Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων: επίσημη διαβίβαση νομικών εγγράφων

Κροατία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»;

Στην πράξη, η «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων» συνιστά νομικό όρο, κατά τον οποίο τα έγγραφα που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται στους διαδίκους.

Τα σημεία  6, 7 και 8 της πρώτης παραγράφου του άρθρου 4 του Διατάγματος περί Διοικητικών Συναλλαγών (Uredba o uredskom poslovanju) (εφεξής: Το Διάταγμα), Narodne Novine (NN Εφημερίδα Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας), αριθ. 7/09 προβλέπουν ότι τα εν λόγω έγγραφα μπορεί να είναι δικόγραφα ή επίσημες πράξεις.

— δικόγραφο είναι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο που χρησιμοποιεί διάδικος, ή το έγγραφο με το οποίο συμπληρώνει ή τροποποιεί αίτηση ή άλλο ένδικο βοήθημα ή αποτρέπει την εκδίκαση του εν λόγω βοηθήματος.

Το άρθρο 14 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Zakon o parničnom postupku) (NN αριθ. 53/91, 91/92, 58/93, 112/99, 88/01, 117/03, 88/05, 02/07, 84/08, 123/08, 57/11, 148/11, 25/13 και 89/14εφεξής ΚΠολΔ) προβλέπει ότι όπου ο νόμος δεν ορίζει τον τύπο που πρέπει να φέρουν συγκεκριμένες πράξεις, οι διάδικοι εκτελούν τις δικονομικές πράξεις είτε εξωδικαστικά και εγγράφως είτε προφορικά στο ακροατήριο.

Το άρθρο 106 του ΚΠολΔ ορίζει ότι τα δικόγραφα —οι αγωγές, οι προτάσεις σε αγωγές, τα ένδικα μέσα και λοιπές δηλώσεις, προτάσεις και εξωδικαστικές κοινοποιήσεις— πρέπει να κατατίθενται εγγράφως.

Δικόγραφα είναι επομένως τα έγγραφα που συντάσσουν οι κύριοι διάδικοι και οι λοιποί παρεμβαίνοντες σε δίκη, και τα χρησιμοποιούν για την εκτέλεση δικονομικών πράξεων.

— πράξη είναι το έγγραφο που εκδίδει δημόσια αρχή, με το οποίο αποφασίζει σχετικά με υπόθεση, απαντά σε δικόγραφο διαδίκου ή καθορίζει, τερματίζει ή καθιστά οριστικές τις επίσημες πράξεις, και διεξάγει επίσημη αλληλογραφία του διαδίκου με άλλα όργανα ή με νομικά πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία.

Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, όπως ορίζεται στη νομοθεσία, είναι η απαιτούμενη ενέργεια των αρμόδιων αρχών και προσώπων, μέσω της οποίας οι παραλήπτες αποκτούν πρόσβαση στο περιεχόμενο των εγγράφων που τους απευθύνονται. Τούτο είναι σημαντικό, διότι σε αδυναμία επίδοσης ή κοινοποίησης σε διάδικο, ο τελευταίος στερείται το δικαίωμα ακρόασης, γεγονός το οποίο σε κάθε περίπτωση συνιστά ουσιώδη παραβίαση των διατάξεων που διέπουν τις νομικές πράξεις και συνεπάγεται την τυχόν άσκηση έκτακτου ένδικου βοηθήματος.

Η επίδοση ή κοινοποίηση της αγωγής στον εναγόμενο αποτελεί επίσης αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ξεκινά από την ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης της αγωγής στον εναγόμενο (πρώτη παράγραφος του άρθρου 194 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ειδικοί κανόνες εφαρμόζονται στην επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, καθώς αυτή συνιστά αναγκαία διαδικαστική πράξη της δίκης κατ’ αντιμωλία, η οποία απορρέει από την αρχή του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων τούτο συνίσταται στην υποχρεωτική παροχή πρόσβασης των διαδίκων σε πληροφορίες για τον τόπο και τον χρόνο της διαδικασίας στο ακροατήριο και των επίδικων πραγματικών περιστατικών. Επιπλέον, η δίκη επί αγωγής δεν ξεκινά, παρεκτός αν η αγωγή έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εναγόμενο σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες. Η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων είναι σημαντική επίσης, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις η προθεσμία που έχουν οι διάδικοι για να προβούν σε διαδικαστικές πράξεις (προτάσεις σε αγωγή, έφεση) ξεκινά από τον χρόνο επίδοσης ή κοινοποίησης του σχετικού εγγράφου, δηλαδή κατά τη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου είναι αναγκαία η διενέργεια κάθε απαιτούμενης πράξης ώστε οι παραλήπτες να ενημερώνονται για το περιεχόμενο των εγγράφων που τους επιδίδονται ή κοινοποιούνται (αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προφορικής και έγγραφης παράστασης). H επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται προσηκόντως γενόμενη μόνο εφόσον έχουν τηρηθεί οι κανόνες που τη διέπουν.

2 Ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν επισήμως;

Δικαστικές πράξεις, εντάλματα είσπραξης, διατάξεις δικαστηρίου και λοιπές δικαστικές αποφάσεις οι οποίες εφεσιβάλλονται αυτοτελώς και έναντι των οποίων είναι δυνατό να ασκηθούν ένδικα μέσα, πρέπει να επιδίδονται στον ενδιαφερόμενο διάδικο αυτοπροσώπως ομοίως, σε κάθε άλλο έγγραφο σχετικά με το οποίο κατά τον νόμο ή την κρίση του δικαστηρίου είναι αναγκαία η λήψη ειδικών προληπτικών μέτρων λ.χ. όταν χορηγούνται πρωτότυπα έγγραφα ταυτοποίησης προσώπου ή για άλλους όμοιους λόγους (πρώτη παράγραφος του άρθρου 142 του ΚΠολΔ).

3 Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση ενός εγγράφου;

Ο τίτλος 11 του ΚΠολΔ περιλαμβάνει διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων.

Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 133 του ΚΠολΔ προβλέπει τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων, ορίζοντας ότι τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται ταχυδρομικά ή από διορισμένο δικαστικό επιμελητή ή δικαστικό υπάλληλο, από αρμόδιο διοικητικό όργανο, συμβολαιογράφο ή απευθείας από το δικαστήριο, ή εναλλακτικά, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.

Το άρθρο 133a του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε συνέχεια αιτήματος διαδίκου ο οποίος δηλώνει ότι αναλαμβάνει τα έξοδα που θα ανακύψουν, το δικαστήριο δύναται, με διάταξή του η οποία δεν εφεσιβάλλεται, να αναθέσει την επίδοση ή κοινοποίηση σε συμβολαιογράφο. Ο συμβολαιογράφος δύναται να υποκατασταθεί στην εκτέλεση του εν λόγω καθήκοντος από συμβολαιογραφικό ελεγκτή ή συμβολαιογραφικό σύμβουλο ή από ασκούμενο συμβολαιογράφο.

Το άρθρο 133b του ΚΠολΔ ορίζει ότι αν, πριν από την κατάθεση αγωγής στο δικαστήριο, με έγγραφη συμφωνία που καταρτίζεται με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος συμφωνεί να του επιδίδονται ή κοινοποιούνται τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας την οποία αφορά η συμφωνία, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Κροατίας ή μέσω συγκεκριμένου προσώπου στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Κροατίας, τότε η αγωγή και τα έγγραφα της δικογραφίας επιδίδονται ή κοινοποιούνται στον εναγόμενο, με επιμέλεια του ενάγοντος, στην εν λόγω διεύθυνση ή στο εν λόγω πρόσωπο. Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση καθίσταται αδύνατη, το δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία αποφασίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση κάθε περαιτέρω εγγράφου στον εναγόμενο θα γίνεται με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

To άρθρο 133c του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε περίπτωση που οι διάδικοι καταρτίζουν σχετική συμφωνία κατά τη διάρκεια της δίκης, το δικαστήριο αποφασίζει την απευθείας ανταλλαγή δικογράφων και λοιπών εγγράφων μεταξύ τους μέσω συστημένης επιστολής με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής. Αν οποιοσδήποτε διάδικος είναι νομικό πρόσωπο ή φυσικό πρόσωπο με επίσημη επαγγελματική έδρα, τα έγγραφα μπορούν να παραδίδονται εξαρχής στην εν λόγω επαγγελματική έδρα με αποδεικτικό παραλαβής του εγγράφου, το οποίο φέρει την επίσημη σφραγίδα του προσώπου. Σε κατ’ αντιμωλία δίκη, όπου αμφότεροι οι διάδικοι εκπροσωπούνται από δικηγόρους ή δημόσιους κατήγορους, το δικαστήριο δύναται να διατάξει τους εκπροσώπους των μερών να αποστέλλουν απευθείας δικόγραφα μεταξύ τους —ταχυδρομικά με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής ή με απευθείας παράδοση στο γραφείο ή την έδρα εκάστου.

Το άρθρο 134a ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σε νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο σε μητρώο δικαστηρίου ή σε άλλο μητρώο, γίνεται στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή. Αν η επίδοση ή κοινοποίηση στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή δεν είναι δυνατή, τότε η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται στη διεύθυνση της έδρας του εν λόγω προσώπου, όπως αυτή προκύπτει από το μητρώο. Αν η επίδοση είναι αδύνατη και στην εν λόγω διεύθυνση, τότε αυτή γίνεται με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει για φυσικά πρόσωπα που ασκούν εγγεγραμμένες σε μητρώο επαγγελματικές δραστηριότητες (έμποροι, πωλητές, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, ιατροί κ.ο.κ), στην περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση στα εν λόγω πρόσωπα αφορά την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Το άρθρο 134b του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε συνέχεια αιτήματος ορισμένου προσώπου και έγκρισης αυτού από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται σε αυτόν/αυτή στο δικαστήριο, ενώ τα έγγραφα που απευθύνονται σε αυτόν/αυτή από το δικαστήριο τοποθετούνται σε ταχυδρομική θυρίδα σε αίθουσα ειδικά ορισμένη για τον σκοπό αυτό από το δικαστήριο. Η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται από υπάλληλο του δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, μπορεί με διάταξή του, η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο διοικητικής δίκης, να διατάξει ότι όλοι οι δικηγόροι με την επαγγελματική τους έδρα καθώς και οι συμβολαιογράφοι με έδρα εντός των ορίων τοπικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου θα παραλαμβάνουν δικαστικά έγγραφα μέσω των προαναφερόμενων ταχυδρομικών θυρίδων.

Το άρθρο 135 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση κλητεύσεων σε στρατιωτικό προσωπικό, μέλη των αστυνομικών δυνάμεων και σε πρόσωπα που εργάζονται στις υπηρεσίες χερσαίων, παραποτάμιων, θαλάσσιων και εναέριων μεταφορών γίνεται μέσω του διοικητή ή του αμέσως ανώτερου στην ιεραρχία. Αν είναι αναγκαίο, με τον ίδιο τρόπο επιδίδονται ή κοινοποιούνται στους ανωτέρω και άλλα έγγραφα.

Το άρθρο 136 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σε πρόσωπα ή φορείς του εξωτερικού ή σε αλλοδαπούς με δικαίωμα ασυλίας, γίνεται μέσω των διπλωματικών διαύλων, εκτός αν άλλως ορίζεται σε διεθνή σύμβαση ή στον ΚΠολΔ (άρθρο 146). Η επίδοση ή κοινοποίηση σε υπηκόους της Δημοκρατίας της Κροατίας στο εξωτερικό μπορεί να γίνει μέσω του αρμόδιου προξένου ή του διπλωματικού αντιπροσώπου της Δημοκρατίας της Κροατίας ο οποίος εκτελεί προξενικά καθήκοντα στην υπόψη χώρα του εξωτερικού. Η εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση είναι έγκυρη μόνον αν το πρόσωπο στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου συμφωνεί να την παραλάβει.

Το άρθρο 137 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σε πρόσωπα που στερούνται την ελευθερία τους γίνεται στη διεύθυνση της φυλακής, ή του σωφρονιστικού καταστήματος ή του αναμορφωτηρίου.

Επιδόσεις ή κοινοποιήσεις σε πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 141 και 142 του ΚΠολΔ (φυσικά πρόσωπα με μη εγγεγραμμένη επαγγελματική έδρα και φυσικά πρόσωπα με εγγεγραμμένη επαγγελματική έδρα, όταν η επίδικη υπόθεση δεν αφορά την επαγγελματική τους δραστηριότητα) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι δυνατό να γίνονται ξανά με ανάρτηση των εγγράφων στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

4 Έρευνες σχετικά με τη διεύθυνση

4.1 Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προσπαθεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στο εν λόγω κράτος μέλος, με δική της πρωτοβουλία, να διαπιστώσει το πού βρίσκεται ο παραλήπτης των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων, εάν ο παραλήπτης δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση που είναι γνωστή στην αιτούσα αρχή;

Aν η διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στο οποίο πρόκειται να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί σε συνέχεια αιτήματος αρμόδιας αλλοδαπής αρχής, έχει στο μεταξύ αλλάξει και ως εκ τούτου η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου είναι αδύνατη, το Δικαστήριο της Κροατίας υποχρεούται σύμφωνα με το άρθρο 143 του ΚΠολΔ να επιχειρήσει την επίδοση του εγγράφου στον τόπο διαμονής του προσώπου στην Κροατία, όπως αυτή προκύπτει από το μητρώο του Υπουργείου Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Κροατίας.

Σε περίπτωση αποδεδειγμένου έννομου συμφέροντος, είναι δυνατή η υποβολή αιτήματος σε αστυνομική αρχή για παροχή πληροφοριών σχετικά με τον τόπο της μόνιμης ή προσωρινής διαμονής προσώπου στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση σε αστικές υποθέσεις.

4.2 Οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές ή/και οι διάδικοι έχουν πρόσβαση σε μητρώα ή υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος που επιτρέπουν τη διαπίστωση της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου; Εάν ναι, ποια μητρώα ή υπηρεσίες υπάρχουν και ποια διαδικασία ακολουθείται; Ποιο είναι το ύψος των τελών, εάν προβλέπονται, που πρέπει να καταβάλλονται;

Το Δικαστικό Μητρώο Επιχειρηματικών Φορέων της Δημοκρατίας της Κροατίας είναι δημόσια υπηρεσία η οποία παρέχει σε αλλοδαπές δικαστικές αρχές και/ή σε διαδίκους ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που χρειάζονται σχετικά με κροατικές επιχειρήσεις στον ακόλουθο υπερσύνδεσμο: https://sudreg.pravosudje.hr/registar/f?p=150:1

Οι διευθύνσεις των φυσικών προσώπων δεν διατίθενται δημόσια και αποκλειστική πρόσβαση σε αυτές έχει το Υπουργείο Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Κροατίας.

4.3 Με ποιον τρόπο οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χειρίζονται παραγγελία που έχει διαβιβαστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία αποσκοπεί στην ανακάλυψη της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου;

Η κροατική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει κανόνες που προβλέπουν τον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια οφείλουν να ενεργούν κατά την εφαρμογή του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου περί συνεργασίας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Ωστόσο, από προηγούμενη πείρα προκύπτει ότι τα κροατικά δικαστήρια ανταποκρίνονται και διαχειρίζονται εγκαίρως αιτήματα γνωστοποίησης της τρέχουσας διεύθυνσης ενός προσώπου, τα οποία έχουν ληφθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου.

5 Ποια είναι η κανονική μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου στην πράξη; Υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (εκτός από τη μη αυτοπρόσωπη επίδοση ή κοινοποίηση που αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 6);

Τα έγγραφα επιδίδονται ή κοινοποιούνται κανονικά μέσω ταχυδρομείου ή από διορισμένο δικαστικό επιμελητή. Οι εναλλακτικά εφαρμόσιμες μέθοδοι παρατίθενται στα άρθρα 133-137 του ΚΠολΔ. Σε αυτές περιλαμβάνεται η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων μέσω αρμόδιου διοικητικού οργάνου, συμβολαιογράφου ή απευθείας στο δικαστήριο, άλλως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα έγγραφα μπορούν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται με ανάρτηση τους στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

6 Η ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων (επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων με μέσα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ασφαλή εφαρμογή που βασίζεται στο Διαδίκτυο, φαξ, SMS κλπ.) επιτρέπεται σε αστικές υποθέσεις; Εάν ναι, για ποιους τύπους διαδικασίας προβλέπεται η μέθοδος αυτή; Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τη διαθεσιμότητα/πρόσβαση σε αυτή τη μέθοδο επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφων ανάλογα με το ποιος είναι ο παραλήπτης (επαγγελματίας του νομικού κλάδου, νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή άλλος επιχειρηματικός φορέας κλπ.);

Η επίδοση εγγράφων τηλεφωνικά, μέσω φαξ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιτρέπεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην πέμπτη παράγραφο του άρθρου 193 του ΚΠολΔ και στην έβδομη παράγραφο του άρθρου 321 του ΚΠολΔ (γνωστοποίηση του εφετείου προς πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την έκδοση της εφετειακής απόφασης και γνωστοποίηση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε εφετείο σχετικά με απόσυρση έφεσης ή με απόφαση των διαδίκων να έλθουν σε διακανονισμό).

Το άρθρο 495 του ΚΠολΔ ορίζει ότι σε επείγουσες περιπτώσεις η ημερομηνία δικασίμου ενδέχεται να ορίζεται τηλεφωνικά, μέσω τηλεγραφήματος ή ηλεκτρονικής επιστολής σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία ή με άλλους κατάλληλους τρόπους. Επίσημη υπόμνηση τίθεται σχετικά, σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλη έγγραφη απόδειξη ορισμού δικασίμου.

Το άρθρο 507o ορίζει ότι τα προβλεπόμενα στον κανονισμό αριθ. 861/2007 έντυπα και άλλες αιτήσεις ή δηλώσεις μπορούν να υποβάλλονται μέσω φαξ ή ηλεκτρονικής επιστολής. Ο αρμόδιος για τις δικαστικές υποθέσεις υπουργός οφείλει να εκδίδει ειδικά διατάγματα για την υποβολή πράξεων μέσω φαξ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και πρέπει ομοίως να προσδιορίζει σε αυτά την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους. Με δεδομένο ότι τα εν λόγω διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα οι τεχνικές προδιαγραφές χρήσης του εν λόγω τύπου κοινοποίησης δεν πληρούνται ακόμη.

Καταρχήν, ωστόσο, τα άρθρα 492a, 492b και 492c προβλέπουν τη μέθοδο της επίδοσης και τους κανόνες επίδοσης ή κοινοποίησης δικογράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε υποθέσεις ενώπιον των εμπορικών δικαστηρίων. Αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, είναι αναγκαία η έκδοση διαταγμάτων που καθορίζουν το περιεχόμενο και τη δομή της μορφής των εν λόγω κοινοποιήσεων, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους είναι δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των δικογράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα αρχεία που πρέπει να τηρούνται όταν τα δικόγραφα αποστέλλονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (μορφότυπος των ηλεκτρονικών επιστολών) και την οργάνωση και τις λειτουργικές ιδιότητες του πληροφοριακού συστήματος. Με δεδομένο ότι τα προαναφερόμενα διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, οι προδιαγραφές χρήσης του εν λόγω τύπου κοινοποίησης δεν πληρούνται ακόμη.

7 «Μη αυτοπρόσωπη» επίδοση

7.1 Η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους επιτρέπει άλλες μεθόδους επίδοσης ή κοινοποίησης σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων στον παραλήπτη (π.χ. κοινοποίηση στη διεύθυνση κατοικίας, στο γραφείο δικαστικού επιμελητή, μέσω ταχυδρομείου ή με θυροκόλληση);

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 142  του ΚΠολΔ προβλέπει ότι σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης σε πρόσωπο το οποίο δεν βρίσκεται στην διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή ή στο έγγραφο, το αρμόδιο όργανο της επίδοσης ή κοινοποίησης αποκτά πληροφορίες για τον χρόνο και τον τόπο κατά τον οποίο ο παραλήπτης θα βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση, και μπορεί να αφήσει στο πρόσωπο που ορίζεται στην πρώτη, δεύτερη ή τρίτη παράγραφο του άρθρου 141 του ΚΠολΔ έγγραφη ειδοποίηση ζητώντας από τον παραλήπτη να βρίσκεται στη διεύθυνση κατοικίας ή στον χώρο εργασίας σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, ώστε να παραλάβει το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο. Αν κατόπιν της εν λόγω ειδοποίησης, το όργανο της επίδοσης εξακολουθεί να μην βρίσκει το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση, θα προχωρήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 141 του ΚΠολΔ, ανάλογα με τον τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου.

Όσον αφορά τα ανωτέρω, στην πράξη, οι διατάξεις του άρθρου 37 του Νόμου περί Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (NN αριθ. 144/12 και 153/13) ισχύουν ως υποκατάστατη επίδοση ή κοινοποίηση. Ο νόμος ορίζει ότι οι ταχυδρομικές αποστολές, με εξαίρεση τις απλές ταχυδρομικές αποστολές, πρέπει να παραδίδονται στον παραλήπτη, τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή το εξουσιοδοτημένο ειδικά προς τούτο πρόσωπο. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, αν ο ταχυδρομικός φάκελος δεν μπορεί να παραδοθεί σε οποιοδήποτε από τα παρατιθέμενα πρόσωπα, τότε αυτός είναι δυνατό να παραδοθεί σε ενήλικο σύνοικο, σε πρόσωπο που ανήκει στο μόνιμο οικιακό προσωπικό ή σε μόνιμο εργαζόμενο στα γραφεία της επιχείρησης του παραλήπτη ή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στα γραφεία του νομικού προσώπου ή της ατομικής επιχείρησης στην οποία ο παραλήπτης έχει τη μόνιμη εργασία του. Αν οι αποστολές δεν είναι δυνατό να παραδοθούν κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, αφήνεται ειδοποίηση στην ταχυδρομική θυρίδα του παραλήπτη, με την οποία ενημερώνεται ο παραλήπτης για τον χρόνο και τον τόπο της παραλαβής της αποστολής. Κανονικά ο ταχυδρόμος αφήνει σημείωμα με το οποίο ενημερώνει τον παραλήπτη ότι η αποστολή μπορεί να παραληφθεί στο καθορισμένο κατάστημα ταχυδρομείου εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία παράδοσης του σημειώματος. Αν ο παραλήπτης δεν παραλάβει την αποστολή εντός του ανωτέρω διαστήματος ο πάροχος θα επιστρέψει το αποσταλθέν στον αποστολέα.

Η ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου αποτελεί την ύστατη λύση για την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου (άρθρα 133b, 134a, 134b, 143 και 144 του ΚΠολΔ).

7.2 Εάν χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι, πότε θεωρείται ότι τα έγγραφα έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί;

Αν χρησιμοποιείται άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης, τα έγγραφα λογίζονται επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα κατά την ημερομηνία που παραδίδονται στον παραλήπτη ή σε εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή του εγγράφου πρόσωπο για λογαριασμό του παραλήπτη ή σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων, μετά την παρέλευση οκτώ ημερών από την ανάρτηση του εγγράφου στον πίνακα ανακοινώσεων.

7.3 Αν μια άλλη μέθοδος επίδοσης ή κοινοποίησης είναι η κατάθεση των εγγράφων σε συγκεκριμένο τόπο (π.χ. σε ταχυδρομικό γραφείο) πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης για την εν λόγω κατάθεση;

Το άρθρο 37 του Νόμου περί Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (NN αριθ. 144/12 και 153/13) ορίζει ότι οι ταχυδρομικές αποστολές, με εξαίρεση τις απλές αποστολές, παραδίδονται αυτοπροσώπως στον παραλήπτη, τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή το εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, αν ταχυδρομικός φάκελος δεν μπορεί να παραδοθεί σε οποιοδήποτε από τα παρατιθέμενα πρόσωπα, τότε αυτός μπορεί να παραδοθεί σε ενήλικο σύνοικο, σε πρόσωπο που ανήκει στο μόνιμο οικιακό προσωπικό ή σε μόνιμο εργαζόμενο στα γραφεία της επιχείρησης του παραλήπτη ή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στα γραφεία του νομικού προσώπου ή της ατομικής επιχείρησης όπου ο παραλήπτης έχει τη μόνιμη εργασία του. Αν οι αποστολές δεν είναι δυνατό να παραδοθούν κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, αφήνεται ειδοποίηση στην ταχυδρομική θυρίδα του παραλήπτη, με την οποία ενημερώνεται για τον χρόνο και τον τόπο της παραλαβής της αποστολής. Αν ο παραλήπτης δεν παραλάβει την αποστολή εντός του ανωτέρω διαστήματος, ο πάροχος θα επιστρέψει το αποσταλθέν στον αποστολέα.

Αν, κατόπιν αιτήματος ορισμένου προσώπου και σχετικής δικαστικής έγκρισης, η επίδοση πραγματοποιείται σε αυτόν/αυτή στο δικαστήριο, τα έγγραφα που του/της απευθύνονται από το δικαστήριο τοποθετούνται σε ταχυδρομική θυρίδα σε αίθουσα που ορίζεται προς τούτο από το δικαστήριο. Η επίδοση πραγματοποιείται από υπάλληλο του δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου μπορεί να διατάξει, με διάταξη του που εκδίδεται στο πλαίσιο διοικητικής δίκης, ότι όλοι οι δικηγόροι που διαθέτουν δική τους επαγγελματική έδρα, καθώς επίσης οι συμβολαιογράφοι και ορισμένα νομικά πρόσωπα με έδρα εντός των ορίων τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, λαμβάνουν δικαστικά έγγραφα μέσω των προαναφερόμενων ταχυδρομικών θυρίδων (άρθρο 134b του ΚΠολΔ). Στις περιπτώσεις αυτές, τα παρατιθέμενα πρόσωπα οφείλουν να παραλαμβάνουν τα έγγραφα εντός χρονικού ορίου οκτώ ημερών. Σε περίπτωση που έγγραφο δεν παραλαμβάνεται εντός του ανωτέρω ορίου, τότε αυτό αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η επίδοση λογίζεται τελεσθείσα με την πάροδο της όγδοης ημέρας από την ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

7.4 Εάν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση των εγγράφων, ποιες είναι οι συνέπειες; Τα έγγραφα λογίζονται ως επιδοθέντα ή κοινοποιηθέντα, αν η άρνηση δεν ήταν νόμιμη;

Σε περίπτωση άρνησης του παραλήπτη να υπογράψει το επιδοτήριο, το όργανο της επίδοσης της κλήσης καταγράφει τούτο στο επιδοτήριο και θέτει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης, η δε επίδοση ή κοινοποίηση θεωρείται με αυτό τον τρόπο γενόμενη (άρθρο 149 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).

8 Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς από το εξωτερικό (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση)

8.1 Εάν η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει έγγραφο που έχει αποσταλεί από το εξωτερικό σε παραλήπτη σε αυτό το κράτος μέλος, σε περίπτωση όπου απαιτείται απόδειξη παραλαβής (άρθρο 14 του κανονισμού για την επίδοση ή κοινοποίηση), η ταχυδρομική υπηρεσία παραδίδει το έγγραφο μόνο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή μπορεί επίσης, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης, να παραδώσει το έγγραφο και σε άλλο πρόσωπο στην ίδια διεύθυνση;

Το άρθρο 507c ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 αποδεικνύεται με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής ή με αντίστοιχο έγγραφο. Έγγραφο, το οποίο πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί από παραλαμβάνουσα αρχή της Δημοκρατίας της Κροατίας, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 7 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ.1393/2007 μπορεί επίσης να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί με συστημένη επιστολή με απόκομμα αποδεικτικού παραλαβής.

Ο ΚΠολΔ δεν προβλέπει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση υπό την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 πρέπει να γίνεται αποκλειστικά στον παραλήπτη και ως εκ τούτου οι διατάξεις του ΚΠολΔ που διέπουν την προσωπική παράδοση κατ’ ουσία προβλέπουν «υποκατάστατη» επίδοση ή κοινοποίηση.

8.2 Σύμφωνα με τους κανόνες ταχυδρομικής παράδοσης σε αυτό το κράτος μέλος, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων από το εξωτερικό, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 1393/2007 για την επίδοση ή κοινοποίηση, εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή (εάν επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων ταχυδρομικής παράδοσης — βλ. παραπάνω) δεν βρίσκεται στη διεύθυνση όπου πρέπει να γίνει η παράδοση;

Οι διατάξεις του ΚΠολΔ που διέπουν τις «υποκατάστατες» ή εναλλακτικές μεθόδους προσωπικής παράδοσης προβλέπουν ότι τα έγγραφα μπορούν να αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου ως ύστατη λύση μέσω της οποίας η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται γενομένη στη Δημοκρατία της Κροατίας.

8.3 Το ταχυδρομικό κατάστημα προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για την παραλαβή των εγγράφων πριν επιστρέψει τα έγγραφα στον αποστολέα ως ανεπίδοτα; Εάν ναι, πώς ενημερώνεται ο παραλήπτης ότι υπάρχει αλληλογραφία για αυτόν προς παραλαβή από το ταχυδρομικό κατάστημα;

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 142 του ΚΠολΔ ορίζει ότι όταν το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση δεν βρίσκεται στον τόπο της επίδοσης ή κοινοποίησης, όπως αυτός προσδιορίζεται σύμφωνα με τις πληροφορίες που αναγράφονται στην αγωγή ή στα επίσημα μητρώα, το όργανο της επίδοσης ενημερώνεται για τον τόπο και τον χρόνο που θα μπορούσε να βρει το εν λόγω πρόσωπο. Επιπλέον, το όργανο της επίδοσης αφήνει στον παραλήπτη/στην παραλήπτρια, μέσω των προσώπων που αναφέρονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη παράγραφο του άρθρου 141 του ΚΠολΔ, έγγραφη ειδοποίηση στην οποία αναγράφονται η ημέρα και η ώρα που θα πρέπει το εν λόγω πρόσωπο να βρίσκεται στην κατοικία ή το χώρο εργασίας του/της ώστε να παραλάβει το έγγραφο. Αν, κατόπιν τούτων, το όργανο της επίδοσης εξακολουθεί να μη βρίσκει το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠολΔ και η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται προσηκόντως γενόμενη.

9 Υπάρχει έγγραφη απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου;

Το άρθρο 149 του ΚΠολΔ ορίζει ότι το πιστοποιητικό της επίδοσης ή κοινοποίησης (έκθεση επίδοσης) πρέπει να υπογράφεται από τον/την παραλήπτη/τρια, ο/η οποίος/α αναγράφει υποχρεωτικά την ημερομηνία παραλαβής του αποδεικτικού επίδοσης. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφου σε κρατικό όργανο, νομικό πρόσωπο ή φυσικό πρόσωπο με εγγεγραμμένη επαγγελματική δραστηριότητα, ο παραλήπτης υποχρεούται, εκτός από την υπογραφή του, να επιθέτει την επίσημη σφραγίδα ή την ανάγλυφη σφραγίδα του εν λόγω οργάνου ή προσώπου. Σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης εγγράφου κατά την οποία το όργανο ή το πρόσωπο δεν επιθέτει την επίσημη σφραγίδα ή την ανάγλυφη σφραγίδα του, το όργανο της επίδοσης πρέπει να καταγράφει τους λόγους στην έκθεση της επίδοσης. Αν ο παραλήπτης είναι αναλφάβητος ή ανίκανος να θέσει την υπογραφή του στο ονοματεπώνυμο του, το όργανο της επίδοσης καταγράφει το ονοματεπώνυμο του παραλήπτη, θέτει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης και προσθέτει υπόμνηση εξηγώντας τους λόγους που δεν περιλαμβάνεται η υπογραφή του παραλήπτη. Αν ο παραλήπτης αρνείται να υπογράψει την έκθεση επίδοσης, το όργανο της επίδοσης θέτει σχετική υπόμνηση στην έκθεση επίδοσης και αναγράφει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης και μ΄ αυτόν τον τρόπο το έγγραφο λογίζεται επιδοθέν ή κοινοποιηθέν. Αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 142 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό παραλαβής του εγγράφου, πρέπει να αναφέρει επίσης ότι μία έγγραφη ειδοποίηση προηγήθηκε αυτής. Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Κώδικα, το έγγραφο παραδίδεται σε άλλο πρόσωπο από τον παραλήπτη, το όργανο της επίδοσης πρέπει να αναφέρει στην έκθεση επίδοσης το είδος της σχέσης μεταξύ των δύο προσώπων. Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση δεν γίνεται σε κρατικό όργανο ή σε νομικό πρόσωπο, το όργανο της επίδοσης που επιδίδει το έγγραφο σε πρόσωπο, οφείλει να ζητά τα στοιχεία ταυτότητας αυτού, αν το εν λόγω πρόσωπο του είναι άγνωστο. Το όργανο της επίδοσης καταγράφει στην έκθεση επίδοσης το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και αναφέρει αν γνωρίζει το πρόσωπο στο οποίο πραγματοποιήθηκε η επίδοση ή η κοινοποίηση ή, εναλλακτικά, αναγράφει τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας που του επιδείχθηκε κατά την ταυτοποίηση του προσώπου καθώς και την εκδούσα αρχή του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου. Αν το όργανο της επίδοσης δεν είναι συμβολαιογράφος, τότε υποχρεούται να αναγράφει ευανάγνωστα το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά του στην έκθεση επίδοσης και να θέτει την υπογραφή του. Αν κρίνεται αναγκαίο, το όργανο της επίδοσης τηρεί ξεχωριστό πρακτικό καταγραφής της κοινοποίησης ή επίδοσης και το επισυνάπτει στην έκθεση επίδοσης. Σε περίπτωση που έχει τεθεί εσφαλμένη ημερομηνία στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται τελεσθείσα κατά την ημερομηνία που παραδόθηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση απώλειας της έκθεσης επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να αποδειχθεί με άλλο τρόπο.

Η τρίτη και τέταρτη παράγραφος του άρθρου 133a του ΚΠολΔ ορίζουν ότι ο συμβολαιογράφος οφείλει να τηρεί πρακτικά για την παραλαβή του εγγράφου και τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν για την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου. Επικυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού της παραλαβής του προς επίδοση εγγράφου και πιστοποιητικό επίδοσης συνοδευόμενο από επικυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού επίδοσης ή του εγγράφου που δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί συνοδευόμενο από επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών σχετικά με τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν υποβάλλονται αμέσως και απευθείας από τον συμβολαιογράφο στο δικαστήριο.

10 Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει το έγγραφο ή η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε προς κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη (π.χ. μπορεί να θεραπευθεί παράβαση των διατάξεων του νόμου) ή πρέπει να επιχειρηθεί νέα επίδοση ή κοινοποίηση;

Ο παραλήπτης ή το πρόσωπο στο οποίο μπορεί να γίνει η επίδοση ή κοινοποίηση δικαιούται να αρνηθεί την παραλαβή μόνο αν η επίδοση ή κοινοποίηση λαμβάνουν χώρα σε χρόνο ή τόπο ή με τρόπο που δεν ορίζεται στον νόμο. Ωστόσο, αν ο παραλήπτης ή το επιφορτισμένο με την παραλαβή πρόσωπο αρνείται την παραλαβή παράνομα ή πετά το έγγραφο ή το καταστρέφει πριν το αναγνώσει, η εν λόγω άρνηση δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειες της γενόμενης επίδοσης ή κοινοποίησης (VsSr Gzz 61/73 – ZSO 4/76-140).

Σε περίπτωση άρνησης του παραλήπτη να υπογράψει στο επιδοτήριο, το όργανο επίδοσης της κλήτευσης καταγράφει τούτο στο επιδοτήριο και θέτει ολογράφως την ημερομηνία της επίδοσης ή κοινοποίησης, το δε έγγραφο λογίζεται με αυτό τον τρόπο επιδοθέν (άρθρο 149 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).

Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, η ύστατη λύση για την επίδοση ή κοινοποίηση είναι η ανάρτηση του εγγράφου στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η επίδοση θεωρείται γενόμενη με την παρέλευση της όγδοης μέρας από την ημέρα ανάρτησης στον πίνακα ανακοινώσεων δικαστηρίου.

Όσον αφορά επιδόσεις ή κοινοποιήσεις σε τρίτο μέρος, πρέπει να αναφερθεί ότι σε περίπτωση εγγράφων που παραδίδονται σε πρόσωπο άλλο από τον παραλήπτη, στην έκθεση επίδοσης πρέπει να αναφέρεται η μεταξύ τους σχέση (πέμπτη παράγραφος του άρθρου 149 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση δεν γίνεται σε κρατικό όργανο ή νομικό πρόσωπο, το όργανο της επίδοσης που επιδίδει ή κοινοποιεί το έγγραφο σε πρόσωπο, οφείλει να ζητά τα στοιχεία ταυτότητας του, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι άγνωστο σε αυτόν, να αναγράφει στο αποδεικτικό της επίδοσης το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και να σημειώνει ότι γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο άλλως να αναγράφει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας που του επιδείχθηκε για την ταυτοποίηση καθώς επίσης την εκδούσα αρχή του εν λόγω εγγράφου ταυτοποίησης. Όταν το όργανο επίδοσης δεν είναι συμβολαιογράφος, υποχρεούται να αναγράφει ευανάγνωστα το ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του στην έκθεση επίδοσης και να επιθέτει την υπογραφή του. Εάν είναι απαραίτητο, το όργανο της επίδοσης, συντάσσει ξεχωριστό πρακτικό επίδοσης ή κοινοποίησης και το επισυνάπτει στην έκθεση επίδοσης. Σε περίπτωση εσφαλμένης ημερομηνίας στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται γενόμενη κατά την ημερομηνία που πραγματικά εγχειρίστηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση απώλειας της έκθεσης επίδοσης, η επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να αποδειχθεί με άλλο τρόπο.

Σε περίπτωση που το όργανο της επίδοσης, δεν πραγματοποιεί την επίδοση ή κοινοποίηση με τη δέουσα επιμέλεια, η οποία συνεπάγεται σημαντική δικονομική καθυστέρηση, το δικαστήριο δύναται να του επιβάλει πρόστιμο.

11 Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση ή κοινοποίηση ενός εγγράφου και, αν ναι, πόσο;

Το άρθρο 63 του κανονισμού ορίζει ότι οι δαπάνες ταχυδρομικής παράδοσης χρεώνονται και υπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες.

Η πέμπτη, έκτη και έβδομη παράγραφος του άρθρου 133a του ΚΠολΔ ορίζουν ότι οι διάδικοι καταβάλλουν τυχόν συμβολαιογραφικές δαπάνες με απευθείας καταβολή στον συμβολαιογράφο. Οι συμβολαιογράφοι που δεν λαμβάνουν προκαταβολή των δαπανών επίδοσης ή κοινοποίησης δεν υποχρεούνται να εκτελέσουν επίδοση ή κοινοποίηση. Ο συμβολαιογράφος εκδίδει πρακτικό επίδοσης και το κοινοποιεί αμέσως στο δικαστήριο. Οι διάδικοι δεν ευθύνονται για την καταβολή συμβολαιογραφικών τελών για πράξεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο της επίδοσης ή κοινοποίησης από συμβολαιογράφο. Τα έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης από συμβολαιογράφο ενσωματώνονται στα δικαστικά έξοδα, αν το δικαστήριο το κρίνει απαραίτητο. Τα τέλη και η αμοιβή του συμβολαιογράφου για την παροχή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών διέπονται από τα Διατάγματα για τις προσωρινές αμοιβές συμβολαιογράφων (NN αριθ. 97/01 και 115/12).

Η πέμπτη παράγραφος του άρθρου 146 του ΚΠολΔ ορίζει ότι οι δαπάνες που αφορούν τον διορισμό και τις υπηρεσίες αντικλήτου του εναγομένου που ευθύνεται για την παραλαβή εγγράφου προκαταβάλλονται από τον αιτούντα σύμφωνα με δικαστική απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση. Σε περίπτωση αδυναμίας προκαταβολής εκ μέρους του αιτούντος εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η αίτηση απορρίπτεται.

Όσον αφορά τις δαπάνες επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω διορισμένου δικαστικού επιμελητή, αυτές προκαταβάλλονται σε ποσό που ορίζει το δικαστήριο. Η πρακτική αυτή προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (NN αριθ. 35/15) σύμφωνα με τις οποίες, εξωδικαστικά διενεργούνται μόνον οι επίσημες πράξεις που απαιτούνται για την διευθέτηση υπόθεσης σύμφωνα με το νόμο το άρθρο 50 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι η ανάκτηση δαπανών που αφορούν εξωδικαστικές ενέργειες επιδιώκεται σύμφωνα με ειδικούς νόμους και ότι οι εξωδικαστικές ενέργειες τις οποίες αιτούνται και κινούν οι διάδικοι σύμφωνα με διάταξη του δικαστηρίου αναλαμβάνονται καταρχήν μόνο αφότου o ενδιαφερόμενος διάδικος προκαταβάλει το ποσό που έχει ορισθεί.

Τελευταία επικαιροποίηση: 31/10/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.