότητες χωρίς νομική προσωπικότητα,

γ) όσοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία απαιτείται εγγραφή σε επαγγελματική οργάνωση για τις διατυπώσεις και τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν στα Δικαστήρια κατά την άσκηση της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας,

δ) οι συμβολαιογράφοι και οι υποθηκοφύλακες,

ε) τα πρόσωπα που εκπροσωπούν διάδικο ο οποίος υποχρεούται να επικοινωνεί ηλεκτρονικά με το Δικαστήριο,

στ) οι υπάλληλοι των δημόσιων υπηρεσιών, για διαδικασίες και ενέργειες στις οποίες προβαίνουν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Όπου η αποστολή αντιγράφου απόφασης ή κλήτευσης απαιτείται να γίνει με συστημένη επιστολή ή τηλεγράφημα με απόδειξη παραλαβής, ή με παρόμοιο μέσο που επιτρέπει την επισύναψη στον φάκελο αξιόπιστου αποδεικτικού παραλαβής της επίδοσης ή της κοινοποίησης, της ημερομηνίας παραλαβής και του περιεχομένου του επιδοθέντος ή κοινοποιηθέντος εγγράφου, ο αρμόδιος δικαστικός υπάλληλος οφείλει να καταχωρίσει στον φάκελο της υπόθεσης δήλωση με τα στοιχεία αποστολής και το περιεχόμενο του εγγράφου και να επισυνάψει στον φάκελο, κατά περίπτωση, την απόδειξη παραλαβής, το μέσο με το οποίο καταγράφηκε η παραλαβή ή την τεκμηρίωση που παρέσχε ο συνήγορος, από την οποία προκύπτει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε επιτυχώς.

Στην Ισπανία, επίδοση ή κοινοποίηση από (δημόσια) υπηρεσία δύναται να διαταχθεί μόνον από τη δικαστική αρχή, η οποία είναι αρμόδια για την έκδοση απόφασης επί της αγωγής στην κύρια διαδικασία, και μόνον εφόσον συνάγεται ότι οι προσπάθειες για επίδοση ή κοινοποίηση στους αποδέκτες, κατόπιν έρευνας για τον εντοπισμό του προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθούν ή κοινοποιηθούν τα έγγραφα, απέβησαν άκαρπες (άρθρο 164 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Κατά συνέπεια, ο αρμόδιος δικαστικός υπάλληλος, ως υπηρεσία αρμόδια για το αίτημα επίδοσης ή κοινοποίησης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, δεν δύναται να διατάξει την επίδοση ή κοινοποίηση από (δημόσια) υπηρεσία, δεδομένου ότι ο ρόλος του δεν είναι να λαμβάνει μέρος στην κύρια διαδικασία εκδίκασης της αγωγής αλλά απλώς να παρέχει δικαστική αρωγή.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Τα έγγραφα θεωρείται ότι επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται από τον νόμο για κάθε τύπο επίδοσης ή κοινοποίησης.

Σε κάθε περίπτωση, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται πρέπει να επιτρέπουν την επισύναψη στον φάκελο της υπόθεσης αξιόπιστου αποδεικτικού, από το οποίο να προκύπτει η επίδοση ή κοινοποίηση του εκάστοτε εγγράφου, η ημερομηνία και ώρα παραλαβής καθώς και το περιεχόμενο αυτού.

Όπου η αποστολή αντιγράφου απόφασης ή κλήτευσης απαιτείται να γίνει με συστημένη επιστολή ή τηλεγράφημα με απόδειξη παραλαβής, ή με παρόμοιο μέσο που επιτρέπει την επισύναψη στον φάκελο αξιόπιστου αποδεικτικού παραλαβής της επίδοσης ή της κοινοποίησης, της ημερομηνίας παραλαβής και του περιεχομένου του επιδοθέντος ή κοινοποιηθέντος εγγράφου, ο αρμόδιος δικαστικός υπάλληλος οφείλει να καταχωρίσει στον φάκελο της υπόθεσης δήλωση με τα στοιχεία αποστολής και το περιεχόμενο του εγγράφου και να επισυνάψει στον φάκελο, κατά περίπτωση, την απόδειξη παραλαβής, το μέσο με το οποίο καταγράφηκε η παραλαβή ή την τεκμηρίωση που παρείχε ο συνήγορος και από την οποία προκύπτει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε επιτυχώς.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Εάν η ειδοποίηση ή το έγγραφο δεν είναι δυνατόν να παραδοθεί μέσω ταχυδρομείου, η ταχυδρομική υπηρεσία αφήνει ειδοποίηση, με την οποία ενημερώνει τον αποδέκτη ότι έχει αποσταλεί σε αυτόν επιστολή ή έγγραφο και ότι αυτός καλείται να το παραλάβει εντός συγκεκριμένου χρόνου από το αρμόδιο ταχυδρομικό γραφείο.

Ενδέχεται επίσης να έχει προηγηθεί προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης από υπαλλήλους του Γραφείου Αρωγής Δικαστικών Αρχών, οπότε στην περίπτωση αυτή αφήνεται στο γραμματοκιβώτιο του αποδέκτη ειδοποίηση, όπου ορίζεται ο χρόνος, εντός του οποίου αυτός υποχρεούται να παραλάβει το έγγραφο από το δικαστήριο.

Σε περίπτωση που ο αποδέκτης είναι κάτοικος της δικαστικής περιφέρειας της έδρας του δικαστηρίου και τα επίμαχα έγγραφα δεν είναι ουσιώδη για την εκπροσώπηση δια συνηγόρου ή για αυτοπρόσωπη παράσταση στη διαδικασία, μπορεί να του αποσταλεί με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο, ειδοποίηση με εντολή να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου, προκειμένου να του επιδοθεί ή κοινοποιηθεί δικαστική απόφαση ή άλλη διαδικαστική πράξη, έκδοση αίτησης ή κοινολόγηση υπομνημάτων ή προτάσεων.

Στην ειδοποίηση πρέπει να γίνεται η προσήκουσα, λεπτομερής αναφορά στους λόγους, για τους οποίους ο αποδέκτης καλείται να προσέλθει στο δικαστήριο, να διευκρινίζονται οι διαδικασίες και η υπόθεση που σχετίζονται με τη διαταγή ή την πράξη και να επισημαίνει στον αποδέκτη το γεγονός ότι σε περίπτωση μη προσελεύσής του χωρίς νόμιμη αιτία εντός του ορισμένου χρόνου, η διαβίβαση ή κοινολόγηση θα θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Εάν ο αποδέκτης αρνηθεί την επίδοση ή κοινοποίηση χωρίς σπουδαίο λόγο, τα έγγραφα θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σε αυτόν και παράγουν τα ίδια αποτελέσματα που θα είχαν αν είχαν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί, υπό την έννοια ότι οι διάφορες διαδικαστικές προθεσμίες αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της άρνησης (άρθρο 161 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Σύμφωνα με τον νόμο, οι ταχυδρομικές αποστολές, ανάλογα με το είδος τους, πρέπει είτε να παραδίδονται στον αποδέκτη είτε σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν ή να κατατίθενται σε ταχυδρομικές θυρίδες ή να αφήνονται στο οικιακό γραμματοκιβώτιο. Εξουσιοδοτημένο από τον αποδέκτη για παραλαβή της ταχυδρομικής αποστολής θεωρείται το άτομο που βρίσκεται στη διεύθυνση της οικίας του τελευταίου, με την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να αποδείξει την ταυτότητά του και να αναλάβει την ευθύνη για τα παραδιδόμενα, εκτός εάν διατυπώσει ρητή προς τούτο άρνηση.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Ο νόμος πρέπει να προβλέπει κανόνες που θα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις στις οποίες η παράδοση των αποστελλόμενων στον αποδέκτη ή η επιστροφή τους στον αποστολέα είναι αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία εξακρίβωσης της διεύθυνσης του αποδέκτη, την προέλευση και τον προορισμό των αποστελλομένων, τη διαδικασία ή κλήτευση στο δικαστήριο από τον αποστολέα καθώς και την προσωρινή φύλαξη, ανάκτηση και καταστροφή των αποστελλομένων.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου αφήνει μια ειδοποίηση, με την οποία ο αποδέκτης ενημερώνεται ότι στο ταχυδρομείο υπάρχει μια επιστολή που οφείλει να παραλάβει εντός του χρονικού ορίου που έχει καθοριστεί. Η μη παραλαβή του αποστελλομένου εντός του καθορισμένου χρονικού ορίου καταγράφεται και αυτό επιστρέφεται στον αποστολέα.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Η αρμόδια ταχυδρομική υπηρεσία θεωρείται ότι ενεργεί με ειλικρίνεια και εντιμότητα κατά τη διανομή, παράδοση και παραλαβή διαδικαστικής πράξης από διοικητικούς και δικαστικούς φορείς ή, σε περίπτωση άρνησης παραλαβής ή αδυναμίας επίδοσης ή κοινοποίησης τέτοιας διαδικαστικής πράξης, είτε πρόκειται για υλική επίδοση είτε για επίδοση με εξ αποστάσεως μέσα.

Η προσωπική επίδοση ή κοινοποίηση από δικαστικό υπάλληλο καταγράφεται σε έγγραφο αποδεικτικό, στο οποίο ο δικαστικός υπάλληλος επισημαίνει το αποτέλεσμα της πράξης επίδοσης ή κοινοποίησης. Σε περίπτωση που η εν λόγω κοινοποίηση ή επίδοση πραγματοποιείται στον ίδιο τον αποδέκτη, το αποδεικτικό επίδοσης ή κοινοποίησης πρέπει να περιλαμβάνει την υπογραφή του ή μνεία τυχόν άρνησής του να υπογράψει το αποδεικτικό παραλαβής καθώς και σημείωση σχετικά με το ότι η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί (βλ. ερώτημα 7.4).

Σύμφωνα με το άρθρο 160 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σε περίπτωση που η διεύθυνση, στην οποία έγινε η απόπειρα επίδοσης ή κοινοποίησης, είναι η διεύθυνση της οικίας του αποδέκτη, σύμφωνα με το δημοτολόγιο διευθύνσεων, για φορολογικούς λόγους ή σύμφωνα με οποιοδήποτε άλλο επίσημο μητρώο ή δημοσίευση επαγγελματικού συλλόγου, ή συνιστά οικιακή ή άλλη εγκατάσταση που εκμισθώνεται στον εναγόμενο και ο αποδέκτης δεν δύναται να εντοπιστεί σε αυτή, η διαδικαστική πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί, εντός σφραγισμένου φακέλου, σε οποιονδήποτε υπάλληλο ή μέλος της οικογένειας ή πρόσωπο, με το οποίο αυτός συμβιώνει και το οποίο έχει συμπληρώσει το 14ο έτος ηλικίας και βρίσκεται στη διεύθυνση αυτή, ή στον επιστάτη του κτιρίου, εφόσον υφίσταται τέτοιος. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις, ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να ενημερώσει τον παραλήπτη ότι υποχρεούται να παραδώσει το αντίγραφο της απόφασης ή της κλήτευσης στο πρόσωπο, προς το οποίο αυτή απευθύνεται, ή να ενημερώσει το πρόσωπο αυτό για την ύπαρξή της, εφόσον γνωρίζει τον τόπο στον οποίο βρίσκεται ο αποδέκτης σε κάθε περίπτωση, ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να επισημάνει στον παραλήπτη την υποχρέωσή του για διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων του αποδέκτη.

Εάν το έγγραφο απευθύνεται στη διεύθυνση της συνήθους εργασίας του αποδέκτη και εκείνος απουσιάζει, επιδίδεται ή κοινοποιείται σε πρόσωπο που δηλώνει ότι τον γνωρίζει ή, εφόσον υπάρχει τμήμα, υπεύθυνο για την παραλαβή εγγράφων ή αντικειμένων, στον υπεύθυνο του τμήματος αυτού, οπότε στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να επισημάνει στον παραλήπτη τα σημεία που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

Το όνομα του αποδέκτη του εγγράφου και η ημερομηνία και ώρα που αυτός αναζητήθηκε στην οικία του αλλά κατέστη αδύνατο να εντοπιστεί, αναγράφονται στο αποδεικτικό επίδοσης ή κοινοποίησης, όπως και το όνομα του προσώπου που παραλαμβάνει το αντίγραφο της απόφασης ή της κλήτευσης και η σχέση αυτού με τον αποδέκτη, οπότε η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου που πραγματοποιήθηκε με τον τρόπο αυτόν θεωρείται απολύτως έγκυρη.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Επίδοση ή κοινοποίηση που δεν πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις θεωρείται άκυρη, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος κινδυνεύει να στερηθεί της προσήκουσας άμυνας. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση C-354/15 Henderson, σε κάθε περίπτωση, οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις που χρησιμοποιούνται χωρίς μετάφραση σε γλώσσα που κατανοεί ο εναγόμενος ή στην επίσημη γλώσσα του αιτούμενου κράτους μέλους παραλαβής ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή η κοινοποίηση, εάν υφίστανται περισσότερες από μία επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, η παράλειψη χρήσης του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος II του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να διορθωθούν σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπει ο ίδιος κανονισμός, μέσω ενημέρωσης του ενδιαφερομένου σχετικά με το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Στις περιπτώσεις που η επίδοση ή η κοινοποίηση διενεργείται από δικαστήριο, το Γραφείο Αρωγής Δικαστικής Διοίκησης ή το Κέντρο Κοινών Διαδικασιών, το κόστος της υπηρεσίας βαρύνει τον αντίστοιχο δικαστικό φορέα, ο δε αιτών δεν οφείλει τέλος.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/04/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Γαλλία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Η επίδοση είναι μια μορφή κοινοποίησης.

Το άρθρο 651 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι «Οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν γνώση των πράξεων μέσω της κοινοποίησής τους».

Η κοινοποίηση μπορεί να λάβει τη μορφή «επίδοσης», δηλαδή να γίνει με πράξη δικαστικού επιμελητή (εδάφιο 2) ή να πραγματοποιηθεί χωρίς την παρέμβαση δικαστικού επιμελητή, με τον συνήθη τρόπο.

Η κανονικότητα της επίδοσης υπόκειται σε αυστηρές γενικές προϋποθέσεις σχετικά με τις επιτρεπόμενες ώρες και ημέρες, καθώς και σε επιβεβλημένες διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 653 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

  • Σύνδεσμος προς τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν τις κοινοποιήσεις και επιδόσεις: κάντε κλικ Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕΔΩ.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Όλες οι σημαντικές πράξεις μιας δίκης πρέπει να περιέρχονται σε γνώση του άλλου διαδίκου. Διαδικαστική είναι η πράξη που επιτρέπει την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, τη διασφάλιση της εξέλιξης της διαδικασίας, την αναστολή ή την παράτασή της, ή την εκτέλεση μιας απόφασης (παράδειγμα: κλήτευση, προτάσεις, υπόμνημα, επίδοση απόφασης).

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας θεσπίζει ένα μικτό σύστημα κοινοποίησης διαδικαστικών πράξεων: η κοινοποίηση μπορεί πάντα να γίνεται με επίδοση (άρθρο 651 τρίτο εδάφιο του ΚΠολΔ) ακόμη και όταν ο νόμος προβλέπει άλλο τρόπο. Αντιθέτως, όταν ο ίδιος ο νόμος προβλέπει επίδοση, η χρήση άλλου τρόπου δεν είναι νομότυπη.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Οι δικαστικοί επιμελητές διαθέτουν το μονοπώλιο της επίδοσης, είναι οι μόνοι εντολοδόχοι που είναι εξουσιοδοτημένοι να προβαίνουν σε επιδόσεις. Κατά την άσκηση αυτής της αποκλειστικής τους εξουσίας, έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ορκωτούς υπαλλήλους για τους οποίους παραμένουν αστικώς υπεύθυνοι.

Η κοινοποίηση των πράξεων με τον συνήθη τρόπο μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο οφείλει να αναφέρει κατά την κοινοποίηση το όνομα και το επώνυμό του, τον διακριτικό τίτλο ή την εταιρική επωνυμία του και την κατοικία ή την έδρα του (άρθρο 665 του ΚΠολΔ). Η κοινοποίηση μπορεί επίσης να πραγματοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας ενός δικαστηρίου (σε ορισμένες περιπτώσεις για την κλήση προς ακρόαση ή την κοινοποίηση δικαστικής απόφασης).

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Όταν από μια γαλλική αρχή (εισαγγελική αρχή ή δικαστικό επιμελητή) ζητείται να κοινοποιήσει πράξη προερχόμενη από το εξωτερικό και αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο δεν κατοικεί πλέον στη διεύθυνση που υποδεικνύεται, εναπόκειται στην εν λόγω αρχή να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να μάθει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερομένου.

Για τον σκοπό αυτό, η εισαγγελική αρχή μπορεί να έχει πρόσβαση σε διάφορα μητρώα, ιδίως στα μητρώα κοινωνικής ασφάλισης. Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται αφορούν τη διεύθυνση του οφειλέτη, τη διεύθυνση του εργοδότη του και κάθε ίδρυμα στο οποίο τηρείται λογαριασμός στο όνομα του οφειλέτη, εξαιρουμένης οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, το άρθρο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροL. 152-1 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις προβλέπει άμεση πρόσβαση των δικαστικών επιμελητών σε πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους διοικήσεις ή υπηρεσίες του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και επιχειρήσεις και οργανισμοί που υπόκεινται σε διοικητικό έλεγχο.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Εκτός από τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στο κοινό (για παράδειγμα, ο τηλεφωνικός κατάλογος), οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή οι διάδικοι δεν έχουν πρόσβαση σε μητρώα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως π.χ. η διεύθυνση του οφειλέτη.

Αυτή η πρόσβαση, κατά το γαλλικό δίκαιο, μπορεί να χορηγηθεί μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ή στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, κατόπιν απόφασης του δικαστηρίου (βλ. ερώτηση 1.3.).

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Καμία διάταξη του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν απαγορεύει την προσφυγή στον κανονισμό αριθ. 1206/2001 για τη διαπίστωση της διεύθυνσης ενός προσώπου. Ωστόσο, ο προαναφερθείς κανονισμός θα πρέπει να σέβεται τις διατάξεις αυτού του κώδικα. Στο γαλλικό δίκαιο, όμως, ο πολιτικός δικαστής δεν έχει άμεση πρόσβαση στα δημοτολόγια, όπως σε άλλα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται η προσφυγή στον κανονισμό αριθ. 1206/2001 στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος θα κατείχε έγγραφο με τη διεύθυνση του ενδιαφερομένου. Σ’ αυτή την περίπτωση και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 138 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο δικαστής θα μπορούσε να διατάξει τον τρίτο να προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο, με τη διευκρίνιση ότι ο τρίτος θα μπορούσε να αντιτάξει νόμιμο κώλυμα (π.χ. δικηγορικό απόρρητο).

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Η κοινοποίηση με τον συνήθη τρόπο γίνεται μέσω επιστολής ή σφραγισμένου φακέλου (άρθρο 667 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) με το ταχυδρομείο ή με παράδοση έναντι αποδείξεως παραλαβής ή υπογραφής περιθωρίου. Πρέπει να περιέχει κάθε πληροφορία σχετική με το ονοματεπώνυμο ή την εταιρική επωνυμία του κοινοποιούντος καθώς και σχετικά με την κατοικία ή την έδρα του. Είναι απαραίτητο να ορίζει η κοινοποίηση το πρόσωπο του παραλήπτη (άρθρο 665 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η μη σημείωση των πληροφοριών αυτών επάγεται ακυρότητα της κοινοποίησης (άρθρο 693 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Όταν ο παραλήπτης είναι φυσικό πρόσωπο, η κοινοποίηση γίνεται στον τόπο όπου διαμένει ή σε οποιονδήποτε τόπο εφόσον η παράδοση πραγματοποιείται αυτοπροσώπως ή στον τόπο επιδόσεων, εάν ο νόμος το επιτρέπει ή το απαιτεί. Αν ο ενδιαφερόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η κοινοποίηση γίνεται στον τόπο όπου αυτό έχει εγκατάσταση ή, ελλείψει τέτοιου, σε ένα από τα μέλη του που είναι εξουσιοδοτημένο να την παραλάβει.

Για το πρόσωπο που προβαίνει στην κοινοποίηση, ημερομηνία κοινοποίησης θεωρείται η ημέρα αποστολής της επιστολής που αναγράφεται στη σφραγίδα της υπηρεσίας αποστολής. Για το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση, ημερομηνία κοινοποίησης θεωρείται η ημέρα παραλαβής της επιστολής. Εάν πρόκειται για συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, ημερομηνία κοινοποίησης θεωρείται η ημερομηνία που τίθεται από την ταχυδρομική υπηρεσία κατά την παράδοση της επιστολής στον παραλήπτη.

Η κοινοποίηση μεταξύ δικηγόρων εφαρμόζεται όταν ένας δικηγόρος πρέπει να κοινοποιήσει πράξη σε συνάδελφό του (άρθρα 671 έως 673 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Γίνεται πάντοτε στο εσωτερικό του Δικαστικού Μεγάρου με δύο τρόπους: επίδοση (απαιτεί παρέμβαση δικαστικού επιμελητή ο οποίος επιθέτει τη σφραγίδα του και την υπογραφή του στην πράξη και το αντίγραφό της) ή αυτοπρόσωπη κοινοποίηση (πραγματοποιείται με την παράδοση της πράξης εις διπλούν στον παραλήπτη δικηγόρο, ο οποίος επιστρέφει στον παραδόντα ένα εκ των αντιτύπων υπογεγραμμένο και με σημείωση της ημερομηνίας).

Οι επιδόσεις διενεργούνται από τους δικαστικούς επιμελητές εντός της περιφέρειας του πολυμελούς πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας τους. Στην πράξη, καμία επίδοση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτός εργάσιμων ημερών ή νωρίτερα από τις έξι το πρωί ή αργότερα από τις εννιά το βράδυ, εκτός αν δοθεί άδεια από τον δικαστή. Το άρθρο 663 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαριθμεί ορισμένα στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται και στα δύο πρωτότυπα των πράξεων του δικαστικού επιμελητή και κάθε παρατυπία επάγεται ακυρότητα της επίδοσης (άρθρο 693 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η επίδοση γίνεται σε πρόσωπο ή, εφόσον αυτό δεν είναι εφικτό, σε κατοικία ή διαμονή. Εάν οι όροι για τη χρησιμοποίηση του δεύτερου αυτού τρόπου δεν πληρούνται, η επίδοση πραγματοποιείται με την αποστολή κλήσης στον παραλήπτη (επίδοση σε γραφείο δικαστικού επιμελητή).

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Το άρθρο 748-1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι οι πράξεις αποστολής, επίδοσης ή κοινοποίησης διαδικαστικών πράξεων, αποδεικτικών εγγράφων, ανακοινώσεων, ειδοποιήσεων ή κλήσεων, εκθέσεων, πρακτικών, καθώς και αποφάσεων που έχουν περιβληθεί εκτελεστό τύπο και αντιγράφων αυτών, μπορούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα.

Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στις δημόσιες υπηρεσίες στο πεδίο της δικαιοσύνης είχε ως αποτέλεσμα να διευκρινιστούν οι λεπτομέρειες της επίδοσης που διεξάγεται από τους δικαστικούς επιμελητές με ηλεκτρονικά μέσα.

Η κοινοποίηση μεταξύ δικηγόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω του ιδιωτικού εικονικού δικτύου δικηγόρων (RPVA) που επίσης χρησιμοποιείται για τη διαδικαστική επικοινωνία μεταξύ δικηγόρων και δικαστηρίων.

Καταρχήν, οι τεχνικοί κανόνες που καθορίζουν συγκεκριμένα πώς πρέπει να γίνεται η ηλεκτρονική επικοινωνία επιτρέπουν την ηλεκτρονική επικοινωνία ορισμένων μόνο επαγγελματιών, ιδίως δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών.

Η ηλεκτρονική επικοινωνία είναι δυνατή ενώπιον των περισσοτέρων δικαστηρίων (πρωτοδικείων, εμπορικών δικαστηρίων, εφετείων, ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας).

Επιπλέον, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και υπό σαφώς καθορισμένους όρους, ορισμένες πράξεις της γραμματείας του δικαστηρίου (κλήση στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία ή κλήτευση ορισμένων νομικών προσώπων) μπορούν να απευθύνονται σε διάδικο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (άρθρα 748-8 και 748-9 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σε κάθε περίπτωση, ο παραλήπτης της πράξης πρέπει να συναινεί ρητά στη χρήση ηλεκτρονικών μέσων.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η κοινοποίηση, πρέπει να διενεργείται επίδοση.

Η επίδοση γίνεται «είτε σε κατοικία είτε, ελλείψει γνωστής κατοικίας, σε διαμονή». Ο δικαστικός επιμελητής πρέπει επομένως να προβαίνει σε όλες τις έρευνες που απαιτούνται για τον εντοπισμό του τόπου κατοικίας του παραλήπτη, προτού παραδώσει την πράξη στον τόπο διαμονής.

Όταν ο παραλήπτης της πράξης έχει γνωστή κατοικία ή διαμονή και ο δικαστικός επιμελητής δεν τον βρίσκει εκεί, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να προβεί σε έγκυρη επίδοση μόνο παραδίδοντας αντίγραφο της πράξης σε οποιοδήποτε πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατοικία ή τη διαμονή. Όταν η πράξη δεν παραδίδεται αυτοπροσώπως, πρέπει να τηρηθούν μια σειρά από διατυπώσεις που σκοπό έχουν να προστατεύσουν τα συμφέροντα του παραλήπτη: πρέπει να αναγράφονται ορισμένα στοιχεία σε αντίγραφο που παραδίδεται με σφραγισμένο φάκελο και πρέπει να αποστέλλεται ειδοποίηση στον ενδιαφερόμενο με απλή επιστολή.

Όταν ο παραλήπτης της πράξης δεν έχει γνωστή κατοικία ή διαμονή ή γνωστό τόπο εργασίας, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί εγκύρως να αποθέσει την πράξη στο γραφείο του. Για τον σκοπό αυτό, συντάσσει έκθεση στην οποία αναφέρει επακριβώς τις επιμελείς ενέργειες στις οποίες προέβη για να εντοπίσει τον ενδιαφερόμενο. Την ίδια ημέρα ή το αργότερο την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα, πρέπει να αποστείλει στον παραλήπτη, στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής, αντίγραφο της έκθεσης και της πράξης που αποτελεί αντικείμενο της επίδοσης. Την ίδια ημέρα, ο δικαστικός επιμελητής ενημερώνει τον παραλήπτη με απλή επιστολή για την ολοκλήρωση της τυπικής αυτής διαδικασίας.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Η επίδοση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε την ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε αυτοπροσώπως, σε κατοικία ή σε διαμονή. Καθώς η επίδοση στο γραφείο του δικαστικού επιμελητή «γίνεται κατ’ οίκον», την ημερομηνία της επίδοσης προσδιορίζει το δελτίο διέλευσης και όχι η απόθεση του αντιγράφου στο γραφείο του δικαστικού επιμελητή. Οι κανόνες για τον καθορισμό της ημερομηνίας επίδοσης εφαρμόζονται ακόμη και εάν είναι απαραίτητο να αποσταλεί ειδοποίηση.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Εάν ο παραλήπτης απουσιάζει κατά τη διέλευση του ταχυδρόμου για την παράδοση συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής, ενημερώνεται από το δελτίο διέλευσης ότι μπορεί να παραλάβει το αντίγραφο της πράξης από το ταχυδρομείο εντός καθορισμένης προθεσμίας.

Εάν ο δικαστικός επιμελητής είναι βέβαιος ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στην επιδιδόμενη πράξη είναι ορθή, αλλά ότι δεν δύναται να παραδώσει την πράξη αυτοπροσώπως, αφήνει στο γραμματοκιβώτιο ειδοποίηση με την οποία καλεί τον παραλήπτη να παραλάβει το αντίγραφο της πράξης από το γραφείο του (άρθρο 656 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Η συναίνεση του ενδιαφερομένου, δηλαδή του παραλήπτη της πράξης, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παράδοση της πράξης στο εν λόγω πρόσωπο, επομένως ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο παραλήπτης της πράξης δεν επιθυμεί να παραλάβει την πράξη που του επιδεικνύει ο δικαστικός επιμελητής, γίνεται παρόλα αυτά επίδοση στον ενδιαφερόμενο. Πράγματι, θα ήταν αδύνατον ο δικαστικός επιμελητής να εξαναγκάσει τον παραλήπτη να λάβει την πράξη σε περίπτωση που αρνείται να παραλάβει αρκεί ο δικαστικός επιμελητής να καταθέσει αντίγραφο στον παραλήπτη όταν τον βρίσκει στο σπίτι του. Έτσι, η επίδοση είναι έγκυρη ακόμη και όταν ο δικαστικός επιμελητής την αποθέτει επάνω σε έπιπλο, σε περίπτωση που ο παραλήπτης αρνείται να την παραλάβει (Εφετείο Παρισιού, 12 Δεκεμβρίου 1906, S. 1907. 2.109).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Στο πλαίσιο των ταχυδρομικών ειδοποιήσεων, το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράδοση της επιστολής με αποδεικτικό παραλαβής δεν μπορεί, καταρχήν, να την παραδώσει σε πρόσωπο άλλο από αυτό στο οποίο απευθύνεται η επιστολή, εκτός αν ο παραλήπτης έχει εξουσιοδοτήσει τρίτο πρόσωπο για την παραλαβή τέτοιων πράξεων.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Στην περίπτωση που ο παραλήπτης της πράξης ή πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή επιστολών με απόδειξη παραλαβής δεν μπόρεσε να λάβει την πράξη που αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης, η κοινοποίηση δεν είναι νομότυπη και πρέπει να επαναληφθεί με επίδοση από δικαστικό επιμελητή.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Όταν το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράδοση της επιστολής με αποδεικτικό παραλαβής εμφανίζεται στην κατοικία του παραλήπτη της πράξης, αλλά αυτός (ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει συστημένες επιστολές με απόδειξη παραλαβής) απουσιάζει, ο ταχυδρόμος αφήνει στο γραμματοκιβώτιο του ενδιαφερομένου δελτίο διέλευσης. Αυτό το δελτίο διέλευσης αναφέρει ότι η επιστολή βρίσκεται στο ταχυδρομείο και είναι στη διάθεση του ενδιαφερομένου και ότι αυτός μπορεί να την παραλάβει εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών. Εάν ο ενδιαφερόμενος δεν παραλάβει την επιστολή εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η επιστολή επιστρέφεται στον αποστολέα.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Όταν η κοινοποίηση γίνεται με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, ο ταχυδρόμος παραδίδει τον φάκελο στον παραλήπτη ο οποίος υπογράφει την απόδειξη παραλαβής. Αυτή διαβιβάζεται στον αποστολέα ως απόδειξη της ιδιόχειρης παράδοσης της πράξης. Όταν ο παραλήπτης δεν παραλαμβάνει τον φάκελο από το ταχυδρομείο ή όταν, για παράδειγμα, η διεύθυνση είναι εσφαλμένη, ο αποστολέας λαμβάνει επίσης αποδεικτικό μη παράδοσης, μετά την πάροδο προθεσμίας 15 ημερών από την ειδοποίηση διέλευσης

Όταν η πράξη επιδίδεται, ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει στο πρακτικό της επίδοσης τις επιμελείς ενέργειες που πραγματοποίησε για την ομαλή διενέργεια της επίδοσης κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 655 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το οποίο ορίζει στο δεύτερο εδάφιο ότι «ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να σημειώνει στην πράξη τις επιμελείς ενέργειες που πραγματοποίησε ώστε να επιδώσει αυτοπροσώπως στον παραλήπτη και τις περιστάσεις στις οποίες οφείλεται η αδυναμία επίδοσης».

Ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει συνεπώς στην έκθεση σε ποιον μπόρεσε να παραδώσει την πράξη και ενημερώνει σχετικά τον εντολέα.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Οι πράξεις πρέπει καταρχήν να κοινοποιούνται αυτοπροσώπως. Ωστόσο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το γεγονός ότι κοινοποιούνται σε τρίτους δεν καθιστά αναγκαστικά την κοινοποίηση μη κανονική.

Έτσι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 670 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί στην κατοικία ή τη διαμονή όταν η απόδειξη παραλαβής υπογράφεται από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο. Αυτή η κοινοποίηση μπορεί να έχει συνέπειες στον χαρακτηρισμό της απόφασης (η απόφαση χαρακτηρίζεται ως εκδοθείσα κατ’ αντιμωλία ή ως εκδοθείσα ερήμην εάν το πρόσωπο δεν είναι παρόν), αλλά είναι εξίσου κανονική.

Στις άλλες περιπτώσεις, δηλαδή εάν η διεύθυνση κοινοποίησης με συστημένη επιστολή είναι εσφαλμένη ή εάν ο παραλήπτης δεν παρέλαβε τον φάκελο από το ταχυδρομείο, ο γραμματέας του δικαστηρίου πρέπει να καλέσει τον διάδικο επισπεύσει επίδοση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 670-1 του εν λόγω κώδικα. Αυτή η ενέργεια επιτρέπει να θεραπευθεί η μη κανονικότητα της κοινοποίησης της πράξης.

Ομοίως, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να παραδώσει την πράξη σε πρόσωπο άλλο από τον παραλήπτη, π.χ. σε μέλος της οικογένειας που βρίσκεται στο σπίτι. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος παραλαμβάνει αντίγραφο της πράξης σε σφραγισμένο φάκελο και ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει στο πρακτικό της επίδοσης το όνομα του προσώπου που παρέλαβε την πράξη (άρθρα 655 και 657 του ίδιου κώδικα).

Εάν ο δικαστικός επιμελητής μπόρεσε να επαληθεύσει ότι ο παραλήπτης πράγματι διαμένει στην αναγραφόμενη διεύθυνση, μπορεί επίσης να αφήσει ειδοποίηση στο γραμματοκιβώτιο, καλώντας τον παραλήπτη να παραλάβει τον φάκελο από το γραφείο του. Σ’ αυτή την περίπτωση, η επίδοση είναι κανονική και λογίζεται γενομένη κατ’ οίκον, επάγεται δε τις συνέπειες που έχουν αναφερθεί όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της απόφασης (άρθρο 656 του ιδίου κώδικα).

Τέλος, η αυτόβουλη παρουσία του εναγομένου κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση ενώπιον πρωτοδικείου, εμποροδικείου και εργατοδικείου επιτρέπει την παράλειψη κοινοποίησης ή επίδοσης του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης εφόσον τα μέρη συναινούν (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, τμήμα εργατικών υποθέσεων, 16 Μαΐου 1990).

Πέραν αυτών των περιπτώσεων, η μη κανονικά επιδοθείσα ή κοινοποιηθείσα πράξη δεν έχει καμία αξία και δεν γεννά κανένα δικαίωμα. Ειδικότερα, δεν αποτελεί αφετηρία προθεσμίας άσκησης ενδίκου μέσου.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Την 1η Ιουλίου 2017 τα έξοδα της κοινοποίησης μιας πράξης με συστημένη επιστολή ανέρχονται στο κόστος της συστημένης αποστολής ή σε 5,10 EUR για επιστολή βάρους έως και 20 γραμμαρίων η οποία αποστέλλεται από τη Γαλλία και προς τη Γαλλία.

Τα έξοδα των πράξεων του δικαστικού επιμελητή προσδιορίζονται με βάση το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδιάταγμα της 26ης Φεβρουαρίου 2016 για τον νομοθετικό καθορισμό των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών. Το κόστος επίδοσης ποικίλλει ανάλογα με τη φύση της πράξης και τα ποσά που αφορά, αλλά είναι συνήθως μικρότερο των 50 EUR.

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/11/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Κροατία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Στην πράξη, η «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων» συνιστά νομικό όρο, κατά τον οποίο τα έγγραφα που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται στους διαδίκους.

Τα σημεία  6, 7 και 8 της πρώτης παραγράφου του άρθρου 4 του Διατάγματος περί Διοικητικών Συναλλαγών (Uredba o uredskom poslovanju) (εφεξής: Το Διάταγμα), Narodne Novine (NN Εφημερίδα Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας), αριθ. 7/09 προβλέπουν ότι τα εν λόγω έγγραφα μπορεί να είναι δικόγραφα ή επίσημες πράξεις.

— δικόγραφο είναι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο που χρησιμοποιεί διάδικος, ή το έγγραφο με το οποίο συμπληρώνει ή τροποποιεί αίτηση ή άλλο ένδικο βοήθημα ή αποτρέπει την εκδίκαση του εν λόγω βοηθήματος.

Το άρθρο 14 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Zakon o parničnom postupku) (NN αριθ. 53/91, 91/92, 58/93, 112/99, 88/01, 117/03, 88/05, 02/07, 84/08, 123/08, 57/11, 148/11, 25/13 και 89/14εφεξής ΚΠολΔ) προβλέπει ότι όπου ο νόμος δεν ορίζει τον τύπο που πρέπει να φέρουν συγκεκριμένες πράξεις, οι διάδικοι εκτελούν τις δικονομικές πράξεις είτε εξωδικαστικά και εγγράφως είτε προφορικά στο ακροατήριο.

Το άρθρο 106 του ΚΠολΔ ορίζει ότι τα δικόγραφα —οι αγωγές, οι προτάσεις σε αγωγές, τα ένδικα μέσα και λοιπές δηλώσεις, προτάσεις και εξωδικαστικές κοινοποιήσεις— πρέπει να κατατίθενται εγγράφως.

Δικόγραφα είναι επομένως τα έγγραφα που συντάσσουν οι κύριοι διάδικοι και οι λοιποί παρεμβαίνοντες σε δίκη, και τα χρησιμοποιούν για την εκτέλεση δικονομικών πράξεων.

— πράξη είναι το έγγραφο που εκδίδει δημόσια αρχή, με το οποίο αποφασίζει σχετικά με υπόθεση, απαντά σε δικόγραφο διαδίκου ή καθορίζει, τερματίζει ή καθιστά οριστικές τις επίσημες πράξεις, και διεξάγει επίσημη αλληλογραφία του διαδίκου με άλλα όργανα ή με νομικά πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία.

Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, όπως ορίζεται στη νομοθεσία, είναι η απαιτούμενη ενέργεια των αρμόδιων αρχών και προσώπων, μέσω της οποίας οι παραλήπτες αποκτούν πρόσβαση στο περιεχόμενο των εγγράφων που τους απευθύνονται. Τούτο είναι σημαντικό, διότι σε αδυναμία επίδοσης ή κοινοποίησης σε διάδικο, ο τελευταίος στερείται το δικαίωμα ακρόασης, γεγονός το οποίο σε κάθε περίπτωση συνιστά ουσιώδη παραβίαση των διατάξεων που διέπουν τις νομικές πράξεις και συνεπάγεται την τυχόν άσκηση έκτακτου ένδικου βοηθήματος.

Η επίδοση ή κοινοποίηση της αγωγής στον εναγόμενο αποτελεί επίσης αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ξεκινά από την ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης της αγωγής στον εναγόμενο (πρώτη παράγραφος του άρθρου 194 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ειδικοί κανόνες εφαρμόζονται στην επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, καθώς αυτή συνιστά αναγκαία διαδικαστική πράξη της δίκης κατ’ αντιμωλία, η οποία απορρέει από την αρχή του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων τούτο συνίσταται στην υποχρεωτική παροχή πρόσβασης των διαδίκων σε πληροφορίες για τον τόπο και τον χρόνο της διαδικασίας στο ακροατήριο και των επίδικων πραγματικών περιστατικών. Επιπλέον, η δίκη επί αγωγής δεν ξεκινά, παρεκτός αν η αγωγή έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εναγόμενο σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες. Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων είναι σημαντική επίσης, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις η προθεσμία που έχουν οι διάδικοι για να προβούν σε διαδικαστικές πράξεις (προτάσεις σε αγωγή, έφεση) ξεκινά από τον χρόνο επίδοσης ή κοινοποίησης του σχετικού εγγράφου, δηλαδή κατά τη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου είναι αναγκαία η διενέργεια κάθε απαιτούμενης πράξης ώστε οι παραλήπτες να ενημερώνονται για το περιεχόμενο των εγγράφων που τους επιδίδονται ή κοινοποιούνται (αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προφορικής και έγγραφης παράστασης). H επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται προσηκόντως γενόμενη μόνο εφόσον έχουν τηρηθεί οι κανόνες που τη διέπουν.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Δικαστικές πράξεις, εντάλματα είσπραξης, διατάξεις δικαστηρίου και λοιπές δικαστικές αποφάσεις οι οποίες εφεσιβάλλονται αυτοτελώς και έναντι των οποίων είναι δυνατό να ασκηθούν ένδικα μέσα, πρέπει να επιδίδονται στον ενδιαφερόμενο διάδικο αυτοπροσώπως ομοίως, σε κάθε άλλο έγγραφο σχετικά με το οποίο κατά τον νόμο ή την κρίση του δικαστηρίου είναι αναγκαία η λήψη ειδικών προληπτικών μέτρων λ.χ. όταν χορηγούνται πρωτότυπα έγγραφα ταυτοποίησης προσώπου ή για άλλους όμοιους λόγους (πρώτη παράγραφος του άρθρου 142 του ΚΠολΔ).

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Ο τίτλος 11 του ΚΠολΔ περιλαμβάνει διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων.

Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 133 του ΚΠολΔ προβλέπει τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων, ορίζοντας ότι τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται ταχυδρομικά ή από διορισμένο δικαστικό επιμελητή ή δικαστικό υπάλληλο, από αρμόδιο διοικητικό όργανο, συμβολαιογράφο ή απευθείας από το δικαστήριο, ή εναλλακτικά, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.

Το άρθρο 133a του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε συνέχεια αιτήματος διαδίκου ο οποίος δηλώνει ότι αναλαμβάνει τα έξοδα που θα ανακύψουν, το δικαστήριο δύναται, με διάταξή του η οποία δεν εφεσιβάλλεται, να αναθέσει την επίδοση ή κοινοποίηση σε συμβολαιογράφο. Ο συμβολαιογράφος δύναται να υποκατασταθεί στην εκτέλεση του εν λόγω καθήκοντος από συμβολαιογραφικό ελεγκτή ή συμβολαιογραφικό σύμβουλο ή από ασκούμενο συμβολαιογράφο.

Το άρθρο 133b του ΚΠολΔ ορίζει ότι αν, πριν από την κατάθεση αγωγής στο δικαστήριο, με έγγραφη συμφωνία που καταρτίζεται με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος συμφωνεί να του επιδίδονται ή κοινοποιούνται τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας την οποία αφορά η συμφωνία, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Κροατίας ή μέσω συγκεκριμένου προσώπου στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Κροατίας, τότε η αγωγή και τα έγγραφα της δικογραφίας επιδίδονται ή κοινοποιούνται στον εναγόμενο, με επιμέλεια του ενάγοντος, στην εν λόγω διεύθυνση ή στο εν λόγω πρόσωπο. Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση καθίσταται αδύνατη, το δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία αποφασίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση κάθε περαιτέρω εγγράφου στον εναγόμενο θα γίνεται με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

To άρθρο 133c του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε περίπτωση που οι διάδικοι καταρτίζουν σχετική συμφωνία κατά τη διάρκεια της δίκης, το δικαστήριο αποφασίζει την απευθείας ανταλλαγή δικογράφων και λοιπών εγγράφων μεταξύ τους μέσω συστημένης επιστολής με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής. Αν οποιοσδήποτε διάδικος είναι νομικό πρόσωπο ή φυσικό πρόσωπο με επίσημη επαγγελματική έδρα, τα έγγραφα μπορούν να παραδίδονται εξαρχής στην εν λόγω επαγγελματική έδρα με αποδεικτικό παραλαβής του εγγράφου, το οποίο φέρει την επίσημη σφραγίδα του προσώπου. Σε κατ’ αντιμωλία δίκη, όπου αμφότεροι οι διάδικοι εκπροσωπούνται από δικηγόρους ή δημόσιους κατήγορους, το δικαστήριο δύναται να διατάξει τους εκπροσώπους των μερών να αποστέλλουν απευθείας δικόγραφα μεταξύ τους —ταχυδρομικά με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής ή με απευθείας παράδοση στο γραφείο ή την έδρα εκάστου.

Το άρθρο 134a ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σε νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο σε μητρώο δικαστηρίου ή σε άλλο μητρώο, γίνεται στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή. Αν η επίδοση ή κοινοποίηση στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή δεν είναι δυνατή, τότε η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται στη διεύθυνση της έδρας του εν λόγω προσώπου, όπως αυτή προκύπτει από το μητρώο. Αν η επίδοση είναι αδύνατη και στην εν λόγω διεύθυνση, τότε αυτή γίνεται με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει για φυσικά πρόσωπα που ασκούν εγγεγραμμένες σε μητρώο επαγγελματικές δραστηριότητες (έμποροι, πωλητές, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, ιατροί κ.ο.κ), στην περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση στα εν λόγω πρόσωπα αφορά την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Το άρθρο 134b του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε συνέχεια αιτήματος ορισμένου προσώπου και έγκρισης αυτού από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται σε αυτόν/αυτή στο δικαστήριο, ενώ τα έγγραφα που απευθύνονται σε αυτόν/αυτή από το δικαστήριο τοποθετούνται σε ταχυδρομική θυρίδα σε αίθουσα ειδικά ορισμένη για τον σκοπό αυτό από το δικαστήριο. Η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται από υπάλληλο του δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, μπορεί με διάταξή του, η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο διοικητικής δίκης, να διατάξει ότι όλοι οι δικηγόροι με την επαγγελματική τους έδρα καθώς και οι συμβολαιογράφοι με έδρα εντός των ορίων τοπικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου θα παραλαμβάνουν δικαστικά έγγραφα μέσω των προαναφερόμενων ταχυδρομικών θυρίδων.

Το άρθρο 135 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση κλητεύσεων σε στρατιωτικό προσωπικό, μέλη των αστυνομικών δυνάμεων και σε πρόσωπα που εργάζονται στις υπηρεσίες χερσαίων, παραποτάμιων, θαλάσσιων και εναέριων μεταφορών γίνεται μέσω του διοικητή ή του αμέσως ανώτερου στην ιεραρχία. Αν είναι αναγκαίο, με τον ίδιο τρόπο επιδίδονται ή κοινοποιούνται στους ανωτέρω και άλλα έγγραφα.

Το άρθρο 136 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σε πρόσωπα ή φορείς του εξωτερικού ή σε αλλοδαπούς με δικαίωμα ασυλίας, γίνεται μέσω των διπλωματικών διαύλων, εκτός αν άλλως ορίζεται σε διεθνή σύμβαση ή στον ΚΠολΔ (άρθρο 146). Η επίδοση ή κοινοποίηση σε υπηκόους της Δημοκρατίας της Κροατίας στο εξωτερικό μπορεί να γίνει μέσω του αρμόδιου προξένου ή του διπλωματικού αντιπροσώπου της Δημοκρατίας της Κροατίας ο οποίος εκτελεί προξενικά καθήκοντα στην υπόψη χώρα του εξωτερικού. Η εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση είναι έγκυρη μόνον αν το πρόσωπο στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου συμφωνεί να την παραλάβει.

Το άρθρο 137 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σε πρόσωπα που στερούνται την ελευθερία τους γίνεται στη διεύθυνση της φυλακής, ή του σωφρονιστικού καταστήματος ή του αναμορφωτηρίου.

Επιδόσεις ή κοινοποιήσεις σε πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 141 και 142 του ΚΠολΔ (φυσικά πρόσωπα με μη εγγεγραμμένη επαγγελματική έδρα και φυσικά πρόσωπα με εγγεγραμμένη επαγγελματική έδρα, όταν η επίδικη υπόθεση δεν αφορά την επαγγελματική τους δραστηριότητα) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι δυνατό να γίνονται ξανά με ανάρτηση των εγγράφων στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Aν η διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στο οποίο πρόκειται να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί σε συνέχεια αιτήματος αρμόδιας αλλοδαπής αρχής, έχει στο μεταξύ αλλάξει και ως εκ τούτου η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου είναι αδύνατη, το Δικαστήριο της Κροατίας υποχρεούται σύμφωνα με το άρθρο 143 του ΚΠολΔ να επιχειρήσει την επίδοση του εγγράφου στον τόπο διαμονής του προσώπου στην Κροατία, όπως αυτή προκύπτει από το μητρώο του Υπουργείου Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Κροατίας.

Σε περίπτωση αποδεδειγμένου έννομου συμφέροντος, είναι δυνατή η υποβολή αιτήματος σε αστυνομική αρχή για παροχή πληροφοριών σχετικά με τον τόπο της μόνιμης ή προσωρινής διαμονής προσώπου στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση σε αστικές υποθέσεις.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Το Δικαστικό Μητρώο Επιχειρηματικών Φορέων της Δημοκρατίας της Κροατίας είναι δημόσια υπηρεσία η οποία παρέχει σε αλλοδαπές δικαστικές αρχές και/ή σε διαδίκους ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που χρειάζονται σχετικά με κροατικές επιχειρήσεις στον ακόλουθο υπερσύνδεσμο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://sudreg.pravosudje.hr/registar/f?p=150:1

Οι διευθύνσεις των φυσικών προσώπων δεν διατίθενται δημόσια και αποκλειστική πρόσβαση σε αυτές έχει το Υπουργείο Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Κροατίας.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Η κροατική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει κανόνες που προβλέπουν τον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια οφείλουν να ενεργούν κατά την εφαρμογή του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου περί συνεργασίας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Ωστόσο, από προηγούμενη πείρα προκύπτει ότι τα κροατικά δικαστήρια ανταποκρίνονται και διαχειρίζονται εγκαίρως αιτήματα γνωστοποίησης της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου, τα οποία έχουν ληφθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται κανονικά μέσω ταχυδρομείου ή από διορισμένο δικαστικό επιμελητή. Οι εναλλακτικά εφαρμόσιμες μέθοδοι παρατίθενται στα άρθρα 133-137 του ΚΠολΔ. Σε αυτές περιλαμβάνεται η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων μέσω αρμόδιου διοικητικού οργάνου, συμβολαιογράφου ή απευθείας στο δικαστήριο, άλλως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα έγγραφα μπορούν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται με ανάρτηση τους στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η επίδοση εγγράφων τηλεφωνικά, μέσω φαξ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιτρέπεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην πέμπτη παράγραφο του άρθρου 193 του ΚΠολΔ και στην έβδομη παράγραφο του άρθρου 321 του ΚΠολΔ (γνωστοποίηση του εφετείου προς πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την έκδοση της εφετειακής απόφασης και γνωστοποίηση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε εφετείο σχετικά με απόσυρση έφεσης ή με απόφαση των διαδίκων να έλθουν σε διακανονισμό).

Το άρθρο 495 του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε επείγουσες περιπτώσεις η ημερομηνία δικασίμου ενδέχεται να ορίζεται τηλεφωνικά, μέσω τηλεγραφήματος ή ηλεκτρονικής επιστολής σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία ή με άλλους κατάλληλους τρόπους. Επίσημη υπόμνηση τίθεται σχετικά, σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλη έγγραφη απόδειξη ορισμού δικασίμου.

Το άρθρο 507o ορίζει ότι τα προβλεπόμενα στον κανονισμό αριθ. 861/2007 έντυπα και άλλες αιτήσεις ή δηλώσεις μπορούν να υποβάλλονται μέσω φαξ ή ηλεκτρονικής επιστολής. Ο αρμόδιος για τις δικαστικές υποθέσεις υπουργός οφείλει να εκδίδει ειδικά διατάγματα για την υποβολή πράξεων μέσω φαξ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και πρέπει ομοίως να προσδιορίζει σε αυτά την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους. Με δεδομένο ότι τα εν λόγω διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα οι τεχνικές προδιαγραφές χρήσης του εν λόγω τύπου κοινοποίησης δεν πληρούνται ακόμη.

Καταρχήν, ωστόσο, τα άρθρα 492a, 492b και 492c προβλέπουν τη μέθοδο της επίδοσης και τους κανόνες επίδοσης ή κοινοποίησης δικογράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε υποθέσεις ενώπιον των εμπορικών δικαστηρίων. Αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, είναι αναγκαία η έκδοση διαταγμάτων που καθορίζουν το περιεχόμενο και τη δομή της μορφής των εν λόγω κοινοποιήσεων, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους είναι δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των δικογράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα αρχεία που πρέπει να τηρούνται όταν τα δικόγραφα αποστέλλονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (μορφότυπος των ηλεκτρονικών επιστολών) και την οργάνωση και τις λειτουργικές ιδιότητες του πληροφοριακού συστήματος. Με δεδομένο ότι τα προαναφερόμενα διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, οι προδιαγραφές χρήσης του εν λόγω τύπου κοινοποίησης δεν πληρούνται ακόμη.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 142  του ΚΠολΔ προβλέπει ότι σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης σε πρόσωπο το οποίο δεν βρίσκεται στην διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή ή στο έγγραφο, το αρμόδιο όργανο της επίδοσης ή κοινοποίησης αποκτά πληροφορίες για τον χρόνο και τον τόπο κατά τον οποίο ο παραλήπτης θα βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση, και μπορεί να αφήσει στο πρόσωπο που ορίζεται στην πρώτη, δεύτερη ή τρίτη παράγραφο του άρθρου 141 του ΚΠολΔ έγγραφη ειδοποίηση ζητώντας από τον παραλήπτη να βρίσκεται στη διεύθυνση κατοικίας ή στον χώρο εργασίας σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, ώστε να παραλάβει το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο. Αν κατόπιν της εν λόγω ειδοποίησης, το όργανο της επίδοσης εξακολουθεί να μην βρίσκει το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση, θα προχωρήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 141 του ΚΠολΔ, ανάλογα με τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου.

Όσον αφορά τα ανωτέρω, στην πράξη, οι διατάξεις του άρθρου 37 του Νόμου περί Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (NN αριθ. 144/12 και 153/13) ισχύουν ως υποκατάστατη επίδοση ή κοινοποίηση. Ο νόμος ορίζει ότι οι ταχυδρομικές αποστολές, με εξαίρεση τις απλές ταχυδρομικές αποστολές, πρέπει να παραδίδονται στον παραλήπτη, τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή το εξουσιοδοτημένο ειδικά προς τούτο πρόσωπο. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, αν ο ταχυδρομικός φάκελος δεν μπορεί να παραδοθεί σε οποιοδήποτε από τα παρατιθέμενα πρόσωπα, τότε αυτός είναι δυνατό να παραδοθεί σε ενήλικο σύνοικο, σε πρόσωπο που ανήκει στο μόνιμο οικιακό προσωπικό ή σε μόνιμο εργαζόμενο στα γραφεία της επιχείρησης του παραλήπτη ή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στα γραφεία του νομικού προσώπου ή της ατομικής επιχείρησης στην οποία ο παραλήπτης έχει τη μόνιμη εργασία του. Αν οι αποστολές δεν είναι δυνατό να παραδοθούν κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, αφήνεται ειδοποίηση στην ταχυδρομική θυρίδα του παραλήπτη, με την οποία ενημερώνεται ο παραλήπτης για τον χρόνο και τον τόπο της παραλαβής της αποστολής. Κανονικά ο ταχυδρόμος αφήνει σημείωμα με το οποίο ενημερώνει τον παραλήπτη ότι η αποστολή μπορεί να παραληφθεί στο καθορισμένο κατάστημα ταχυδρομείου εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία παράδοσης του σημειώματος. Αν ο παραλήπτης δεν παραλάβει την αποστολή εντός του ανωτέρω διαστήματος ο πάροχος θα επιστρέψει το αποσταλθέν στον αποστολέα.

Η ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου αποτελεί την ύστατη λύση για την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου (άρθρα 133b, 134a, 134b, 143 και 144 του ΚΠολΔ).

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Αν χρησιμοποιείται άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης, τα έγγραφα λογίζονται επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα κατά την ημερομηνία που παραδίδονται στον παραλήπτη ή σε εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή του εγγράφου πρόσωπο για λογαριασμό του παραλήπτη ή σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων, μετά την παρέλευση οκτώ ημερών από την ανάρτηση του εγγράφου στον πίνακα ανακοινώσεων.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Το άρθρο 37 του Νόμου περί Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (NN αριθ. 144/12 και 153/13) ορίζει ότι οι ταχυδρομικές αποστολές, με εξαίρεση τις απλές αποστολές, παραδίδονται αυτοπροσώπως στον παραλήπτη, τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή το εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, αν ταχυδρομικός φάκελος δεν μπορεί να παραδοθεί σε οποιοδήποτε από τα παρατιθέμενα πρόσωπα, τότε αυτός μπορεί να παραδοθεί σε ενήλικο σύνοικο, σε πρόσωπο που ανήκει στο μόνιμο οικιακό προσωπικό ή σε μόνιμο εργαζόμενο στα γραφεία της επιχείρησης του παραλήπτη ή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στα γραφεία του νομικού προσώπου ή της ατομικής επιχείρησης όπου ο παραλήπτης έχει τη μόνιμη εργασία του. Αν οι αποστολές δεν είναι δυνατό να παραδοθούν κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, αφήνεται ειδοποίηση στην ταχυδρομική θυρίδα του παραλήπτη, με την οποία ενημερώνεται για τον χρόνο και τον τόπο της παραλαβής της αποστολής. Αν ο παραλήπτης δεν παραλάβει την αποστολή εντός του ανωτέρω διαστήματος, ο πάροχος θα επιστρέψει το αποσταλθέν στον αποστολέα.

Αν, κατόπιν αιτήματος ορισμένου προσώπου και σχετικής δικαστικής έγκρισης, η επίδοση πραγματοποιείται σε αυτόν/αυτή στο δικαστήριο, τα έγγραφα που του/της απευθύνονται από το δικαστήριο τοποθετούνται σε ταχυδρομική θυρίδα σε αίθουσα που ορίζεται προς τούτο από το δικαστήριο. Η επίδοση πραγματοποιείται από υπάλληλο του δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου μπορεί να διατάξει, με διάταξη του που εκδίδεται στο πλαίσιο διοικητικής δίκης, ότι όλοι οι δικηγόροι που διαθέτουν δική τους επαγγελματική έδρα, καθώς επίσης οι συμβολαιογράφοι και ορισμένα νομικά πρόσωπα με έδρα εντός των ορίων τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, λαμβάνουν δικαστικά έγγραφα μέσω των προαναφερόμενων ταχυδρομικών θυρίδων (άρθρο 134b του ΚΠολΔ). Στις περιπτώσεις αυτές, τα παρατιθέμενα πρόσωπα οφείλουν να παραλαμβάνουν τα έγγραφα εντός χρονικού ορίου οκτώ ημερών. Σε περίπτωση που έγγραφο δεν παραλαμβάνεται εντός του ανωτέρω ορίου, τότε αυτό αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η επίδοση λογίζεται τελεσθείσα με την πάροδο της όγδοης ημέρας από την ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Σε περίπτωση άρνησης του παραλήπτη να υπογράψει το επιδοτήριο, το όργανο της επίδοσης της κλήσης καταγράφει τούτο στο επιδοτήριο και θέτει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης, η δε επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται με αυτό τον τρόπο γενόμενη (άρθρο 149 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Το άρθρο 507c ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 αποδεικνύεται με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής ή με αντίστοιχο έγγραφο. Έγγραφο, το οποίο πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί από παραλαμβάνουσα αρχή της Δημοκρατίας της Κροατίας, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 7 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ.1393/2007 μπορεί επίσης να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί με συστημένη επιστολή με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής.

Ο ΚΠολΔ δεν προβλέπει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση υπό την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 πρέπει να γίνεται αποκλειστικά στον παραλήπτη και ως εκ τούτου οι διατάξεις του ΚΠολΔ που διέπουν την προσωπική παράδοση κατ’ ουσία προβλέπουν «υποκατάστατη» επίδοση ή κοινοποίηση.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Οι διατάξεις του ΚΠολΔ που διέπουν τις «υποκατάστατες» ή εναλλακτικές μεθόδους προσωπικής παράδοσης προβλέπουν ότι τα έγγραφα μπορούν να αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου ως ύστατη λύση μέσω της οποίας η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται γενομένη στη Δημοκρατία της Κροατίας.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 142 του ΚΠολΔ ορίζει ότι όταν το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση δεν βρίσκεται στον τόπο της επίδοσης ή κοινοποίησης, όπως αυτός προσδιορίζεται σύμφωνα με τις πληροφορίες που αναγράφονται στην αγωγή ή στα επίσημα μητρώα, το όργανο της επίδοσης ενημερώνεται για τον τόπο και τον χρόνο που θα μπορούσε να βρει το εν λόγω πρόσωπο. Επιπλέον, το όργανο της επίδοσης αφήνει στον παραλήπτη/στην παραλήπτρια, μέσω των προσώπων που αναφέρονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη παράγραφο του άρθρου 141 του ΚΠολΔ, έγγραφη ειδοποίηση στην οποία αναγράφονται η ημέρα και η ώρα που θα πρέπει το εν λόγω πρόσωπο να βρίσκεται στην κατοικία ή το χώρο εργασίας του/της ώστε να παραλάβει το έγγραφο. Αν, κατόπιν τούτων, το όργανο της επίδοσης εξακολουθεί να μη βρίσκει το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠολΔ και η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται προσηκόντως γενόμενη.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Το άρθρο 149 του ΚΠολΔ ορίζει ότι το πιστοποιητικό της επίδοσης ή κοινοποίησης (έκθεση επίδοσης) πρέπει να υπογράφεται από τον/την παραλήπτη/τρια, ο/η οποίος/α αναγράφει υποχρεωτικά την ημερομηνία παραλαβής του αποδεικτικού επίδοσης. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφου σε κρατικό όργανο, νομικό πρόσωπο ή φυσικό πρόσωπο με εγγεγραμμένη επαγγελματική δραστηριότητα, ο παραλήπτης υποχρεούται, εκτός από την υπογραφή του, να επιθέτει την επίσημη σφραγίδα ή την ανάγλυφη σφραγίδα του εν λόγω οργάνου ή προσώπου. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφου κατά την οποία το όργανο ή το πρόσωπο δεν επιθέτει την επίσημη σφραγίδα ή την ανάγλυφη σφραγίδα του, το όργανο της επίδοσης πρέπει να καταγράφει τους λόγους στην έκθεση της επίδοσης. Αν ο παραλήπτης είναι αναλφάβητος ή ανίκανος να θέσει την υπογραφή του στο ονοματεπώνυμο του, το όργανο της επίδοσης καταγράφει το ονοματεπώνυμο του παραλήπτη, θέτει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης και προσθέτει υπόμνηση εξηγώντας τους λόγους που δεν περιλαμβάνεται η υπογραφή του παραλήπτη. Αν ο παραλήπτης αρνείται να υπογράψει την έκθεση επίδοσης, το όργανο της επίδοσης θέτει σχετική υπόμνηση στην έκθεση επίδοσης και αναγράφει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης και μ΄ αυτόν τον τρόπο το έγγραφο λογίζεται επιδοθέν ή κοινοποιηθέν. Αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 142 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό παραλαβής του εγγράφου, πρέπει να αναφέρει επίσης ότι μία έγγραφη ειδοποίηση προηγήθηκε αυτής. Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Κώδικα, το έγγραφο παραδίδεται σε άλλο πρόσωπο από τον παραλήπτη, το όργανο της επίδοσης πρέπει να αναφέρει στην έκθεση επίδοσης το είδος της σχέσης μεταξύ των δύο προσώπων. Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση δεν γίνεται σε κρατικό όργανο ή σε νομικό πρόσωπο, το όργανο της επίδοσης που επιδίδει το έγγραφο σε πρόσωπο, οφείλει να ζητά τα στοιχεία ταυτότητας αυτού, αν το εν λόγω πρόσωπο του είναι άγνωστο. Το όργανο της επίδοσης καταγράφει στην έκθεση επίδοσης το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και αναφέρει αν γνωρίζει το πρόσωπο στο οποίο πραγματοποιήθηκε η επίδοση ή η κοινοποίηση ή, εναλλακτικά, αναγράφει τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας που του επιδείχθηκε κατά την ταυτοποίηση του προσώπου καθώς και την εκδούσα αρχή του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου. Αν το όργανο της επίδοσης δεν είναι συμβολαιογράφος, τότε υποχρεούται να αναγράφει ευανάγνωστα το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά του στην έκθεση επίδοσης και να θέτει την υπογραφή του. Αν κρίνεται αναγκαίο, το όργανο της επίδοσης τηρεί ξεχωριστό πρακτικό καταγραφής της κοινοποίησης ή επίδοσης και το επισυνάπτει στην έκθεση επίδοσης. Σε περίπτωση που έχει τεθεί εσφαλμένη ημερομηνία στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται τελεσθείσα κατά την ημερομηνία που παραδόθηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση απώλειας της έκθεσης επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να αποδειχθεί με άλλο τρόπο.

Η τρίτη και τέταρτη παράγραφος του άρθρου 133a του ΚΠολΔ ορίζουν ότι ο συμβολαιογράφος οφείλει να τηρεί πρακτικά για την παραλαβή του εγγράφου και τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν για την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου. Επικυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού της παραλαβής του προς επίδοση εγγράφου και πιστοποιητικό επίδοσης συνοδευόμενο από επικυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού επίδοσης ή του εγγράφου που δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί συνοδευόμενο από επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών σχετικά με τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν υποβάλλονται αμέσως και απευθείας από τον συμβολαιογράφο στο δικαστήριο.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Ο παραλήπτης ή το πρόσωπο στο οποίο μπορεί να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση δικαιούται να αρνηθεί την παραλαβή μόνο αν η επίδοση ή κοινοποίηση λαμβάνουν χώρα σε χρόνο ή τόπο ή με τρόπο που δεν ορίζεται στον νόμο. Ωστόσο, αν ο παραλήπτης ή το επιφορτισμένο με την παραλαβή πρόσωπο αρνείται την παραλαβή παράνομα ή πετά το έγγραφο ή το καταστρέφει πριν το αναγνώσει, η εν λόγω άρνηση δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειες της γενόμενης επίδοσης ή κοινοποίησης (VsSr Gzz 61/73 – ZSO 4/76-140).

Σε περίπτωση άρνησης του παραλήπτη να υπογράψει στο επιδοτήριο, το όργανο επίδοσης της κλήτευσης καταγράφει τούτο στο επιδοτήριο και θέτει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης, το δε έγγραφο λογίζεται με αυτό τον τρόπο επιδοθέν (άρθρο 149 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).

Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, η ύστατη λύση για την επίδοση ή κοινοποίηση είναι η ανάρτηση του εγγράφου στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η επίδοση θεωρείται γενόμενη με την παρέλευση της όγδοης μέρας από την ημέρα ανάρτησης στον πίνακα ανακοινώσεων δικαστηρίου.

Όσον αφορά επιδόσεις ή κοινοποιήσεις σε τρίτο μέρος, πρέπει να αναφερθεί ότι σε περίπτωση εγγράφων που παραδίδονται σε πρόσωπο άλλο από τον παραλήπτη, στην έκθεση επίδοσης πρέπει να αναφέρεται η μεταξύ τους σχέση (πέμπτη παράγραφος του άρθρου 149 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση δεν γίνεται σε κρατικό όργανο ή νομικό πρόσωπο, το όργανο της επίδοσης που επιδίδει ή κοινοποιεί το έγγραφο σε πρόσωπο, οφείλει να ζητά τα στοιχεία ταυτότητας του, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι άγνωστο σε αυτόν, να αναγράφει στο αποδεικτικό της επίδοσης το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και να σημειώνει ότι γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο άλλως να αναγράφει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας που του επιδείχθηκε για την ταυτοποίηση καθώς επίσης την εκδούσα αρχή του εν λόγω εγγράφου ταυτοποίησης. Όταν το όργανο επίδοσης δεν είναι συμβολαιογράφος, υποχρεούται να αναγράφει ευανάγνωστα το ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του στην έκθεση επίδοσης και να επιθέτει την υπογραφή του. Εάν είναι απαραίτητο, το όργανο της επίδοσης, συντάσσει ξεχωριστό πρακτικό επίδοσης ή κοινοποίησης και το επισυνάπτει στην έκθεση επίδοσης. Σε περίπτωση εσφαλμένης ημερομηνίας στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται γενόμενη κατά την ημερομηνία που πραγματικά εγχειρίστηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση απώλειας της έκθεσης επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να αποδειχθεί με άλλο τρόπο.

Σε περίπτωση που το όργανο της επίδοσης, δεν πραγματοποιεί την επίδοση ή κοινοποίηση με τη δέουσα επιμέλεια, η οποία συνεπάγεται σημαντική δικονομική καθυστέρηση, το δικαστήριο δύναται να του επιβάλει πρόστιμο.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Το άρθρο 63 του κανονισμού ορίζει ότι οι δαπάνες ταχυδρομικής παράδοσης χρεώνονται και υπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες.

Η πέμπτη, έκτη και έβδομη παράγραφος του άρθρου 133a του ΚΠολΔ ορίζουν ότι οι διάδικοι καταβάλλουν τυχόν συμβολαιογραφικές δαπάνες με απευθείας καταβολή στον συμβολαιογράφο. Οι συμβολαιογράφοι που δεν λαμβάνουν προκαταβολή των δαπανών επίδοσης ή κοινοποίησης δεν υποχρεούνται να εκτελέσουν επίδοση ή κοινοποίηση. Ο συμβολαιογράφος εκδίδει πρακτικό επίδοσης και το κοινοποιεί αμέσως στο δικαστήριο. Οι διάδικοι δεν ευθύνονται για την καταβολή συμβολαιογραφικών τελών για πράξεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο της επίδοσης ή κοινοποίησης από συμβολαιογράφο. Τα έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης από συμβολαιογράφο ενσωματώνονται στα δικαστικά έξοδα, αν το δικαστήριο το κρίνει απαραίτητο. Τα τέλη και η αμοιβή του συμβολαιογράφου για την παροχή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών διέπονται από τα Διατάγματα για τις προσωρινές αμοιβές συμβολαιογράφων (NN αριθ. 97/01 και 115/12).

Η πέμπτη παράγραφος του άρθρου 146 του ΚΠολΔ ορίζει ότι οι δαπάνες που αφορούν τον διορισμό και τις υπηρεσίες αντικλήτου του εναγομένου που ευθύνεται για την παραλαβή εγγράφου προκαταβάλλονται από τον αιτούντα σύμφωνα με δικαστική απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση. Σε περίπτωση αδυναμίας προκαταβολής εκ μέρους του αιτούντος εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η αίτηση απορρίπτεται.

Όσον αφορά τις δαπάνες επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω διορισμένου δικαστικού επιμελητή, αυτές προκαταβάλλονται σε ποσό που ορίζει το δικαστήριο. Η πρακτική αυτή προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (NN αριθ. 35/15) σύμφωνα με τις οποίες, εξωδικαστικά διενεργούνται μόνον οι επίσημες πράξεις που απαιτούνται για την διευθέτηση υπόθεσης σύμφωνα με το νόμο το άρθρο 50 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι η ανάκτηση δαπανών που αφορούν εξωδικαστικές ενέργειες επιδιώκεται σύμφωνα με ειδικούς νόμους και ότι οι εξωδικαστικές ενέργειες τις οποίες αιτούνται και κινούν οι διάδικοι σύμφωνα με διάταξη του δικαστηρίου αναλαμβάνονται καταρχήν μόνο αφότου o ενδιαφερόμενος διάδικος προκαταβάλει το ποσό που έχει ορισθεί.

Τελευταία επικαιροποίηση: 31/10/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Κύπρος

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

"Επίδοση" είναι η επίσημη παράδοση δικαστηριακών και εξωδικαστηριακών εγγράφων (που η επίδοση τους είναι απαραίτητη) με τρόπο ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για τη διενέργεια της επίδοσης ώστε να διασφαλίζονται η εγκυρότητα της διαδικασίας και τα δικαιώματα των διαδίκων.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Οποιαδήποτε δικαστικά έγγραφα που αφορούν σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, όπως διατάγματα, αιτήσεις διά κλήσεως και κλητήρια εντάλματα, καθώς επίσης, και εξωδικαστηριακά έγγραφα (τα οποία δεν αφορούν μεν σε δικαστικές διαδικασίες πλην όμως η επίσημη κοινοποίηση ή επίδοσή τους είναι απαραίτητη.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Οι δικαστικοί Επιδότες. Σε περίπτωση αιτήματος για επίδοση εγγράφων που λαμβάνεται δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης του 1965 για την επίδοση δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων, οποιασδήποτε σχετικής διμερούς Συμφωνίας που η Κύπρος έχει υπογράψει και κυρώσει ή δυνάμει του Κανονισμού 1393/2007, το έγγραφο παραλαμβάνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ως η καθορισμένη κεντρική αρχή και διαβιβάζεται για επίδοση στους δικαστικούς Επιδότες.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Γενικά όχι, εκτός εάν στη δοθείσα διεύθυνση δοθούν σε αυτή πληροφορίες αναφορικά με τη νέα διεύθυνση.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Δεν εφαρμόζεται.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Δεν έχει ληφθεί τέτοιο αίτημα μέχρι σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, είναι αμφίβολο κατά πόσο το ζήτμα αυτό δύναται να αποτελέσει αντικείμενο για λήψη μαρτυρίας.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Στην πράξη, η κανονική μέθοδος επίδοσης είναι μέσω της προσωπικής επίδοσης, ως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σε περίπτωση νομικού προσώπου, το έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε οποιοδήποτε Διευθυντή της εταιρείας, στο Γραμματέα της ή στα γραφεία της εταιρείας σε οποιοδήποτε υπεύθυνο πρόσωπο.

Όσο αφορά υποκατάστατους τρόπους επίδοσης, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα Δικαστηρίου, κατόπιν σχετικής αίτησης από διάδικο, που να επιτρέπει την κοινοποίηση του εγγράφου μέσω της ανάρτησης του σε καθορισμένο χώρο ή της δημοσίευσής του σε εφημερίδα (ή με οποιδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορο υπό τις περιστάσεις).

Στο παρόν στάδιο, δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές μεθόδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 5 ανωτέρω.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 5 ανωτέρω.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 5 ανωτέρω.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 5 ανωτέρω.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 5 ανωτέρω.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Δεν εφαρμόζεται.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Δεν εφαρμόζεται.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Δεν εφαρμόζεται.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Τέτοια απόδειξη υπάρχει. Μετά τη διενέργεια της επίδοσης ο δικαστικός Επιδότης συμπληρώνει το επιδοτήριο, στο οποίο αναγράφονται, τα στοιχεία του εγγράφου που έχει επιδοθεί, το όνομα και η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο το έγγραφο έχει επιδοθεί η ημερομηνία και η ώρα επίδοσης, ή, σε περίπτωση μη επίδοσης, οι λόγοι για τους οποίους η επίδοση δεν κατέστη εφικτή.

Σε περίπτωση επίδοσης δυνάμει του Καν.1393/2007, εκδίδεται το πιστοποιητικό του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού, ως προβλέπεται από το άρθρο 10 αυτού.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Σε τέτοια περίπτωση η επίδοση θεωρείται άκυρη και δεν θεραπεύεται. Στις περιπτώσεις όπου η επίδοση διενεργήθηκε αντικανονικά,  θα πρέπει να γίνει νέα επίδοση.

Στις περιπτώσεις όπου η επίδοση δεν διενεργήθηκε ένεκα της άρνησης του προσώπου να παραλάβει το έγγραφο, ο διάδικος ο οποίος επιθυμεί να προωθήσει την επίδοση θα πρέπει να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση για υποκατάστατο επίδοση.

Σε περίπτωση που η επίδοση δεν κατέστει δυνατή λόγω αδυναμίας εντοπισμού του προσώπου στο οποίο το έγγραφο θα πρέπει να επιδοθεί, ο διάδικος που επιθυμεί τη διενέργεια της επίδοσης δύναται να προχωρήσει εναλλακτικά με κοινοποίηση του εγγράφου, αφού προηγηθεί σχετικό διάταγμα δικαστηρίου.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Το τέλος έχει καθοριστεί στα ΕΥΡ 21.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/05/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Λουξεµβούργο

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Στο Λουξεμβούργο ο όρος κοινοποίηση περιγράφει εν γένει τις διάφορες διαδικασίες μέσω των οποίων μια πράξη γνωστοποιείται στον παραλήπτη της.

Η επίδοση είναι ένας ειδικός τύπος κοινοποίησης. Εκτελείται από έναν δικαστικό επιμελητή ο οποίος μεταβαίνει στη διεύθυνση του παραλήπτη για να του παραδώσει το έγγραφο.

Οι περισσότερες κοινοποιήσεις εκτελούνται ταχυδρομικώς μέσω συστημένης επιστολής με βεβαίωση παραλαβής.

Η επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή προσφέρει σημαντικότερες εγγυήσεις σε σχέση με την κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου. Ως εκ τούτου, για τις πιο σημαντικές πράξεις ο νόμος προβλέπει την επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή.

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι στην περίπτωση των ειρηνοδικείων οι κλητεύσεις αποστέλλονται συστηματικά μέσω συστημένης επιστολής. Αναλόγως της διαδικασίας, η κλήτευση προέρχεται είτε από τη γραμματεία του δικαστηρίου είτε από δικαστικό επιμελητή. Δεν αποκλείεται, επομένως, το ενδεχόμενο να προβαίνει και ο ίδιος ο δικαστικός επιμελητής σε διαδικασία κοινοποίησης και όχι επίδοσης.

Η επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή είναι κατά κανόνα απαραίτητη για την εφαρμογή προθεσμιών προσφυγής κατά δικαστικών αποφάσεων. Κατ’ εξαίρεση, οι προθεσμίες προσφυγής κατά των πρωτόδικων αποφάσεων σε υποθέσεις που αφορούν μισθωτήρια συμβόλαια και εργασιακά ζητήματα εφαρμόζονται από τη στιγμή της κοινοποίησης της απόφασης εκ μέρους της γραμματείας του δικαστηρίου.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Οι περισσότερες διαδικαστικές πράξεις πρέπει να κοινοποιούνται ή να επιδίδονται προκειμένου να μπορούν να διαβιβαστούν στον δικαστή.

Ο νόμος προβλέπει ιδίως την επίδοση ή κοινοποίηση των εισαγωγικών εγγράφων μιας δίκης μέσω των οποίων καλείται ο εναγόμενος να παραστεί ενώπιον της δικαιοσύνης προσωπικά ή μέσω συνηγόρου.

Οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει επίσης να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται προκειμένου να αποκτούν ισχύ δεδικασμένου μετά την παρέλευση των προθεσμιών προσφυγής.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Στο Λουξεμβούργο η επίδοση μιας πράξης μπορεί να γίνεται μόνο από τους δικαστικούς επιμελητές.

Στις περισσότερες υποθέσεις απαιτείται η συνδρομή του δικαστικού επιμελητή προκειμένου να κινηθεί μια δικαστική διαδικασία. Εφόσον έχει εκδοθεί η απόφαση, απαιτείται επίσης η συνδρομή του δικαστικού επιμελητή ώστε αυτή να επιδοθεί στον ηττηθέντα διάδικο, οπότε και αρχίζει να ισχύει η προθεσμία προσφυγής. Εάν δεν ασκηθεί προσφυγή εντός της ισχύουσας προθεσμίας, η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη. Εάν ο ηττηθείς διάδικος επιθυμεί να προσβάλει την απόφαση, οφείλει να ζητήσει τη συνδρομή δικαστικού επιμελητή, ο οποίος θα προβεί στην επίδοση του δικογράφου της προσφυγής.

Ο νόμος προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις στο μονοπώλιο των δικαστικών επιμελητών. Ιδίως όσον αφορά τα ειρηνοδικεία, πολλές διαδικασίες κινούνται μέσω της κατάθεσης προσφυγής στο αρμόδιο όργανο. Η γραμματεία του δικαστηρίου καλεί εν συνεχεία τους διάδικους σε ακρόαση κοινοποιώντας τους κλήτευση στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο του δικογράφου της προσφυγής. Η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται ιδίως σε υποθέσεις που αφορούν μισθωτήρια συμβόλαια αλλά και εργασιακά ζητήματα ή εντολές πληρωμής.

Η κλήτευση μέσω της γραμματείας του δικαστηρίου προβλέπεται επίσης σε ορισμένες διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου, ιδίως σε διαδικασίες που υπάγονται στην αρμοδιότητα του προέδρου.

Οι δικηγόροι δεν δύνανται να κοινοποιούν μια πράξη απευθείας σε έναν διάδικο. Για να είναι η κοινοποίηση έγκυρη, οφείλουν να απευθύνονται σε δικαστικό επιμελητή. Η κατάσταση αλλάζει, ωστόσο, όταν η διαδικασία έχει ξεκινήσει και κάθε διάδικος εκπροσωπείται από συνήγορο από αυτή τη στιγμή και μετά, όλες οι πράξεις και τα λοιπά έγγραφα μπορούν να ανταλλάσσονται μέσω κοινοποίησης μεταξύ των συνηγόρων. Η κοινοποίηση μεταξύ των συνηγόρων γίνεται χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις. Κατά τη συνήθη πρακτική, ο συνήγορος που λαμβάνει μια κοινοποίηση υπογράφει το σχετικό αποδεικτικό.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Οι υπηρεσίες διαβίβασης που ορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις είναι για το Λουξεμβούργο οι κατά τόπους αρμόδιοι δικαστικοί επιμελητές.

Οι δικαστικοί επιμελητές υποχρεούνται εκ του νόμου να επιδίδουν τις πράξεις προσωπικά στον παραλήπτη ή στη διεύθυνση κατοικίας του ή στην έδρα της αντίστοιχης εταιρείας.

Για την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους αναλογούν, οι δικαστικοί επιμελητές δύνανται να έχουν πρόσβαση στις ακόλουθες πληροφορίες:

  • Φυσικά πρόσωπα:
    • Πλήρες ονοματεπώνυμο
    • Διεύθυνση κατοικίας
    • Ημερομηνία γέννησης

Οι εν λόγω πληροφορίες αντλούνται από τα σχετικά μητρώα φυσικών προσώπων. Οι δικαστικοί επιμελητές έχουν για τον σκοπό αυτό πρόσβαση στα σχετικά μητρώα φυσικών προσώπων.

  • Εταιρείες:
    • Διακριτικός τίτλος
    • Εμπορική επωνυμία
    • Έδρα
    • Αριθ. εμπορικού μητρώου

Σε ό,τι αφορά τις εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο εμπορίου και επιχειρήσεων, τα εν λόγω δεδομένα είναι ανοιχτά στο κοινό και ελεύθερα προσβάσιμα.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι αλλοδαποί διάδικοι δεν έχουν πρόσβαση στο μητρώο φυσικών προσώπων ώστε να προβαίνουν σε αναζητήσεις διευθύνσεων φυσικών προσώπων.

Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο εμπορίου και επιχειρήσεων, η επαλήθευση των βασικών τους δεδομένων (εταιρική έδρα, εμπορική επωνυμία, αριθμός μητρώου) είναι ανοιχτή στο κοινό και γίνεται δωρεάν. Η πρόσβαση σε πιο λεπτομερή δεδομένα γίνεται επί πληρωμή.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Για να προσδιοριστεί η διεύθυνση ενός προσώπου το οποίο σχετίζεται με παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1206/2001, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η δικαστική αρχή που λαμβάνει το αίτημα προβαίνει σε αναζήτηση στο εθνικό μητρώο φυσικών προσώπων, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο. Εάν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, η αναζήτηση γίνεται βάσει των δεδομένων που περιλαμβάνονται στο μητρώο εμπορίου και επιχειρήσεων (ΜΕΕ).

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

  • Σύνοψη της διαδικασίας κοινοποίησης

Οι περισσότερες κοινοποιήσεις εκτελούνται μέσω συστημένης επιστολής με βεβαίωση παραλαβής.

Όταν ο διανομέας βρίσκει τον παραλήπτη της κοινοποίησης, του ζητάει να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής η οποία αποστέλλεται στη συνέχεια στον αποστολέα. Όταν ο παραλήπτης αρνείται να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής, ο διανομέας την καταχωρεί και η κοινοποίηση θεωρείται εκτελεσθείσα.

Εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπισθεί αλλά η συστημένη επιστολή γίνεται αποδεκτή από άλλο πρόσωπο, ο διανομέας καταχωρεί τα στοιχεία του εν λόγω προσώπου στην απόδειξη παραλαβής. Στις περισσότερες περιπτώσεις, κοινοποίηση που γίνεται σε τρίτο πρόσωπο έχει μικρότερη αξία σε σχέση με εκείνη που λαμβάνεται αυτοπροσώπως.

Εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπιστεί αλλά η διεύθυνσή του είναι ακριβής, ο διανομέας αφήνει στο γραμματοκιβώτιο ειδοποίηση προκειμένου ο παραλήπτης να αναζητήσει την αλληλογραφία του στο ταχυδρομικό κατάστημα εντός προθεσμίας που αναγράφεται στην ειδοποίηση. Η κοινοποίηση θεωρείται τότε εκτελεσθείσα, ακόμη και αν ο παραλήπτης δεν προσέλθει στο ταχυδρομικό κατάστημα.

Εάν η διεύθυνση δεν μπορεί να επαληθευτεί, ο διανομέας επιστρέφει την αλληλογραφία στον αποστολέα ενημερώνοντάς τον ότι η κοινοποίηση δεν εκτελέστηκε. Σε τέτοια περίπτωση, ο ενάγων πρέπει να υποβάλει νέα διεύθυνση. Εάν ο παραλήπτης της κοινοποίησης δεν έχει γνωστή διεύθυνση, ο ενάγων δύναται να παρακάμψει τη διαδικασία κοινοποίησης και να απευθυνθεί σε δικαστικό επιμελητή προκειμένου αυτός να προβεί σε επίδοση, ενδεχομένως με το σχετικό πρακτικό αναζήτησης.

Η ως άνω διαδικασία κοινοποίησης ισχύει μόνο εφόσον ο παραλήπτης της πράξης διαμένει στο Λουξεμβούργο. Στην περίπτωση των ατόμων που διαμένουν στο εξωτερικό, πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία της επίδοσης.

  • Σύνοψη της διαδικασίας επίδοσης

Η επίδοση μιας πράξης από δικαστικό επιμελητή γίνεται προς τον παραλήπτη οπουδήποτε αυτός τον εντοπίσει.

Συνήθως ο δικαστικός επιμελητής μεταβαίνει στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη. Ωστόσο, η παράδοση των εγγράφων μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε σημείο εντοπίζει ο δικαστικός επιμελητής τον παραλήπτη, π.χ. στον χώρο εργασίας του.

Η επίδοση γίνεται αυτοπροσώπως όταν το αντίγραφο της πράξης παραδίδεται ανά χείρας στον παραλήπτη. Εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η επίδοση γίνεται αυτοπροσώπως, εφόσον το αντίγραφο της πράξης παραδίδεται στον νόμιμο εκπρόσωπό του, στον επίσημο πληρεξούσιο του τελευταίου ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό. Σε περίπτωση που έχει οριστεί αντίκλητος, η επίδοση θεωρείται ότι γίνεται αυτοπροσώπως εφόσον το αντίγραφο της πράξης έχει παραδοθεί στον αντίκλητο.
Όταν ο παραλήπτης αποδέχεται το αντίγραφο της πράξης, ο δικαστικός επιμελητής το καταγράφει στο έγγραφο της επίδοσης. Σε τέτοια περίπτωση, η επίδοση θεωρείται εκτελεσθείσα κατά την ημερομηνία παράδοσης της πράξης στον παραλήπτη.

Όταν ο παραλήπτης δεν αποδέχεται το αντίγραφο της πράξης, ο δικαστικός επιμελητής το καταγράφει στο έγγραφο της επίδοσης. Σε τέτοια περίπτωση, η επίδοση θεωρείται εκτελεσθείσα κατά την ημερομηνία προσκόμισης της πράξης στον παραλήπτη.

Όταν ο δικαστικός επιμελητής βρίσκει τον παραλήπτη στη διεύθυνση κατοικίας του, του παραδίδει πιστό αντίγραφο του εγγράφου. Συντάσσει τότε ένα πρακτικό περί της ολοκλήρωσης της διατύπωσης το οποίο επισυνάπτεται στο πρωτότυπο του εγγράφου και επιστρέφεται μαζί με αυτό στον διάδικο που αιτήθηκε την κοινοποίηση.

Δεν υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 7.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Επίδοση κατ’ οίκον

Εάν η επίδοση δεν μπορεί να γίνει αυτοπροσώπως στον παραλήπτη, το αντίγραφο της πράξης παραδίδεται στη διεύθυνση κατοικίας του. Εάν ο παραλήπτης δεν κατοικεί εκεί ή εφόσον δεν υπάρχει διεύθυνση, το αντίγραφο της πράξης παραδίδεται στον τόπο της κύριας κατοικίας του. Εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η επίδοση γίνεται στη διεύθυνση της εταιρικής ή διοικητικής του έδρας.

Το αντίγραφο της πράξης παραδίδεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο βρίσκεται εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό αποδέχεται την παραλαβή, δηλώνει το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και τη διεύθυνσή του και υπογράφει την απόδειξη παραλαβής. Το αντίγραφο παραδίδεται σε κλειστό φάκελο όπου αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και η διεύθυνση του παραλήπτη και ο οποίος φέρει επίσης τη σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή στο ύψος του κλεισίματος.

Το αντίγραφο δεν μπορεί να παραδίδεται σε άτομο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του ούτε και στο πρόσωπο εκ μέρους του οποίου έχει γίνει η αίτηση επίδοσης.

Ο δικαστικός επιμελητής αφήνει αντίστοιχα στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη, στον τόπο κύριας κατοικίας του ή στην εταιρική ή διοικητική του έδρα, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, σε κλειστό φάκελο, μια χρονολογημένη ειδοποίηση σχετικά με την παράδοση του αντιγράφου της πράξης, όπου αναγράφονται και τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το αντίγραφο.

Ο δικαστικός επιμελητής επισυνάπτει στον φάκελο ένα αντίγραφο της πράξης σε ξεχωριστό φύλλο χαρτιού. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση επίδοσης σε αντίκλητο.

Σε όλες αυτές περιπτώσεις, η επίδοση θεωρείται εκτελεσθείσα κατά την ημερομηνία παράδοσης του αντιγράφου της πράξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 161 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, «ως επίδοση κατ’ οίκον λογίζεται η επίδοση που εκτελείται στη διεύθυνση υπό την οποία ο παραλήπτης είναι καταχωρημένος στο δημοτολόγιο».

Το άρθρο 164 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι «Οι επιδόσεις γίνονται:

1° στο κράτος, στην έδρα της κυβέρνησης

2° στους δημόσιους οργανισμούς, στον τόπο όπου εδρεύουν

3° στους δήμους, στα κατά τόπους δημαρχεία

4° στις επιχειρήσεις, στις ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, είτε στην καταστατική τους έδρα είτε στον διαχειριστή τους ».

Επίδοση μέσω κατάθεσης αντιγράφου του εγγράφου της επίδοσης

Το άρθρο 155 παράγραφος 6 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι «σε περίπτωση που δεν καθίσταται εφικτή η επίδοση της πράξης όπως ως άνω προβλέπεται και εφόσον προκύπτει από τις διενεργηθείσες επαληθεύσεις και αναφέρεται στην πράξη από τον δικαστικό επιμελητή ότι ο παραλήπτης διαμένει στη δηλούμενη διεύθυνση, ο δικαστικός επιμελητής αφήνει αντίγραφο της πράξης σε κλειστό φάκελο στον οποίο επισυνάπτει ειδοποίηση μέσω της οποίας ενημερώνει τον παραλήπτη ότι δεν βρέθηκε κανείς στη δηλούμενη διεύθυνση ή ότι τα πρόσωπα που ήταν παρόντα αρνήθηκαν να παραλάβουν το αντίγραφο της πράξης.

Η επίδοση θεωρείται εκτελεσθείσα κατά τη συγκεκριμένη αυτή ημερομηνία. Την ίδια ημέρα ή το αργότερο την πρώτη επόμενη εργάσιμη, ο δικαστικός επιμελητής αποστέλλει με απλή επιστολή αντίγραφο της πράξης και της ως άνω ειδοποίησης στη διεύθυνση που αναγράφεται στην πράξη.

Επίδοση σε άγνωστη διεύθυνση

Το άρθρο 157 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τον τρόπο επίδοσης σε περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης δεν διαθέτει γνωστή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής ή εταιρική έδρα, ορίζοντας ότι «εφόσον το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να επιδοθεί η πράξη δεν διαθέτει γνωστή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής, ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει πρακτικό στο οποίο αναφέρει επακριβώς τις κινήσεις στις οποίες προέβη προς αναζήτηση του παραλήπτη της πράξης». Το πρακτικό αναφέρει το είδος της πράξης και το ονοματεπώνυμο του προσφεύγοντος.

Την ίδια ημέρα ή το αργότερο την πρώτη επόμενη εργάσιμη, ο δικαστικός επιμελητής αποστέλλει στον παραλήπτη, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, με συστημένη επιστολή και ειδοποίηση παραλαβής, αντίγραφο της πράξης και αντίγραφο του πρακτικού. Η ίδια διατύπωση επαναλαμβάνεται την ίδια ημέρα μέσω απλής επιστολής.

Το αντίγραφο του πρακτικού που αποστέλλεται στον παραλήπτη αναφέρει ότι αυτός δύναται να προμηθευτεί αντίγραφο της πράξης εντός προθεσμίας τριών μηνών από το γραφείο του δικαστικού επιμελητή ή να εξουσιοδοτήσει προς τούτο οποιοδήποτε πρόσωπο της επιλογής του ».

Η παράγραφος 3 του άρθρου 157 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι «oι ως άνω διατάξεις ισχύουν για την επίδοση μιας πράξης που αφορά νομικό πρόσωπο το οποίο δεν διαθέτει πλέον γνωστή εγκατάσταση στη διεύθυνση που αναφέρεται ως εταιρική έδρα στο μητρώο εμπορίου και επιχειρήσεων ».

Άλλοι τρόποι επίδοσης

Το άρθρο 157 παράγραφος 4 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι «όταν ένα εισαγωγικό έγγραφο μιας δίκης ή ισοδύναμη πράξη έχει επιδοθεί σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις και ο εναγόμενος δεν προσέρχεται στο δικαστήριο, ο δικαστής δύναται να διατάξει ενδεχομένως τη δημοσίευση ειδοποίησης σε εφημερίδα του Λουξεμβούργου ή της αλλοδαπής ».

Το άρθρο 158 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει επίσης ότι «εάν ο παραλήπτης της πράξης δεν μπορεί να εντοπιστεί ή εάν δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει όντως ειδοποιηθεί, ο δικαστής δύναται να προβεί αυτεπάγγελτα σε οποιαδήποτε συμπληρωματική ενέργεια, έως και να διατάξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων απαραίτητων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.

Κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με βεβαίωση παραλαβής

Όταν η πράξη διαβιβάζεται μέσω της γραμματείας του δικαστηρίου, η κοινοποίηση γίνεται μέσω συστημένης επιστολής με βεβαίωση παραλαβής. Εάν ο παραλήπτης δεν διαθέτει γνωστή διεύθυνση, η κοινοποίηση γίνεται υπό μορφή πράξης επίδοσης από δικαστικό επιμελητή.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Όταν η πράξη διαβιβάζεται μέσω επίδοσης, το έγγραφο της επίδοσης πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία της επίδοσης, η οποία πρέπει να ταυτίζεται με την ημερομηνία παράδοσης του εγγράφου στον παραλήπτη, στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη, ή με την ημερομηνία παράδοσης της πράξης στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη.

Όταν η πράξη διαβιβάζεται μέσω κοινοποίησης, το Λουξεμβούργο εφαρμόζει ένα σύστημα διπλής ημερομηνίας.

Η ημερομηνία που ισχύει έναντι του αποστολέα της πράξης διαφέρει από εκείνη που ισχύει έναντι του παραλήπτη.

Έναντι του αποστολέα, ως ημερομηνία κοινοποίησης λογίζεται η ημερομηνία αποστολής.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Όσον αφορά την επίδοση μέσω κατάθεσης αντιγράφου του εγγράφου της επίδοσης, βλ. παρακάτω: επίδοση μέσω κατάθεσης αντιγράφου του εγγράφου της επίδοσης.

Όσον αφορά την κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής, βλ. παρακάτω: Ερώτηση 3.3.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Όταν η διαβίβαση της πράξης γίνεται μέσω επίδοσης, ο παραλήπτης δεν έχει δυνατότητα να αρνηθεί να την παραλάβει, εκτός εάν επικαλεστεί τους λόγους άρνησης που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 8 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 (απαίτηση μετάφρασης).

Όταν η διαβίβαση της πράξης γίνεται μέσω κοινοποίησης, ο παραλήπτης δεν έχει δυνατότητα να αρνηθεί να παραλάβει κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής.

Ωστόσο, ο παραλήπτης μιας κοινοποίησης μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής δύναται να αμφισβητήσει σε μεταγενέστερο στάδιο την εγκυρότητα της κοινοποίησης αποδεικνύοντας ότι στον συστημένο φάκελο δεν υπήρχε η διεύθυνση κατοικίας του, ούτε η διεύθυνση της συνήθους διαμονής του ούτε αυτή του αντικλήτου του. Η επίδοση μέσω του σχετικού εγγράφου του δικαστικού επιμελητή είναι επομένως νομικά πιο ασφαλής σε σύγκριση με την κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής. Πράγματι, σε περίπτωση επίδοσης, ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής επαληθεύει τη διεύθυνση του παραλήπτη στο εθνικό μητρώο φυσικών προσώπων ή στο ληξιαρχείο του εκάστοτε δήμου. Εξάλλου, η ημερομηνία κοινοποίησης μέσω συστημένης επιστολής δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν ο παραλήπτης δεν έχει χρονολογήσει και υπογράψει την απόδειξη παραλαβής κατά την (πρώτη) προσκόμιση της αλληλογραφίας στη διεύθυνση της κατοικίας του, της συνήθους διαμονής του ή του αντικλήτου που έχει ορίσει. Αντίθετα, η ημερομηνία επίδοσης αναγράφεται πάντα στο έγγραφο της επίδοσης.

Επιπλέον, εάν ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει την πράξη, αυτό δεν έχει καμία επίπτωση στην εγκυρότητα και στην ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Το άρθρο 8.1. των Γενικών όρων παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ορίζει ότι «η συστημένη αλληλογραφία παραδίδεται, εκτός από τον παραλήπτη και τον πληρεξούσιό του:

  • στη διεύθυνση κατοικίας του, σε οποιονδήποτε ενήλικα που λαμβάνει την αλληλογραφία εκ μέρους του παραλήπτη
  • στο ταχυδρομικό κατάστημα, σε οποιονδήποτε ενήλικα που προσκομίζει τη σχετική ειδοποίηση».

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Η ταχυδρομική αλληλογραφία παραδίδεται στην αναγραφόμενη διεύθυνση, εκτός από τις περιπτώσεις έκδηλου λάθους (παραδείγματα: ανορθόγραφο όνομα οδού, λάθος αριθμός, έκδηλα λανθασμένος ταχυδρομικός κώδικας κ.λπ.).

Εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να εντοπιστεί στην αναγραφόμενη διεύθυνση, η συστημένη αλληλογραφία δεν παραδίδεται.

Η αλληλογραφία που δεν μπορεί να παραδοθεί στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη ή που δεν μπόρεσε να παραδοθεί σε κάποιον με δικαίωμα παραλαβής κατά τη διέλευση του διανομέα φυλάσσεται στη διάθεση του παραλήπτη στο αρμόδιο ταχυδρομικό κατάστημα σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι οποίες αναγράφονται στο σχετικό δελτίο που αφήνει ο διανομέας στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη. Εφόσον παρέλθει η προθεσμία φύλαξης, η αλληλογραφία επιστρέφεται στον αποστολέα, εάν αυτός είναι γνωστός.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Η αλληλογραφία που δεν μπορεί να παραδοθεί στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη ή που δεν μπόρεσε να παραδοθεί σε κάποιον με δικαίωμα παραλαβής κατά τη διέλευση του διανομέα φυλάσσεται στη διάθεση του παραλήπτη στο αρμόδιο ταχυδρομικό κατάστημα σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι οποίες αναγράφονται στο σχετικό δελτίο που αφήνει ο διανομέας στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη. Εφόσον παρέλθει η προθεσμία φύλαξης, η αλληλογραφία επιστρέφεται στον αποστολέα, εάν αυτός είναι γνωστός.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Σε περίπτωση ταχυδρομικής κοινοποίησης, ως απόδειξη λογίζεται η απόδειξη παραλαβής. Σε περίπτωση επίδοσης μέσω δικαστικού επιμελητή, αυτός συντάσσει πρακτικό των ενεργειών στις οποίες προέβη. Ο δικαστικός επιμελητής είναι κρατικός λειτουργός. Το πρακτικό του δικαστικού επιμελητή θεωρείται γνήσιο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Η παραβίαση των κανόνων όσον αφορά τον τύπο της κοινοποίησης δύναται να ακυρώσει την ισχύ της κοινοποίησης ή της επίδοσης.

Δεν αναγνωρίζεται, ωστόσο, ακυρότητα λόγω σφάλματος ως προς τον τύπο παρά μόνο εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι το εν λόγω σφάλμα προκάλεσε ζημία στον παραλήπτη της πράξης.

Η σχετική απόφαση λαμβάνεται από τον δικαστή.

Εφόσον η επίδοση ή η κοινοποίηση δεν ήταν εφικτό να γίνει αυτοπροσώπως στον παραλήπτη και αυτός δεν παρίσταται στο δικαστήριο, ο δικαστής δύναται να ζητήσει από τον ενάγοντα να προβεί εκ νέου στην πράξη εκδίδοντας νέα κλήτευση. Η εν λόγω διατύπωση επιτρέπει την άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας περί της ερμηνείας σχετικά με την απουσία του ενδιαφερόμενου.

Στις διαδικασίες όπου οι διάδικοι καλούνται συνήθως μέσω κλήτευσης από τη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής δύναται επίσης να ζητά από τον ενάγοντα να προβεί σε κλήτευση μέσω δικαστικού επιμελητή, εφόσον εγείρονται αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της κλήτευσης μέσω συστημένης επιστολής.

Τέλος, ο δικαστής δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση η οποία λογίζεται ότι εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία έναντι διάδικου ο οποίος δεν είναι παρών στη συνεδρίαση παρά μόνο εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι αυτός ειδοποιήθηκε αυτοπροσώπως. Εάν αυτό δεν ισχύει (π.χ. εάν η κλήτευση παραδόθηκε σε άλλο πρόσωπο που βρέθηκε επί τόπου), η απόφαση εκδίδεται ερήμην, οπότε και υπόκειται σε ανακοπή.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Οι κοινοποιήσεις μέσω της γραμματείας του δικαστηρίου γίνονται δωρεάν. Όταν η επίδοση ή η κοινοποίηση γίνεται μέσω δικαστικού επιμελητή, αυτός αμείβεται βάσει των χρεώσεων που ορίζονται με κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροLegilux

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΜητρώο εμπορίου και επιχειρήσεων

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/10/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Ουγγαρία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Σύμφωνα με τον νόμο III του 1952 περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας («νόμος III του 1952»), ο οποίος διέπει τις αστικές υποθέσεις και θεσπίζει τις γενικές διατάξεις για τις εξωδικαστικές διαδικασίες, η επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων πρέπει να γίνεται, κατά κανόνα, ταχυδρομικώς.

Η επίδοση ή κοινοποίηση επίσημων εγγράφων αποσκοπεί όχι μόνο στην πληροφόρηση του παραλήπτη σχετικά με το περιεχόμενο των απεσταλθέντων εγγράφων, αλλά πρωτίστως στο να αποδείξει ο αποστολέας ότι τα έγγραφα διαβιβάστηκαν στο πρόσωπο για το οποίο προορίζονται. Η ίδια η πράξη της επίδοσης ή κοινοποίησης, η ημερομηνία πραγματοποίησής της και το αποτέλεσμα της επίδοσης ή κοινοποίησης πρέπει να αποδεικνύονται. Τα επίσημα έγγραφα μπορεί να ταχυδρομούνται με συστημένη επιστολή με βεβαίωση παραλαβής η οποία προορίζεται ειδικά για αποστολές τέτοιων εγγράφων.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Ο νόμος CLIX του 2012 περί ταχυδρομικών υπηρεσιών («νόμος CLIX του 2012») ορίζει ότι τα έγγραφα που πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως είναι εκείνα για τα οποία η αποστολή ή η επίδοση ή κοινοποίηση (ή η προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης) ή η ημερομηνία αυτής παράγει έννομα αποτελέσματα, είτε επειδή βάσει αυτών υπολογίζονται οι προθεσμίες είτε επειδή ανήκουν στην κατηγορία των επίσημων εγγράφων.

Ο νόμος III του 1952 ορίζει ότι στις αστικές υποθέσεις, επίδοση ή κοινοποίηση απαιτείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών αποφάσεων στους διαδίκους

β) για δικαστικές παραγγελίες που πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν στο δικαστήριο προς έναν διάδικο ο οποίος δεν κλητεύθηκε με τον προσήκοντα τρόπο να προσέλθει στο δικαστήριο

γ) για δικαστικές παραγγελίες που πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν σε σχέση με τον προσδιορισμό νέας δικασίμου ή αν υπάρχει πιθανότητα να ασκηθεί έκτακτο ένδικο μέσο κατά της παραγγελίας στον διάδικο που ήταν απών

δ) για δικαστικές παραγγελίες που επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν εκτός δίκης, στο ενδιαφερόμενο μέρος

ε) όταν το σύνολο των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν σε πρόσωπο προς όφελος του οποίου η εισαγγελία ή το πρόσωπο ή κάποιος φορέας που διαθέτει σχετική νομιμοποίηση βάσει ειδικού νόμου προκάλεσε την κίνηση της διαδικασίας.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η ευθύνη για την προσήκουσα επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων βαρύνει, με βάση τους συναφείς νόμους, το εκάστοτε δικαστήριο ή την ταχυδρομική υπηρεσία.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Δεν υφίσταται καμία τέτοια υποχρέωση, αλλά δεν αποκλείεται, παραδείγματος χάριν, το ίδιο το δικαστήριο, με δική του πρωτοβουλία, να διασταυρώσει την τρέχουσα διεύθυνση της εταιρείας που έχει καταχωριστεί στο εμπορικό μητρώο και να μεριμνήσει αναλόγως για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Διεύθυνση κατοικίας φυσικών προσώπων:

Στην Ουγγαρία, αρμόδιο για την τήρηση του κεντρικού μητρώου διευθύνσεων είναι το Közigazgatási és Elektronikus Közszolgáltatások Központi Hivatala [Κεντρικό Γραφείο Διοικητικών και Ηλεκτρονικών Δημόσιων Υπηρεσιών («KEKKH»)], που βρίσκεται στην κάτωθι διεύθυνση: H–1450 Budapest, Pf.: 81., τηλ: 36-1-452-3622, φαξ: 36-1-455-6875, ηλ. ταχυδρομείο: nyilvantarto.hivatal@mail.ahiv.hu, δικτυακός τόπος: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.kekkh.gov.hu/hu/adatszolgaltatas_szemelyi. Μέσω αυτού του μητρώου είναι δυνατή η αναζήτηση της διεύθυνσης φυσικών προσώπων. Οι εν λόγω αιτήσεις υποβάλλονται από ιδιώτες, νομικά πρόσωπα ή οντότητες στερούμενες νομικής προσωπικότητας, με την προϋπόθεση ότι αιτιολογείται ο σκοπός των στοιχείων και υφίσταται νομική βάση για τη χρήση τους.

Η αίτηση για τη λήψη στοιχείων υποβάλλεται γραπτώς και αυτοπρόσωπα είτε στο περιφερειακό γραφείο στο οποίο υπάγεται η κατοικία ή ο τόπος κατοικίας (έδρα) της οντότητας που έχει υποβάλλει αίτηση για τα δεδομένα ή όπου βρίσκεται ο τόπος κατοικίας του ενδιαφερόμενου, είτε στο Τμήμα Προσωπικής Εξυπηρέτησης Πελατών του KEKKH (ταχυδρομική διεύθυνση: H–1553 Budapest, Pf. 78.) εάν το περιφερειακό γραφείο αδυνατεί να παράσχει τα δεδομένα ή αδυνατεί να τα παράσχει εγκαίρως λόγω τεχνικών προβλημάτων, είτε για το εξωτερικό, στην πρεσβεία της Ουγγαρίας όπου υπάγεται η διεύθυνση κατοικίας του εξωτερικού (βλέπε λίστα με τα γραφεία εδώ).

Στην αίτηση πρέπει να αναγράφονται τα εξής:

• τα στοιχεία του αιτούντα, το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση, η καταστατική έδρα ή η διεύθυνση του γραφείου του αιτούντος ή του αντιπροσώπου του

• μια αναλυτική λίστα με τα ζητούμενα στοιχεία

• η χρήση για την οποία προορίζονται τα στοιχεία

• τα στοιχεία ταυτότητας του φυσικού προσώπου, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ταυτοποίηση του ατόμου που κατονομάζεται στην αίτηση, (ονοματεπώνυμο, τόπος και ημερομηνία γέννησης, όνομα μητρός) ή το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση που είναι γνωστή στον αιτούντα (τοποθεσία, περιοχή, αριθμός σπιτιού).

Τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση είναι τα εξής:

• ένα έγγραφο που αιτιολογεί τη νομική βάση για τη χρήση των στοιχείων

• εξουσιοδότηση του αιτούντα, εάν ενεργεί για λογαριασμό άλλης οντότητας (είτε πρωτότυπη γραπτή εξουσιοδότηση είτε πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής). Κάθε εξουσιοδότηση που έχει εκδοθεί στο εξωτερικό πρέπει να είναι επίσημο έγγραφο ή πιστοποιημένο ιδιωτικό έγγραφο που φέρει την επισημείωση Apostille, εκτός κι αν προβλέπεται διαφορετικά στην εκάστοτε διεθνή σύμβαση. Κατά κανόνα, τα έγγραφα που εκδίδονται σε γλώσσα πλην των ουγγρικών γίνονται δεκτά μόνο εάν συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση.

Η υποβολή της αίτησης επιβαρύνεται με ένα τέλος διοικητικών υπηρεσιών:

• για την παροχή στοιχείων που αφορούν 1 έως 5 πρόσωπα: 3 500 HUF

• για την παροχή στοιχείων που αφορούν πάνω από 5 πρόσωπα: ο αριθμός των ενδιαφερόμενων επί 730 HUF/άτομο.

Στις περιπτώσεις αιτήσεων που έχουν υποβληθεί από το εξωτερικό ή μέσω της πρεσβείας της Ουγγαρίας στο εξωτερικό στην οποία ανήκει ο τόπος κατοικίας του αιτούντα, η αμοιβή πρέπει να καταβάλλεται στην οικεία πρεσβεία της Ουγγαρίας στο εξωτερικό εν είδει προξενικής αμοιβής.

Εταιρείες:

Όσον αφορά εταιρείες, τα σημαντικότερα στοιχεία του εμπορικού μητρώου, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης, διατίθενται δωρεάν στον παρακάτω δικτυακό τόπο, στα ουγγρικά: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.e-cegjegyzek.hu/

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Ο εν λόγω κανονισμός δεν είναι σαφής ως προς το κατά πόσο οι αιτήσεις για ανακάλυψη διευθύνσεων εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του. Επομένως, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει εάν ο εν λόγω κανονισμός καλύπτει αυτά τα αιτήματα. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα ουγγρικά δικαστήρια μπορούν να ζητήσουν, χωρίς αντίστοιχη χρέωση, από το KEKKH τα στοιχεία των διευθύνσεων, στην πράξη, δεν αποκλείεται η ικανοποίηση των αιτημάτων για δικαστική συνδρομή.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Σύμφωνα με το ουγγρικό κυβερνητικό διάταγμα 335/2012 της 4ης Δεκεμβρίου 2012, που καθιερώνει λεπτομερείς κανόνες που διέπουν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και την επίδοση ή κοινοποίηση επίσημων εγγράφων, («κυβερνητικό διάταγμα 335/2012»), η εκάστοτε ταχυδρομική υπηρεσία επιδίδει ή κοινοποιεί τα ταχυδρομηθέντα επίσημα έγγραφα με βεβαίωση παραλαβής και τα παραδίδει αυτοπρόσωπα στον παραλήπτη τους ή σε άλλον παραλήπτη που έχει εξουσιοδοτήσει ο τελευταίος.

Εάν ο παραλήπτης είναι φυσικό πρόσωπο και δεν βρίσκεται στην αναγραφόμενη διεύθυνση κατά τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης, το επίσημο έγγραφο πρέπει να επιδίδεται ή να κοινοποιείται στο πρόσωπο που νομιμοποιείται για την παραλαβή και βρίσκεται στη διεύθυνση. Αν το κατάλληλο πρόσωπο δεν είναι εκεί για να παραλάβει το έγγραφο, το έγγραφο επιδίδεται ή κοινοποιείται στον υποκατάστατο παραλήπτη που βρίσκεται στη διεύθυνση (συγγενικό πρόσωπο του παραλήπτη που έχει συμπληρώσει το 14ο έτος ηλικίας).

Στην περίπτωση μεγάλης εταιρείας, το άτομο που δικαιούται να λάβει τα έγγραφα είναι ο εκπρόσωπος της εταιρείας, που μπορεί να κατέχει την παρακάτω θέση: εκτελεστικό στέλεχος (διευθύνων σύμβουλος, διευθυντής, ανώτερος υπάλληλος ή άλλο άτομο που εξουσιοδοτείται προς υπογραφή για την εταιρεία ή για την εν γένει εκπροσώπηση της εταιρείας), ο αντιπρόσωπος επίδοσης ή κοινοποίησης, ο θεματοφύλακας επίδοσης ή κοινοποίησης, ο εκκαθαριστής, ο διαχειριστής ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που απασχολείται στο γραφείο αλληλογραφίας της εταιρείας (εάν διαθέτει τέτοιο).

Η ταχυδρομική υπηρεσία δύναται ακόμα να επιδίδει ή να κοινοποιεί την αλληλογραφία μέσω της εταιρείας που λειτουργεί στην τοποθεσία που φαίνεται στη διεύθυνση (έμμεση επίδοση ή κοινοποίηση), εφόσον η κατοικία του παραλήπτη, ο τόπος κατοικίας ή ο χώρος εργασίας του είναι στρατιωτικό κατάλυμα, νοσοκομείο ή μονάδα κοινωνικής πρόνοιας, φυλακή, ξενοδοχείο, ξενώνας νεότητας, ξενώνας εργαζομένων ή θέρετρο. Η οντότητα στην οποία επιδίδεται η αλληλογραφία υποχρεούται να την κάνει δεκτή και να μεριμνήσει για την παράδοσή της στον τελικό παραλήπτη.

Με βάση το ουγγρικό κρατικό διάταγμα 335/2012, η ταχυδρομική υπηρεσία επιχειρεί δύο φορές να επιδώσει ή να κοινοποιήσει το ταχυδρομηθέν επίσημο έγγραφο. Αν η πρώτη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης αποτύχει διότι ο παραλήπτης ή ο παραλήπτης που νομιμοποιείται να παραλάβει το έγγραφο δεν είναι στη διεύθυνση, ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών αφήνει στην ίδια διεύθυνση ειδοποίηση με τις πληροφορίες που ορίζονται από τον νόμο, ενημερώνει τον παραλήπτη ότι μπορεί να παραλάβει το επίσημο έγγραφο από το σημείο παράδοσης που αναγράφεται στην ειδοποίηση και επιχειρεί ξανά την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου την πέμπτη εργάσιμη ημέρα μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης. Αν και η δεύτερη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης αποτύχει, η ταχυδρομική υπηρεσία αφήνει ξανά μια ειδοποίηση στον παραλήπτη του εγγράφου (με τις πληροφορίες που ορίζονται από τον νόμο) και ενημερώνει τον παραλήπτη αυτής ότι μπορεί να παραλάβει το επίσημο έγγραφο από το σημείο παράδοσης που αναγράφεται στην ειδοποίηση εντός πέντε ημερών από τη δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης. Το επίσημο έγγραφο μπορεί να παραληφθεί πριν από τη δεύτερη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης από το σημείο παράδοσης που αναφέρεται στην ειδοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η ταυτότητα του παραλαμβάνοντος προσώπου. Αν το επίσημο έγγραφο δεν παραδοθεί ούτε έως την ημερομηνία που αναγράφεται στη δεύτερη ειδοποίηση, την επόμενη εργάσιμη ημέρα η ταχυδρομική υπηρεσία επιστρέφει το επίσημο έγγραφο στον αποστολέα του, συνοδευόμενο από βεβαίωση παραλαβής, με την ένδειξη «Δεν αναζητήθηκε».

Στην περίπτωση αυτή, βάσει των σχετικών διατάξεων του νόμου  III του 1952, η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου λογίζεται ως πραγματοποιηθείσα την πέμπτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία της δεύτερης προσπάθειας για την ταχυδρομική επίδοση ή κοινοποίησή του, εφόσον δεν αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό (εκτός κι αν το έγγραφο επιδόθηκε στον υποκατάστατο παραλήπτη και ο εν λόγω υποκατάστατος παραλήπτης ήταν ο αντίδικος του αρχικού παραλήπτη). Στην περίπτωση που έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή η οριστική απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, το δικαστήριο ειδοποιεί τους διαδίκους ότι η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται ως πραγματοποιηθείσα. Στη σχετική ειδοποίηση επισυνάπτεται υποχρεωτικά το επίσημο έγγραφο για το οποίο έχει γίνει δεκτό από το δικαστήριο ότι υπήρξε επίδοση ή κοινοποίηση.

Ο παραλήπτης μπορεί επίσης να παραλάβει το έγγραφο που προορίζεται γι’ αυτόν στη γραμματεία του δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει την ταυτότητά του.

Ο νόμος LIII του 1994 περί της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης («Νόμος LIII του 1994») προβλέπει τη διεξαγωγή της πράξης της επίδοσης ή κοινοποίησης από δικαστικό επιμελητή. Η επίδοση ή κοινοποίηση επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί με τον παραπάνω τρόπο εφόσον, στο πλαίσιο της έκδοσης ουσιαστικής απόφασης επί της ουσίας μιας υπόθεσης η οποία χρησιμεύει μεταγενέστερα ως βάση για τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, προέκυψε το τεκμήριο ότι η επίδοση ή κοινοποίηση έχει πραγματοποιηθεί και ο διάδικος που ζητά την επίδοση ή κοινοποίηση δηλώνει ρητώς ότι αναλαμβάνει τα σχετικά έξοδα προκαταβολικά. Ο ίδιος νόμος ορίζει επίσης ότι επιτρέπεται η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων αναγκαστικής εκτέλεσης μέσω δικαστικού επιμελητή στο πρόσωπο για το οποίο προορίζονται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να καταρτίζεται επίσημη έκθεση επίδοσης ή κοινοποίησης. Σε περίπτωση που η διαδικασία επίδοσης ή κοινοποίησης αποδειχθεί ατελέσφορη, τα έγγραφα πρέπει να επιδίδονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που διέπουν την επίδοση ή κοινοποίηση επίσημων εγγράφων.

Επιπλέον των προεκτεθέντων και όταν ορίζει ο νόμος, η επίδοση ή κοινοποίηση δύναται να πραγματοποιείται από ειδικές αρχές π.χ. το προσωπικό του δικαστηρίου (όπως η επίδοση ή κοινοποίηση κλητεύσεων στο πλαίσιο αστικών υποθέσεων όταν συντρέχουν λόγοι κατεπείγοντος).

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Το κεφάλαιο «Ηλεκτρονική επικοινωνία σε αστικές υποθέσεις» του νόμου III του 1952 προβλέπει ότι σε όλες τις αστικές υποθέσεις, καθώς και στις αστικές διαδικασίες που προσδιορίζονται από τον νόμο (όπως τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης), εφόσον γίνει δεκτή από τον διάδικο, η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται εξίσου με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, ανεξάρτητα από το άτομο για το οποίο προορίζεται η ηλεκτρονική επικοινωνία. Σε περίπτωση ηλεκτρονικής επικοινωνίας, η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα μέσω μηχανογραφημένου συστήματος που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό.

Μέσω του συστήματος πράξεων επίδοσης ή κοινοποίησης, ο διάδικος ειδοποιείται ότι ένα έγγραφο είναι διαθέσιμο προς επίδοση ή κοινοποίηση μέσω της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχει ορίσει. Στην ουσία, η πράξη της επίδοσης ή κοινοποίησης σημαίνει την ανάρτηση του εγγράφου στον χώρο των ηλεκτρονικών επιδόσεων.

Ο διάδικος μπορεί να κάνει λήψη του εγγράφου ανοίγοντας έναν σύνδεσμο που τον κατευθύνει στο έγγραφο. Η ενέργεια αυτή επιβεβαιώνεται μέσω της ηλεκτρονικής βεβαίωσης λήψης που αποστέλλεται αυτόματα τόσο στον αποστολέα όσο και τον διάδικο. Πριν ο διάδικος πατήσει πάνω στον διαδικτυακό σύνδεσμο για να τον ανοίξει, το σύστημα πραγματοποίησης πράξεων επίδοσης ή κοινοποίησης πρέπει να υποδείξει στον διάδικο τουλάχιστον το όνομα του αποστολέα, την ημερομηνία άφιξης του εγγράφου και τον αριθμό της υπόθεσης.

Εάν ο διάδικος δεν προβεί στη λήψη του απεσταλθέντος εγγράφου εντός πέντε εργάσιμων ημερών μετά την τοποθέτησή του στον ηλεκτρονικό χώρο επίδοσης ή κοινοποίησης, το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί την επόμενη εργάσιμη ημέρα (τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης). Εάν κρίνεται σκόπιμο να αποδειχθεί η ύπαρξη τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης, αποστέλλεται αυτόματη ειδοποίηση στον αποστολέα και τον διάδικο μέσω του συστήματος πράξεων επίδοσης ή κοινοποίησης.

Σε περιπτώσεις κατεπείγοντος, η κλήτευση σε αστικές υποθέσεις παραδίδεται μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ακόμη και χωρίς τα ηλεκτρονικά στοιχεία του παραλήπτη.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Ο νόμος III του 1952 ορίζει ότι, εάν ο τόπος κατοικίας του διαδίκου είναι άγνωστος ή διαμένει σε χώρα που δεν παρέχει νομική συνδρομή για την επίδοση ή κοινοποίηση ή εάν η επίδοση ή κοινοποίηση προσκρούει σε άλλα ανυπέρβλητα εμπόδια ή εάν η προσπάθεια για την επίδοση ή κοινοποίηση φαίνεται απίθανο να τελεσφορήσει ήδη εκ των προτέρων ή εάν ο διάδικος δεν ορίσει θεματοφύλακα επίδοσης ή κοινοποίησης παρά την ύπαρξη σχετικής νομικής απαίτησης ή εάν δεν είναι δυνατό να συντελεστεί επίδοση ή κοινοποίηση στο συγκεκριμένο πρόσωπο, η επίδοση ή κοινοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης. Κατά κανόνα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης μόνον εφόσον τούτο ζητηθεί από τον οικείο διάδικο και μόνον όπου πιθανολογείται ότι συντρέχει λόγος για τον συγκεκριμένο τρόπο κοινοποίησης.

Το έγγραφο που πρόκειται να κοινοποιηθεί με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης πρέπει να αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου επί δεκαπέντε ημέρες καθώς και στον πίνακα ανακοινώσεων του δημαρχείου της πόλης όπου βρίσκεται η τελευταία γνωστή διεύθυνση του διαδίκου. Επιπλέον, πρέπει να δημοσιεύεται στον κεντρικό δικτυακό τόπο των δικαστηρίων.

Σε περίπτωση που ένα εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εναγόμενο με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης, το δικαστήριο διορίζει θεματοφύλακα για λογαριασμό του εναγομένου και φροντίζει να γίνει προς αυτόν η επίδοση ή κοινοποίηση.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Όταν πραγματοποιείται κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης, το έγγραφο θεωρείται ότι κοινοποιήθηκε την δέκατη πέμπτη ημέρα μετά την ημέρα κατά την οποία το έγγραφο αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Ο νόμος CLIX του 2012 ορίζει ότι η ταχυδρομική υπηρεσία και ο παραλήπτης μπορεί να συμφωνήσουν ότι η αλληλογραφία που προορίζεται για τον παραλήπτη δεν πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αλληλογραφία, αλλά σε κάποια άλλη διεύθυνση (συγκεκριμένα, σε άλλη διεύθυνση, σε ταχυδρομική θυρίδα ή σε άλλο σημείο παράδοσης). Το κυβερνητικό διάταγμα 335/2012 ορίζει ότι η ταχυδρομική υπηρεσία πληροφορεί τον εκάστοτε παραλήπτη σχετικά με την άφιξη των επίσημων εγγράφων που προορίζονται για παράδοση σε ταχυδρομική θυρίδα αφήνοντας μια ειδοποίηση στη θυρίδα εάν το επίσημο έγγραφο απευθύνεται μεν στην ταχυδρομική θυρίδα αλλά όχι στον μισθωτή της ταχυδρομικής θυρίδας.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Ο νόμος III του 1952 ορίζει ότι τα δικαστικά έγγραφα που αποστέλλονται ταχυδρομικώς, και εφόσον ο παραλήπτης τους αρνηθεί ρητά να τα παραλάβει, θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί την ημέρα κατά την οποία επιχειρήθηκε η επίδοση ή κοινοποίησή τους.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού, η ταχυδρομική υπηρεσία δεν έχει καμία πληροφόρηση ότι η προερχόμενη από το εξωτερικό αλληλογραφία αποτελεί επίσημο έγγραφο. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζει τους συγκεκριμένους κανόνες που ισχύουν για την επίδοση ή την κοινοποίηση επίσημων εγγράφων, αλλά τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης που ισχύουν για τη συστημένη αλληλογραφία (με βεβαίωση παραλαβής).

Στην περίπτωση προσώπων που νομιμοποιούνται προς παραλαβή εγγράφων –και συγκεκριμένα για τα επίσημα έγγραφα– ισχύουν τα παρακάτω πλην του σημείου 5. Αν ο παραλήπτης είναι φυσικό πρόσωπο, ο εκμισθωτής του ακινήτου που βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση ή ο ιδιοκτήτης της κατοικίας όπου διαμένει ο παραλήπτης, επιτρέπεται να είναι ο υποκατάστατος παραλήπτης, αν πρόκειται περί φυσικού προσώπου. Όσον αφορά τις μεγάλες εταιρείες, το δικαίωμα παραλαβής επιδιδόμενων ή κοινοποιούμενων εγγράφων στον χώρο της εταιρείας ή σε άλλον χώρο που είναι ανοικτός για τους πελάτες το έχουν οι υπάλληλοι και τα μέλη της εταιρείας. Το ίδιο δικαίωμα το έχουν και για τα φυσικά πρόσωπα που εργάζονται στο χώρο της υποδοχής, αν η εταιρεία διαθέτει χώρο υποδοχής. Ωστόσο, η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων μπορεί να γίνεται και σε άλλους εργαζόμενους της εταιρείας (στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζονται ως περιστασιακοί παραλήπτες).

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Εάν ο παραλήπτης ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου γίνεται η επίδοση ή κοινοποίηση, η ταχυδρομική υπηρεσία αφήνει μια ειδοποίηση με την οποία πληροφορεί τον παραλήπτη ότι το έγγραφο θα είναι διαθέσιμο στο σημείο παράδοσης της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Ο παραλήπτης ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή ο υποκατάστατος παραλήπτης μπορεί να παραλάβει το έγγραφο από την ίδια διεύθυνση εφόσον διαμένει ή έχει τόπο κατοικίας την εν λόγω διεύθυνση. Εάν ο παραλήπτης ή άλλο πρόσωπο που νομιμοποιείται για την παραλαβή της αλληλογραφίας δεν την παραλάβει εντός της προθεσμίας που αναγράφεται στην ειδοποίηση, η ταχυδρομική υπηρεσία επιστρέφει το έγγραφο στον αποστολέα ως ανεπίδοτο.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Το χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστραφούν στον αποστολέα ως ανεπίδοτα ορίζεται από την ταχυδρομική υπηρεσία. Η ταχυδρομική υπηρεσία Magyar Posta Zrt. έχει ορίσει το διάστημα αυτό στις δέκα εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία που επιχείρησε να επιδώσει ή κοινοποιήσει το έγγραφο. Σχετικά με το πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα, ανατρέξτε στο προηγούμενο σημείο.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Η έγγραφη απόδειξη επίδοσης ή κοινοποίησης ενός εγγράφου είναι η βεβαίωση παραλαβής, όπου αναφέρεται η έκβαση της επίδοσης ή κοινοποίησης, δηλ. ο παραλήπτης, η ιδιότητα με την οποία ενήργησε εάν δεν είναι ο παραλήπτης (και είναι π.χ. ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος), η ημερομηνία παράδοσης ή, εάν δεν υπάρχει παράδοση, ο λόγος μη παράδοσης (π.χ. άρνηση παραλαβής, «Δεν αναζητήθηκε»). Σε κάθε περίπτωση, η ταχυδρομική υπηρεσία επιστρέφει τη βεβαίωση παραλαβής στον αποστολέα.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Ο νόμος III του 1952 ορίζει ότι, σε περίπτωση που υφίσταται τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης (ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο παρά και τις δύο προσπάθειες επίδοσης ή κοινοποίησής του), ο παραλήπτης δύναται να υποβάλει αίτηση με σκοπό την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης εντός δεκαπέντε ημερών αφότου έλαβε γνώση ότι υφίσταται τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης. Αυτό μπορεί να γίνει στο δικαστήριο στο οποίο διεξάγεται η σχετική διαδικασία. Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται η υποβολή αίτησης μετά την παρέλευση εξαμήνου από τη στοιχειοθέτηση του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης. Αν το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης αφορά την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου με το οποίο προκαλείται η κίνηση της διαδικασίας, ο διάδικος δύναται να υποβάλει την αίτηση κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της διαδικασίας εντός δεκαπέντε ημερών από τη στιγμή που ενημερώθηκε για το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης.

Η αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης μπορεί να στηρίζεται στο γεγονός ότι ο αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν ήταν σε θέση να παραλάβει το επίσημο έγγραφο, λόγω του ότι:

α) η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση επίσημων εγγράφων ή πάσχει κάποιο άλλο τυπικό ελάττωμα, ή

β) η παραλαβή του εγγράφου ήταν αδύνατη για κάποιον άλλον λόγο πλην των λόγων που αναφέρονται στο στοιχείο α) (π.χ. επειδή ο αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν ενημερώθηκε για την επίδοση ή κοινοποίηση).

Αν ο διάδικος υποβάλει αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης επί τη βάσει του στοιχείου α) και το δικαστήριο την κάνει δεκτή, παύουν να ισχύουν οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από το τεκμήριο και πρέπει υποχρεωτικά να επαναληφθεί η επίδοση ή κοινοποίηση, τα μέτρα ή οι διαδικαστικές πράξεις που έχουν ενδεχομένως ήδη πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης και στην επιβαλλόμενη έκταση. Σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί από άλλο πρόσωπο και γίνει δεκτή από το δικαστήριο, δεν χωρεί εκτέλεση των έννομων συνεπειών που απορρέουν από την επίδοση ή την κοινοποίηση σε σχέση με τον αιτούντα.

Αν το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης ανατραπεί επί τη βάσει του στοιχείου β), η επίδοση ή κοινοποίηση πρέπει να επαναληφθεί. Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι διατάξεις σχετικά με την απόδειξη της υπαιτιότητας ισχύουν κατ’ αναλογία για την υποβολή της αίτησης και την απόφαση που εκδίδεται επ’ αυτής.

Το δικαίωμα για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης ισχύει επίσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν μια δικαστική απόφαση έχει καταστεί νομικώς υποχρεωτική αναφορικά με το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης και συντρέχουν οι προεκτεθέντες λόγοι, ο παραλήπτης, με την ιδιότητα του ενάγοντος, δύναται να υποβάλει αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από τη λήψη της πληροφορίας ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης Αν έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, η υποβολή αίτησης επιτρέπεται μόνο με τον τρόπο που εξηγείται στην παρούσα παράγραφο.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης μόνον εφόσον τούτο ζητηθεί από τον οικείο διάδικο και προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων πιθανολογείται ότι συντρέχει λόγος για τον συγκεκριμένο τρόπο κοινοποίησης. Εάν τα προσκομιζόμενα στοιχεία αποδειχθούν ψευδή και ο διάδικος το γνώριζε ή θα μπορούσε να το γνωρίζει εάν διενεργούσε τον προσήκοντα έλεγχο, η κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης και η επακόλουθη διαδικασία καθίστανται άκυρες, και ο διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα και στην καταβολή προστίμου. Εντούτοις, εάν ο αντίδικος (στον οποίο κοινοποιήθηκε το έγγραφο με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης) αποδεχτεί τη διαδικασία μετά την ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης –ακόμη και σιωπηρά– η διαδικασία δεν ακυρώνεται. Ωστόσο, το επιβαλλόμενο πρόστιμο εξακολουθεί να ισχύει και ο διάδικος καταδικάζεται στην καταβολή των επιπλέον εξόδων.

Η οριστική απόφαση μπορεί να υπόκειται σε επανεξέταση εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον διάδικο με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης κατά παράβαση των κανόνων που ισχύουν για την επίδοση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης.

Εάν δεν υφίσταται τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης, οι συνέπειες της επίδοσης κατά παράβαση του νόμου αντιμετωπίζονται με τα γενικά ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα στη διάρκεια της διαδικασίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Κατ’ αρχήν, τα δικαστικά έξοδα καλύπτουν και το κόστος της επίδοσης ή κοινοποίησης. Επομένως, ο διάδικος δεν χρειάζεται να καταβάλλει ξεχωριστά έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης. Ο νόμος LIII του 1994 ορίζει ότι η μόνη εξαίρεση στον εν λόγω κανόνα είναι η επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή. Στην προκειμένη περίπτωση, τα έξοδα για την κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης πρέπει να προκαταβάλλονται από το πρόσωπο που τη ζήτησε.

Κατά τα προβλεπόμενα στο διάταγμα 14/1994 της 8ης Σεπτεμβρίου 1994 του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τις τιμές των δικαστικών επιμελητών, ο δικαστικός επιμελητής χρεώνει ένα τέλος για την επίδοση με δικαστικό επιμελητή, το ποσό της οποίας ανέρχεται σε 6 000 HUF. Επιπλέον, ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται μια πάγια αμοιβή για την παροχή ειδικής επίδοσης ή κοινοποίησης, το οποίο της οποίας ανέρχεται σε 3 000 HUF ανά προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης εάν ο τόπος επίδοσης ή κοινοποίηση είναι η κατοικία του παραλήπτη, ο τόπος κατοικίας του ή ο χώρος εργασίας του, και 6 000 HUF εάν ο τόπος της επίδοσης είναι άλλη διεύθυνση που χρησιμοποιείται από τον παραλήπτη ή η τοποθεσία όπου διαμένει περιστασιακά ο παραλήπτης.

Εάν οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κινηθούν επί τη βάσει του προς επίδοση εγγράφου, τα έξοδα επιβαρύνουν τον οφειλέτη. Τα έξοδα της κοινοποίησης με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης πρέπει να προκαταβάλλονται από το άτομο που ζητά τον συγκεκριμένο τρόπο κοινοποίησης.

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/10/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Μάλτα

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Με τον όρο «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων» νοείται η παράδοση δικογράφων σε νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Ο τρόπος επίδοσης ή κοινοποίησης διέπεται ειδικά από τον κώδικα οργάνωσης και πολιτικής δικονομίας (κεφάλαιο 12 της νομοθεσίας της Μάλτας).

Εντάχθηκαν στο εθνικό δίκαιο ειδικοί κανόνες σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια τυπική διαδικασία όσον αφορά τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων και να διασφαλιστεί ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη λαμβάνουν νομικά έγγραφα που αφορούν τους ίδιους ή τη δράση τους. Επιπλέον, οι εν λόγω κανόνες δημιουργούν ασφάλεια δικαίου, προς όφελος του δικαστηρίου, ως προς το ότι τα έγγραφα έχουν φθάσει στον παραλήπτη.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Όλα τα έγγραφα που κατατίθενται στο δικαστήριο πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται επισήμως. Σε αυτά περιλαμβάνονται δικαστικές επιστολές, δικαστικές προσφυγές, αιτήσεις, κλητεύσεις, εφέσεις, υπομνήματα απαντήσεως, εντάλματα ασφαλιστικών και εκτελεστικών μέτρων, καθώς και εντολές δικαστηρίων, δικαστών και δικαστικών.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Μετά την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο, το δικαστήριο είναι υπεύθυνο για την επίδοση ή την κοινοποίηση εγγράφων. Ο ενδιαφερόμενος που υποβάλλει την αίτηση οφείλει να καταθέσει το έγγραφο στο δικαστήριο, υποδεικνύοντας το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί το έγγραφο, καθώς και τη διεύθυνση επίδοσης ή κοινοποίησης. Σε περίπτωση που οι παραλήπτες είναι περισσότεροι του ενός, ο ενδιαφερόμενος που καταθέτει το έγγραφο πρέπει να διασφαλίσει ότι υπάρχουν αρκετά αντίγραφα για όλους τους παραλήπτες.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Η μαλτέζικη αρχή παραλαβής επαληθεύει τη διεύθυνση, εφόσον αποτύχει η επίδοση ή κοινοποίηση· ωστόσο, προκειμένου να το πράξει, η μαλτέζικη αρχή πρέπει να γνωρίζει τον αριθμό ταυτότητας του παραλήπτη, αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο. Αν η υπηρεσία διαβίβασης παράσχει τον εν λόγω αριθμό ταυτότητας, ο οποίος είναι μοναδικός για κάθε φυσικό πρόσωπο, η υπηρεσία παραλαβής μπορεί να επιχειρήσει να διαπιστώσει εναλλακτικό τόπο διαμονής.

Στην περίπτωση εταιρειών, η αρμόδια αρχή επαληθεύει την καταχωρισμένη διεύθυνση της εταιρείας-παραλήπτη μέσω ηλεκτρονικού συστήματος που διαχειρίζεται το Μητρώο Εταιρειών της Αρχής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Μάλτας (MFSA). Αν η διεύθυνση που παρέχεται από την αρχή διαβίβασης διαφέρει από την αναγραφόμενη, πραγματοποιείται μία ακόμα απόπειρα επίδοσης ή κοινοποίησης των εγγράφων στην καταχωρισμένη διεύθυνση.

Αν ο δικαστικός επιμελητής δηλώσει ότι δεν βρήκε τον παραλήπτη στη διεύθυνση που του δόθηκε ή ότι κανένα πρόσωπο δεν του άνοιξε την πόρτα, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση υποβάλλει με τη σειρά της αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο, ζητώντας να λάβει άδεια κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο (είτε πρόκειται για νομικό είτε για φυσικό πρόσωπο) στην ίδια διεύθυνση, αλλά αφού παρέλθει το χρονικό διάστημα που ορίζει η νομοθεσία μας. Ενίοτε η επίδοση ή κοινοποίηση είναι επιτυχής.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Όσον αφορά τη διαπίστωση της διεύθυνσης ενός φυσικού προσώπου, μόνο η αρχή παραλαβής έχει πρόσβαση σε αρχεία που αφορούν τη διεύθυνση ενός προσώπου, εφόσον η υπηρεσία διαβίβασης παρέχει τον αριθμό ταυτότητας. Η συγκεκριμένη βάση δεδομένων δεν είναι διαθέσιμη στο ευρύ κοινό ή σε αλλοδαπές αρχές. Αφετέρου, βασικές πληροφορίες σχετικά με εταιρείες, όπως η ορθή εταιρική επωνυμία, ο αριθμός μητρώου της εταιρείας και η καταστατική έδρα της, μπορούν να ελεγχθούν από οποιονδήποτε δωρεάν, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος που υπάγεται στο Μητρώο Εταιρειών της Αρχής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Μάλτας. Ειδικές πληροφορίες, όπως ονόματα διευθυντών, νόμιμοι εκπρόσωποι, γραμματέας της εταιρείας κ.λπ., διατίθενται διαδικτυακά μέσω του ίδιου δικτυακού τόπου, απαιτείται όμως η δημιουργία λογαριασμού η πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες γίνεται επί πληρωμή.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Όταν ζητούνται πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση μάρτυρα, πρέπει να παρέχονται στην κεντρική αρχή οι λόγοι στους οποίους βασίζεται το εν λόγω αίτημα. Ωστόσο, η κεντρική αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει τις πληροφορίες αυτές.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Οι δικαστικές προσφυγές και τα νομικά έγγραφα που δεν περιλαμβάνονται στη δικογραφία επιδίδονται ή κοινοποιούνται με συστημένη επιστολή η οποία φέρει μια «ροζ κάρτα», όπου είτε υπογράφει ο παραλήπτης είτε σημειώνεται η ένδειξη «αζήτητο». Η «ροζ κάρτα» επισυνάπτεται στο πρωτότυπο έγγραφο (για παράδειγμα, στην επίσημη επιστολή).

Άλλα έγγραφα που υποβάλλονται με σκοπό την κίνηση νομικών διαδικασιών ή υποβάλλονται στη διάρκεια της εκδίκασης μιας υπόθεσης επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος παραδίδει το εν λόγω έγγραφο στον παραλήπτη, στη διεύθυνση που δηλώνεται από τον διάδικο που καταθέτει το έγγραφο, ή παραδίδει αντίγραφο αυτού στον τόπο εργασίας ή κατοικίας του, ή σε πρόσωπο που είναι στην υπηρεσία του ή στον δικηγόρο του ή σε πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει την αλληλογραφία του. Ωστόσο, δεν μπορούν να παραδίδονται έγγραφα σε πρόσωπα κάτω των 14 ετών ή σε πρόσωπα τα οποία, κατά τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης, πάσχουν από ψυχική διαταραχή ή από άλλη πάθηση που τα καθιστά ανίκανα να ανταποκριθούν στην εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Στις αστικές υποθέσεις τα έγγραφα δεν μπορούν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Η υπηρεσία παραλαβής μεριμνά για την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου, επισυνάπτοντάς το σε δικαστική επιστολή η οποία κατατίθεται στη γραμματεία του Αστικού Δικαστηρίου, πρώτο τμήμα, σε περίπτωση εγγράφων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται στη Μάλτα, και στη γραμματεία του Court of Magistrates (κατώτερο δικαστήριο) (Gozo) στην ανώτερη δικαιοδοσία του, σε περίπτωση εγγράφων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται στα νησιά Gozo και Comino. Τα εν λόγω έγγραφα, μαζί με τη δικαστική επιστολή, επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τον δικαστικό επιμελητή στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται. Το άρθρο 187 του κώδικα οργάνωσης και πολιτικής δικονομίας προβλέπει τη μέθοδο για τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων:

α) η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται με παράδοση αντίγραφου του διαδικαστικού εγγράφου στο πρόσωπο στο οποίο πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί, ή παραδίδοντας το εν λόγω αντίγραφο στον τόπο κατοικίας ή επιχειρηματικής δραστηριότητας ή στον χώρο εργασίας ή στην ταχυδρομική διεύθυνση του εν λόγω προσώπου, σε μέλος της οικογένειάς του ή σε πρόσωπο που διαμένει στην κατοικία του ή σε πρόσωπο που έχει στην υπηρεσία του ή στον δικηγόρο του ή σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει την αλληλογραφία του: υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι νόμιμη η παράδοση του εν λόγω αντιγράφου σε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 14 ετών, ή σε πρόσωπο το οποίο, λόγω πνευματικής αναπηρίας του, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση. Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο· και δεν μπορούν να διατυπωθούν ενστάσεις για παράτυπη επίδοση ή κοινοποίηση βάσει οποιωνδήποτε από τους προαναφερθέντες λόγους, εάν αποδειχθεί ότι το αντίγραφο παραδόθηκε όντως στο πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί·

β) σε περίπτωση προσώπων που επιβαίνουν σε εμπορικά πλοία, ή μελών πληρώματος που δεν έχουν μόνιμη κατοικία στη Μάλτα, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω παράδοσης του εν λόγω αντίγραφου στον πλοίαρχο ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματός του·

γ) σε περίπτωση φορέα με αυτοτελή νομική προσωπικότητα, η επίδοση ή κοινοποίηση στον εν λόγω φορέα πραγματοποιείται παραδίδοντας αντίγραφο του σχετικού διαδικαστικού εγγράφου: i) στην καταστατική έδρα, τα κεντρικά γραφεία ή τον χώρο επιχειρηματικής δραστηριότητας ή στην ταχυδρομική διεύθυνση, σε πρόσωπο/-α επιφορτισμένο/-α με καθήκοντα νόμιμου ή δικαστικού εκπροσώπου του εν λόγω φορέα ή στη γραμματέα της εταιρείας ή σε υπάλληλο του εν λόγω φορέα, ή ii) σε οποιοδήποτε από τα προαναφερθέντα πρόσωπα κατά τον τρόπο που ορίζεται στο στοιχείο α).

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί όταν το πρόσωπο που παραλαμβάνει τα έγγραφα αποδέχεται την επίδοση ή κοινοποίηση.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Άνευ αντικειμένου

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Στο πλαίσιο του μαλτέζικου δικαίου, όταν ένα πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ένα διαδικαστικό έγγραφο αρνείται να το παραλάβει αυτοπροσώπως από διοικητικό στέλεχος των δικαστηρίων, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου, και αφού ακούσει το διοικητικό στέλεχος των δικαστηρίων και λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες του συμβάντος, να δηλώσει με διάταγμα ότι η εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε κατά την ημερομηνία και ώρα της άρνησης, και το εν λόγω διάταγμα θεωρείται αποδεικτικό επίδοσης ή κοινοποίησης για όλους τους σκοπούς του δικαίου.

Επιπλέον, αν ένα πρόσωπο εν γνώσει του αποφεύγει, παρακωλύει ή αρνείται την επίδοση ή κοινοποίηση οποιασδήποτε πράξης ή δικαστικής εντολής ή εκτέλεσης οποιουδήποτε εντάλματος ή εντολής από δικαστικό επιμελητή, κρίνεται ένοχο για προσβολή δικαστηρίου και τιμωρείται, σε περίπτωση καταδίκης, με α) επίπληξη, β) απομάκρυνση από το δικαστήριο, γ) σύλληψη για διάστημα είκοσι τεσσάρων ωρών σε χώρο εντός του κτιρίου όπου εδρεύει το δικαστήριο ή δ) επιβολή προστίμου (ammenda ή multa).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Η μαλτέζικη ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει αλληλογραφία σε οποιοδήποτε πρόσωπο βρίσκεται στη διεύθυνση το οποίο είναι σε θέση να παραλάβει την αλληλογραφία, με την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο χαίρει πνευματικής υγείας και δεν είναι παιδί. Τεκμαίρεται ότι, εφόσον ένα πρόσωπο βρίσκεται στον χώρο της διεύθυνσης και παραλαμβάνει την αλληλογραφία, το εν λόγω πρόσωπο είναι εξουσιοδοτημένο για κάτι τέτοιο από τον παραλήπτη. Αν το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι εξουσιοδοτημένο, τότε δεν θα πρέπει να παραλάβει την αλληλογραφία και, αν την παραλάβει, τότε αναλαμβάνει την ευθύνη να τη διαβιβάσει στον παραλήπτη. Ο παραλαβών υπογράφει κατά την παράδοση. Η διαδικασία αυτή συνάδει με τον κανονισμό 33 των (γενικών) κανονισμών του 2005 για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Εάν κανένας δεν είναι διαθέσιμος να ανταποκριθεί και να αποδεχθεί την αλληλογραφία σε περίπτωση που απαιτείται υπογραφή κατά την παράδοση, επικολλάται ειδοποίηση στην εν λόγω διεύθυνση, με την οποία ενημερώνεται ο παραλήπτης σχετικά με την προσπάθεια παράδοσης. Η αλληλογραφία θα είναι διαθέσιμη προς παραλαβή από το πλησιέστερο ταχυδρομικό κατάστημα. Έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών να αποφασίσει κατά πόσον πρέπει να γίνουν περαιτέρω προσπάθειες για την παράδοση της αλληλογραφίας. Αν δεν γίνει παραλαβή της αλληλογραφίας, τότε αυτή επιστρέφεται στον αποστολέα με την ένδειξη «αζήτητο». Αν ο παραλήπτης ή ο αντιπρόσωπός του αρνηθεί να παραλάβει την αλληλογραφία, τότε αυτή επιστρέφεται αμέσως στον αποστολέα με την ένδειξη «μη αποδεκτή».

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Αν στην εν λόγω διεύθυνση δεν είναι κανείς διαθέσιμος να παραλάβει την αλληλογραφία, επικολλάται ειδοποίηση με την οποία ενημερώνεται ο παραλήπτης σχετικά με την προσπάθεια παράδοσης και του γνωστοποιείται ότι η αλληλογραφία θα είναι διαθέσιμη προς παραλαβή από το πλησιέστερο ταχυδρομικό κατάστημα. Αν κανείς δεν παραλάβει την αλληλογραφία, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών να απευθύνει τελική ειδοποίηση προς τον παραλήπτη, ενημερώνοντάς τον ότι η αλληλογραφία του δεν έχει ακόμα παραληφθεί. Γενικότερα, κάτι τέτοιο γίνεται μετά την πάροδο 5 ημερών για τις συστημένες επιστολές εσωτερικού, και μετά την πάροδο 10 ημερών για τις συστημένες επιστολές εξωτερικού. Αν κανείς δεν παραλάβει την εν λόγω αλληλογραφία μετά την πάροδο του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τότε μετά από περαιτέρω αναμονή 5 ημερών η αλληλογραφία επιστρέφεται στον αποστολέα με την ένδειξη «αζήτητο». Η παραλαβή της αλληλογραφίας από το ταχυδρομικό κατάστημα πραγματοποιείται μόνο από τον παραλήπτη ή από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο με προσκόμιση της ειδοποίησης και ενός εγγράφου ταυτοποίησης (διαβατήριο ή δελτίο ταυτότητας) του παραλήπτη.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Εκδίδεται βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, ή μη επίδοσης ή κοινοποίησης.

Τα πρωτότυπα έγγραφα που επιδίδονται ή κοινοποιούνται με συστημένη επιστολή συνοδεύονται από μια «ροζ κάρτα». Όταν τα πρωτότυπα έγγραφα επιστραφούν στο δικαστήριο, σφραγίζονται είτε με μαύρο είτε με κόκκινο μελάνι. Το μαύρο μελάνι δηλώνει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε, και επισημαίνεται το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο. Αν το έγγραφο δεν επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε, σφραγίζεται με κόκκινο μελάνι και αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε η επίδοση ή κοινοποίηση.

Τα έγγραφα που επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τον δικαστικό επιμελητή σφραγίζονται είτε με μαύρο μελάνι, αν έγινε η επίδοση ή κοινοποίηση, είτε με κόκκινο μελάνι, αν δεν έγινε, και φέρουν την υπογραφή του δικαστικού επιμελητή που ήταν υπεύθυνος για τη διεκπεραίωσή τους.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Αν ο παραλήπτης δεν παραλάβει τα έγγραφα, αλλά αυτά έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί με έγκυρο τρόπο με την παράδοση αντίγραφου στη διεύθυνση κατοικίας ή εργασίας του παραλήπτη, θεωρείται ότι η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί και είναι έγκυρη. Αν η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του νόμου, είναι δυνατόν να προσβληθεί με προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου. Αν, παρά το γεγονός ότι η επίδοση ή κοινοποίηση δεν έγινε με έγκυρο τρόπο, ο διάδικος στον οποίο γίνεται η επίδοση καταθέσει υπόμνημα στο δικαστήριο ή εμφανιστεί στο δικαστήριο, θεωρείται ότι η επίδοση έγινε με έγκυρο τρόπο.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Βάσει του νόμου (legal notice) αριθ. 148 του 2014, η υπηρεσία παραλαβής στη Μάλτα έχει ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1393/2007, πάγιο τέλος ύψους 50 ευρώ για κάθε έγγραφο που επιδίδεται ή κοινοποιείται στη Μάλτα. Το εν λόγω τέλος πρέπει να καταβάλλεται πριν από την επίδοση ή κοινοποίηση. Η καταβολή των τελών πρέπει να γίνεται με τραπεζικά εμβάσματα πληρωτέα υπέρ του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα με τα εξής στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού:

Επωνυμία της τράπεζας: Central Bank of Malta (Κεντρική Τράπεζα της Μάλτας)

Όνομα τραπεζικού λογαριασμού: Γραφείο AG – Παραλαβή επιδόσεων ή κοινοποιήσεων εγγράφων

Αριθμός τραπεζικού λογαριασμού: 40127EUR-CMG5-000-Y

ΙΒΑΝ: MT24MALT011000040127EURCMG5000Y

Κωδικός Swift: MALTMTMT

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/10/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Κάτω Χώρες

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Κάθε πράξη η οποία έχει αποσταλεί στην αρχή παραλαβής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Στις Κάτω Χώρες, ο δικαστικός επιμελητής ορίζεται ως υπηρεσία παραλαβής και διαβίβασης.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να επιβεβαιώσει τον τόπο κατοικίας του παραλήπτη της πράξης στο μητρώο φυσικών προσώπων (Basisregistratie Personen — BRP). Από αυτόν τον υποχρεωτικό έλεγχο διαπιστώνεται επίσης η τυχόν νέα διεύθυνση του παραλήπτη στην περίπτωση που αυτός δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που αναγράφεται.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Όχι.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Στις Κάτω Χώρες, τα δικαστήρια είναι η αρμόδια αρχή όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 της 28ης Μαΐου 2001. Ωστόσο, τα δικαστήρια των Κάτω Χωρών δεν είναι αρμόδια να ζητούν τη διεύθυνση διαδίκου (κατόπιν αίτησης).

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης αποτελεί επίσημο καθήκον δικαστικού επιμελητή [άρθρο 2 του νόμου περί δικαστικών επιμελητών (Gerechtsdeurwaarderswet)]. Μετά την επιβεβαίωση που περιγράφεται στην ερώτηση 4.1, ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να επιδώσει ή να κοινοποιήσει στον παραλήπτη την πράξη που παρελήφθη για επίδοση ή κοινοποίηση. Κατ’ αρχήν, η επίδοση ή κοινοποίηση της εν λόγω πράξης είναι προσωπική. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι εκτός από την «μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση» που αναφέρεται στο σημείο 7.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων δεν επιτρέπεται στις Κάτω Χώρες.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Όχι, ή τουλάχιστον μόνο εάν η συγκεκριμένη μέθοδος δεν είναι ασυμβίβαστη προς το δίκαιο των Κάτω Χωρών. Η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί σε διαφορετική διεύθυνση από εκείνη της κατοικίας του παραλήπτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικαστικός επιμελητής συναντά και μιλά προσωπικά με τον παραλήπτη. Εάν ο παραλήπτης της επίδοσης ή κοινοποίησης δεν έχει γνωστή κατοικία ή τόπο διαμονής στις Κάτω Χώρες, η πράξη μπορεί να κατατεθεί στην εισαγγελική αρχή.

Οι δικαστικοί επιμελητές δεν επιδίδουν ή κοινοποιούν πράξεις ταχυδρομικώς, παρόλο που η αρχή διαβίβασης άλλου κράτους μέλους μπορεί να αποστείλει την πράξη ταχυδρομικώς απευθείας στον παραλήπτη.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Άνευ αντικειμένου

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Άνευ αντικειμένου

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

1 Άρνηση παραλαβής της πράξης.

Εάν ο παραλήπτης αρνείται να παραλάβει την πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται από τον δικαστικό επιμελητή, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να αφήσει την πράξη στην καταχωρισμένη διεύθυνση, σε σφραγισμένο φάκελο [άρθρο 47 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Burgerlijke Rechtsvordering)]. Η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

2 Άρνηση για λόγους που αφορούν τη μετάφραση.

Εάν ο παραλήπτης αρνείται να παραλάβει την πράξη για λόγους που αφορούν τη μετάφραση [άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007], ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να καταγράψει την άρνηση αυτή στην έντυπη βεβαίωση και να ορίσει την πράξη ως μη επιδοθείσα ή κοινοποιηθείσα. Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει κατά πόσον μια άρνηση είναι δικαιολογημένη (απόφαση Novo Banco)

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Η ταχυδρομική επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να γίνει σε άλλο πρόσωπο. Ανάλογα με την επιλεγείσα μορφή αποστολής, μπορεί να απαιτηθεί ταυτοποίηση.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Εάν η πράξη έχει αποσταλεί με συστημένη επιστολή, παραμένει στο ταχυδρομείο για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου αφήνει ειδοποίηση στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Εάν δεν μπορεί να παραδοθεί μια συστημένη πράξη, ο υπάλληλος του ταχυδρομείου αφήνει ειδοποίηση ότι ο παραλήπτης μπορεί να παραλάβει την πράξη από το ταχυδρομείο. Η πράξη φυλάσσεται επί τρεις εβδομάδες. Εάν δεν παραληφθεί, επιστρέφεται στον αποστολέα.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Ναι, εκτός από την έκθεση επίδοσης ή κοινοποίησης, η αρχή παραλαβής (ο δικαστικός επιμελητής) θα συντάξει επίσης βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης (άρθρο 10 του κανονισμού για την επίδοση και κοινοποίηση πράξεων) και θα τη στείλει μαζί με την έκθεση στην αρχή διαβίβασης.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Εάν η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης γίνει από δικαστικό επιμελητή, αποκλείεται το ενδεχόμενο παράνομης επίδοσης ή κοινοποίησης. Ωστόσο, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Εάν η επίδοση ή κοινοποίηση της πράξης γίνεται μέσω αρχής παραλαβής με έδρα στις Κάτω Χώρες, τα έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης ανέρχονται σε κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 65,00 EUR ανά επίδοση ή κοινοποίηση.

Τελευταία επικαιροποίηση: 11/04/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γερμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Αυστρία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

«Επίδοση ή κοινοποίηση» είναι η νομίμως διενεργούμενη και βεβαιούμενη παράδοση ενός εγγράφου στον παραλήπτη προς γνώση του περιεχομένου του.

Η επίδοση ή κοινοποίηση διατάσσεται από το δικαστήριο ως διαδικαστική πράξη στο πλαίσιο της δίκης και εκτελείται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 87 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [Zivilprozessordnung - ZPO]). Η επίσημη βεβαίωση της επίδοσης ή κοινοποίησης είναι αναγκαία προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί αν και πότε έλαβε χώρα. Η απόδειξη της νόμιμης επίδοσης ή κοινοποίησης αποτελεί προϋπόθεση για να επέλθουν τα δικονομικά αποτελέσματα.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Καταρχήν πρέπει να επιδίδονται ή κοινοποιούνται νομίμως όλες οι δικαστικές πράξεις (π.χ, κλήσεις, διατάξεις, αποφάσεις) καθώς και όλες οι αιτήσεις των διαδίκων (π.χ. αγωγές, προτάσεις εναγομένων, δικόγραφα ένδικων μέσων) και κάθε άλλη δήλωση που απευθύνεται (και) στον αντίδικο.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ή κοινοποίηση και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται ορίζεται από το αποφασίζον όργανο (δικαστής, δικαστικός υπάλληλος). Η σχετική διαταγή ονομάζεται «διαταγή επιδόσεως ή κοινοποιήσεως» (Zustellverfügung) και σημειώνεται από το αποφασίζον όργανο στο πρωτότυπο του προς επίδοση εγγράφου. Η επίδοση ή κοινοποίηση διενεργείται από υπηρεσία διανομής. Η υπηρεσία αυτή είναι συνήθως τα ταχυδρομεία, μπορεί όμως να είναι και άλλος πάροχος καθολικής υπηρεσίας (άρθρο 2 σημείο 7 του νόμου περί επίδοσης [Zustellgesetz - ZustG]) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 σημείο 4 του νόμου για τη ρύθμιση της αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών [Postmarktgesetz].

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Κατά κανόνα αυτό δεν συμβαίνει. Ωστόσο είναι δυνατή η διενέργεια απλών ερευνών, π.χ. βάσει του μητρώου πληθυσμού (βλ. κατωτέρω υπό σημείο 4.2), ανάλογα με το διαθέσιμο προσωπικό.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Ναι. Καθένας, και συνεπώς κάθε αλλοδαπή αρχή, μπορεί να ζητεί από τις αυστριακές Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροαρχές υποβολής στοιχείων (Gemeindeamt, Magistrat, Magistratisches Bezirksamt) Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπληροφορίες από το μητρώο πληθυσμού σχετικά με την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκύρια κατοικία φυσικού προσώπου. Τα δηλωθέντα στοιχεία βρίσκονται αποθηκευμένα στο κεντρικό μητρώο πληθυσμού (Zentrales Melderegister - ZMR). Πρόκειται για ένα δημόσιο μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα πρόσωπα που έχουν δηλωμένη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκύρια κατοικία στην Αυστρία και, κατά περίπτωση, τα στοιχεία της κύριας ή των δευτερευουσών κατοικιών τους. Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεγγραφή ή η ακύρωση της εγγραφής κατοικίας στην Αυστρία είναι υποχρεωτική.

Για τη διενέργεια της έρευνας στο μητρώο απαιτούνται κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία των υπό διερεύνηση προσώπων: Όνομα και επίθετο, καθώς και ένα πρόσθετο στοιχείο που καθιστά δυνατή την ασφαλή ταυτοποίηση του προσώπου (π.χ. ημερομηνία γέννησης, τόπος γέννησης, υπηκοότητα ή προηγούμενη διεύθυνση).

Για την έρευνα στο μητρώο καταβάλλονται τέλη 17,30 EUR (τέλος αιτήσεως 14,30 EUR, ομοσπονδιακό διοικητικό τέλος έρευνας κεντρικού μητρώου πληθυσμού 3 EUR).

Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με την έρευνα στο μητρώο θα βρείτε στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.help.gv.at/, επιλογή Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροDokumente und Recht / Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροPersonen-Meldeauskunft.

Οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις διενεργούνται κατά κανόνα από υπηρεσία διανομής, ήτοι από το ταχυδρομείο ή άλλον πάροχο καθολικής υπηρεσίας (βλ. ανωτέρω υπό σημείο 3) ή από δικαστικούς υπαλλήλους (άρθρο 88 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ωστόσο προβλέπονται και οι ακόλουθες εναλλακτικές μέθοδοι κοινοποίησης:

Κοινοποίηση με δημόσια ανακοίνωση σύμφωνα με τα άρθρα 25 του νόμου περί επίδοσης και 115 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:

Η κοινοποίηση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής ή σε περισσότερα πρόσωπα που δεν είναι γνωστά στην αρμόδια αρχή και για τα οποία δεν έχει οριστεί αντίκλητος (άρθρο 20 του νόμου περί επίδοσης) μπορεί ναι γίνει με καταχώριση της ανακοίνωσης σχετικά με τη γενομένη κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο στη λεγόμενη Ediktsdatei (βάση δεδομένων που περιλαμβάνει τις νομικές ανακοινώσεις, προσβάσιμη στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.justiz.gv.at/, επιλογή E-Government/Ediktsdatei). Η ανακοίνωση πρέπει να περιέχει σύντομες πληροφορίες για το περιεχόμενο του εγγράφου, το δικαστήριο της δίκης και τη διαφορά, καθώς και ως προς τη δυνατότητα παραλαβής του εγγράφου, με επισήμανση των νομικών συνεπειών της εν λόγω ανακοίνωσης. Η κοινοποίηση τεκμαίρεται διενεργηθείσα με την καταχώριση στην Ediktsdatei.

Κοινοποίηση σε επίτροπο (άρθρα 116-118 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας):

Εάν η κοινοποίηση κατέστη δυνατή μόνο μέσω δημόσιας ανακοίνωσης (καταχώριση στην Ediktsdatei), το δικαστήριο ορίζει έναν επίτροπο, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε αυτεπαγγέλτως, αν ο ενδιαφερόμενος όφειλε λόγω της κοινοποίησης προς αυτόν να προβεί σε διαδικαστική πράξη προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματά του, και ιδίως αν το προς επίδοση έγγραφο περιέχει κλήση προς το πρόσωπο αυτό. Ο διορισμός του επιτρόπου δημοσιεύεται στην Ediktsdatei (άρθρο 117 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Με την πράξη αυτή και την εν συνεχεία παράδοση του εγγράφου στον επίτροπο, η κοινοποίηση τεκμαίρεται διενεργηθείσα (άρθρο 118 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Εφόσον η αρχή εκτελέσεως κρίνει ότι το αίτημα υποβάλλεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού επειδή, για παράδειγμα, απαιτείται η διενέργεια έρευνας για τον εντοπισμό της διεύθυνσης με σκοπό τη διεκπεραίωση δικαστικής διαδικασίας (ιδίως επίδοσης ή κοινοποίησης), ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού και προσπαθεί να ανακαλύψει την τρέχουσα διεύθυνση του παραλήπτη με τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, για παράδειγμα μέσω έρευνας στο κεντρικό μητρώο πληθυσμού ή σε άλλα μητρώα.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις διενεργούνται κατά κανόνα από υπηρεσία διανομής, ήτοι από το ταχυδρομείο ή άλλον πάροχο καθολικής υπηρεσίας (βλ. ανωτέρω υπό σημείο 3) ή από δικαστικούς υπαλλήλους (άρθρο 88 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ωστόσο προβλέπονται και οι ακόλουθες εναλλακτικές μέθοδοι κοινοποίησης:

Κοινοποίηση με δημόσια ανακοίνωση σύμφωνα με τα άρθρα 25 του νόμου περί επίδοσης και 115 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:

Η κοινοποίηση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής ή σε περισσότερα πρόσωπα που δεν είναι γνωστά στην αρμόδια αρχή και για τα οποία δεν έχει οριστεί αντίκλητος (άρθρο 20 του νόμου περί επίδοσης) μπορεί ναι γίνει με καταχώριση της ανακοίνωσης σχετικά με τη γενομένη κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο στη λεγόμενη Ediktsdatei (βάση δεδομένων που περιλαμβάνει τις νομικές ανακοινώσεις, προσβάσιμη στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.justiz.gv.at/, επιλογή E-Government/Ediktsdatei). Η ανακοίνωση πρέπει να περιέχει σύντομες πληροφορίες για το περιεχόμενο του εγγράφου, το δικαστήριο της δίκης και τη διαφορά, καθώς και ως προς τη δυνατότητα παραλαβής του εγγράφου, με επισήμανση των νομικών συνεπειών της εν λόγω ανακοίνωσης. Η κοινοποίηση τεκμαίρεται διενεργηθείσα με την καταχώριση στην Ediktsdatei.

Κοινοποίηση σε επίτροπο (άρθρα 116-118 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας):

Εάν η κοινοποίηση κατέστη δυνατή μόνο μέσω δημόσιας ανακοίνωσης (καταχώριση στην Ediktsdatei), το δικαστήριο ορίζει έναν επίτροπο, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε αυτεπαγγέλτως, αν ο ενδιαφερόμενος όφειλε λόγω της κοινοποίησης προς αυτόν να προβεί σε διαδικαστική πράξη προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματά του, και ιδίως αν το προς επίδοση έγγραφο περιέχει κλήση προς το πρόσωπο αυτό. Ο διορισμός του επιτρόπου δημοσιεύεται στην Ediktsdatei (άρθρο 117 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Με την πράξη αυτή και την εν συνεχεία παράδοση του εγγράφου στον επίτροπο, η κοινοποίηση τεκμαίρεται διενεργηθείσα (άρθρο 118 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση από τα δικαστήρια διεκπεραιώνεται μέσω ενός ειδικού συστήματος, το οποίο είναι γνωστό ως ηλεκτρονική δικαιοσύνη (Elektronischer Rechtsverkehr - ERV). Στο εν λόγω σύστημα συμμετέχουν υποχρεωτικά μόνον οι δικηγόροι και οι συνήγοροι σε ποινικές υποθέσεις, οι συμβολαιογράφοι, τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι ημεδαπές ασφαλιστικές εταιρίες, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, το ταμείο για τα επιδόματα αδείας και τις αποζημιώσεις των εργαζόμενων στις οικοδομές (Bauarbeiter-Urlaubs- und Abfertigungskasse), το ταμείο των φαρμακοποιών (Pharmazeutische Gehaltskasse), το ταμείο εγγύησης των αμοιβών σε περίπτωση αφερεγγυότητας (Insolvenz-Entgelt-Fonds) και η εταιρία IEF-Service GmbH, η κεντρική ένωση των αυστριακών φορέων κοινωνικής ασφάλισης (Hauptverband der österreichischen Sozialversicherungsträger), η ομοσπονδιακή δημόσια οικονομική υπηρεσία (Finanzprokuratur) και οι δικηγορικοί σύλλογοι. Στο σύστημα μπορούν να συμμετέχουν και άλλα πρόσωπα, χωρίς όμως να υπέχουν σχετική υποχρέωση.

Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω ERV, ως χρόνος επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών πράξεων και στοιχείων που διαβιβάζονται ηλεκτρονικών (άρθρο 89α παράγραφος 2 του νόμου περί οργάνωσης των δικαστηρίων [Gerichtsorganisationsgesetz - GOG]) θεωρείται η επόμενη εργάσιμη ημέρα της εισόδου τους στον ηλεκτρονικό χώρο στον οποίο έχει πρόσβαση ο παραλήπτης, ενώ το Σάββατο δεν λογίζεται ως εργάσιμη ημέρα.

Εάν δεν υπάρχει δυνατότητα επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω ERV, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να γίνει και μέσω παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικής αποστολής σύμφωνα με τις διατάξεις του Zustellgesetz (άρθρο 89α παράγραφος 3 του νόμου περί οργάνωσης των δικαστηρίων σε συνδυασμό με τα άρθρα 28 επ. του νόμου περί επίδοσης).

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση από τα δικαστήρια διεκπεραιώνεται μέσω ενός ειδικού συστήματος, το οποίο είναι γνωστό ως ηλεκτρονική δικαιοσύνη (Elektronischer Rechtsverkehr - ERV). Στο εν λόγω σύστημα συμμετέχουν υποχρεωτικά μόνον οι δικηγόροι και οι συνήγοροι σε ποινικές υποθέσεις, οι συμβολαιογράφοι, τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι ημεδαπές ασφαλιστικές εταιρίες, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, το ταμείο για τα επιδόματα αδείας και τις αποζημιώσεις των εργαζόμενων στις οικοδομές (Bauarbeiter-Urlaubs- und Abfertigungskasse), το ταμείο των φαρμακοποιών (Pharmazeutische Gehaltskasse), το ταμείο εγγύησης των αμοιβών σε περίπτωση αφερεγγυότητας (Insolvenz-Entgelt-Fonds) και η εταιρία IEF-Service GmbH, η κεντρική ένωση των αυστριακών φορέων κοινωνικής ασφάλισης (Hauptverband der österreichischen Sozialversicherungsträger), η ομοσπονδιακή δημόσια οικονομική υπηρεσία (Finanzprokuratur) και οι δικηγορικοί σύλλογοι. Στο σύστημα μπορούν να συμμετέχουν και άλλα πρόσωπα, χωρίς όμως να υπέχουν σχετική υποχρέωση.

Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω ERV, ως χρόνος επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών πράξεων και στοιχείων που διαβιβάζονται ηλεκτρονικών (άρθρο 89α παράγραφος 2 του νόμου περί οργάνωσης των δικαστηρίων [Gerichtsorganisationsgesetz - GOG]) θεωρείται η επόμενη εργάσιμη ημέρα της εισόδου τους στον ηλεκτρονικό χώρο στον οποίο έχει πρόσβαση ο παραλήπτης, ενώ το Σάββατο δεν λογίζεται ως εργάσιμη ημέρα.

Εάν δεν υπάρχει δυνατότητα επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω ERV, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να γίνει και μέσω παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικής αποστολής σύμφωνα με τις διατάξεις του Zustellgesetz (άρθρο 89α παράγραφος 3 του νόμου περί οργάνωσης των δικαστηρίων σε συνδυασμό με τα άρθρα 28 επ. του νόμου περί επίδοσης).

Οσάκις ο νόμος απαγορεύει ρητά την κοινοποίηση ή επίδοση σε άλλο πρόσωπο εκτός του παραλήπτη πρόκειται για προσωπική κοινοποίηση ή επίδοση. Αυτή προβλέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις επιτρέπεται η «μη αυτοπρόσωπη» κοινοποίηση ή επίδοση. Ο όρος αυτός σημαίνει ότι εάν βρεθεί ο ίδιος ο παραλήπτης στον τόπο παράδοσης του εγγράφου, η κοινοποίηση ή επίδοση μπορεί καταρχήν να γίνει σε οποιονδήποτε ενήλικα κατοικεί στον ίδιο τόπο με τον παραλήπτη ή είναι υπάλληλος ή εργοδότης του παραλήπτη και δέχεται να παραλάβει το έγγραφο (άρθρο 16 παράγραφος 2 του νόμου περί επίδοσης). Στην περίπτωση αυτή ο νόμος αναφέρεται σε «υποκατάστατο παραλήπτη».

Ωστόσο, η «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση επιτρέπεται μόνο αν ο διενεργών αυτήν μπορεί να υποθέσει δικαιολογημένα ότι ο παραλήπτης βρίσκεται συχνά στον τόπο της παράδοσης.

Κατά το άρθρο 103 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαγορεύεται η «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση σε πρόσωπο το οποίο συμμετέχει στην ένδικη διαφορά ως αντίδικος του παραλήπτη.

Κατά το άρθρο 16 παράγραφος 5 του νόμου περί επίδοσης, η «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται ως μη διενεργηθείσα αν ο παραλήπτης δεν μπόρεσε να ενημερωθεί εγκαίρως για τη διενέργεια της κοινοποίησης ή επίδοσης λόγω απουσίας του από τον τόπο της παράδοσης (π.χ. επειδή έλειπε σε ταξίδι ή νοσηλεύονταν σε νοσοκομείο ή τελούσε υπό κράτηση). Εντούτοις η κοινοποίηση ή επίδοση καθίσταται ισχυρή αν ο παραλήπτης επιστρέψει στον τόπο της παράδοσης την επόμενη ημέρα.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Οσάκις ο νόμος απαγορεύει ρητά την κοινοποίηση ή επίδοση σε άλλο πρόσωπο εκτός του παραλήπτη πρόκειται για προσωπική κοινοποίηση ή επίδοση. Αυτή προβλέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις επιτρέπεται η «μη αυτοπρόσωπη» κοινοποίηση ή επίδοση. Ο όρος αυτός σημαίνει ότι εάν βρεθεί ο ίδιος ο παραλήπτης στον τόπο παράδοσης του εγγράφου, η κοινοποίηση ή επίδοση μπορεί καταρχήν να γίνει σε οποιονδήποτε ενήλικα κατοικεί στον ίδιο τόπο με τον παραλήπτη ή είναι υπάλληλος ή εργοδότης του παραλήπτη και δέχεται να παραλάβει το έγγραφο (άρθρο 16 παράγραφος 2 του νόμου περί επίδοσης). Στην περίπτωση αυτή ο νόμος αναφέρεται σε «υποκατάστατο παραλήπτη».

Ωστόσο, η «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση επιτρέπεται μόνο αν ο διενεργών αυτήν μπορεί να υποθέσει δικαιολογημένα ότι ο παραλήπτης βρίσκεται συχνά στον τόπο της παράδοσης.

Κατά το άρθρο 103 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαγορεύεται η «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση σε πρόσωπο το οποίο συμμετέχει στην ένδικη διαφορά ως αντίδικος του παραλήπτη.

Κατά το άρθρο 16 παράγραφος 5 του νόμου περί επίδοσης, η «μη αυτοπρόσωπη» επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται ως μη διενεργηθείσα αν ο παραλήπτης δεν μπόρεσε να ενημερωθεί εγκαίρως για τη διενέργεια της κοινοποίησης ή επίδοσης λόγω απουσίας του από τον τόπο της παράδοσης (π.χ. επειδή έλειπε σε ταξίδι ή νοσηλεύονταν σε νοσοκομείο ή τελούσε υπό κράτηση). Εντούτοις η κοινοποίηση ή επίδοση καθίσταται ισχυρή αν ο παραλήπτης επιστρέψει στον τόπο της παράδοσης την επόμενη ημέρα.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Βλ. συναφώς τα σημεία 5 και 6 ανωτέρω.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Σε περίπτωση κοινοποίησης ή επίδοσης μέσω κατάθεσης πρέπει να παρέχεται σχετική ειδοποίηση στον παραλήπτη (τοποθέτηση στο γραμματοκιβώτιο ή θυροκόλληση). Η ειδοποίηση αυτή πρέπει να αναφέρει τον τόπο της κατάθεσης καθώς και την έναρξη και τη λήξη της προθεσμίας παραλαβής. Επίσης πρέπει να επισημαίνει τις συνέπειες της κατάθεσης (άρθρο 17 παράγραφος 2 του νόμου περί επίδοσης). Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 του νόμου περί κατάθεσης, η προθεσμία παραλαβής αρχίζει την ημέρα κατά την οποία το έγγραφο διατίθεται προς παραλαβή και διαρκεί τουλάχιστον τρεις εβδομάδες. Το κατατεθέν έγγραφο θεωρείται ως επιδοθέν ή κοινοποιηθέν την πρώτη ημέρα της εν λόγω προθεσμίας (πλασματική επίδοση). Αυτό δεν ισχύει αν ο παραλήπτης δεν μπόρεσε να ενημερωθεί εγκαίρως για τη διενέργεια της κοινοποίησης ή επίδοσης λόγω απουσίας του από τον τόπο παράδοσης. Και σε αυτή την περίπτωση, η επίδοση ή κοινοποίηση καθίσταται ισχυρή την επόμενη ημέρα από την επιστροφή του παραλήπτη στον τόπο παράδοσης εντός της προθεσμίας στη διάρκεια της οποίας ήταν δυνατή η παραλαβή του κατατεθέντος εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 τελευταίο εδάφιο του νόμου περί επίδοσης. Εάν το κατατεθέν έγγραφο δεν παραληφθεί (γεγονός που πάντως δεν θίγει την ισχύ της επίδοσης ή κοινοποίησης), επιστρέφεται μετά τη λήξη της προθεσμίας παραλαβής στο δικαστήριο που το απέστειλε.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Εάν ο παραλήπτης ή ένας «υποκατάστατος παραλήπτης», ο οποίος κατοικεί υπό την ίδια στέγη μαζί του, αρνηθούν την παραλαβή του εγγράφου χωρίς νόμιμη αιτία, το έγγραφο καταλείπεται στον τόπο παράδοσης ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, κατατίθεται χωρίς έγγραφη ειδοποίηση, Η εναπόθεση ή κατάθεση εξομοιώνεται με επίδοση ή κοινοποίηση (άρθρο 20 του νόμου περί επίδοσης).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Η επίδοση μέσω ταχυδρομείου διενεργείται σύμφωνα με την σύμβαση της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης με διεθνή απόδειξη παραλαβής. Το έγγραφο παραδίδεται στον παραλήπτη ή, σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, σε άλλο πρόσωπο που μπορεί να το παραλάβει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους παραλαβής (π.χ. αντίκλητος, «υποκατάστατος παραλήπτης» κ.λπ.). Στην Αυστρία εφαρμόζονται οι περί «υποκατάστατης παραλαβής» διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου περί επίδοσης (βλ. σημείο 7.1. ανωτέρω).

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Δεδομένου ότι η σύμβαση της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης δεν περιέχει κανόνες σχετικά με το το ζήτημα του αν και υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται η κατάθεση εγγράφου, η τελευταία διέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους παραλαβής. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του αυστριακού δικαίου επιτρέπεται η κατάθεση του εγγράφου εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προς τούτο προϋποθέσεις (βλ. συναφώς σημείο 7 ανωτέρω).

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Βλ. συναφώς σημείο 7.3 ανωτέρω.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Ναι. Η επίδοση ή κοινοποίηση βεβαιώνεται επί του σχετικού αποδεικτικού (βεβαίωση επίδοσης, απόδειξη παραλαβής) από το πρόσωπο που τη διενεργεί. Ο παραλήπτης του εγγράφου οφείλει να βεβαιώσει την παραλαβή θέτοντας την υπογραφή του επί του αποδεικτικού επίδοσης στο οποίο σημειώνει τη χρονολογία καθώς και, σε περίπτωση που δεν πρόκειται για τον αποδέκτη, η σχέση που τον συνδέει με αυτόν. Σε περίπτωση που αρνείται να προβεί στην εν λόγω βεβαίωση, ο διενεργών την επίδοση σημειώνει στο αποδεικτικό της επίδοσης το γεγονός της άρνησης, τη χρονολογία και τη σχέση που συνδέει τον παραλήπτη με τον αποδέκτη. Το αποδεικτικό επίδοσης αποστέλλεται αμελλητί στον αποστολέα.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Η επίδοση ή κοινοποίηση που δεν πληροί τις διατάξεις του νόμου είναι άκυρη, η ακυρότητά της όμως μπορεί να θεραπευτεί. Σύμφωνα με το βασικό κανόνα του άρθρου 7 του νόμου περί επίδοσης, η ελαττωματική επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται ως διενεργηθείσα κατά τον χρόνο της πραγματικής παράδοσης του εγγράφου στον παραλήπτη. Εάν έχει ορισθεί αντίκλητος, πρέπει να κατονομάζεται ως παραλήπτης, άλλως η επίδοση ή κοινοποίηση συντελείται το πρώτον κατά τον χρόνο της πραγματικής παράδοσης στον αντίκλητο. Πέραν αυτού, ο νόμος περί επίδοσης περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με τη θεραπεία της ακυρότητας της «μη αυτοπρόσωπης» επίδοσης ή κοινοποίησης ή της κατάθεσης στις περιπτώσεις στις οποίες ο παραλήπτης δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει εγκαίρως γνώση της διενέργειας της επίδοσης ή κοινοποίησης λόγω απουσίας του από τον τόπο της παράδοσης (άρθρο 16 παράγραφος 5 και άρθρο 17 παράγραφος 3 του νόμου περί επίδοσης). Το ελάττωμα θεραπεύεται την επόμενη ημέρα μετά την επιστροφή του παραλήπτη στον τόπο της παράδοσης, ενώ ειδικά όσον αφορά την περίπτωση της κατάθεσης, η θεραπεία της ακυρότητας προϋποθέτει ότι η επιστροφή έλαβε χώρα εντός της προθεσμίας παραλαβής και το κατατεθέν έγγραφο μπορούσε να παραληφθεί την ημέρα αυτή. Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην περίπτωση της «μη αυτοπρόσωπης» επίδοσης ή κοινοποίησης, οπότε η θεραπεία δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, στην περίπτωση της άκυρης κατάθεσης αποκλείεται η θεραπεία της ακυρότητας της επίδοσης ή κοινοποίησης αν ο παραλήπτης δεν επιστρέψει πριν από τη λήξη της προθεσμίας παραλαβής. Αν ο παραλήπτης επιστρέψει εγκαίρως ώστε να μπορεί να παραλάβει το έγγραφο την πρώτη ημέρα της προθεσμίας παραλαβής, η επίδοση λογίζεται ως διενεργηθείσα την ημέρα αυτή, καθόσον δεν έχει αναλωθεί χρόνος από την προθεσμία παραλαβής. Αν επιστρέψει μεταγενέστερα, η επίδοση διά καταθέσεως λογίζεται ως διενεργηθείσα την επομένη ημέρα μετά την επιστροφή του, δεδομένου ότι ο παραλήπτης πρέπει να έχει στη διάθεσή του ακέραιες τις προθεσμίες που εξαρτώνται από την επίδοση ή κοινοποίηση. Αυτό αφορά ιδίως τις προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Δεν καταβάλλονται τέλη.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/12/2016

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πολωνικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Πολωνία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Ο όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων» αναφέρεται στην παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας, σε συγκεκριμένο άτομο της δυνατότητας να γνωρίσει το περιεχόμενο της αλληλογραφίας που απευθύνεται σε αυτό.

Η συμμόρφωση με τη συνταγματική αρχή της διαφάνειας κατά την εκδίκαση υποθέσεων, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η δυνατότητα προάσπισης των δικαιωμάτων αυτών, η εγκυρότητα των διαδικασιών, ο σωστός υπολογισμός των προθεσμιών και, κατά συνέπεια, η ισχύς των δικαστικών αποφάσεων εξαρτώνται από τη σωστή επίδοση των εγγράφων.

Οι κανόνες που διέπουν την επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων είναι δεσμευτικοί, τα δε εμπλεκόμενα μέρη δεν μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο εφαρμογής τους. Οι εν λόγω κανόνες θεσπίζονται στα άρθρα 131 έως 147 του πολωνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας («ο Κώδικας») και στις ακόλουθες εκτελεστικές πράξεις:

  • Κανονισμός του υπουργού Δικαιοσύνης της 23ης Φεβρουαρίου 2007 – Κανονισμός διαδικασίας για τα τακτικά δικαστήρια («ο κανονισμός διαδικασίας»)
  • Κανονισμός του υπουργού Δικαιοσύνης της 12ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με την αναλυτική διαδικασία και τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών εγγράφων σε αστικές υποθέσεις («ο κανονισμός»).

Η επίδοση ή κοινοποίηση εξώδικων εγγράφων διέπεται από τον νόμο περί ταχυδρομείων της 23ης Νοεμβρίου 2012 και από εκτελεστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού, περιλαμβανομένου του κανονισμού του υπουργού Διοίκησης και Ψηφιοποίησης της 29ης Απριλίου 2013 σχετικά με τους όρους παροχής καθολικών υπηρεσιών από τον υποδεικνυόμενο φορέα παροχής υπηρεσιών («κανονισμός περί ταχυδρομείων»).

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Τα δικαστικά έγγραφα (έγγραφα που αποστέλλει το δικαστήριο στους διαδίκους και σε άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στη δικαστική διαδικασία) επιδίδονται επισήμως. Στα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνονται:

  • Αντίγραφα αναφορών, συνοδευόμενα από παραρτήματα
  • Κοινοποιήσεις
  • Κλητεύσεις
  • Ειδοποιήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
  • Αντίγραφα αποφάσεων, συνοδευόμενα από σκεπτικά αποφάσεων.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Στην Πολωνία ισχύει η αρχή της επίσημης επίδοσης ή κοινοποίησης των εγγράφων, σύμφωνα με την οποία κάθε έγγραφο επιδίδεται αυτεπαγγέλτως. Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τα δικαστήρια. Οι αρχές που διενεργούν επιδόσεις ή κοινοποιήσεις είναι ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, οι δικαστικοί επιμελητές και η δικαστική υπηρεσία επιδόσεων. Κατά κανόνα, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τον φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών. Κατά τη διαδικασία επιλογής του τρόπου με τον οποίο πρόκειται να επιδοθεί ένα δικαστικό έγγραφο, λαμβάνονται υπόψη το κόστος και η αποτελεσματικότητα της επίδοσης ή κοινοποίησης. Σε ειδικές περιπτώσεις και εφόσον κρίνεται αποτελεσματικότερο, τα έγγραφα μπορούν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται από τη δικαστική υπηρεσία επιδόσεων, από δικαστικούς υπαλλήλους, από τη δικαστική αστυνομία ή από δικαστικούς επιμελητές (άρθρο 68 του κανονισμού διαδικασίας). Κατά τη διάρκεια διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται από δικαστικούς επιμελητές. Ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να θεσπίσει δικαστική υπηρεσία επιδόσεων ή κοινοποιήσεων και να καθορίσει τόσο την οργανωτική δομή της όσο και αναλυτική διαδικασία για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων.

Σύμφωνα με το άρθρο 132 του Κώδικα, δικηγόροι και νομικοί σύμβουλοι εξαιρούνται από την αρχή της επίσημης επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων και μπορούν να επιδίδουν αλλήλοις πράξεις απευθείας έναντι χρονολογημένης βεβαίωσης παραλαβής. Απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης ενός αντιγράφου δικόγραφου στον έτερο διάδικο ή απόδειξη της αποστολής του με συστημένη επιστολή εσωκλείεται στα δικόγραφα που κατατίθενται στο εκάστοτε δικαστήριο. Τα δικόγραφα στα οποία δεν εσωκλείεται απόδειξη επίδοσης ή κοινοποίησης ή απόδειξη συστημένης αποστολής επιστρέφονται. Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων μπορεί επίσης να πραγματοποιείται απευθείας από τη γραμματεία του δικαστηρίου στους παραλήπτες, εφόσον αυτοί αποδείξουν την ταυτότητά τους και επιβεβαιώσουν την παραλαβή.

Σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, ο πρόεδρος ενός δικαστηρίου μπορεί να διατάξει την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων απευθείας σε τοπικά ιδρύματα και δικηγόρους, καθώς και την απευθείας αποδοχή από το δικαστήριο εγγράφων που κατατίθενται από τοπικά ιδρύματα. Σε περίπτωση που κάποιο προπαρασκευαστικό έγγραφο έχει υποβληθεί με καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να μην καταστεί εφικτή η επίδοση ή κοινοποίηση αντιγράφου αυτού με την κλήτευση σε ακροαματική διαδικασία, τότε το εν λόγω έγγραφο μπορεί να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

Σύμφωνα με το τμήμα 71 του κανονισμού διαδικασίας και το άρθρο 135 του Κώδικα, εάν ο παραλήπτης έχει υποδείξει μόνο ταχυδρομική θυρίδα ως διεύθυνση αλληλογραφίας, τότε μπορεί να ειδοποιείται σχετικά με την παράδοση δικαστικών εγγράφων μέσω της εν λόγω ταχυδρομικής θυρίδας.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση μπορεί να εξακριβώσει τη διεύθυνση βάσει των συναφών μητρώων, όπου κρίνει ότι προσήκει. Τα μητρώα που υπάρχουν στην Πολωνία αναφέρονται στο σημείο 4.2.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Οι αιτούμενες πληροφορίες μπορούν να αναζητηθούν στο κοινό ηλεκτρονικό σύστημα των δημοτολογίων (PESEL) κατόπιν αιτήματος του επιληφθέντος δικαστηρίου ή κατόπιν αιτήματος προσώπου με έννομο συμφέρον (στα έγγραφα που αποδεικνύουν έννομο συμφέρον περιλαμβάνονται αναφορές, επιστολές δικαστικού επιμελητή και συμφωνίες).

Οι διάδικοι ή τα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον θα πρέπει να υποβάλουν αίτημα χρησιμοποιώντας το έντυπο που παρέχεται στην ιστοθέση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.mswia.gov.pl/portal/pl/381/32/.

Επιβάλλεται τέλος ύψους 31 πολωνικών ζλότι. Όλες οι αιτήσεις πρέπει να συνοδεύονται από απόδειξη πληρωμής του τέλους (από την επιβολή τέλους εξαιρούνται οι αιτήσεις που υποβάλλονται από δικαστήρια).

Το τέλος καταβάλλεται στον ακόλουθο λογαριασμό:

Υπουργείο Εσωτερικών και Διοίκησης

Ul. Batorego 5

00-951 Warsaw

Αριθμός λογαριασμού: NBP O/O Warszawa Nr 67 1010 0031 3122 3100 0000

Σε περίπτωση που έχει διοριστεί δικηγόρος, στην αίτηση θα πρέπει να εσωκλείεται το πληρεξούσιο.

Οι αιτήσεις θα πρέπει να αποστέλλονται στην ακόλουθη διεύθυνση:

Wydział Udostępniania Informacji

Departamentu Spraw Obywatelskich MSWiA

Ul. Pawińskiego 17/21

02-106 Warsaw

Στην Πολωνία οι διευθύνσεις των επιχειρήσεων (ομόρρυθμες εταιρείες, επαγγελματικοί συνεταιρισμοί, ετερόρρυθμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και μετοχικές εταιρείες, συνεταιρισμοί, κρατικές επιχειρήσεις, φορείς έρευνας και ανάπτυξης, ξένες επιχειρήσεις και υποκαταστήματα αυτών, καθώς και αλληλασφαλιστικά ταμεία) είναι διαθέσιμες σε διαδικτυακό μητρώο που τηρείται από το πρωτόκολλο εθνικού δικαστηρίου. Το μητρώο τηρείται σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας (οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες σε αυτό).

Διαδικτυακά διαθέσιμες πληροφορίες παρέχονται στην ιστοθέση:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://bip.ms.gov.pl/rejestry-i-ewidencje/okrajowy-rejestr-sadowy/elektroniczny-dostep-do-krajowego-rejestru-sadowego/

Μηχανή αναζήτησης: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://ems.ms.gov.pl/krs/wyszukiwaniepodmiotu

Πληροφορίες σχετικά με φυσικά πρόσωπα που εμπλέκονται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι αποθηκευμένες στο κεντρικό σύστημα καταχώρησης και πληροφόρησης της οικονομικής δραστηριότητας (CEIGD), το οποίο είναι ανοιχτό για το κοινό.

Μηχανή αναζήτησης του κεντρικού συστήματος καταχώρησης και πληροφόρησης της οικονομικής δραστηριότητας: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://prod.ceidg.gov.pl/ceidg.cms.engine/

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Τα δικαστήρια εξετάζουν το παραδεκτό έκαστης παραγγελίας. Δεν υπάρχει ενιαία πρακτική από την άποψη αυτή. Οι τρόποι με τους οποίους εξακριβώνονται οι διευθύνσεις αναλύονται στο σημείο 4.2.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Τα δικαστικά έγγραφα αποστέλλονται συνήθως με συστημένη επιστολή με βεβαίωση παραλαβής (πρβ. σημείο 3).

Σύμφωνα με το άρθρο 133 του Κώδικα, σε περίπτωση που οι παραλήπτες είναι φυσικά πρόσωπα, τα έγγραφα τούς επιδίδονται αυτοπροσώπως, δηλαδή εγχειρίζονται σε αυτούς, ή, εάν δεν διαθέτουν νομική ικανότητα, στον νόμιμο εκπρόσωπό τους. Τα έγγραφα που απευθύνονται σε νομικό πρόσωπο ή οργανισμό χωρίς νομική προσωπικότητα επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε όργανο εξουσιοδοτημένο να τους εκπροσωπεί ενώπιον του δικαστηρίου ή εγχειρίζονται σε υπαλλήλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί για την παραλαβή εγγράφων από τον επικεφαλής της εν λόγω μονάδας. Σε περίπτωση που έχει διοριστεί νομικός εκπρόσωπος ή έχει εξουσιοδοτηθεί ένα πρόσωπο να παραλαμβάνει τα δικαστικά έγγραφα, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται στα πρόσωπα αυτά.

Σύμφωνα με το άρθρο 135 του Κώδικα, κατόπιν αιτήματος κάποιου διαδίκου, τα έγγραφα δύνανται να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε ταχυδρομική θυρίδα που υποδεικνύεται από τον εν λόγω διάδικο.

Σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κώδικα, όταν πρόκειται για στρατιώτες που εκπληρώνουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και για στελέχη αστυνομικών δυνάμεων και σωφρονιστικών αρχών, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τους αμέσως ανωτέρους τους. Το έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε κρατουμένους μέσω των διοικητικών οργάνων του σχετικού ιδρύματος.

Οι περιπτώσεις έμμεσης επίδοσης ή κοινοποίησης και πλασματικής επίδοσης εξετάζονται στο σημείο 7.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Σύμφωνα με το άρθρο 1311 του Κώδικα, σε διαδικασίες με ηλεκτρονική διαταγή πληρωμής, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται στους ενάγοντες μέσω συστήματος ΤΠΕ που υποστηρίζει τις εν λόγω διαδικασίες (ηλεκτρονική επίδοση). Τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται στους εναγομένους εφόσον αυτοί έχουν καταθέσει δικόγραφα ηλεκτρονικά.

Εάν ένα έγγραφο επιδοθεί ή κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά, θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί κατά την ημερομηνία που υποδεικνύεται στην ηλεκτρονική βεβαίωση παραλαβής. Απουσία τέτοιας βεβαίωσης παραλαβής, η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί 14 ημέρες μετά την καταχώριση της πράξης στο σύστημα ΤΠΕ.

Τα έγγραφα προς επίδοση ή κοινοποίηση δεν αποστέλλονται σε διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, όμως στα εισερχόμενα του παραλήπτη αποστέλλεται ειδοποίηση σχετικά με την καταχώρηση σε σύστημα ΤΠΕ.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Εάν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το όργανο επίδοσης μπορεί να παραδώσει το δικαστικό έγγραφο σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού ή, απουσία ενήλικα, να αφήσει την πράξη στον διαχειριστή του κτιρίου, στον επιστάτη/θυρωρό ή στον επικεφαλής της κοινότητας, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα δεν αποτελούν αντιδίκους του παραλήπτη και δεχθούν να του παραδώσουν την επιστολή (άρθρο 138 του Κώδικα).

Εάν είναι αδύνατη η επίδοση ή κοινοποίηση της επιστολής με τον τρόπο αυτόν, θα πρέπει να κατατίθεται σε ταχυδρομείο ή στο τοπικό δημαρχείο. Για τον σκοπό αυτό, σχετική ειδοποίηση θυροκολλείται στην κατοικία του παραλήπτη ή αφήνεται στο γραμματοκιβώτιό του (άρθρο 139 του Κώδικα).

Εάν είναι αδύνατη η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου σε νομικά πρόσωπα, οργανισμούς ή φυσικά πρόσωπα που φέρουν την υποχρέωση εγγραφής σε δικαστικό μητρώο λόγω μη καταγραφής στο μητρώο της αλλαγής της διεύθυνσης, το έγγραφο φυλάσσεται στον φάκελο της υπόθεσης και θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί, εκτός εάν το δικαστήριο γνωρίζει τη νέα διεύθυνση (άρθρο 139 του Κώδικα).

Η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί αυτοπροσώπως σε επίτροπο ad litem διορισμένο από το δικαστήριο που εξετάζει αίτηση του ενδιαφερομένου. Αυτό ισχύει σε περίπτωση που ένα δικόγραφο που γεννά ανάγκη υπεράσπισης των δικαιωμάτων ενός διαδίκου επιδίδεται ή κοινοποιείται σε διάδικο του οποίου η διεύθυνση κατοικίας είναι άγνωστη. Επιμελητής μπορεί επίσης να διοριστεί σε περίπτωση οργανώσεων που δεν διαθέτουν όργανα αντιπροσώπευσης ή εάν είναι άγνωστος ο τόπος κατοικίας των μελών αυτών των οργάνων (άρθρο 143 του Κώδικα).

Εάν ο τόπος κατοικίας ενός διαδίκου δεν είναι γνωστός και το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο δεν γεννά ανάγκη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του εν λόγω διαδίκου, τότε το έγγραφο επιδίδεται ή κοινοποιείται με θυροκόλληση στο κτίριο του δικαστηρίου (άρθρο 145 του Κώδικα).

Εάν οι διάδικοι και οι αντιπρόσωποί τους δεν κοινοποιήσουν αλλαγή διεύθυνσης, το δικαστικό έγγραφο φυλάσσεται στο φάκελο της υπόθεσης και θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί νομίμως, εκτός εάν η νέα διεύθυνση είναι γνωστή στο δικαστήριο (άρθρο 136 του Κώδικα).

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Σύμφωνα με το άρθρο 139 του Κώδικα, στην ειδοποίηση ότι το έγγραφο βρίσκεται σε κατάστημα ταχυδρομείου ή στο τοπικό δημαρχείο πρέπει να αναφέρεται ότι το έγγραφο πρέπει να παραληφθεί εντός επτά ημερών. Εάν ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο εντός της εν λόγω προθεσμίας, τότε το όργανο επίδοσης επιχειρεί εκ νέου να το επιδώσει στον παραλήπτη. Σε περίπτωση αποτυχίας, το όργανο επίδοσης αφήνει εκ νέου ειδοποίηση ότι το έγγραφο έχει παραδοθεί σε ταχυδρομικό κατάστημα ή στο τοπικό δημαρχείο και ότι ο παραλήπτης έχει άλλες επτά ημέρες για να το παραλάβει. Κατά τη νομολογία, τα έγγραφα θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί την τελευταία ημέρα της εν λόγω περιόδου (πρβ. σημείο 7.3).

Σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης (πρβ. πρώτη υποπαράγραφος του σημείου 7.1), τα δικαστικά έγγραφα που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού και, εάν δεν βρεθεί τέτοιο μέλος, παραδίδονται στον διαχειριστή του κτιρίου, στον επιστάτη/θυρωρό ή στον επικεφαλής της κοινότητας, θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί άμα τη παραδόσει στα εν λόγω άτομα.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Η ειδοποίηση θυροκολλείται ή αφήνεται στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη. Πρότυπο ειδοποίησης παρατίθεται στον κανονισμό. Σε αυτό υποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που ένα δικαστικό έγγραφο που έχει αποσταλεί με συστημένη επιστολή δεν παραληφθεί παρόλο που ο παραλήπτης έχει ειδοποιηθεί δύο φορές, το εν λόγω έγγραφο επιστρέφεται στο δικαστήριο που το έχει αποστείλει. Στην περίπτωση αυτή, το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί την τελευταία ημέρα της προθεσμίας εντός της οποίας ο παραλήπτης μπορούσε να το παραλάβει. Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων μπορεί να προκαλέσει την έναρξη δικονομικών προθεσμιών.

Σύμφωνα με το τμήμα 6 του κανονισμού, το ταχυδρομικό κατάστημα ή το όργανο επίδοσης συντάσσουν ειδοποίηση κατάθεσης εγγράφου, στην οποία υποδεικνύεται το ταχυδρομικό κατάστημα ή το δημαρχείο από όπου το έγγραφο πρέπει να παραληφθεί εντός επτά ημερών, αρχής γενομένης από την επομένη της ημέρας παράδοσης της ειδοποίησης. Οι ειδοποιήσεις αφήνονται στα γραμματοκιβώτια των παραληπτών.

Αφού αφήσει ειδοποίηση με την οποία ο παραλήπτης ενημερώνεται ότι το έγγραφο μπορεί να παραληφθεί από το ταχυδρομικό κατάστημα ή το τοπικό δημαρχείο, το όργανο επίδοσης:

1) υποδεικνύει στο έντυπο βεβαίωσης παραλαβής ότι το έγγραφο δεν επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε, σημειώνει την ένδειξη «δόθηκε ειδοποίηση» στη μεριά της διεύθυνσης επί της επιστολής και υπογράφει

2) παραδίδει αμέσως το έγγραφο στο ταχυδρομικό κατάστημα ή το τοπικό δημαρχείο.

Το ταχυδρομικό κατάστημα ή το τοπικό δημαρχείο βεβαιώνει την παραλαβή του κατατεθέντος εγγράφου, το οποίο σφραγίζεται με ημερομηνία και υπογράφεται από το πρόσωπο που το παραλαμβάνει.

Το κατατεθέν έγγραφο φυλάσσεται στο ταχυδρομικό κατάστημα ή το τοπικό δημαρχείο για τις επόμενες επτά ημέρες, αρχής γενομένης από την επομένη της ημέρας παράδοσης της ειδοποίησης.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Εάν ο παραλήπτης αρνηθεί την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου, το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί.

Στην περίπτωση αυτή, το όργανο επίδοσης υποδεικνύει το ίδιο την ημερομηνία επίδοσης καθώς και τους λόγους για τους οποίους η βεβαίωση παραλαβής δεν υπογράφηκε (άρθρο 139 του Κώδικα).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Συνήθως, σε αυτή τη βάση, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται από τον φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών με τη μορφή απλής επιστολής και όχι ως δικαστικές πράξεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του νόμου περί ταχυδρομείων, εκτός εάν έχει γίνει ταχυδρομική αποστολή poste restante, το έγγραφο μπορεί επίσης να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί στα ακόλουθα πρόσωπα και θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί νομίμως:

1. στον παραλήπτη:

α. στο γραμματοκιβώτιό του, εκτός εάν πρόκειται για συστημένα αντικείμενα,

β. σε ταχυδρομικό κατάστημα, σε περίπτωση που ο παραλήπτης δεν ήταν παρών στη διεύθυνση που υποδεικνύεται στην ταχυδρομική αποστολή, στην ταχυδρομική εντολή ή σε συμφωνία για παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών, εφόσον η ταχυδρομική αποστολή παραδόθηκε ή δεν μπορεί να παραδοθεί στο γραμματοκιβώτιο,

γ. σε τοποθεσία συμφωνηθείσα μεταξύ του παραλήπτη και του φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών

2. σε νομικό εκπρόσωπο ή δικηγόρο του παραλήπτη εξουσιοδοτημένο με πληρεξούσιο το οποίο έχει χορηγηθεί με τους συνήθεις όρους ή με ταχυδρομική εξουσιοδότηση:

α. στη διεύθυνση που υποδεικνύεται στην ταχυδρομική αποστολή, την ταχυδρομική εντολή ή τη συμφωνία για παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών,

β. σε ταχυδρομικό κατάστημα

3. σε ενήλικα που συγκατοικεί με τον παραλήπτη, εφόσον ο παραλήπτης δεν έχει αφήσει οδηγίες σχετικά με την παράδοση συστημένων αποστολών ή ταχυδρομικών εντολών σε κάποιο ταχυδρομικό κατάστημα:

α. στη διεύθυνση που υποδεικνύεται στην ταχυδρομική αποστολή, την ταχυδρομική εντολή ή τη συμφωνία για παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών,

β. σε ταχυδρομικό κατάστημα, αφού το εν λόγω άτομο δηλώσει εγγράφως ότι συγκατοικεί με τον παραλήπτη,

4. σε άτομο εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει ταχυδρομικές αποστολές στο γραφείο δημόσιας αρχής, εφόσον η ταχυδρομική αποστολή απευθύνεται στην εν λόγω δημόσια αρχή

5. σε άτομο εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει ταχυδρομικές αποστολές σε ιδρύματα που είναι νομικά πρόσωπα ή οργανωτικές μονάδες άνευ νομικής προσωπικότητας όταν η ταχυδρομική αποστολή απευθύνεται:

α. στο νομικό πρόσωπο ή την οικεία οργανωτική μονάδα άνευ νομικής προσωπικότητας,

σ. σε φυσικό πρόσωπο που δεν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή εργαζόμενος στο νομικό πρόσωπο ή στην οικεία οργανωτική μονάδα άνευ νομικής προσωπικότητας και το οποίο είναι παρών στο ίδρυμα

6. στον προϊστάμενο οργανωτικής μονάδας ή σε φυσικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον εν λόγω προϊστάμενο, σε περίπτωση που η ταχυδρομική αποστολή απευθύνεται σε φυσικό πρόσωπο που είναι παρών σε μονάδα στην οποία είναι ιδιαίτερα δύσκολο ή αδύνατον να γίνει παράδοση ταχυδρομικής αποστολής στον αποδέκτη λόγω της φύσης της μονάδας ή λόγω κοινώς αποδεκτής εθιμοτυπίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 30 et seq. του κανονισμού περί ταχυδρομείων, ο υποδεικνυόμενος πάροχος υπηρεσιών παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει στον αποστολέα να λαμβάνει έγγραφο με το οποίο επιβεβαιώνεται η παραλαβή συστημένης αποστολής μόνο κατόπιν γραπτού αιτήματος του αποστολέα.

Σε όλα τα ταχυδρομικά καταστήματά του, ο υποδεικνυόμενος πάροχος δέχεται γραπτά αιτήματα των παραληπτών σχετικά με την αποστολή ταχυδρομικών αποστολών στις διευθύνσεις που υποδεικνύονται στα αιτήματα αυτά, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στον κανονισμό της διαδικασίας.

Ο υποδεικνυόμενος πάροχος δέχεται γραπτές οδηγίες των παραληπτών σχετικά με τη μη παράδοση συστημένων αντικειμένων σε ενηλίκους που συγκατοικούν με τους παραλήπτες.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Εάν ο παραλήπτης ή άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να παραλαμβάνουν συστημένα αντικείμενα δεν είναι παρόντα την ώρα της παράδοσης, ο υποδεικνυόμενος πάροχος υπηρεσιών αφήνει στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη ειδοποίηση προσπάθειας παράδοσης του συστημένου αντικειμένου, συνοδευόμενη από πληροφορίες σχετικά με την προθεσμία παραλαβής του εν λόγω αντικειμένου και τη διεύθυνση του ταχυδρομικού καταστήματος όπου θα κατατεθεί. Η εν λόγω ειδοποίηση είναι σε έντυπη μορφή.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Ο υποδεικνυόμενος πάροχος παραδίδει τις ταχυδρομικές αποστολές στους παραλήπτες από τα ταχυδρομικά καταστήματα εντός 14 ημερών («η προθεσμία παραλαβής»). Μετά το πέρας της εν λόγω προθεσμίας, η ταχυδρομική αποστολή ενδέχεται να φυλαχτεί εφόσον ο παραλήπτης υποβάλλει έγγραφο αίτημα για τον σκοπό αυτό.

Η προθεσμία παραλαβής αρχίζει να υπολογίζεται μία ημέρα μετά την ημέρα παράδοσης της ειδοποίησης.

Οι ταχυδρομικές αποστολές που δεν παραλαμβάνονται εντός της εν λόγω προθεσμίας επιστρέφονται στον αποστολέα.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Η βεβαίωση παραλαβής, που συνήθως είναι ένα έντυπο που εσωκλείεται στην αποστολή, επέχει θέση απόδειξης της επίδοσης ή κοινοποίησης και της σχετικής ημερομηνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 142 του κώδικα, το άτομο που παραλαμβάνει ένα έγγραφο επιβεβαιώνει την παραλαβή και την ημερομηνία παραλαβής δια της υπογραφής του. Εάν δεν μπορεί ή δεν θέλει να το πράξει, το όργανο επίδοσης συμπληρώνει στο επιδοτήριο την ημερομηνία παράδοσης της επιστολής και τους λόγους για τους οποίους ο παραλήπτης δεν υπέγραψε. Το όργανο επίδοσης υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο το έγγραφο επιδόθηκε στη βεβαίωση παραλαβής, προσδιορίζει την ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης στο έγγραφο και υπογράφει.

Η βεβαίωση παραλαβής ενός δικαστικού εγγράφου είναι επίσημο έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται η επίδοση και η ημερομηνία αυτής. Εάν κάποιο άτομο ισχυρίζεται ότι ένα έγγραφο τού επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σε διαφορετική ημερομηνία, πρέπει να παρέχει στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Εάν το όργανο επίδοσης παραβιάσει τους όρους επίδοσης ή κοινοποίησης, η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται άκυρη.

Εάν ένα έγγραφο δεν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον σωστό παραλήπτη, η επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται έγκυρη όταν το έγγραφο παραληφθεί από τον πραγματικό παραλήπτη.

Ωστόσο, ένας διάδικος που δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει λόγω επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφου σε λάθος πρόσωπο μπορεί να αιτηθεί την επανάληψη της διαδικασίας εντός προθεσμίας τριών μηνών (άρθρα 401 και 407 του Κώδικα).

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Όχι απευθείας. Στην Πολωνία δεν επιβάλλονται τέλη επίδοσης ή κοινοποίησης, εκτός εάν εφαρμόζεται ειδική διαδικασία κατόπιν αιτήματος (άρθρο 11 παράγραφος 2 σημείο 2) του κανονισμού αριθ. 1393/2007).

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/02/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Πορτογαλία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

H επίδοση είναι η πράξη μέσω της οποίας ένα άτομο (εναγόμενος ή καταδικασθείς οφειλέτης) ενημερώνεται ότι έχει κινηθεί νομική διαδικασία εναντίον του. Χρησιμοποιείται για την κλήτευσή του για πρώτη φορά προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η διαδικασία της επίδοσης χρησιμοποιείται επίσης για την αρχική κλήτευση ενός ατόμου που έχει συμφέρον στη διαδικασία και το οποίο αρχικά δεν είχε εμπλακεί σε αυτήν, προκειμένου να εμφανιστεί προς υπεράσπιση του ενάγοντος ή του εναγομένου.

Η κοινοποίηση χρησιμοποιείται για την κλήτευση ενός ατόμου προκειμένου να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου ή να ενημερωθεί σχετικά με ένα γεγονός.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Πορτογαλίας που διέπουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιούνται η επίδοση και η κοινοποίηση και προσδιορίζουν τις πληροφορίες προς διαβίβαση σε σχέση με τους παραλήπτες, τη φύση των γεγονότων που πρέπει να διαβιβαστούν και τον σκοπό της διαβίβασης. Οι εν λόγω κανόνες αποσκοπούν στο να διασφαλιστεί ότι η ανακοίνωση πράγματι λαμβάνεται από τον παραλήπτη και, σε περίπτωση που ο παραλήπτης είναι διάδικος σε νομική διαδικασία, να διασφαλιστεί το δικαίωμα υπεράσπισης.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Επιδίδονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

• Το αντίγραφο της αρχικής αίτησης με την οποία ο ενάγων άσκησε την προσφυγή και αντίγραφα των συνοδευτικών εγγράφων, τα οποία παραδίδονται στον εναγόμενο

• Ενημέρωση ότι το άτομο έχει κλητευτεί για αυτήν την προσφυγή

• Υπόδειξη του δικαστηρίου και του τμήματος στο οποίο πραγματοποιείται η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, της προθεσμίας για την υποβολή υπερασπιστικής γραμμής, καθώς και της ανάγκης διορισμού νόμιμου εκπροσώπου, εάν αυτό είναι υποχρεωτικό

• Προειδοποίηση σχετικά με τις επιπτώσεις σε περίπτωση που δεν αμυνθεί

Κοινοποιούνται οι ακόλουθες πληροφορίες:

• Δικαστικές εντολές και αποφάσεις

• Υπομνήματα που υποβάλλουν οι διάδικοι, αιτήσεις και έγγραφα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία και η προθεσμία που έχουν στη διάθεσή τους οι διάδικοι για να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε κατ’ αντιμωλία διαδικασία

• Κλήτευση διαδίκου, μάρτυρα, εμπειρογνώμονα, τεχνικού συμβούλου ή δικηγόρου για να παραστεί σε δικαστική διαδικασία

• Αιτήματα για παροχή εμπειρογνωμοσύνης, άλλων αποδεικτικών στοιχείων ή πληροφοριών σε φορείς που υποχρεούνται να συνεργαστούν με το δικαστήριο.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Σε νομικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, η επίδοση και η κοινοποίηση μπορούν εν γένει να πραγματοποιούνται από δικαστικούς επιμελητές, όργανα επιβολής ή τον νόμιμο εκπρόσωπο ενός εκ των διαδίκων, ανάλογα με τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην απάντηση της ερώτησης 5.

Σε κληρονομικές διαδικασίες, η επίδοση και η κοινοποίηση μπορούν να πραγματοποιούνται από συμβολαιογράφους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται στον νέο νόμο για τις χρηματοδοτικές μισθώσεις αστικών ακινήτων (Novo Regime do Arrendamento Urbano), η κοινοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται από δικηγόρους ή όργανα επιβολής πριν από την άσκηση προσφυγής.

Σε διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας η ακρόαση των οποίων πραγματοποιείται ενώπιον υπαλλήλου ληξιαρχείου, η επίδοση και η κοινοποίηση μπορούν να πραγματοποιούνται από υπαλλήλους ληξιαρχείου, ιδίως σε οικογενειακές υποθέσεις ή υποθέσεις ανηλίκων.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Σύμφωνα με το πορτογαλικό δίκαιο, αποτελεί καθήκον των δικαστικών επιμελητών να προβαίνουν, με ίδια πρωτοβουλία και χωρίς να απαιτείται δικαστική εντολή, σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίδοση ειδοποίησης σε ένα άτομο.

Προς αυτόν τον σκοπό, οι δικαστικοί επιμελητές συμβουλεύονται πληροφορίες που είναι ηλεκτρονικά διαθέσιμες σε άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες, προκειμένου να διαπιστώσουν αν έχει υπάρξει αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας και να εντοπίσουν την τρέχουσα διεύθυνση του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση. Η προαναφερθείσα διαδικασία συνιστά τον κανόνα «ίδιας πρωτοβουλίας» για μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για επίδοση.

Ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς από τον νόμο για την κοινοποίηση σε διαδίκους ή στους εκπροσώπους τους.

Τα όργανα επιβολής έχουν επίσης πρόσβαση σε ορισμένες βάσεις δεδομένων κυβερνητικών υπηρεσιών, ώστε να μπορούν να ελέγχουν τη φορολογική κατοικία καταδικασθέντων οφειλετών, για παράδειγμα σε διαδικασίες επιβολής.

Σύμφωνα με το πορτογαλικό δίκαιο, όταν ένας διάδικος δηλώνει δικαιολογημένα ότι αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία στην απόκτηση πληροφοριών –ιδίως όσον αφορά τυχόν αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή η κοινοποίηση–, γεγονός που έχει αντίκτυπο στην αποτελεσματική άσκηση δικονομικού δικαιώματος, καθήκοντος ή αξίωσης, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη συνεργασία ατόμων ή φορέων με στόχο την απόκτηση των συγκεκριμένων πληροφοριών. Ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικοι στη διαδικασία ή όχι, υποχρεούνται να συνεργαστούν με το δικαστήριο παρέχοντας τις πληροφορίες που αυτό έχει διατάξει.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Όχι. Αυτή η δυνατότητα προβλέπεται μόνο για τις εθνικές αρχές και τους φορείς που αναφέρονται στην απάντηση της ερώτησης 4.1.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Το δικαστήριο συμβουλεύεται τις βάσεις δεδομένων άλλων κυβερνητικών υπηρεσιών και, εάν αυτό αποδειχθεί ανεπαρκές, διατάζει άλλα άτομα, φορείς ή ακόμη και τις αστυνομικές αρχές να συγκεντρώσουν και/ή να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα διεύθυνση ενός ατόμου, όπως αναφέρεται στην απάντηση της ερώτησης 4.1.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Οι διάφορες μέθοδοι με τις οποίες μπορεί να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί ένα έγγραφο αναφέρονται εδώ. Οι περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιείται η διαδικασία της επίδοσης και της κοινοποίησης έχουν ήδη αναφερθεί στην απάντηση της ερώτησης 1.

Επίδοση

Η επίδοση ενός εγγράφου μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ένα άτομο ή μέσω δημοσίευσης. Και οι δύο μέθοδοι επίδοσης μπορούν να εφαρμοστούν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Οι κανόνες σχετικά με την επίδοση σε φυσικά πρόσωπα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε νομικά πρόσωπα, εκτός εάν κάποια πτυχή της επίδοσης σε νομικά πρόσωπα διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες, περίπτωση στην οποία εφαρμόζονται οι εν λόγω συγκεκριμένοι κανόνες.

Επίδοση σε άτομα

Στην πράξη, ένα έγγραφο μπορεί να επιδοθεί σε ένα άτομο:

  • Με ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων, π.χ. στην Εισαγγελία, όταν αυτή είναι ο κύριος διάδικος
  • Μέσω ταχυδρομείου, υπό τη μορφή επιστολής επί αποδείξει παραλαβής που αποστέλλεται στη διεύθυνση κατοικίας ή στον χώρο εργασίας του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, σε περίπτωση που πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, ή στην έδρα που είναι καταχωρισμένη στο Εθνικό Μητρώο Νομικών Προσώπων, σε περίπτωση που πρόκειται για νομικό πρόσωπο
  • Μέσω προσωπικής επαφής του οργάνου επιβολής με το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, όταν η επίδοση μέσω ταχυδρομείου αποδειχθεί αδύνατη ή ο ενάγων δηλώσει στην αρχική αίτηση ότι αυτή είναι η επιθυμία του
  • Μέσω προσωπικής επαφής του δικαστικού επιμελητή με το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, εάν ο ενάγων δηλώσει στην αρχική αίτηση ότι αυτή είναι η επιθυμία του και καταβάλει το σχετικό τέλος
  • Μέσω νόμιμου εκπροσώπου:
    • Οι νόμιμοι εκπρόσωποι πρέπει να δηλώνουν αμέσως στην αρχική αίτηση ότι θα πραγματοποιήσουν οι ίδιοι την επίδοση, μέσω άλλου νόμιμου εκπροσώπου ή μέσω δικηγόρου
    • Οι νόμιμοι εκπρόσωποι μπορούν να ζητήσουν η επίδοση να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία εάν οποιαδήποτε άλλη μέθοδος επίδοσης αποδειχθεί αδύνατη
    • Οι κανόνες σχετικά με την επίδοση από όργανα επιβολής ή δικαστικούς επιμελητές εφαρμόζονται στη διαδικασία της επίδοσης από νόμιμους εκπροσώπους

Η επίδοση σε άτομα μπορεί να πραγματοποιηθεί:

  • Στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση
  • Σε άτομο διαφορετικό από το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, το οποίο επιφορτίζεται με τη διαβίβαση του περιεχομένου του εγγράφου στο εν λόγω άτομο, όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο
  • Στον νόμιμο εκπρόσωπο του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, όταν έχει χορηγηθεί εξουσιοδότηση πριν από τέσσερα το πολύ έτη, με την οποία του εκχωρούνται ειδικές εξουσίες για την παραλαβή του επιδιδόμενου εγγράφου
  • Σε προσωρινό φροντιστή του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, ο οποίος έχει διοριστεί από τον δικαστή όταν το όργανο επιβολής ή ο δικαστικός επιμελητής γνωρίζει ότι το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση δεν είναι σε θέση να παραλάβει το έγγραφο λόγω ανικανότητάς του προς δικαιοπραξία (γνωστή νοητική διαταραχή ή άλλη προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα προς δικαιοπραξία).

Επίδοση μέσω δημοσίευσης

Πρακτικά, η επίδοση μέσω δημοσίευσης μπορεί να πραγματοποιείται:

  • όταν το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση λείπει και δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του
  • όταν η ταυτότητα των ατόμων στα οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση δεν είναι γνωστή.

Η επίδοση μέσω δημοσίευσης πραγματοποιείται:

  • με θυροκόλληση ειδοποίησης στην πιο πρόσφατη διεύθυνση κατοικίας ή στην καταστατική έδρα, στην Πορτογαλία, του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση
  • στη συνέχεια, δημοσιεύεται ειδοποίηση σε δημόσια προσβάσιμη ιστοσελίδα που προβλέπεται από τον νόμο.

Κοινοποίηση

Κατά τη διάρκεια νομικής διαδικασίας, η κοινοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με μία από τις ακόλουθες μεθόδους:

  • Οι κοινοποιήσεις σε διαδίκους που διορίζουν νόμιμο εκπρόσωπο και/ή δικηγόρο πραγματοποιούνται πάντα στον τελευταίο, όπως περιγράφεται στην απάντηση της ερώτησης 6
  • Οι κοινοποιήσεις που αποσκοπούν στην κλήτευση ενός διαδίκου για να εμφανιστεί αυτοπροσώπως αποστέλλονται στον διάδικο με καταγραφόμενη ταχυδρομική παράδοση (πέραν του νόμιμου εκπροσώπου που ειδοποιείται όπως περιγράφεται στην απάντηση της ερώτησης 6)
  • Οι κοινοποιήσεις σε διαδίκους που δεν διορίζουν νόμιμο εκπρόσωπο αποστέλλονται στον ίδιο τον διάδικο με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση κατοικίας του, στην καταστατική έδρα του ή στον τόπο που έχει επιλεγεί για αυτόν τον σκοπό
  • Επιπλέον, οι κοινοποιήσεις τελικών αποφάσεων πραγματοποιούνται πάντα στους διαδίκους με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση κατοικίας τους, στην καταστατική έδρα τους ή στον τόπο που έχει επιλεγεί για αυτόν τον σκοπό
  • Οι κοινοποιήσεις που αποσκοπούν στην κλήτευση μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων ή άλλων ατόμων με διακοπτόμενη συμμετοχή στη διαδικασία, προκειμένου να παρευρεθούν στο δικαστήριο, πραγματοποιούνται με καταγραφόμενη ταχυδρομική παράδοση
  • Δεν αποστέλλονται κοινοποιήσεις όταν ένας διάδικος αναλαμβάνει να καλέσει ένα άτομο, ωστόσο ο διάδικος μπορεί να ζητήσει από τη γραμματεία του δικαστηρίου να του αποστείλει τις ειδοποιήσεις που αφορούν τα άτομα τα οποία έχει αναλάβει να καλέσει
  • Οι τελικές αποφάσεις που εκδίδονται σε οποιαδήποτε υπόθεση κοινοποιούνται πάντα στην Εισαγγελία, όπως περιγράφεται στην απάντηση της ερώτησης 6
  • Όπως επεξηγείται στην απάντηση της ερώτησης 6, στην Εισαγγελία κοινοποιούνται τυχόν ενδιάμεσες αποφάσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν στην άσκηση προσφυγών που απαιτούνται από τον νόμο
  • Οι ανακοινώσεις και οι προσκλήσεις που αποστέλλονται σε διαδικαστικό έγγραφο σε ενδιαφερόμενα μέρη θεωρείται ότι συνιστούν κοινοποιήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τεκμηριώνονται και αποτελούν αντικείμενο εντολής της προεδρεύουσας αρχής
  • Οι κοινοποιήσεις μεταξύ νόμιμων εκπροσώπων πραγματοποιούνται από τους ίδιους τους νόμιμους εκπροσώπους, μέσω ηλεκτρονικής διαβίβασης δεδομένων ή όπως υποδεικνύεται στην ερώτηση της απάντησης 6

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Ναι, οι ακόλουθες ενέργειες πραγματοποιούνται κατά προτίμηση με ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων μέσω του υπολογιστικού συστήματος των δικαστηρίων:

  • Επίδοση εγγράφων στην Εισαγγελία
  • Κοινοποιήσεις στην Εισαγγελία, σε δικηγόρους και σε όργανα επιβολής
  • Η υποβολή διαδικαστικών και λοιπών εγγράφων από δικηγόρους και όργανα επιβολής στο δικαστήριο
  • Αποδεικτικό καταβολής του δικαστικού τέλους (το οποίο αποτελεί μέρος των δικαστικών εξόδων)
  • Αποδεικτικό αίτησης για νομική συνδρομή

Όταν το μέγεθος του διαδικαστικού εγγράφου προς υποβολή δεν είναι συμβατό με τη διαδικασία της ηλεκτρονικής διαβίβασης ή τα έγγραφα προς αποστολή είναι διαθέσιμα μόνο σε φυσικά μέσα ή για την υπόθεση δεν απαιτείται ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου και ο διάδικος δεν έχει διορίσει κανέναν νόμιμο εκπρόσωπο ή στην περίπτωση που υπάρχει εύλογη αιτία:

  • Τα διαδικαστικά έγγραφα μπορούν να αποστέλλονται στη γραμματεία του δικαστηρίου μέσω ταχυδρομείου ή φαξ
  • Τα διαδικαστικά έγγραφα μπορούν να κοινοποιούνται μέσω αποστολής με απόδειξη παραλαβής, μέσω ταχυδρομείου ή μέσω φαξ

Επιπλέον, οι δικαστικές υπηρεσίες μπορούν:

  • Να διαβιβάζουν οποιαδήποτε μηνύματα μέσω ταχυδρομείου, φαξ ή ηλεκτρονικών μέσων
  • Σε επείγουσες περιπτώσεις, μπορούν να χρησιμοποιούνται τηλεγραφήματα, τηλεφωνική επικοινωνία ή άλλα παρόμοια μέσα τηλεπικοινωνίας
  • Η τηλεφωνική επικοινωνία τεκμηριώνεται πάντα στις δικογραφίες και ακολουθείται από επιβεβαίωση σε οποιαδήποτε έγγραφη μορφή
  • Σε σχέση με τους διαδίκους της διαδικασίας, η τηλεφωνική επικοινωνία μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για τη διαβίβαση κλήτευσης ή την ακύρωση κλήτευσης για πράξεις στο πλαίσιο νομικής διαδικασίας

Αυτοί οι κανόνες εφαρμόζονται σε νομικές διαδικασίες αστικής ή εμπορικής φύσεως η ακρόαση των οποίων πραγματοποιείται σε πρωτοβάθμια δικαστήρια. Εφαρμόζονται επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις για διαδικασίες ενώπιον συμβολαιογράφων (π.χ. κληρονομικές υποθέσεις) ή υπαλλήλων ληξιαρχείων (π.χ. οικογενειακές υποθέσεις όπου υπάρχει συμφωνία).

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Επιπλέον, το πορτογαλικό δίκαιο προβλέπει επίσης την επίδοση εγγράφων σε καθορισμένη χρονική στιγμή ως εξής:

  • Για την επίδοση σε ένα άτομο εάν το όργανο επιβολής ή ο δικαστικός επιμελητής διαπιστώσει ότι το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση διαμένει ή εργάζεται στην τοποθεσία που προσδιορίζεται, ωστόσο η επίδοση δεν είναι δυνατή διότι δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του
  • Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να παραδοθεί ειδοποίηση στην οποία θα υποδεικνύεται η ώρα κατά την οποία θα πραγματοποιηθεί η επίδοση
  • Η ειδοποίηση μπορεί να παραδοθεί στο άτομο που βρίσκεται στην βέλτιστη θέση για να την παραδώσει στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, η ειδοποίηση πρέπει να ταχυδρομηθεί στην καταλληλότερη τοποθεσία
  • Την ημέρα και την ώρα που προσδιορίζονται στην ειδοποίηση, το όργανο επιβολής ή ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει το έγγραφο στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή, εάν δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του, ένα τρίτο μέρος το οποίο βρίσκεται στη βέλτιστη θέση για να διαβιβάσει την επιστολή στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση και στο οποίο ανατίθεται να τη διαβιβάσει
  • Εάν δεν είναι δυνατή η συνεργασία με τρίτα μέρη, η επίδοση πραγματοποιείται με επικόλληση ειδοποίησης, στην καταλληλότερη τοποθεσία και υπό την παρουσία δύο μαρτύρων, στην οποία αναφέρεται ότι έχει πραγματοποιηθεί η επίδοση στο άτομο, το δικαστήριο στο οποίο εκδικάζεται η υπόθεση και ότι το αντίγραφο και τα έγγραφα είναι διαθέσιμα στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση στη γραμματεία του δικαστηρίου

Σημείωση

Σε περιπτώσεις όπου:

i) η απόδειξη παραλαβής δεν έχει υπογραφεί από το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση (ταχυδρομική επίδοση)

ii) η επίδοση σε ένα άτομο σε καθορισμένη χρονική στιγμή πραγματοποιείται σε τρίτο άτομο

iii) ή η επίδοση σε ένα άτομο σε καθορισμένη χρονική στιγμή πραγματοποιείται με επικόλληση ειδοποίησης επίδοσης στην τοποθεσία

το όργανο επιβολής ή η γραμματεία του δικαστηρίου πρέπει πάντα να αποστέλλει συστημένη επιστολή στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση, εντός δύο εργάσιμων ημερών, για να το ενημερώσει, κατά περίπτωση, σχετικά με:

  • την ημερομηνία και τη μέθοδο με την οποία θεωρήθηκε ότι πραγματοποιήθηκε η επίδοση
  • την προθεσμία για την υπεράσπιση και τις επιπτώσεις σε περίπτωση που δεν αμυνθεί
  • την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το αντίγραφο του εισαγωγικού δίκης εγγράφου και τα έγγραφα προς επίδοση
  • την ταυτότητα του ατόμου στο οποίο πραγματοποιήθηκε η επίδοση.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Η επίδοση μέσω ταχυδρομείου θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε την ημέρα κατά την οποία φαίνεται ότι υπεγράφη η απόδειξη παραλαβής, είτε από το άτομο στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση είτε από τρίτο άτομο (εφόσον, σε αυτήν την περίπτωση, το τρίτο άτομο παρέδωσε την επιστολή στο άτομο στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση, εκτός εάν αποδεικνύεται διαφορετικά).

Η επίδοση σε ένα άτομο από όργανα επιβολής, δικαστικούς επιμελητές και νόμιμους εκπροσώπους θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε την ημερομηνία κατά την οποία καταρτίστηκε η έκθεση επίδοσης.

Η επίδοση με επικόλληση ειδοποίησης επίδοσης θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε την ημερομηνία που αναφέρεται στην ειδοποίηση.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης με συστημένη επιστολή –με ή χωρίς απόδειξη παραλαβής– μια ειδοποίηση παραλαβής συστημένου εναποτίθεται στο γραμματοκιβώτιο εάν ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να εντοπίσει κάποιον στη διεύθυνση που υποδεικνύεται.

Η ειδοποίηση παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη ότι η επιστολή έχει εναποτεθεί στο ταχυδρομείο και αναφέρει τη διεύθυνση, τις ώρες λειτουργίας και την προθεσμία για την παραλαβή της.

Εάν η επιστολή δεν παραληφθεί εντός της προθεσμίας που προσδιορίζεται (και δεν υποβληθεί αίτημα για παράτασή της ή εκ νέου αποστολή της επιστολής σε άλλη διεύθυνση), επιστρέφεται στον αποστολέα.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Όταν η επίδοση πραγματοποιείται μέσω ταχυδρομείου και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία άρνησης παραλαβής της επιστολής ή υπογραφής της απόδειξης παραλαβής, η επίδοση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε με την ακόλουθη μέθοδο και υπό τις ακόλουθες περιστάσεις:

  • Με σημείωση που καταρτίζεται από τον ταχυδρόμο και με την οποία πιστοποιείται η άρνηση του φυσικού προσώπου, του εκπροσώπου του νομικού προσώπου ή ενός υπαλλήλου του να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής ή να παραλάβει την επιστολή
  • Σε περιπτώσεις όπου οι διάδικοι επιτρέπεται να συμφωνήσουν σχετικά με τη διεύθυνση για την επίδοση:
    • i) με την εναπόθεση δεύτερης συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής στη συμφωνηθείσα διεύθυνση, όταν η πρώτη συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής που εστάλη στη συγκεκριμένη διεύθυνση επιστρέφεται ή
    • ii) με πιστοποιητικό, το οποίο καταρτίζεται από τον ταχυδρόμο, της άρνησης του ατόμου στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση να παραλάβει την επιστολή ή να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής, όταν αποστέλλεται στη συμφωνηθείσα διεύθυνση

Όταν η επίδοση πραγματοποιείται αυτοπροσώπως από το όργανο επιβολής ή τον δικαστικό επιμελητή και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία της άρνησης του ατόμου στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση να υπογράψει το πιστοποιητικό επίδοσης ή να παραλάβει το αντίγραφο, η επίδοση θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί, κατά την οποία περίπτωση:

  • Το όργανο επιβολής ή ο δικαστικός επιμελητής ενημερώνει το άτομο στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση ότι το αντίγραφο βρίσκεται στη διάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου και, στο πιστοποιητικό επίδοσης, αναφέρεται σε αυτές τις πληροφορίες και στην άρνηση του ατόμου στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση να το παραλάβει
  • Επιπλέον, η γραμματεία του δικαστηρίου ειδοποιεί το άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση με συστημένη επιστολή στην οποία αναφέρεται ακόμη μία φορά ότι το αντίγραφο της αρχικής αίτησης και τα συνοδευτικά έγγραφα βρίσκονται στη διάθεσή του στη γραμματεία

Η επίδοση θεωρείται ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί μόνο εάν η άρνηση είναι νόμιμη. Η άρνηση είναι νόμιμη όταν δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση διότι δεν διαμένει ή δεν έχει την έδρα του στη διεύθυνση που υποδεικνύεται ή εάν ένα τρίτο μέρος δηλώσει ότι δεν είναι σε θέση να παραδώσει την επιστολή.

Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται σε ορισμένες περιπτώσεις όπου ο νόμος προβλέπει ότι η προσωπική ειδοποίηση των διαδίκων ή των εκπροσώπων τους πρέπει να πραγματοποιείται με τις διατυπώσεις της επίδοσης.

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Όταν η επίδοση ή η κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου, με απόδειξη παραλαβής, προέρχεται από το εξωτερικό, η πορτογαλική ταχυδρομική υπηρεσία μπορεί να παραδώσει την επιστολή και τα έγγραφα στο άτομο στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή σε τρίτο άτομο στην ίδια διεύθυνση, το οποίο δηλώνει ότι είναι σε θέση να παραδώσει την επιστολή στον παραλήπτη.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Βλ. απάντηση της ερώτησης 7.3.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Κατ’ αρχήν, ο παραλήπτης έχει στη διάθεσή του έξι εργάσιμες ημέρες για να παραλάβει τα έγγραφα από το ταχυδρομείο.

Ο παραλήπτης ενημερώνεται σχετικά με αυτήν την προθεσμία και σχετικά με το γεγονός ότι τα έγγραφα μπορούν να παραληφθούν από το ταχυδρομείο με ειδοποίηση παραλαβής συστημένου την οποία η ταχυδρομική υπηρεσία εναποθέτει στο γραμματοκιβώτιο στην περίπτωση που ο ταχυδρόμος δεν βρει κανέναν στην οικία.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Ναι, στην περίπτωση της επίδοσης, η απόδειξη παραλαβής, το πιστοποιητικό επίδοσης ή η ειδοποίηση επίδοσης αποτελούν έγγραφη απόδειξη ότι η επίδοση πραγματοποιήθηκε.

Στην περίπτωση της κοινοποίησης, η καταχώριση της παραλαβής, η καταχώριση της επιστολής ή το αρχείο ή το πρακτικό που συντάσσεται κατά τη νομική διαδικασία αποτελούν έγγραφη απόδειξη ότι η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε.

Στην περίπτωση της επίδοσης ή της κοινοποίησης μέσω ηλεκτρονικής διαβίβασης δεδομένων, το υπολογιστικό σύστημα του δικαστηρίου πιστοποιεί την ημερομηνία και την ώρα παράδοσης.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Η μη επίδοση συνιστά σοβαρή έλλειψη που καθιστά άκυρη ολόκληρη τη διαδικασία από την αρχική αίτηση, μη συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας.

Η μη επίδοση νοείται ότι συμβαίνει στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • πλήρης παράλειψη επίδοσης
  • σφάλμα στην ταυτοποίηση του ατόμου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδοση
  • ακατάλληλη επίδοση μέσω δημοσίευσης
  • η επίδοση πραγματοποιήθηκε μετά τον θάνατο του φυσικού προσώπου ή τη λήξη των εργασιών του νομικού προσώπου στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επίδοση
  • απόδειξη ότι ο παραλήπτης της επίδοσης δεν ενημερώθηκε σχετικά με το έγγραφο για λόγους που δεν μπορούν να αποδοθούν σε αυτόν.

Αυτή η ακυρότητα θεωρείται ότι αποκαθίσταται μόνο εάν ο εναγόμενος ή η Εισαγγελία (στην περίπτωση που είναι ο κύριος διάδικος) κινήσει τη διαδικασία χωρίς να διατυπώσει αμέσως αντίρρηση για τη μη επίδοση.

Εκτός των προαναφερθεισών περιπτώσεων, η παράλειψη οποιασδήποτε πράξης ή διατύπωσης που απαιτείται από τον νόμο σχετικά με την επίδοση ή την κοινοποίηση συνιστά απλή παρατυπία. Εάν αυτή η παρατυπία αναφερθεί ή το δικαστήριο λάβει γνώση αυτής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο θα διατάξει την αποκατάστασή της. Σε άλλες περιπτώσεις, τυχόν παρατυπία στη διαδικασία της επίδοσης ή της κοινοποίησης καθιστά την πράξη άκυρη μόνο όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο ή όταν αυτή μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία της εξέτασης ή την απόφαση στην υπόθεση. Σε αυτήν την περίπτωση, οι υπόλοιπες διαδικαστικές πράξεις που δεν επηρεάζονται από την άκυρη πράξη διατηρούν την εγκυρότητά τους.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Ναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, που περιγράφονται παρακάτω, το κόστος της επίδοσης και της κοινοποίησης εκτιμάται σε ενιαία νομισματική μονάδα (Unit of Account – UA). Η αξία της UA το 2015 ήταν 102 EUR.

Συνεπώς:

  • Το κόστος της επίδοσης και της κοινοποίησης σε άτομο από όργανα επιβολής ανέρχεται σε 0,5 UA όταν είναι επιτυχείς και σε 0,25 UA όταν δεν είναι επιτυχείς
  • Το κόστος της επίδοσης και της κοινοποίησης σε άτομα και της επίδοσης και της κοινοποίησης μέσω δημοσίευσης που πραγματοποιούνται από δικαστικούς επιμελητές ανέρχεται σε 0,5 UA όταν είναι επιτυχείς, ενώ, σε περίπτωση μη επιτυχούς επίδοσης ή κοινοποίησης, το κόστος είναι μηδενικό
  • Τα έξοδα μετακίνησης, όταν η πράξη πραγματοποιείται από δικαστικό επιμελητή, και ο ΦΠΑ, όταν είναι οφειλόμενος, μπορούν να προστίθενται σε αυτά τα ποσά

Τελική σημείωση

Οι πληροφορίες στο παρόν έντυπο είναι γενικής φύσεως, δεν είναι εξαντλητικές και δεν είναι δεσμευτικές για το σημείο επαφής, το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις ή τα δικαστήρια ή οποιουσδήποτε άλλους αποδέκτες. Πρέπει πάντοτε να συμβουλεύεστε την εφαρμοστέα νομοθεσία.

Τελευταία επικαιροποίηση: 05/01/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Ρουμανία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Το δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί μιας αίτησης εάν οι διάδικοι έχουν κληθεί ή παρίστανται αυτοπροσώπως ή εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από και προς το εξωτερικό είναι μια διαδικασία που επιτρέπει τη γνωστοποίηση των εγγράφων στους αποδέκτες, οι οποίοι μπορεί να είναι: διάδικοι, μάρτυρες ή συμμετέχοντες σε δίκη στο αιτούν κράτος. (Άρθρο 3 παράγραφος 1 του νόμου αριθ. 189/2003 σχετικά με τη διεθνή δικαστική συνδρομή σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις).

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Τα δικαστικά έγγραφα που πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως είναι τα έγγραφα που εκδίδονται στο πλαίσιο αστικών ή εμπορικών διαδικασιών και η επίδοση ή κοινοποίηση των οποίων διατάσσεται από το δικαστήριο (εισαγωγικά δίκης έγγραφα, αποφάσεις, προσφυγές, κ.λπ.).

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ή η κοινοποίηση διαδικαστικών εγγράφων γίνεται δωρεάν, αυτεπαγγέλτως (ex officio), από εκπροσώπους του δικαστηρίου ή από άλλον εργαζόμενο σε αυτό. Εάν τα παραπάνω δεν είναι εφικτά, τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή, με δηλωμένο περιεχόμενο και βεβαίωση παραλαβής, σε σφραγισμένο φάκελο, στον οποίο επισυνάπτονται η απόδειξη παραλαβής/η αναφορά και η ειδοποίηση. Η επίδοση ή κοινοποίηση μπορούν επίσης να γίνουν από δικαστικούς επιμελητές ή με επείγουσα παράδοση κατόπιν αίτησης και με επιβάρυνση του ενδιαφερόμενου μέρους (άρθρο 154 παράγραφοι 1, 4 και 5 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Στην αρχική αίτηση πρέπει να περιλαμβάνεται η διεύθυνση του διαδίκου (άρθρο 194 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας για τον έλεγχο και την τροποποίηση της αίτησης, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες δεν αναφέρονται στην αίτηση (άρθρο 200 του Κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξακριβώνει αυτεπαγγέλτως την τρέχουσα διεύθυνση του καθ’ ου. Εντούτοις, είναι γενική υποχρέωση του δικαστηρίου να έχει ενεργό ρόλο (άρθρο 22 του Κώδικα πολιτικής δικονομίας) και να προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να καταλήγει σε τεκμηριωμένη απόφαση.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Η διεύθυνση ενός ρουμάνου πολίτη μπορεί να αναζητηθεί μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών Υποθέσεων (Εθνική επιθεώρηση προσωπικών φακέλων και διαχείρισης βάσης δεδομένων – INEPABD, str. Obcina Mare nr. 2, Sector 6, Bucharest, Tel. +40214135442, +40217467047/8/9, Fax +40214135049, Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροdepabd@mai.gov.ro, Ιστοθέση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://depabd.mai.gov.ro/furnizari_date.html) ή μέσω του τοπικού γραφείο προσωπικών δεδομένων.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αιτηθούν συγκεκριμένες προσωπικές πληροφορίες αναφορικά με τον τόπο διαμονής ή κατοικίας Ρουμάνων πολιτών από το εθνικό μητρώο προσωπικών δεδομένων, υποβάλλοντας έγγραφη αιτιολογημένη αίτηση στο τοπικό γραφείο προσωπικών δεδομένων που είναι αρμόδιο για την περιοχή όπου βρίσκεται η νομική εταιρεία/το άτομο υπό αναζήτηση. Τέτοια δεδομένα παρέχονται μόνο με προηγούμενη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων.

Δεν απαιτείται συγκατάθεση όταν υπάρχει αιτιολογημένη νομική βάση και η αίτηση υποβάλλεται από συγκεκριμένες αρχές (αστυνομία, άμυνα, δικαιοσύνη, κοινωνική προστασία, κ.λπ.) ή από ιδιώτες το έννομο συμφέρον των οποίων αποδεικνύεται με έγγραφα που τεκμηριώνουν την αιτιολογημένη νομική βάση. Φορείς αρμόδιοι για τη λήψη απόφασης σχετικά με αιτήσεις που υποβάλλονται από νομικά πρόσωπα είναι τα τοπικά γραφεία προσωπικών δεδομένων και η INEPABD.

Για ειδικά αιτήματα ή αιτήματα μικρού όγκου, επιβάλλεται τέλος 1 ρουμανικό λέου ανά άτομο, το οποίο εμβάζεται στον κρατικό προϋπολογισμό, σε λογαριασμό με αριθμό RO35TREZ70620330108XXXXX (IBAN), ο οποίος έχει ανοιχτεί στο Υπουργείο Οικονομικών για τον τομέα 6, Βουκουρέστι, αριθμός φορολογικού μητρώου 26362870 (όπου τα δεδομένα παρέχονται από την INEPABD) ή σε λογαριασμούς τοπικών συμβουλίων (όπου τα δεδομένα παρέχονται από το τοπικό γραφείο προσωπικών δεδομένων).

Σε κάθε αίτηση πρέπει να επικολλάται χαρτόσημο 5 ρουμανικών λέου. Για αιτήσεις μεγάλου όγκου, το τέλος ανέρχεται σε 120 ρουμανικά λέου ανά ώρα εργασίας στο κεντρικό υπολογιστικό σύστημα ή 7 ρουμανικά λέου ανά ώρα εργασίας στο τοπικό υπολογιστικό σύστημα. Οι αρμόδιοι για ειδικούς τομείς δημόσιοι θεσμοί (άμυνα, δημόσια τάξη, εθνική ασφάλεια, δικαιοσύνη, οικονομία, υγεία κ.λπ.) εξαιρούνται από την πληρωμή τέλους για δεδομένα τα οποία αιτούνται για την επιτέλεση των νόμιμων αρμοδιοτήτων τους.

Η διεύθυνση της εταιρικής έδρας νομικών προσώπων μπορεί να αναζητηθεί μέσω του γραφείου του εθνικού εμπορικού μητρώου (Bd. Unirii nr. 74, sections 2+3, bl. J3B, Sector 3, Bucharest; https://portal.onrc.ro/ ) ή μέσω γραφείων εμπορικών μητρώων παρακείμενων σε δικαστήρια

Με επιβάρυνση του αιτούντος μπορούν να εκδίδονται επικυρωμένα αρχεία των φακέλων των μητρώων και των υποβληθέντων εγγράφων, καθώς και πληροφορίες σε σχέση με τα καταγεγραμμένα στοιχεία και πιστοποιητικά με τα οποία βεβαιώνεται ότι κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο ή γεγονός έχει ή δεν έχει καταγραφεί. Τα έγγραφα μπορούν επίσης να ζητηθούν και να εκδοθούν ταχυδρομικά. Κατόπιν αιτήματος, τα έγγραφα εκδίδονται σε ηλεκτρονική μορφή και αποστέλλονται διαδικτυακά, με εκτεταμένη ψηφιακή υπογραφή η οποία περιλαμβάνεται, επισυνάπτεται ή σχετίζεται λογικά.

Τα έντυπα, τα τέλη και οι δαπάνες που επιβάλλονται για την παροχή συγκεκριμένων (βασικών ή εκτεταμένων) πληροφοριών, ιστορικών εκθέσεων ή πιστοποιητικών μπορούν να αναζητηθούν στην ιστοθέση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.onrc.ro/index.php/en/, στην ενότητα Πληροφορίες.

Όταν υπάρχουν πρωτόκολλα συνεργασίας, έγγραφα και πληροφορίες μπορούν να εκδίδονται δωρεάν για ορισμένες αρχές και δημόσιους θεσμούς, νομικά πρόσωπα, δημοσιογράφους και εκπροσώπους μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και για διαπιστευμένες διπλωματικές αποστολές.

Η υπηρεσία InfoCert επιτρέπει τη διαδικτυακή έκδοση πιστοποιητικών και την παροχή πληροφοριών μέσω της πύλης https://portal.onrc.ro/. Τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα μέσω της εν λόγω υπηρεσίας υπόκεινται στις διατάξεις σχετικά με τις ηλεκτρονικές υπογραφές και τις χρονοσφραγίδες. Σε αυτές περιλαμβάνονται χαρακτηριστικά ασφαλείας: εγκεκριμένες ηλεκτρονικές υπογραφές, χρονοσφραγίδες, υδατογραφήματα (γραφικά σήματα στο φόντο της σελίδας) και γραμμωτοί κώδικες. Δείγματα των εγγράφων που μπορούν να εκδίδονται από την παρούσα υπηρεσία παρέχονται στην ιστοθέση https://portal.onrc.ro/ONRCPortalWeb/appmanager/myONRC/signup?p=infoCert.

Είναι δυνατή η αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων σε σχέση με μέλη, μετόχους ή άλλα πρόσωπα, όταν τα δεδομένα ζητούνται με αίτηση και εκδίδονται στις υπηρεσίες, ή εκδίδονται ηλεκτρονικά μέσω της διαδικτυακής υπηρεσίας RECOM και αποστέλλονται διαδικτυακά με εκτεταμένη ηλεκτρονική υπογραφή η οποία περιλαμβάνεται, επισυνάπτεται ή σχετίζεται λογικά, ή μέσω πιστοποιητικών. Πρόσβαση σε άλλα δεδομένα μπορούν επίσης να έχουν οι δημόσιες αρχές στον τομέα της δικαιοσύνης, της εθνικής άμυνας ή της οικονομίας, εκκαθαριστές και δικαστικοί επιμελητές.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Το παραδεκτό της επεξεργασίας τέτοιων παραγγελιών αποφασίζεται από το δικαστήριο. Τα ρουμανικά δικαστήρια λαμβάνουν περιορισμένο αριθμό αιτήσεων διενέργειας διαδικαστικών πράξεων με τις οποίες ζητούνται η διεύθυνση/εταιρική έδρα προσώπων, και είναι δύσκολο να εκτιμηθεί κατά πόσο εφαρμόζεται ενιαία πρακτική. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι τα ρουμανικά δικαστήρια κάνουν τέτοιες παραγγελίες αποδεκτές.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Βλ. απάντηση στην ερώτηση 3.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Διαδικαστικά έγγραφα μπορούν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται από δικαστικό υπάλληλο και μέσω τηλεομοιοτυπίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή με άλλα μέσα με τα οποία διασφαλίζεται η μεταφορά του περιεχομένου του εγγράφου και η βεβαίωση παραλαβής αυτού, εφόσον το ενδιαφερόμενο μέρος έχει υποδείξει στο δικαστήριο τα στοιχεία επικοινωνίας του για τον σκοπό αυτό. Για τους σκοπούς της βεβαίωσης, όταν το δικαστήριο αποστέλλει διαδικαστικό έγγραφο, αποστέλλει επίσης έντυπο το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί από τον παραλήπτη με την ημερομηνία παραλαβής, με σαφή αναγραφή του ονοματεπωνύμου και με την υπογραφή του ατόμου που είναι αρμόδιο για την παραλαβή της αλληλογραφίας. Το έντυπο επιστρέφεται στο δικαστήριο μέσω τηλεομοιοτυπίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή με άλλο μέσο (άρθρο 154 παράγραφος 6 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Βλ. απάντηση στην ερώτηση 3.

Η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται αυτοπροσώπως στο πρόσωπο που κλητεύεται. Σε περίπτωση ατόμων που διαμένουν σε ξενοδοχείο/ξενώνα, το έγγραφο παραδίδεται στον διαχειριστή ή τον θυρωρό (άρθρο 161 του Κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Το έγγραφο παραδίδεται στην οντότητα στην οποία μπορεί να βρίσκεται ο παραλήπτης (στρατιωτική οντότητα, λιμενάρχης σε περίπτωση πληρώματος πλοίων, διοίκηση φυλακών σε περίπτωση κρατουμένων ή νοσοκομειακή διεύθυνση σε περίπτωση ασθενών), ενώ η εν λόγω οντότητα παραδίδει στη συνέχεια το έγγραφο στον παραλήπτη και προσκομίζει τη βεβαίωση παραλαβής στον εκπρόσωπο ή την αποστέλλει στο δικαστήριο (άρθρα 161 και 162 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Τα έγγραφα μπορούν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε αρμόδιο για την παραλαβή αλληλογραφίας, στον διαχειριστή του κτηρίου, στον θυρωρό, στον ιδιωτικό φύλακα, στα κεντρικά γραφεία και, για τους παραλήπτες που αναφέρονται εντός παρενθέσεων, στο Υπουργείο Δημόσιας Οικονομίας/σε άλλον υποδεικνυόμενο φορέα (το κράτος) στους δικαστικούς αντιπροσώπους (τοπικές διοικητικές αρχές, νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου), στην έδρα/θυγατρική των εκπροσώπων (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου) στον υποδεικνυόμενο αντιπρόσωπο (ενώσεις, εταιρείες, οντότητες χωρίς νομική προσωπικότητα) στη διεύθυνση κατοικίας/εταιρική έδρα αυτών (πρόσωπα υπό διαδικασία αφερεγγυότητας και πιστωτές) μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων (προσωπικό διπλωματικών αποστολών/προξενείων, ρουμάνοι πολίτες τοποθετημένοι σε διεθνείς οργανισμούς και μέλη των οικογενειών τους που ζουν μαζί τους όσο οι εν λόγω πολίτες εργάζονται στο εξωτερικό) μέσω κεντρικών φορέων που έχουν αποσπάσει εργαζομένους στο εξωτερικό ή στους οποίους υπάγεται η οντότητα που τους απέσπασε στο εξωτερικό (άλλοι ρουμάνοι πολίτες οι οποίοι βρίσκονται στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους, περιλαμβανομένων των μελών της οικογένειας που τους συνοδεύουν).

Εάν ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, ο εκπρόσωπος το τοποθετεί στο γραμματοκιβώτιό του. Απουσία γραμματοκιβωτίου, θυροκολλείται κοινοποίηση στην πόρτα του παραλήπτη, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αναφορά ότι ο παραλήπτης πρέπει να παραστεί αυτοπροσώπως από μία έως και 7 ημέρες μετά την ημερομηνία της κοινοποίησης (3 ημέρες σε περίπτωση κατεπείγοντος) στο δικαστήριο/στο δημαρχείο που έχει αρμοδιότητα για την περιοχή όπου ζει/διατηρεί την εταιρική έδρα του (εάν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην περιοχή όπου εδρεύει το δικαστήριο) ώστε να του επιδοθεί το έγγραφο.

Σε περίπτωση που ο παραλήπτης δεν μπορεί να βρεθεί, ο εκπρόσωπος παραδίδει το έγγραφο σε άλλο πρόσωπο (ενήλικο μέλος της οικογένειας που συγκατοικεί με τον παραλήπτη και παραλαμβάνει την αλληλογραφία). Σε περίπτωση που ο παραλήπτης διαμένει σε ξενοδοχείο/ πολυκατοικία και δεν βρίσκεται στην κατοικία του, ο εκπρόσωπος επιδίδει το έγγραφο στον διαχειριστή/θυρωρό. Το πρόσωπο που παραλαμβάνει το έγγραφο υπογράφει τη βεβαίωση παραλαβής, και ο εκπρόσωπος ελέγχει την ταυτότητα και την υπογραφή του και συντάσσει έκθεση. Εάν το πρόσωπο αυτό παραλάβει το έγγραφο αλλά αρνηθεί ή δεν δύναται να υπογράψει τη βεβαίωση παραλαβής, ο εκπρόσωπος συντάσσει σχετική έκθεση. Εάν το εν λόγω πρόσωπο απουσιάζει ή είναι παρών αλλά αρνείται να παραλάβει το έγγραφο, τότε αυτό αφήνεται στο γραμματοκιβώτιό του. Απουσία γραμματοκιβωτίου, θυροκολλείται κοινοποίηση.

Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος έχει την υποχρέωση να υποβάλει το έγγραφο και την έκθεση, εντός 24 ωρών από την υποβολή/παράδοση της κοινοποίησης, στο δικαστήριο/δημαρχείο, το οποίο στη συνέχεια θα επιδώσει ή θα κοινοποιήσει το έγγραφο. Σε περίπτωση που ένας διάδικος παραλάβει το έγγραφο από υπάλληλο του δημαρχείου, ο τελευταίος υποβάλλει τη βεβαίωση παράδοσης και την έκθεση στο δικαστήριο εντός 24 ωρών. Εάν η προθεσμία παρέλθει και ο διάδικος δεν παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στο δημαρχείο για την παραλαβή του εγγράφου, κάποιος υπάλληλος του δημαρχείου προωθεί το έγγραφο και την έκθεση στο δικαστήριο (άρθρο 163 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Εάν ο ενάγων δεν μπορεί να βρει τη διεύθυνση του εναγομένου, τότε το δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει κλήτευση με δημοσίευση, ήτοι με θυροκόλληση στο κτίριο του δικαστηρίου, στην πόρτα του δικαστηρίου και στην τελευταία γνωστή διεύθυνση. Το δικαστήριο μπορεί, κατά περίπτωση, να διατάξει τη δημοσίευση της κλήτευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας ή σε εθνική εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας. Σε περίπτωση που το δικαστήριο εγκρίνει κλήτευση με δημοσίευση, διορίζει επίσης δικαστικό συμπαραστάτη μεταξύ των δικηγόρων του δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος θα κληθεί να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα του εναγομένου στις ακροαματικές διαδικασίες.

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Η διαδικασία ολοκληρώνεται κατά τον χρόνο υπογραφής της βεβαίωσης παράδοσης ή σύνταξης της έκθεσης, ασχέτως εάν ο διάδικος έχει παραλάβει το διαδικαστικό έγγραφο αυτοπροσώπως ή όχι. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου με ταχυδρομείο/με επείγουσα παράδοση, η διαδικασία ολοκληρώνεται κατά τον χρόνο υπογραφής της βεβαίωσης παράδοσης ή όταν ο ταχυδρομικός υπάλληλος/ταχυμεταφορέας καταγράψει την άρνηση του παραλήπτη να παραλάβει την αλληλογραφία. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω τηλεομοιοτυπίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή με άλλο μέσο, η διαδικασία ολοκληρώνεται κατά την ημερομηνία που υποδεικνύεται στην εκτύπωση του αποδεικτικού αποστολής, πιστοποιημένου από τον δικαστικό υπάλληλο που ταχυδρόμησε το έγγραφο (άρθρο 165 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Εάν ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο ή δεν έχει γραμματοκιβώτιο, τότε ο εκπρόσωπος θυροκολλεί κοινοποίηση στην πόρτα του παραλήπτη με την οποία καλείται να παραστεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο/στο δημαρχείο ώστε να παραλάβει το έγγραφο. Εάν ο παραλήπτης δεν παραστεί αυτοπροσώπως, το έγγραφο θεωρείται ότι έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί με τη λήξη της προθεσμίας (άρθρο 163 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Σε περίπτωση κλήτευσης με δημοσίευση, η διαδικασία θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί την 15η ημέρα μετά τη δημοσίευση της κλήτευσης (άρθρο 167 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Εάν ο παραλήπτης δεν μπορεί να βρεθεί, ο εκπρόσωπος του δικαστηρίου ή ο ταχυδρομικός υπάλληλος δύναται να παραδώσει το έγγραφο σε άλλο πρόσωπο, ενώ εάν το εν λόγω πρόσωπο απουσιάζει ή αρνείται να παραλάβει το έγγραφο, τότε αυτό μπορεί να τοποθετηθεί στο γραμματοκιβώτιό του. Απουσία γραμματοκιβωτίου, θυροκολλείται κοινοποίηση στην πόρτα του παραλήπτη ή του άλλου προσώπου. Εντός 24 ωρών από την υποβολή/παράδοση της κοινοποίησης, ο εκπρόσωπος του δικαστηρίου υποβάλλει το έγγραφο στο δικαστήριο/στο δημαρχείο στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η περιοχή όπου βρίσκεται η κατοικία/εταιρική έδρα του παραλήπτη, ώστε να του επιδοθεί ή κοινοποιηθεί η κλήτευση.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Η διαδικασία θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης, ασχέτως εάν ο διάδικος έχει παραλάβει το έγγραφο αυτοπροσώπως ή όχι. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου με ταχυδρομείο ή με επείγουσα παράδοση, η διαδικασία ολοκληρώνεται όταν ο ταχυδρομικός υπάλληλος/ταχυμεταφορέας υπογράψει την άρνηση του παραλήπτη να δεχτεί την αλληλογραφία (άρθρο 165 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Εάν ο παραλήπτης παραλάβει το έγγραφο αλλά αρνηθεί ή δεν δύναται να υπογράψει την απόδειξη παράδοσης, ο εκπρόσωπος συντάσσει έκθεση. Εάν ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, ο εκπρόσωπος το τοποθετεί στο γραμματοκιβώτιό τους. Απουσία γραμματοκιβωτίου, θυροκολλείται κοινοποίηση στην πόρτα του παραλήπτη και συντάσσεται έκθεση. Στην κοινοποίηση, ο παραλήπτης ενημερώνεται ότι πρέπει να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο ή στο δημαρχείο προκειμένου να παραλάβει το έγγραφο, διαφορετικά θεωρείται ότι η επίδοση ή κοινοποίηση έχει ολοκληρωθεί (άρθρο 163 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Ο διάδικος που παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστηρίου αυτοπροσώπως ή μέσω συνηγόρου ή άλλου εκπροσώπου έχει την υποχρέωση να παραλάβει τα διαδικαστικά έγγραφα τα οποία επιδίδονται κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Σε περίπτωση που αρνηθεί να παραλάβει τα έγγραφα, θεωρείται ότι αυτά έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί και αρχειοθετούνται στον φάκελο της υπόθεσης. Το ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να τα παραλάβει από τον εν λόγω φάκελο κατόπιν αιτήματος και υπογράφοντας για την παραλαβή (άρθρο 170 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Σε περίπτωση που ο παραλήπτης δεν μπορεί να βρεθεί, το έγγραφο μπορεί να παραδοθεί σε άλλο πρόσωπο (ενήλικο μέλος της οικογένειας που συγκατοικεί με τον παραλήπτη και παραλαμβάνει την αλληλογραφία). Εάν ο παραλήπτης διαμένει σε ξενοδοχείο/πολυκατοικία και δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο μπορεί να επιδοθεί στον διαχειριστή ή τον θυρωρό (άρθρο 163 παράγραφοι 6 και 7 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Ταχυδρομική παράδοση μπορεί να γίνει μόνο μία φορά. Εάν ο παραλήπτης ή το πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει την αλληλογραφία απουσιάζει, αφήνεται κοινοποίηση με την οποία καλείται να παραλάβει την αλληλογραφία από το ταχυδρομείο εντός 10 ημερών. Εάν ο παραλήπτης δεν εμφανιστεί, αφήνεται νέα κοινοποίηση μετά από 2 εργάσιμες ημέρες με την οποία καλείται να την παραλάβει από το ταχυδρομείο εντός 10 ημερών.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Μετά τη δεύτερη κοινοποίηση, τα έγγραφα φυλάσσονται στο ταχυδρομείο επί 10 ημέρες προτού επιστραφούν στον αποστολέα. Με την κοινοποίηση, ο παραλήπτης ενημερώνεται ότι υπάρχει αλληλογραφία την οποία πρέπει να παραλάβει από το ταχυδρομείο.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Η απόδειξη παράδοσης ή η έκθεση παράδοσης που συντάσσει ο εκπρόσωπος (άρθρο 164 του κώδικα πολιτικής δικονομίας) και η ταχυδρομική απόδειξη που υπογράφεται σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων με συστημένο ταχυδρομείο με βεβαίωση παραλαβής (άρθρο 155 παράγραφος13 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

• αναβολή της δίκης το δικαστήριο αναβάλλει τη δίκη και διατάσσει κλήτευση κάθε φορά που διαπιστώνει ότι ο απών διάδικος δεν έχει κληθεί σύμφωνα με τον νόμο, επί ποινή ακυρότητας (άρθρο 153 του κώδικα πολιτικής δικονομίας)

• ακυρότητα οιωνδήποτε διαδικαστικών εγγράφων τα οποία συντάχθηκαν μετά από παράλειψη κλήτευσης ή από μη σύννομη κλήτευση δικονομική ένσταση για παράλειψη κλήτευσης ή μη σύννομη κλήτευση

• λόγοι άσκησης έκτακτης έφεσης (ακυρωτική ή αναθεωρητική έφεση)

• λόγοι της άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεση των αποφάσεων (exequatur).

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Βλ. απάντηση στην ερώτηση 3.

Τελευταία επικαιροποίηση: 11/01/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση σλοβενικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων - Σλοβενία

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Στην πράξη, επίδοση ή κοινοποίηση είναι η παράδοση γραπτού υλικού και εγγράφων στους διαδίκους, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα. Αυτό σημαίνει ότι αφενός ο παραλήπτης ενημερώνεται σχετικά με τις διαδικαστικές ενέργειες ενός δικαστηρίου ή διαδίκου, και αφετέρου το δικαστήριο αποκτά έγκυρη επιβεβαίωση ότι οι διάδικοι λαμβάνουν τα έγγραφα. Η επιβεβαίωση ότι τα έγγραφα έχουν πράγματι ορθά επιδοθεί ή κοινοποιηθεί αποτελεί προϋπόθεση για τη φυσιολογική εξέλιξη της διαδικασίας, ενώ παράλληλα η ορθή επίδοση ή κοινοποίηση στους διαδίκους εξασφαλίζει την προάσπιση της αρχής της αντιμωλίας (audi alteram partem). Τουτέστιν, η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων συνιστά διαδικαστική πράξη ενός δικαστηρίου με σκοπό την ενημέρωση του διαδίκου σχετικά με τη διαδικασία, τις διαδικαστικές πράξεις του αντιδίκου και του δικαστηρίου, και παράλληλα εγγυάται στον διάδικο το δικαίωμα της απάντησης.

Απαιτούνται επομένως συγκεκριμένοι κανόνες για την επίδοση ή την κοινοποίηση εγγράφων προκειμένου να τηρούνται διάφορες αρχές των κανόνων της πολιτικής δικονομίας, αλλά και να εξασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία χωρίς περιττές καθυστερήσεις, δεδομένου ότι η επίδοση ή η κοινοποίηση εγγράφων εγγυάται ότι όλοι οι συμμετέχοντες ενημερώνονται σχετικά με τις διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου και/ή των διαδίκων. Οι συγκεκριμένοι κανόνες για την επίδοση ή την κοινοποίηση εγγράφων παρέχουν επίσης διασφαλίσεις σε περίπτωση εσφαλμένης επίδοσης ή κοινοποίησης.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Οι διάδικοι ή οι συμμετέχοντες σε μια διαδικασία λαμβάνουν με επίδοση ή κοινοποίηση όλες τις δικαστικές πράξεις. Το άρθρο 142 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής «ZPP» Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας [Uradni list RS], αριθ. 73/07 – επίσημο ενοποιημένο κείμενο, 45/08 – ZArbit, 45/08, 111/08 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 121/08 – Διάταξη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 57/09 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 12/10 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 50/10 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 107/10 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 75/12 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 76/12 – τροποποίηση, 40/13 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 92/13 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 6/14, 10/14 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, 48/14 και 48/15 – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου) ορίζει ότι οι πράξεις και οι δικαστικές αποφάσεις κατά των οποίων επιτρέπεται να ασκηθεί προσφυγή, τα έκτακτα ένδικα μέσα και οι εντολές πληρωμής για την εξόφληση δικαστικών εξόδων από την κατάθεση αγωγών, αμυντικών ισχυρισμών και ένδικων μέσων, καθώς και οι κλήσεις διαδίκων σε ακροάσεις επίλυσης διαφορών ή πρώτες ακροάσεις αν δεν έχει προγραμματιστεί ακρόαση για επίλυση διαφοράς, πρέπει να επιδίδονται αυτοπροσώπως στους διαδίκους. Τόσο η υλική επίδοση ή κοινοποίηση όσο και η επίδοση ή κοινοποίηση μέσω ασφαλών ηλεκτρονικών μέσων θεωρούνται υλική επίδοση ή κοινοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPP). Τα υπόλοιπα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται αυτοπροσώπως μόνο εφόσον αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία ή αν το δικαστήριο πιστεύει ότι απαιτείται αυξημένη προσοχή λόγω των εγγράφων που επισυνάπτονται στο πρωτότυπο ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο.

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων πραγματοποιείται μέσω ταχυδρομείου, μέσω αρμόδιου δικαστικού υπαλλήλου, στο δικαστήριο ή με οποιονδήποτε άλλο προβλεπόμενο από τη νομοθεσία τρόπο. Κατόπιν πρότασης από τον αντίδικο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων μέσω νομικού ή φυσικού προσώπου που ενεργεί την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων στο πλαίσιο μιας δραστηριότητας αναγνωρισμένης βάσει ειδικής άδειας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ το κόστος για μια τέτοια επίδοση ή κοινοποίηση καλύπτεται από αυτόν που υποβάλλει τη σχετική πρόταση (άρθρο 132 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας-ZPP). Οι διάδικοι μπορούν να αναφέρουν στο δικαστήριο ότι επιθυμούν την ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων σε μια ασφαλή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την οποία δηλώνουν στην αίτηση. Η δηλωθείσα ασφαλής διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ισοδύναμη με τη διεύθυνση κατοικίας ή την καταστατική έδρα του διαδίκου. Αν ένας διάδικος υποβάλλει έγγραφα μέσω ενός ασφαλούς ηλεκτρονικού μέσου, εικάζεται ότι επιθυμεί επίσης την ηλεκτρονική επίδοση των εγγράφων, εκτός αν ορίσει κάτι διαφορετικό. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η ασφαλής ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων είναι αδύνατη, επιδίδει ή κοινοποιεί τα έγγραφα υπό υλική μορφή και αναφέρει τους λόγους για την εν λόγω ενέργεια. Σε κρατικά όργανα, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, εκτελεστές, πραγματογνώμονες, εκτιμητές, διερμηνείς δικαστηρίων, συνδίκους και άλλα πρόσωπα ή όργανα, η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων πρέπει πάντα να πραγματοποιείται ηλεκτρονικά σε μια ασφαλή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Σλοβενίας καταρτίζει και δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο του έναν κατάλογο προσώπων και οργάνων τα οποία μπορεί να θεωρούνται αξιόπιστα λόγω της φύσης της εργασίας τους. Τα άτομα και τα όργανα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο πρέπει να δημιουργούν μια ασφαλή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και να δηλώνουν τη διεύθυνση και τυχόν αλλαγές αυτής στο Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Σλοβενίας. Η διεύθυνση που δημοσιεύεται στον κατάλογο θεωρείται η επίσημη ασφαλής διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Για τα κρατικά όργανα, τα νομικά πρόσωπα και τα πρόσωπα που διατηρούν ατομική επιχείρηση, η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων πραγματοποιείται με την παράδοση των εγγράφων σε ένα πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή τους ή σε κάποιον υπάλληλο στο γραφείο, στο εμπορικό κατάστημα ή στην καταστατική έδρα (άρθρο 133 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας-ZPP). Τα έγγραφα για τους στρατιωτικούς και τους αστυνομικούς υπαλλήλους μπορούν επίσης να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται μέσω των διοικητών ή των άμεσων προϊσταμένων τους αν είναι αναγκαίο, με τον ίδιο τρόπο είναι δυνατή και η επίδοση ή κοινοποίηση άλλων εγγράφων (άρθρο 134 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας-ZPP). Για τα πρόσωπα που κρατούνται, η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιείται από το διοικητικό συμβούλιο του σωφρονιστικού καταστήματος ή άλλου ιδρύματος όπου εκτίουν ποινή φυλάκισης ή στερητική της ελευθερίας ποινή (άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας-ZPP).

Όταν ένας διάδικος έχει νομικό εκπρόσωπο ή πληρεξούσιο, η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων πραγματοποιείται στον εν λόγω νομικό εκπρόσωπο ή πληρεξούσιο εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η επίδοση ή κοινοποίηση σε δικηγόρο που ενεργεί ως πληρεξούσιος μπορεί να πραγματοποιείται με τρόπο ώστε τα έγγραφα να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε ένα πρόσωπο που απασχολείται στο δικηγορικό γραφείο αυτού (άρθρα 137 και 138 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας-ZPP).

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων στα κράτη μέλη πραγματοποιείται σύμφωνα με τους εθνικούς κανονισμούς. Το άρθρο 143 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας [Uradni list RS], αριθ. 45/08, όπως τροποποιήθηκε στο εξής «ZZP») προβλέπει την υποχρέωση του δικαστηρίου να αποκτά πληροφορίες σχετικά με το αν η διεύθυνση στην οποία επιχειρείται η επίδοση ή κοινοποίηση είναι ίδια με τη διεύθυνση επίδοσης ή κοινοποίησης που τηρείται στα επίσημα μητρώα. Αυτό σημαίνει ότι το δικαστήριο, κάθε φορά που η επίδοση ή η κοινοποίηση σε μια συγκεκριμένη διεύθυνση είναι ανεπιτυχής (για οποιονδήποτε λόγο), πρέπει να ελέγχει τη διεύθυνση στο κεντρικό μητρώο πληθυσμού. Το δικαστήριο προβαίνει σε αυτήν την ενέργεια τόσο όταν η δίκη λαμβάνει χώρα στη Σλοβενία όσο και όταν η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων πραγματοποιείται, κατόπιν αιτήματος ενός δικαστηρίου, σε άλλο κράτος μέλος (αρχή της εθνικής δικονομικής αυτονομίας). Όταν απαιτείται επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων σε νομικό πρόσωπο, η διεύθυνση ελέγχεται στο εμπορικό μητρώο (AJPES), δυνάμει της τρίτης παραγράφου του άρθρου 139 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPP), το οποίο παρέχει δημόσια πρόσβαση στα στοιχεία των καταστατικών εδρών των νομικών προσώπων. Αν η εξεύρεση των σχετικών πληροφοριών είναι αδύνατη, το δικαστήριο επιστρέφει τα έγγραφα στην υπηρεσία διαβίβασης.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες. Για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων, η εν λόγω πρόσβαση είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Αν μια αλλοδαπή δικαστική αρχή επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες για τον τόπο διαμονής ενός προσώπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες από τις αρμόδιες διοικητικές μονάδες, οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες στη σλοβενική γλώσσα (δεν επιβάλλονται τέλη ή άλλες χρεώσεις για αυτήν την υπηρεσία), και εν συνεχεία το διοικητικό όργανο αποφασίζει σχετικά με την αίτηση βάσει των κανόνων του εθνικού δικαίου. Αν ο διάδικος που επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες είναι φυσικό πρόσωπο, η έρευνα είναι ακόμη δυσκολότερη. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι διοικητικές υπηρεσίες, τέτοιες πληροφορίες δεν παρέχονται στους διαδίκους. Επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα διενέργειας ερευνών μέσω διπλωματικής οδού.

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, κατόπιν αίτησης ενός αλλοδαπού δικαστηρίου, το αρμόδιο σλοβενικό δικαστήριο ελέγχει και αποκτά πληροφορίες για τη διεύθυνση ενός προσώπου.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Το δικαστήριο διενεργεί έρευνα για την κατοικία ενός προσώπου (μέσω αναζήτησης στο κεντρικό μητρώο πληθυσμού ή υποβολής σχετικής αίτησης στην αρμόδια διοικητική μονάδα), όταν λαμβάνει αίτημα για προσκόμιση αποδείξεων.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Κατά κανόνα, η επίδοση ή η κοινοποίηση εγγράφων πραγματοποιείται μέσω ταχυδρομείου, είναι όμως δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση μέσω αρμόδιου δικαστικού υπαλλήλου, στο δικαστήριο ή με άλλο προβλεπόμενο από τον νόμο τρόπο, καθώς και μέσω ενός νομικού ή φυσικού προσώπου που ενεργεί την επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στο πλαίσιο αναγνωρισμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας βάσει ειδικής άδειας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Επίσης, προβλέπεται η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (βλέπε σημείο 3).

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματία