Έξοδα

Ιρλανδία

Στην παρούσα σελίδα παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα δικαστικά έξοδα στην Ιρλανδία.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Ιρλανδία

Κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τις αμοιβές στον χώρο των νομικών επαγγελμάτων

Solicitors

Η βάση επί της οποίας καταβάλλονται οι αμοιβές των solicitors διακρίνεται σε κατηγορίες, ανάλογα με το εάν συμμετέχουν σε διαδικασίες αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (δηλ. παροχή συμβουλών ή νομικής εκπροσώπησης για διαφορές ενώπιον δικαστηρίου ή διαιτητή) ή σε διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας. Όσον αφορά τις διαδικασίες αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, τα έξοδα διακρίνονται περαιτέρω σε έξοδα του solicitor και σε έξοδα του πελάτη (δηλ. αμοιβή που καταβάλλεται από τον διάδικο στον solicitor) και σε έξοδα μεταξύ διαδίκων (δηλ. έξοδα που καταβάλλει ο ένας εκ των διαδίκων στον αντίδικό τoυ).

Διαδικασίες αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Βασική πρωτογενής νομοθεσία*

  • Νόμος περί Attorneys και Solicitors του 1849
  • Νόμος περί Attorneys και Solicitors του 1870
  • Άρθρο 68 νόμου περί Solicitors (τροποποίησης) του 1994
  • Άρθρο 94 του νόμου περί δικαστηρίων του 1924
  • Άρθρο 78 του νόμου περί δικαστηρίων του 1936
  • Παράγραφος 8, όγδοο υπόμνημα του νόμου περί δικαστηρίων (συμπληρωματικές διατάξεις) του 1961
  • Άρθρο 17 του νόμου περί δικαστηρίων του 1981
  • Άρθρο 14 του νόμου περί δικαστηρίων του 1991
  • Άρθρο 68 του νόμου περί Solicitors (τροποποίηση) του 1994
  • Άρθρα 27 και 46 του νόμου περί δικαστηρίων και δικαστικών υπαλλήλων του 1995.

Βασική δευτερογενής νομοθεσία*

  • Διάταγμα 22 κανόνες 4, 6 και 14(3), Διάταγμα 27 κανόνας 1A, Διάταγμα 99 και παράρτημα W, Κανόνες Ανώτερων Δικαστηρίων
  • Διάταγμα 15, κανόνες 14, 15 και 21 και διάταγμα 66, Κανόνες Circuit Court (Κομητειακό Δικαστήριο)
  • Διατάγματα 51 και 52 και υπόμνημα E, Κανόνες District Court (Περιφερειακό Δικαστήριο)

Νομολογία

  • Δικαστικές αποφάσεις που ερμηνεύουν τη σχετική νομοθεσία

Διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας

Βασική πρωτογενής νομοθεσία*

Νόμος περί αμοιβών των Solicitors του 1881.

Βασική δευτερογενής νομοθεσία*:

  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1884
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1960
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1964
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1970
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1972
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1978
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1982
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1984
  • Γενικό διάταγμα περί αμοιβών των Solicitors του 1986
  • Κανόνες 210 και 239, Κανόνες καταχώρισης έγγειας ιδιοκτησίας, 1972.

Νομολογία

  • Δικαστικές αποφάσεις που ερμηνεύουν τη σχετική νομοθεσία

* Οι παραπομπές στη νομοθεσία αφορούν τους σχετικούς νόμους, τα διατάγματα ή τους κανόνες όπως τροποποιήθηκαν. Η νομοθεσία μετά το 1922 διατίθεται στο ηλεκτρονικό μητρώο της ιρλανδικής νομοθεσίας και στο δικτυακό τόπο των σωμάτων του Κοινοβουλίου.

Δικηγόροι

Ο όρος «δικηγόροι» περιγράφει αμφότερες τις κατηγορίες δικηγόρων στην ιρλανδική έννομη τάξη, δηλ. τους solicitors και τους barristers.

Barristers

Οι αμοιβές των barristers καταβάλλονται ως έξοδα από τον solicitor στον οποίο χρεώνονται και, ως εκ τούτου, ρυθμίζονται από τη νομοθεσία για τις αμοιβές των solicitors και από τις αποφάσεις των δικαστηρίων σχετικά με την προσαρμογή των εξόδων δικηγόρου: βλ. ιδίως το άρθρο 27 του νόμου περί δικαστηρίων και δικαστικών υπαλλήλων του 1995 και Kelly κατά Breen [1978] I.L.R.M. 63, Πολιτεία (Gallagher Shatter & Co.) κατά de Valera [1991] 2 I.R. 198, στην υπόθεση Superquinn κατά Bray U.D.C. (No. 2) [2001] 1 I.R. 459

Δικαστικοί επιμελητές

Οι αμοιβές του sheriff, του court messenger και των δικαστικών επιμελητών για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων διέπονται από το διάταγμα για τις αμοιβές και τα έξοδα των sheriffs του 2005 και καταβάλλονται κατά την κατάθεση της διαταγής εκτέλεσης και του σχετικού ποσού, των οδοιπορικών, κατά την κατάσχεση και αποθήκευση / φύλαξη αγαθών ή την κατάσχεση αγροτικών ζώων.

Advocates

Στην ιρλανδική έννομη τάξη δεν υπάρχει χωριστή κατηγορία δικηγόρων γνωστών ως «advocates».

Πάγια έξοδα

Πάγια έξοδα σε αστικές διαδικασίες

Πάγια έξοδα των διαδίκων σε αστικές διαδικασίες

Με εξαίρεση τα προβλεπόμενα στους κανόνες 1A(3) και 9 του διατάγματος 27 (έξοδα που καταβάλλονται από τον διάδικο που καταθέτει δικόγραφο μετά την υποβολή από τον αντίδικο αίτησης για έκδοση ερήμην απόφασης επί της συγκεκριμένης δίκης), στο παράρτημα W των κανόνων των Ανώτερων Δικαστηρίων και στο υπόμνημα E των κανόνων του District Court, τα έξοδα επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων.

Στα καταβλητέα έξοδα περιλαμβάνονται επίσης πληρωμές όπως δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζεται από τις σχετικές διαταγές του Supreme και του High Court, του Circuit Court και του District Court αντιστοίχως.

Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. χρεώσεις δικαστικών εξόδων.

Στάδιο της αστικής διαδικασίας κατά το οποίο πρέπει να καταβάλλονται τα πάγια έξοδα

Στις περιπτώσεις των κανόνων 1A(3) και 9 του διατάγματος 27 (έξοδα που καταβάλλονται από το διάδικο που καταθέτει δικόγραφο μετά την υποβολή από τον αντίδικο αίτησης για έκδοση ερήμην απόφασης επί της συγκεκριμένης δίκης), τα έξοδα καταβάλλονται κατά τη διαγραφή της αίτησης για έκδοση ερήμην απόφασης επί της συγκεκριμένης δίκης.

Οι αμοιβές που καθορίζονται στο παράρτημα W των κανόνων των ανώτερων δικαστηρίων καταβάλλονται:

  • στον δικηγόρο από τον πελάτη έναν μήνα μετά την παραλαβή του τιμολογίου, εφόσον ο πελάτης δεν έχει εν τω μεταξύ ζητήσει υπολογισμό (εκτίμηση των εξόδων) του τιμολογίου (άρθρο 2, νόμος περί attorneys και solicitors του 1849). Παρόλα αυτά, ο πελάτης έχει σε κάθε περίπτωση στη διάθεσή του διορία δώδεκα μηνών από την παραλαβή του τιμολογίου προκειμένου να ζητήσει και να ενημερωθεί σχετικά με τον υπολογισμό του. Μετά την παρέλευση των δώδεκα μηνών ή μετά την εξόφληση του ποσού του τιμολογίου, το δικαστήριο μπορεί, στην περίπτωση που το απαιτούν οι εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης, να υποβάλλει το τιμολόγιο στη  υπηρεσία υπολογισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική αίτηση υποβάλλεται στο δικαστήριο εντός δώδεκα ημερολογιακών μηνών μετά την εξόφληση.
  • στην περίπτωση που τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον έναν εκ των διαδίκων, κατά την έκδοση πιστοποιητικού υπολογισμού των εξόδων ή βάσει τυχόν συμφωνίας πληρωμής μεταξύ των διαδίκων.

Τα έξοδα που καθορίζονται στο υπόμνημα E των κανόνων του District Court καταβάλλονται:

  • στην περίπτωση έκδοσης ερήμην απόφασης, από τον ερημοδικούντα κατά την έκδοση της ερήμην απόφασης
  • στην περίπτωση άλλων εξόδων, από τον διάδικο τον οποίο βαρύνουν τα δικαστικά έξοδα, κατά την έκδοση της σχετικής εντολής του δικαστηρίου.

Πάγια έξοδα σε ποινικές διαδικασίες

Πάγια έξοδα των διαδίκων σε ποινικές διαδικασίες

Δεν υπάρχουν πάγια έξοδα ούτε δικαστικά έξοδα στις ποινικές διαδικασίες.

(Σε συνοπτικές ποινικές διαδικασίες, το District Court μπορεί να βαρύνει με τα έξοδα διάδικο πλην του Διευθυντή Δημόσιας Δίωξης ή του αστυνομικού οργάνου που ασκεί τη δίωξη). Το Circuit Court και το Central Criminal Court (τα δικαστήρια με αρμοδιότητα να δικάζουν βάσει κατηγορητηρίου) έχουν τη διακριτική ευχέρεια να βαρύνουν με τα έξοδα:

  • σε περίπτωση αθώωσης (κατά της επιβάρυνσης με τα έξοδα μπορούν να ασκηθούν ένδικα μέσα στο Ποινικό Εφετείο)
  • σε περίπτωση που το κατηγορητήριο περιέχει περιττά στοιχεία, είναι ασκόπως μακροσκελές ή είναι αβάσιμο επί της ουσίας,
  • σε περίπτωση αναβολής της δίκης λόγω τροποποίησης του κατηγορητηρίου ή
  • σε περίπτωση που επιβάλλεται χωριστή δίκη βάσει κατηγορητηρίου.

Πάγια έξοδα σε συνταγματικές διαδικασίες

Πάγια έξοδα των διαδίκων σε συνταγματικές διαδικασίες

Η αρμοδιότητα σε συνταγματικές διαδικασίες περιορίζεται στο High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) και στο Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο). Για τις διαδικασίες αυτές δεν ισχύουν ειδικά έξοδα ή καθεστώτα αμοιβών. Τα πάγια έξοδα σε αυτές τις διαδικασίες προβλέπονται στο παράρτημα W των κανόνων των ανώτερων δικαστηρίων. Τα καταβλητέα δικαστικά έξοδα καθορίζονται σε εντολή του Supreme και του High Court (Τέλη).

Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. χρεώσεις δικαστικών εξόδων.

Στάδιο της συνταγματικής διαδικασίας κατά το οποίο πρέπει να καταβληθούν τα πάγια έξοδα

Τα δικαστικά έξοδα καταβάλλονται κατά κανόνα κατά την κατάθεση των σχετικών εγγράφων.

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται εκ των προτέρων από τους συνηγόρους

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων

Το άρθρο 68 του νόμου (τροποποίησης) περί solicitors του 1994 προβλέπει:

  1. «68.—(1) Τη στιγμή που του ανατίθεται η παροχή νομικών υπηρεσιών σε έναν πελάτη ή μόλις καταστεί αυτό εφικτό μεταγενέστερα, ο solicitor οφείλει να παρέχει γραπτώς στον πελάτη :

α.     στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά έξοδα ή

β.     στην περίπτωση που λόγω των περιστάσεων η παροχή στοιχείων σχετικά με τα πραγματικά              έξοδα είναι ανέφικτη ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για πρακτικούς λόγους, εκτίμηση (κατά         το δυνατόν ρεαλιστική) των εξόδων ή

γ.     στην περίπτωση που λόγω των περιστάσεων η παροχή στοιχείων ή μια εκτίμηση σχετικά με τα πραγματικά έξοδα είναι ανέφικτη ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για πρακτικούς λόγους, τη βάση επί της οποίας ο solicitor ή η εταιρεία του θα προβούν σε έξοδα για την παροχή νομικών υπηρεσιών στο πλαίσιο  διαδικασιών αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, με γραπτά στοιχεία σχετικά με τις περιστάσεις στις οποίες ο πελάτης θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλλει τα έξοδα του αντιδίκου ή των αντιδίκων και τις περιστάσεις, εφόσον υπάρχουν, στις οποίες η ευθύνη του πελάτη να επωμισθεί τα έξοδα στα οποία θα προβεί ο solicitor του πελάτη για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν καλύπτονται πλήρως από τυχόν επίδικο ποσό που θα του καταβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας από τον αντίδικο ή τους αντιδίκους (ή την/τις ασφαλιστική/ές του/τους εταιρείες).

  1. Ο solicitor δεν εκπροσωπεί τον πελάτη σε καμία διαδικασία αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (άλλη από διαδικασίες για την εξόφληση οφειλής ή την ικανοποίηση εκκαθαρισμένης αξίωσης) στην οποία το σύνολο ή μέρος των εξόδων του πελάτη υπολογίζεται ως συγκεκριμένο ποσοστό ή αναλογία τυχόν αποζημίωσης ή άλλου χρηματικού ποσού που ενδέχεται να είναι ή να καταστεί πληρωτέο στον πελάτη, και ο πελάτης δεν καταβάλλει τυχόν έξοδα που προέκυψαν κατά παράβαση της παρούσας παραγράφου και αποτελούν αντικείμενο αξίωσης για την ανάκτησή τους σε διαδικασία αγωγής κατά του πελάτη .
  2. Ο solicitor δεν αφαιρεί ούτε παρακρατά οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με το σύνολο ή μέρος της αμοιβής του από το ποσό τυχόν αποζημίωσης ή από άλλο χρηματικό ποσό που ενδέχεται να είναι ή να καταστεί πληρωτέο στον πελάτη του solicitor στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας διεξήχθη από τον solicitor για λογαριασμό του συγκεκριμένου πελάτη.
  3. Η παράγραφος (3) του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τον solicitor να συμφωνήσει με τον πελάτη του ότι θα του καταβληθεί εν είδει αμοιβής ποσοστό αποζημίωσης ή άλλου χρηματικού ποσού που ενδέχεται να είναι ή να καταστεί πληρωτέο στον πελάτη του solicitor στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας διεξήχθη από τον solicitor ή την εταιρεία του για λογαριασμό του συγκεκριμένου πελάτη.
  4. Τυχόν συμφωνία στο πλαίσιο της παραγράφου (4) του παρόντος άρθρου δεν είναι δεσμευτική για τον πελάτη του solicitor εκτός εάν έχει συναφθεί γραπτώς και περιλαμβάνει εκτίμηση (κατά το δυνατόν ρεαλιστική) του ποσού που ο solicitor θεωρεί εύλογο ότι θα καταβληθεί από τον αντίδικο ή τους αντιδίκους (ή από την/τις ασφαλιστική/ές του/τους εταιρείες) και επί του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό ως αμοιβή του solicitor σε περίπτωση που ο πελάτης λάβει αποζημίωση ή άλλο χρηματικό ποσό στο πλαίσιο διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
  5. Με την επιφύλαξη τυχόν άλλης σχετικής νομικής διάταξης, ο solicitor οφείλει να αναγράφει σε τιμολόγιο που εκδίδει στον πελάτη, μόλις αυτό καθίσταται εφικτό μετά την περάτωση οποιασδήποτε διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας που διεξήγαγε για λογαριασμό του συγκεκριμένου πελάτη

α.     συνοπτική περιγραφή των νομικών υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στον πελάτη στο πλαίσιο            της συγκεκριμένης διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας,

β.     το συνολικό ποσό της αποζημίωσης ή άλλων χρηματικών ποσών που έλαβε ο πελάτης στο               πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και

γ.     αναλυτικά στοιχεία σχετικά με το σύνολο ή μέρος των εξόδων που καταβλήθηκαν από τον                 αντίδικο ή τους αντιδίκους (ή από την/τις ασφαλιστική/ές του/τους εταιρείες) για λογαριασμό του         πελάτη με ενέργειες του solicitor και

δ.     στο τιμολόγιο πρέπει να αναγράφονται χωριστά τα ποσά των αμοιβών, των           προγραμματισμένων εξόδων, των πληρωμών και των έκτακτων εξόδων που προέκυψαν στο πλαίσιο της παροχής των εν λόγω νομικών υπηρεσιών

  1. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει επ' ουδενί ένα πρόσωπο να ασκήσει προγενέστερα σύννομα δικαιώματά του και να ζητήσει από το solicitor την έκδοση τιμολογίου για υπολογισμό όσον αφορά έξοδα μεταξύ διαδίκων ή έξοδα μεταξύ solicitor και πελάτη, ούτε περιορίζει τα δικαιώματα κανενός φυσικού προσώπου ή της Εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 9 του συγκεκριμένου νόμου.
  2. Σε περίπτωση που ο solicitor εκδίδει σε πελάτη τιμολόγιο για την παροχή νομικών υπηρεσιών και ο πελάτης αμφισβητεί το ποσό (ή μέρος αυτού) του τιμολογίου, ο solicitor:

α      προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες για τη διευθέτηση του ζητήματος επί τη βάση   συμφωνίας με τον πελάτη και

β.     ενημερώνει τον πελάτη γραπτώς:

i)  σχετικά με το δικαίωμά του να ζητήσει από τον solicitor να υποβάλει το τιμολόγιο ή μέρος αυτού στην Υπηρεσία Υπολογισμού (Taxing Master) του Ανώτερου Δικαστηρίου (High Court) για υπολογισμό των εξόδων μεταξύ solicitor και πελάτη και

ii) σχετικά με το δικαίωμά του να υποβάλλει καταγγελία στην Εταιρεία σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω νόμου ότι έχει εκδοθεί στο όνομά του τιμολόγιο το ποσό του οποίου ο πελάτης κρίνει υπερβολικό.

  1. Στο παρόν άρθρο, με τον όρο «έξοδα» εννοούνται «αμοιβές, προγραμματισμένα έξοδα, πληρωμές και έκτακτα έξοδα».
  2. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του νόμου περί attorneys και solicitors (Ιρλανδία) του 1849 και του νόμου περί attorneys και solicitors του 1870.”

H παράγραφος 12.6 του κώδικα δεοντολογίας του Γενικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της Ιρλανδίας προβλέπει:

«12.6 Τη στιγμή που του ανατίθεται η παροχή νομικών υπηρεσιών σε έναν πελάτη ή μόλις καταστεί αυτό εφικτό μεταγενέστερα, ο barrister παρέχει γραπτώς, μόλις του ζητηθεί, στον εντολέα solicitor ή στον πελάτη σε περίπτωση που αυτός καλύπτεται από το Καθεστώς Άμεσης Επαγγελματικής Πρόσβασης, στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν:

α.     τα πραγματικά έξοδα ή

β.     στην περίπτωση που λόγω των περιστάσεων η παροχή στοιχείων σχετικά με τα πραγματικά              έξοδα είναι ανέφικτη ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για πρακτικούς λόγους, εκτίμηση (κατά         το δυνατόν ρεαλιστική) των εξόδων ή

γ.     στην περίπτωση που λόγω των περιστάσεων η παροχή στοιχείων σχετικά με τα πραγματικά              έξοδα είναι ανέφικτη ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για πρακτικούς λόγους, τη βάση επί της       οποίας πρόκειται να πραγματοποιηθούν τα έξοδα,

Ο μορφότυπος των στοιχείων αυτών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε barrister».

Νομικές βάσεις προσδιορισμού εξόδων

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες σχετικά με τις νομικές βάσεις προσδιορισμού εξόδων;

Οι σχετικές πληροφορίες διατίθενται στο δικτυακό τόπο της Υπηρεσίας Υπολογισμού μαζί με τηλεφορτώσιμη βιβλιογραφία.

Σε ποιες γλώσσες μπορώ να βρω πληροφορίες σχετικά με τις νομικές βάσεις προσδιορισμού εξόδων;

Οι πληροφορίες σχετικά με τις νομικές βάσεις προσδιορισμού εξόδων διατίθενται στην αγγλική γλώσσα.

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες σχετικά με τη διαμεσολάβηση;

  • Το άρθρο 7(1) του νόμου για τη μεταρρύθμιση του νόμου περί δικαστικού χωρισμού και οικογενειακού δικαίου του 1989 προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις που υποβάλλεται στο δικαστήριο αίτηση δικαστικού χωρισμού, το δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο συμφιλίωσης μεταξύ των συζύγων και μπορεί, αντιστοίχως, να αναβάλει τις διαδικασίες ανά πάσα στιγμή ούτως ώστε να δοθεί στους συζύγους η δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούν αμφότεροι, να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμφιλίωσης με ή χωρίς τη βοήθεια τρίτου. To άρθρο 7(3) προβλέπει ότι το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τις διαδικασίες ούτως ώστε να παράσχει στους συζύγους τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούν αμφότεροι, να καταλήξουν, στο μέτρο του εφικτού, σε συμφωνία ως προς τους όρους του χωρισμού με ή χωρίς τη βοήθεια τρίτου.
  • Οι παράγραφοι (1) και (3) του άρθρου 8 του νόμου περί οικογενειακού δικαίου (διαζύγιο) του 1996 περιέχουν παρόμοιες διατάξεις σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες διαζυγίου.
  • Τα άρθρα 15 και 16 του νόμου περί αστικής ευθύνης και δικαστηρίων του 2004 προβλέπουν διαδικασία διαμεσολάβησης στο πλαίσιο προσφυγών για σωματικές βλάβες.
  • Ο κανόνας 6(1)(xiii) του διατάγματος 63A και ο κανόνας 6(1)(xiii) του διατάγματος 63B παρέχουν σε δικαστή του πινακίου εμπορικών υποθέσεων και σε δικαστή που προεδρεύει διαδικασιών ανταγωνισμού στο High Court, αντιστοίχως, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εκ των διαδίκων ή με δική του πρωτοβουλία, τη δυνατότητα αναβολής των διαδικασιών ή οποιουδήποτε σχετικού ζητήματος για το χρονικό διάστημα -όχι μεγαλύτερο από 28 ημέρες- που κρίνει κατάλληλο oύτως ώστε να δοθεί χρόνος στους διαδίκους να σκεφθούν εάν οι εν λόγω διαδικασίες ή το ζήτημα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας διαμεσολάβησης, συμβιβασμού ή διαιτησίας και, στην περίπτωση που οι διάδικοι αποφασίσουν κάτι τέτοιο, να παραταθεί η διορία συμμόρφωσης οποιουδήποτε διαδίκου προς οποιαδήποτε διάταξη των προαναφερθέντων κανόνων ή εντολή του Δικαστηρίου.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαμεσολάβηση, συμβουλευθείτε τον δικτυακό τόπο της Υπηρεσίας Υποστήριξης σε Οικογενειακές Υποθέσεις.

Πού μπορώ να βρω πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα;

Διατίθεται δικτυακός τόπος σχετικά με τα έξοδα.

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες για τον μέσο όρο της χρονικής διάρκειας των διαφόρων διαδικασιών;

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στις ετήσιες εκθέσεις της δικαστικής υπηρεσίας.

Φόρος προστιθέμενης αξίας

Πώς παρέχονται αυτές οι πληροφορίες; Ποια ποσοστά εφαρμόζονται;

Βλ. δικτυακό τόπο της Ιρλανδικής Φορολογικής και Τελωνειακής Υπηρεσίας.

Νομική συνδρομή

Εφαρμοστέο κατώτατο εισόδημα στον τομέα της αστικής δικαιοσύνης

Το εφαρμοστέο κατώτατο εισόδημα σε αστικές υποθέσεις ανέρχεται σε 18.000 ευρώ, περιλαμβανομένων των πάγιων επιδομάτων για εξαρτώμενα μέλη, διαμονή, φορολογικές εισφορές και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στο δικτυακό τόπο του υπουργείου Δικαιοσύνης, Ισότητας και Μεταρρύθμισης του Δικαίου και στο δικτυακό τόπο του Συμβουλίου Νομικής Συνδρομής.

Εφαρμοστέο κατώτατο εισόδημα στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης για τους κατηγορουμένους

Το Καθεστώς Νομικής Συνδρομής σε Ποινικές Διαδικασίες, το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση του υπουργείου Δικαιοσύνης, Ισότητας και Μεταρρύθμισης του Δικαίου, προβλέπει τη χορήγηση δωρεάν νομικής συνδρομής, υπό ορισμένες περιστάσεις, για την υπεράσπιση, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, προσώπων σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Δεν υπάρχει καθορισμένο κατώτατο εισόδημα. Ο κατηγορούμενος δικαιούται να ενημερωθεί από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου παρουσιάζεται σχετικά με το πιθανό δικαίωμά του για λήψη νομικής συνδρομής. Η χορήγηση νομικής συνδρομής παρέχει στον αιτούντα πρόσβαση στις υπηρεσίες solicitor και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στις υπηρεσίες δύο δικηγόρων για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή της υπεράσπισής του ή για την άσκηση ένδικων μέσων. Αρμόδια για τη χορήγηση νομικής συνδρομής είναι τα δικαστήρια, μέσω του δικαστικού σώματος. Η αίτηση για νομική συνδρομή υποβάλλεται στο δικαστήριο α) αυτοπροσώπως ή β) από τον νόμιμο εκπρόσωπο του αιτούντος ή γ) μέσω επιστολής στη γραμματεία του δικαστηρίου.

Ο αιτών νομική συνδρομή πρέπει να αποδεικνύει στο δικαστήριο ότι η οικονομική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να επωμισθεί μόνος του το κόστος της νομικής συνδρομής. Το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και δεν υπόκειται σε κατευθυντήριες γραμμές χρηματοοικονομικής επιλεξιμότητας. Ο αιτών οφείλει ακόμη να αποδείξει ότι λόγω της «σοβαρότητας των κατηγοριών» ή «εξαιρετικών περιστάσεων», η χορήγηση νομικής συνδρομής είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όταν όμως η κατηγορία είναι ανθρωποκτονία και όταν το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά απόφασης του Ποινικού Εφετείου, δωρεάν νομική συνδρομή χορηγείται απλά και μόνο με την αιτιολογία της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης.

Το δικαστήριο ενδέχεται να ζητήσει από τον αιτούντα δωρεάν νομική συνδρομή να συμπληρώσει δήλωση περιουσιακών στοιχείων. Η εσκεμμένη ψευδής δήλωση ή η απόκρυψη γεγονότων που είναι ουσιώδης για τη χορήγηση νομικής συνδρομής συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο ή με φυλάκιση ή και τα δύο.

Εφαρμοστέο κατώτατο εισόδημα στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης για τα θύματα

Δεν υπάρχει κατώτατο εισόδημα για τους καταγγέλλοντες σεξουαλική βία οι οποίοι αιτούνται νομική συνδρομή από το Συμβούλιο Νομικής Συνδρομής στο πλαίσιο ποινικών υποθέσεων όπου το σεξουαλικό ιστορικό του καταγγέλλοντος θα εξετασθεί στο δικαστήριο από την υπεράσπιση.

Άλλες προϋποθέσεις που συνδέονται με την παροχή νομικής συνδρομής σε θύματα

Νομική συνδρομή παρέχεται αυτομάτως στους καταγγέλλοντες σε ορισμένες υποθέσεις σεξουαλικής βίας. Τα υπόλοιπα θύματα πρέπει να πληρούν τα ίδια κριτήρια με το γενικό πληθυσμό.

Άλλες προϋποθέσεις που συνδέονται με την παροχή νομικής συνδρομής σε κατηγορουμένους

Δεν υπάρχουν άλλες προϋποθέσεις ούτε ειδικές ρυθμίσεις για ανήλικους.

Δωρεάν δικαστικές διαδικασίες

Υπάρχουν εξαιρέσεις ως προς την καταβολή των δικαστικών εξόδων σε ορισμένες περιπτώσεις όπως διαδικασίες οικογενειακού δικαίου και ορισμένες υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται ανήλικοι. Για πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες δεν καταβάλλονται δικαστικά έξοδα, βλ. τα τέλη που επιβάλλει η δικαστική υπηρεσία (fees orders) στο δικτυακό της τόπο.

Πληροφορίες σχετικά με τέλη και εξαιρέσεις παρατίθενται στο δικτυακό τόπο της δικαστικής υπηρεσίας.

Σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να καταβάλει ο ηττηθείς διάδικος τα έξοδα του διαδίκου που κέρδισε τη δίκη;

Η επιβάρυνση με τα έξοδα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων, η οποία πρέπει να ασκείται σύμφωνα με ορθώς θεσπισμένους κανόνες και αρχές που απορρέουν από τη νομολογία των δικαστηρίων. Για παράδειγμα, ο βασικός κανόνας είναι ότι η επιβάρυνση με τα έξοδα συμφωνεί με την απόφαση, δηλ. ο ηττηθείς διάδικος καταβάλλει τα έξοδα του διαδίκου που κέρδισε τη δίκη. Ο κανόνας αυτός υπόκειται παρόλα αυτά σε εξαιρέσεις ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Για παράδειγμα, ο διάδικος που κέρδισε τη δίκη ενδέχεται να μην αποζημιωθεί για όλα τα έξοδά του, εάν κρίθηκε από το δικαστήριο ότι καθυστέρησε ή παρέτεινε άσκοπα τις διαδικασίες ή εάν, μολονότι κέρδισε την υπόθεση, έχασε σε επιμέρους ζητήματα της υπόθεσης. Σε ορισμένες υποθέσεις, όπως υποθέσεις που άπτονται συνταγματικών θεμάτων και εγείρουν ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, ο ηττηθείς διάδικος μπορεί να αποζημιωθεί για μέρος ή το σύνολο των εξόδων του.

Αμοιβές εμπειρογνωμόνων

Στην περίπτωση νομικής συνδρομής σε αστικές διαδικασίες, το συμβούλιο έχει καταρτίσει μια κλίμακα αμοιβών που χρησιμοποιεί για διάφορες κατηγορίες εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, το συμβούλιο εφαρμόζει κατά τη διακριτική του ευχέρεια ειδική αμοιβή όταν οι ιδιαίτερες απαιτήσεις μιας υπόθεσης επιβάλλουν τη συμμετοχή συγκεκριμένου ή εξειδικευμένου εμπειρογνώμονα. Στις υποθέσεις αυτές, η αμοιβή αποτελεί αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης με τον εμπειρογνώμονα σε ό,τι αφορά τις εργασίες που επιτελούνται, το απαιτούμενο επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και τη σημασία της υπόθεσης για το πρόσωπο που λαμβάνει νομική συνδρομή.

Σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες χορηγείται πιστοποιητικό νομικής συνδρομής, το καθεστώς νομικής συνδρομής σε ποινικές διαδικασίες καλύπτει τα προσήκοντα και εύλογα έξοδα του solicitor υπεράσπισης περιλαμβανομένων των αμοιβών εμπειρογνωμόνων μαρτύρων.

Αμοιβές μεταφραστών και διερμηνέων

Στις αστικές διαφορές εν γένει, οι αμοιβές των μεταφραστών ή των διερμηνέων καθορίζονται σε πρώτο βαθμό μεταξύ των μεταφραστών/διερμηνέων και του ενδιαφερόμενου διαδίκου. Όταν όμως τα έξοδα του συγκεκριμένου διαδίκου καταβάλλονται με απόφαση του δικαστηρίου από τον αντίδικο, οι αμοιβές των μεταφραστών/διερμηνέων υπόκεινται σε υπολογισμό (εκτίμηση) από την Υπηρεσία Υπολογισμού (δηλ. από τον εκτιμητή νομικών εξόδων).

Σε υποθέσεις που αφορούν νομική συνδρομή σε αστικές διαδικασίες, το συμβούλιο προκηρύσσει διαγωνισμό και επιλέγει μεταξύ των οργανισμών που υποβάλλουν προσφορά.

Σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες χορηγείται πιστοποιητικό νομικής συνδρομής, το καθεστώς νομικής συνδρομής σε ποινικές διαδικασίες καλύπτει τα προσήκοντα και εύλογα έξοδα του solicitor υπεράσπισης περιλαμβανομένων των αμοιβών μεταφραστών ή διερμηνέων.

Σχετικά έγγραφα

Έκθεση της Ιρλανδίας σχετικά με τη μελέτη για τη διαφάνεια των εξόδων PDF (400 Kb) en

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/11/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο