Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γερμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες
Swipe to change

Έξοδα

Αυστρία

Η παρούσα σελίδα παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα δικαστικά έξοδα στην Αυστρία.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Αυστρία

Κώδικας αμοιβών στον χώρο των νομικών επαγγελμάτων

Δικηγόροι

Ο Κώδικας Δικηγόρων της Αυστρίας ορίζει ότι οι αμοιβές που οφείλουν να καταβάλλονται στους δικηγόρους για τις υπηρεσίες που παρέχονται μπορεί να συμφωνούνται εν γένει ελεύθερα μεταξύ πελάτη και δικηγόρου.

Οι αμοιβές μπορεί να υπολογίζονται με βάση ωριαία τιμή ή να συμφωνούνται κατ’ αποκοπήν. Στην περίπτωση της κατ’ αποκοπήν αμοιβής, δεν συνυπολογίζονται οι επιμέρους παροχές και ο χρόνος που διατέθηκε. Εάν δεν συμφωνηθεί ρητά κάποια αμοιβή, τεκμαίρεται ότι συμφωνήθηκε βάσει της κλίμακας αμοιβών που προβλέπεται στον νόμο περί καθορισμού των δικηγορικών αμοιβών (Rechtsanwaltstarifgesetz) ή στα Γενικά Κριτήρια Αμοιβών για τους δικηγόρους (Allgemeine Honorar-Kriterien für Rechtsanwälte ) αμοιβή εύλογου ύψους.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και στον νόμο περί καθορισμού των δικηγορικών αμοιβών ορίζεται ότι, σε αστικές διαδικασίες, το δικαστήριο πρέπει να καθορίσει στην απόφαση περί των εξόδων την αναλογία των εξόδων την οποία ο ηττηθείς διάδικος πρέπει να επιστρέψει στον υπερισχύοντα αντίδικό του. Οι δαπάνες υπολογίζονται με βάση την αξία της επίδικης απαίτησης και τη διάρκεια και φύση της προσφερόμενης παροχής. Ο νόμος περί καθορισμού των δικηγορικών αμοιβών εφαρμόζεται μόνο τότε, εάν αυτό έχει συμφωνηθεί μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.

Στις ποινικές διαδικασίες, κάθε πρόσωπο (κατηγορούμενος/ εγκαλούμενος, πολιτικώς ενάγων, ιδιώτης διάδικος), το οποίο έχει αναθέσει σε δικηγόρο την εκπροσώπηση των συμφερόντων του, πρέπει εν γένει να επιβαρύνεται και με τα συνακόλουθα έξοδα. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν ο συνήγορος υπεράσπισης διορίζεται αυτεπαγγέλτως, στο βαθμό που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση δικαστικής συνδρομής. Τα έξοδα διαφέρουν κατά κανόνα ανάλογα με το είδος και τη σύνθεση του αποφαινόμενου δικαστικού οργάνου (π.χ. πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο, μονομελές πρωτοδικείο, δικαστήριο λαϊκών δικαστών, σώμα ενόρκων).

Δικαστικοί επιμελητές

Η αμοιβή που καταβάλλεται στους δικαστικούς επιμελητές για τις υπηρεσίες τους καθορίζεται στον νόμο περί των τελών εκτέλεσης (Vollzugsgebührengesetz). Ο νόμος προβλέπει ειδικότερα την καταβολή τέλους εκτέλεσης, το οποίο οφείλει να καταβάλει ο επισπεύδων πιστωτής κατά την υποβολή της αίτησης εκτέλεσης, μαζί με το κατ’ αποκοπήν τέλος το οποίο προβλέπεται στον νόμο περί δικαστικών τελών (Gerichtsgebührengesetz) (GGG).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου περί των τελών εκτέλεσης, το τέλος εκτέλεσης αποτελεί μέρος των εξόδων της διαδικασίας εκτέλεσης. Στην απόφαση που εκδίδει για τα έξοδα, το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει ότι το τέλος εκτέλεσης οφείλει να επιστραφεί από τον οφειλέτη, κατόπιν αιτήματος του πιστωτή.

Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται επίσης αμοιβή για την είσπραξη των πληρωμών, η οποία μπορεί να αφαιρεθεί από το εισπραττόμενο ποσό, σύμφωνα με το άρθρο 11 του νόμου περί των τελών εκτέλεσης.

Έξοδα

Έξοδα στις αστικές διαδικασίες

Έξοδα των διαδίκων στις αστικές διαδικασίες

Τα δικαστικά έξοδα που πρέπει να καταβάλλονται για τις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται από τα δικαστήρια καθορίζονται είτε ως κατ’ αποκοπήν τέλη (πάγια τέλη), είτε ως ποσοστό (χιλιοστό) του τέλους (ποσοστιαία αναλογία επί της βάσης υπολογισμού). Το ύψος τους εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης και από την αξία της απαίτησης (η οποία καθορίζεται με βάση το ύψος της υπολογιζόμενης σε χρήμα αξίωσης).

Πότε πρέπει να καταβάλλονται τα έξοδα στις αστικές διαδικασίες ;

Για τις αστικές διαδικασίες σε πρώτο βαθμό, τα κατ’ αποκοπήν τέλη πρέπει να καταβάλλονται τη στιγμή κατάθεσης της αγωγής. Το τέλος αυτό καταβάλλεται μόνον μία φορά, έστω και εάν η αγωγή περιλαμβάνει περισσότερες από μία απαιτήσεις ή στρέφεται κατά περισσότερων προσώπων και καλύπτει το σύνολο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας. Εάν το αίτημα της αγωγής επεκταθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενδέχεται να ανακύψουν περαιτέρω τέλη τα οποία πρέπει να καταβάλλονται τη στιγμή της κατάθεσης του δικόγραφου.

Εάν το αίτημα της αγωγής επεκταθεί κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, τα τέλη οφείλονται κατά την έναρξη καταχώρισης στο πρωτόκολλο. Σε δεύτερο και τρίτο βαθμό, τα τέλη καταβάλλονται με την κατάθεση του δικόγραφου άσκησης του ένδικου μέσου (άρθρο 2 παράγραφος 1 του νόμου περί δικαστικών τελών [GGG]). Κατ’ εξαίρεση, σε διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας, καταβάλλεται ενίοτε τέλος απόφασης αντί του τέλους αγωγής.

Έξοδα στις ποινικές διαδικασίες

Έξοδα των διαδίκων στις ποινικές διαδικασίες

Μόνον στην περίπτωση κατάθεσης ιδιωτικής έγκλησης οφείλεται η καταβολή τέλους, σύμφωνα με την κλίμακα 13 του νόμου περί των τελών εκτέλεσης (GGG).

Πότε πρέπει να καταβάλλονται τα έξοδα στις ποινικές διαδικασίες;

Τα πάγια έξοδα πρέπει να καταβάλλονται κατά την έναρξη της διαδικασίας.

Τα έξοδα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Τα έξοδα των διαδίκων στη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου
Το δικαστικό τέλος ανέρχεται σε 220 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 17a Z 1 του νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο (Verfassungsgerichtshofgesetz) [VfGG].
Πότε πρέπει να καταβάλλονται τα έξοδα στη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου;
Τα πάγια έξοδα πρέπει να καταβάλλονται κατά την έναρξη της διαδικασίας.

Υποχρεώσεις ενημέρωσης που υπέχουν οι δικηγόροι/νομικοί σύμβουλοι

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων

Ο δικηγόρος είναι εν γένει υποχρεωμένος να ενημερώσει τον πελάτη του σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του και σχετικά με τα έξοδα με τα οποία θα πρέπει να υπολογίζει ότι θα επιβαρυνθεί. Όσον αφορά το σημείο αυτό, το άρθρο 50 παράγραφος 2 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος και την εποπτεία των υποχρεώσεων των δικηγόρων (Richtlinien für die Ausübung des Rechtsanwaltsberufs und für die Überwachung der Pflichten des Rechtsanwalts) (RL-BA)) συνιστά στους δικηγόρους, όταν αποδέχονται νέα εντολή, να ενημερώνουν τον πελάτη τους για τη βάση επί της οποίας θα υπολογισθεί η αμοιβή τους και για το δικαίωμά τους να ζητήσουν ενδιάμεση πληρωμή.

Εάν δεν έχει συμφωνηθεί κατ’ αποκοπήν αμοιβή, ο πελάτης δικαιούται να ζητεί, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, την ενδιάμεση κατάσταση λογαριασμού ή την ενδιάμεση κατάσταση των υπηρεσιών που έχουν ήδη παρασχεθεί ή του χρόνου που έχει διατεθεί για το σκοπό αυτό έως εκείνη τη στιγμή (όταν έχει συμφωνηθεί αμοιβή σε ωριαία βάση).

Παρομοίως, πριν από την ανάθεση της εντολής στον δικηγόρο, πρέπει επίσης να συνάπτεται συμφωνία για την έναρξη και τη συχνότητα της ενδιάμεσης κατάστασης λογαριασμού.

Προσδιορισμός των εξόδων - νομικές βάσεις

Πού μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες σχετικά με τους νόμους για τον προσδιορισμό των εξόδων στην Αυστρία;

Οι νομικές διατάξεις για την επιστροφή των εξόδων στις κατ’ αντιδικία αστικές διαδικασίες (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών υποθέσεων) θεσπίζονται από τα άρθρα 40-55 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [Zivilprozessordnung] (ZPO). Στις οικογενειακές υποθέσεις, και ιδίως στα συναινετικά διαζύγια, οι διαφορές σχετικά με τη γονική μέριμνα, τα δικαιώματα επικοινωνίας καθώς και οι διαδικασίες που αφορούν τις απαιτήσεις διατροφής ρυθμίζονται στο πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας. Για την εκούσια δικαιοδοσία ισχύουν άλλοι κανόνες στα θέματα επιστροφής των εξόδων. Οι γενικοί κανόνες καθορίζονται στο άρθρο 78 του νόμου περί εκούσιας δικαιοδοσίας (Außerstreitgesetz) [AußStrG]. Εξαιρέσεις από τις γενικές αυτές αρχές ισχύουν, μεταξύ άλλων, σε διαδικασίες που αφορούν διαφορές γονικής μέριμνας, το δικαίωμα επικοινωνίας ή απαιτήσεις διατροφής για ανήλικα τέκνα. Τα έξοδα στις ποινικές διαδικασίες ρυθμίζονται από τα άρθρα 380-395 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Strafprozessordnung) [StPO].

Στη σελίδα υποδοχής στον δικτυακό τόπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αυστρίας (Österreichischer Rechtsanwaltskammertag) είναι διαθέσιμο επιγραμμικό ενημερωτικό φυλλάδιο στο οποίο παρέχεται συνοπτική περιγραφή των αμοιβών που δικαιούνται οι δικηγόροι Γενικές πληροφορίες είναι επίσης διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο HELP-Amtshelfer für Österreich μέσω του συνδέσμου: Leben in Österreich > Zivilrecht > Zivilverfahren [Η ζωή στην Αυστρία > Αστικό Δίκαιο > Πολιτική Δικονομία] .

Ο προαναφερόμενος δικτυακός τόπος HELP-Amtshelfer für Österreich περιλαμβάνει γενικές πληροφορίες για τα δικαστικά τέλη. Τα κείμενα των νόμων (νόμος περί δικαστικών τελών και κλίμακα αμοιβών) [Gerichtsgebührengesetz, Tarifposten] μπορούν να τηλεφορτωθούν δωρεάν μέσω του δικτυακού τόπου για το Rechtsinformationssystem des Bundes (σύστημα νομικών πληροφοριών της Ομοσπονδίας) στην ιστοσελίδα της ομοσπονδιακής καγκελαρίας (Bundeskanzleramt).

Σε ποιες γλώσσες είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες όσον αφορά τη νομοθεσία προσδιορισμού των εξόδων στην Αυστρία;

Στα γερμανικά.

Πού μπορεί να βρει κανείς πληροφορίες σχετικά με τη διαμεσολάβηση/διαιτησία;

Κατάλογος των διαμεσολαβητών ο οποίος τηρείται με φροντίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης είναι διαθέσιμος από την ειδική ιστοσελίδα Webseite που είναι αφιερωμένη στο θέμα της διαμεσολάβησης.

Όσον αφορά τη δικαιοσύνη που εστιάζεται στα προβλήματα των θυμάτων στις ποινικές διαδικασίες, στον δικτυακό τόπο της NEUSTART είναι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον ποινικό διακανονισμό (διαμεσολάβηση μεταξύ κατηγορουμένου και θύματος) [και στα αγγλικά].

Πού μπορεί να βρει κανείς περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα της διαδικασίας;

Επιγραμμικές πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα της διαδικασίας

Γενικές πληροφορίες σχετικά με το αυστριακό νομικό σύστημα, τα έξοδα και το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο Die österreichische Justiz (η αυστριακή δικαιοσύνη) καθώς και στον δικτυακό τόπο HELP - Amtshelfer für Österreich, (HELP – επίσημα όργανα αρωγής για την Αυστρία), ο οποίος παρέχει εύχρηστες για τον αναγνώστη πληροφορίες.

Για το πλήρες κείμενο των ακόλουθων νόμων, μπορείτε να ανατρέξετε στον σύνδεσμο Rechtsinformationssystem des Bundes (Σύστημα νομικών πληροφοριών της Ομοσπονδίας):

  • Gerichtsgebührengesetz (GGG) νόμος περί των δικαστικών τελών
  • Gebührenanspruchsgesetz (GebAG) νόμος περί της αξίωσης αμοιβής
  • Rechtsanwaltsordnung (RAO) Κώδικας Δικηγόρων
  • Rechtsanwaltstarifgesetz (RATG) νόμος περί των δικηγορικών αμοιβών

Το πλήρες κείμενο των Γενικών Κριτηρίων Αμοιβών (ΓΚΑ) μπορεί να τηλεφορτωθεί από την Πύλη των österreichischen Rechtsanwälte (αυστριακών δικηγόρων).

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες για τον μέσο όρο της χρονικής διάρκειας για κάθε διαφορετικό είδος διαδικασίας;

Για τον σκοπό αυτό, μπορείτε να απευθυνθείτε άμεσα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Αυστρίας.

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες για το μέσο συνολικό κόστος για κάθε διαφορετικό είδος διαδικασίας;

Τα δικαστικά τέλη που καταβάλλονται για κάθε διαφορετικό είδος διαδικασίας καθορίζονται εκ των προτέρων (Gerichtsgebührengesetz) [νόμος περί δικαστικών τελών]. Μπορεί να μεταβληθούν ανάλογα με την υψηλότερη ή χαμηλότερη αξία της απαίτησης.

Τα δικαστικά τέλη και τα έξοδα που καταβάλλονται από τον ηττηθέντα διάδικο στον νικητή σε αστικές διαδικασίες (έξοδα δικηγόρων, αμοιβές εμπειρογνωμόνων καθώς και έξοδα διερμηνείας ή μετάφρασης) καθορίζονται από το δικαστήριο στην απόφαση περί καθορισμού των δαπανών. Η απόφαση αυτή βασίζεται στον Rechtsanwaltstarifgesetz [νόμο περί δικηγορικών αμοιβών] (για τις αμοιβές των δικηγόρων) και στον Gebührenanspruchsgesetz [νόμο περί της αξίωσης αμοιβής] (για τις αμοιβές εμπειρογνωμόνων και διερμηνέων ή μεταφραστών). Τα εν λόγω έξοδα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο ύψος των σχετικών δαπανών και στον χρόνο που διατέθηκε. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί κανένα επακριβές ποσό εκ των προτέρων.

Η αμοιβή που καταβάλλεται από τον πελάτη στον δικηγόρο μπορεί βασικά να συμφωνείται ελεύθερα.

Φόρος προστιθέμενης αξίας

Πού μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για τον φόρο προστιθέμενης αξίας; Ποιο είναι το ύψος των εφαρμοστέων συντελεστών;

Οι υπηρεσίες των δικηγόρων υπόκεινται σε φόρο κύκλου εργασιών, ο οποίος ανέρχεται σε 20% στην Αυστρία. Όπως και για άλλες δαπάνες, ο φόρος αυτός πρέπει να καταβάλλεται στον δικηγόρο χωριστά, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 του νόμου περί δικηγορικών αμοιβών και στο άρθρο 17 των Κριτηρίων Γενικών Αμοιβών. Ο φόρος κύκλου εργασιών δεν περιλαμβάνεται στην κλίμακα αμοιβών που παρατίθεται στον νόμο περί δικηγορικών αμοιβών και στα Κριτήρια Γενικών Αμοιβών.

Δικαστική συνδρομή

Εφαρμοστέο όριο εισοδήματος στις αστικές υποθέσεις

Η δικαστική συνδρομή δεν συνδέεται με κάποιο νόμιμα καθοριζόμενο κατώτατο όριο εισοδήματος. Στις αστικές (αλλά και στις εμπορικές) υποθέσεις, η συνδρομή για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται από τον αυστριακό Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλογικά στις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας. Η απόφαση σχετικά με την παροχή της δικαστικής συνδρομής λαμβάνεται από το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση σε πρώτο βαθμό.

Δικαστική συνδρομή παρέχεται σε έναν διάδικο μόνο τότε, όταν το εισόδημά του, η οικονομική κατάστασή του και οι υποχρεώσεις διατροφής του που τον βαρύνουν είναι τέτοιες, ώστε να αδυνατεί να αναλάβει τα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τα μέσα διαβίωσης που χρειάζεται για να διαθέτει απλό επίπεδο ζωής. Δικαστική συνδρομή δεν παρέχεται, όταν η επιδιωκόμενη νομική δίωξη ή υπεράσπιση εμφανίζονται καταφανώς αβάσιμες ή εάν στερούνται κάθε πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο αποφασίζει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση ποια οφέλη παρέχονται από εκείνα που παρατίθενται στη συνέχεια.

Στην Αυστρία, η δικαστική συνδρομή μπορεί να περιλαμβάνει κυρίως τα ακόλουθα ευεργετήματα:

  • την προσωρινή απαλλαγή από την καταβολή δικαστικών τελών, αμοιβών μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων και διερμηνέων ή μεταφραστών, των εξόδων για τις αναγκαίες δημόσιες ανακοινώσεις και για τον διαχειριστή, καθώς και για τις τυχόν χρηματικές πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον νόμιμο εκπρόσωπο ή τον δικηγόρο που διορίζονται από το δικαστήριο
  • την εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών από την περάτωση της διαδικασίας ο διάδικος μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει εν μέρει η εξ ολοκλήρου την δικαστική συνδρομή, όταν η οικονομική του κατάσταση έχει αντιστοίχως μεταβληθεί και εφόσον είναι σε θέση να προβεί στις αντίστοιχες πληρωμές, χωρίς με τον τρόπο αυτό να επηρεάζεται το αναγκαίο επίπεδο διαβίωσής του.

Εφαρμοστέο όριο εισοδήματος για τους κατηγορουμένους/εγκαλούμενους και για τα θύματα αξιόποινων πράξεων στην ποινική διαδικασία

Δεν προβλέπεται πάγιο όριο εισοδήματος το οποίο οφείλει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσον ο κατηγορούμενος ή επίσης και το θύμα ή ο πολιτικώς ενάγων κάποιας αξιόποινης πράξης πληρούν τις προϋποθέσεις της αξίωσης παροχής δικαστικής συνδρομής. Ως βασική αρχή καθοδήγησης χρησιμεύει το κριτήριο της διαβίωσης σε επίπεδο ανώτερο από το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και κατώτερο από το προσήκον επίπεδο διαβίωσης.

Το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης επαναξιολογείται τακτικά και το επίπεδό του δημοσιεύεται στην επικαιροποιημένη έκδοσή του στον δικτυακό τόπο του österreichischen Justiz (αυστριακού Υπουργείου Δικαιοσύνης).

Προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής συνδρομής στα θύματα αξιόποινων πράξεων

Στο βαθμό που δεν υφίσταται νομική αξίωση δικαστικής συνοδείας σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι πολιτικοί ενάγοντες δικαιούνται δικαστική συνδρομή/συνδρομή για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων, εφόσον

  • η εκπροσώπηση από συνήγορο δεν είναι δυνατή χωρίς να επηρεαστεί το αναγκαίο επίπεδο διαβίωσης (βλέπε σχετικά με το σημείο αυτό τα στοιχεία που παρατέθηκαν προηγουμένως αναφορικά με το επίπεδο διαβίωσης) και
  • η εκπροσώπηση από συνήγορο είναι αναγκαία προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης και ειδικότερα προς το συμφέρον της προσιδιάζουσας με τον σκοπό εκτέλεσης των απαιτήσεων, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε μεταγενέστερη αστική διαδικασία.

Προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής συνδρομής στους κατηγορουμένους/εγκαλούμενους

Εκτός από την προϋπόθεση της οικονομικής κατάστασης που πρέπει να συντρέχει, προαπαιτούμενος όρος για την παροχή της δικαστικής συνδρομής είναι ότι πρέπει να παρέχεται προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, προ πάντων προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της προσιδιάζουσας με τον σκοπό υπεράσπισης.

Προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, ο συνοδευτικός διορισμός του συνηγόρου επιβάλλεται οπωσδήποτε, εφόσον

πρόκειται για περίπτωση επιτακτικής υπεράσπισης κατά την έννοια του άρθρου 66 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλέπε σχετικά με το σημείο αυτό στη συνέχεια),

  • εάν ο κατηγορούμενος /εγκαλούμενος είναι τυφλός, κωφάλαλος ή πάσχει από οποιαδήποτε άλλη αναπηρία ή εάν δεν έχει επαρκή γνώση της γλώσσας που χρησιμοποιείται από το δικαστήριο,
  • σε διαδικασίες που συνδέονται με την άσκηση ένδικου μέσου,
  • εάν η υπόθεση αφορά πολύπλοκα πραγματικά και νομικά περιστατικά.

Σε περιπτώσεις επιτακτικής υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος /εγκαλούμενος πρέπει να εκπροσωπείται από συνήγορο. Βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η περίπτωση της επιτακτικής υπεράσπισης συντρέχει στις ακόλουθες περιπτώσεις οι οποίες απαριθμούνται αποκλειστικά από τον νόμο:

  • εάν και για όσο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος παραμένει προφυλακισμένος,
  • σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που αφορά τον εγκλεισμό σε ίδρυμα για διανοητικά διαταραγμένους αξιόποινους δράστες,
  • κατά την κύρια δίκη που αφορά τον εγκλεισμό του κατηγορουμένου σε ίδρυμα για τοξικομανείς δράστες που χρειάζονται τη θεραπεία απεξάρτησης ή τον εγκλεισμό σε ίδρυμα για επικίνδυνους υπότροπους δράστες,
  • κατά την κύρια δίκη ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου, η οποία εκδικάζεται από ενόρκους ή λαϊκούς δικαστές,
  • κατά την κύρια δίκη ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου, όταν η υπόθεση εκδικάζεται από έναν μόνον δικαστή και η στερητική της ελευθερίας ποινή που μπορεί να επιβληθεί για την αξιόποινη πράξη υπερβαίνει τα 3 έτη φυλάκισης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της κλοπής με διάρρηξη βάσει του άρθρου 129 Z 1 α 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και της παράνομης αποδοχής κλοπιμαίων βάσει του άρθρου 164 παράγραφος 4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,
  • σε διαδικασίες που συνδέονται με την άσκηση ένδικου μέσου κατά της αποφάσεως που έχει εκδοθεί από δικαστήριο απαρτιζόμενο από ενόρκους ή λαϊκούς δικαστές,
  • κατά την ανάπτυξη της αίτησης για την ανανέωση της ποινικής διαδικασίας και κατά τη διάρκεια της δημόσιας ακρόασης σχετικά με την αίτηση αυτή

Δωρεάν διαδικασίες

Κατά την ποινική διαδικασία, τα θύματα βίαιων πράξεων, επικίνδυνων απειλών ή αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και ο/η σύζυγος, ο/η σύντροφος, οι συγγενείς σε ευθεία γραμμή, ο αδελφός ή η αδελφή ενός προσώπου του οποίου ο θάνατος θα μπορούσε να προκληθεί από την αξιόποινη πράξη, και οι άλλοι συγγενείς οι οποίοι ήταν μάρτυρες της αξιόποινης πράξης δικαιούνται ψυχοκοινωνική ή δικαστική συνδρομή δωρεάν προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα του θύματος στην ποινική διαδικασία . Η ψυχοκοινωνική συνδρομή κατά τη διάρκεια της δίκης καλύπτει την προετοιμασία του θύματος σε σχέση με τη διαδικασία και τη συναισθηματική φόρτιση που συνεπάγεται η διαδικασία. Η ψυχοκοινωνική και νομική συνδρομή κατά τη διάρκεια της δίκης παρέχεται από οργανώσεις υποστήριξης των θυμάτων που ορίζονται και προσλαμβάνονται με σύμβαση από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης βάσει του άρθρου 66 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Στην εκούσια δικαιοδοσία, δεν καταβάλλονται τέλη για τις διαδικασίες διορισμού διαχειριστή διεκπεραίωσης των υποθέσεων ή για υποθέσεις γονικής μέριμνας ή επικοινωνίας. Δεν καταβάλλονται επίσης τέλη για τις διαδικασίες που υπάγονται στο νόμο περί εγκλεισμού σε ίδρυμα (Unterbringungsgesetz) ή στο νόμο περί ιδρυμάτων περίθαλψης (Heimaufenthaltsgesetz). Δικαστική συνδρομή για τα έξοδα μπορεί να παρασχεθεί υπό μορφή προσωρινής απαλλαγής από τα τέλη σε περίπτωση χαμηλού εισοδήματος και ελάχιστων περιουσιακών στοιχείων, αλλά η έκταση της χορηγούμενης απαλλαγής εξαρτάται από την αίτηση και τελεί υπό τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να καταβάλει ο ηττηθείς διάδικος τα έξοδα του διαδίκου που κέρδισε τη δίκη;

Διαδικασίες κατ’ αντιδικία

Τα έξοδα στις αστικές διαδικασίες (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών υποθέσεων) ρυθμίζονται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Αυστρίας (ZPO). Ο Κώδικας αυτός προβλέπει ότι κάθε διάδικος επιβαρύνεται ο ίδιος αρχικά με τα έξοδα που προκύπτουν, κατ’ αναλογία προς τη συμμετοχή του στη διαδικασία. Εάν το δικαστήριο αποφασίζει για την υπόθεση, αποφαίνεται επίσης και με απόφαση για τα έξοδα της υπόθεσης. Εν προκειμένω ισχύει η αρχή της επιτυχούς έκβασης. Ο διάδικος ο οποίος έχει ηττηθεί σε κάθε σημείο της δίκης, οφείλει να επιστρέψει στον αντίδικό του όλα τα τέλη και έξοδα που ήταν αναγκαία για την κατάλληλη διεξαγωγή της δίκης ή της υπεράσπισης τα οποία ανέλαβε στο πλαίσιο της δίκης. Εάν οι διάδικοι κερδίζουν εν μέρει και ηττώνται εν μέρει, τότε τα έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ τους ή να επιμερισθούν αναλογικά.

Αποκλίσεις από την αρχή της επιτυχούς έκβασης δικαιολογούνται σε ορισμένες περιπτώσεις για λόγους ευθυδικίας:

  • σε περίπτωση ασήμαντης ήττας, εάν το μέρος της αγωγής που απορρίφθηκε δεν οδήγησε σε ιδιαίτερα έξοδα
  • εάν το ύψος της απαίτησης καθορίζεται από εμπειρογνώμονες ή κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και σε περίπτωση αμοιβαίου συμψηφισμού
  • εάν η συμπεριφορά του εναγομένου δεν δικαιολογούσε την άσκηση της αγωγής και ο εναγόμενος αποδέχθηκε την απαίτηση από την πρώτη στιγμή
  • εάν ο λόγος για την αυτεπάγγελτη ακύρωση ή την κήρυξη της ακυρότητας της δίκης αφορά έναν μόνον από τους διαδίκους, ο εν λόγω διάδικος μπορεί να επιβαρυνθεί με το σύνολο των εξόδων.

Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας

Οι υποθέσεις οικογενειακού δικαίου (οι διαδικασίες που αφορούν τη διατροφή, δικαιώματα επικοινωνίας, το δικαίωμα γονικής μέριμνας και το συναινετικό διαζύγιο) εξετάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Στο πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο γενικός κανόνας που καθορίζει τα έξοδα για τις διαδικασίες αυτές περιέχεται στο άρθρο 78 του νόμου περί εκούσιας δικαιοδοσίας [Außerstreitgesetz] (AußStrG). Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις από τις εν λόγω διατάξεις για πολλές διαδικασίες. Αλλά και στην περίπτωση αυτή ισχύει κανονικά η αρχή της ευθύνης για την επιτυχή έκβαση , αλλά μπορεί να μην εφαρμοσθεί για λόγους ευθυδικίας. Οι λόγοι αυτοί είναι σαφώς εκτενέστεροι από εκείνους που προβλέπονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εάν δεν ζητηθεί η επιστροφή των εξόδων, οι χρηματικές πληρωμές (π.χ. οι αμοιβές εμπειρογνωμόνων) πρέπει να καταβληθούν αναλογικά με τη συμμετοχή στην υπόθεση, ενώ εάν η αναλογία αυτή δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, τα έξοδα κατανέμονται εξίσου μεταξύ των διαδίκων.

Λεπτομέρειες σχετικά με τα διαφορετικά είδη διαδικασιών (διαδικασίες που αφορούν τη διατροφή, τα δικαιώματα επικοινωνίας, τη γονική μέριμνα και το διαζύγιο):

  • Όσον αφορά τις διαδικασίες διαζυγίου, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του διαζυγίου κατ’ αντιδικία και του συναινετικού διαζυγίου.

Διαζύγιο κατ’ αντιδικία: στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις του αυστριακού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εάν κανένας από τους διαδίκους δεν κριθεί υπαίτιος για την ρήξη της έγγαμης σχέσης, τα έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν αμοιβαία. Εάν λόγος του διαζυγίου είναι ο ισχυρός κλονισμός του γάμου και εάν η απόφαση διαζυγίου περιέχει κρίση σχετικά με την υπαιτιότητα για τον κλονισμό, ο/η υπαίτιος σύζυγος οφείλει να καταβάλει τα έξοδα του αντιδίκου.

Συναινετικό διαζύγιο: για το συναινετικό διαζύγιο ισχύουν οι κανόνες της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση αυτή, οι σύζυγοι υποβάλλουν δύο ταυτόσημες αιτήσεις στο δικαστήριο. Δεδομένου ότι η διαδικασία δεν γίνεται κατ’ αντιδικία, δεν εκδίδεται απόφαση με την οποία επιδικάζονται έξοδα. Οι χρηματικές δαπάνες βαρύνουν εξίσου τους διαδίκους.

  • Οι διαδικασίες που αφορούν τη γονική μέριμνα και το δικαίωμα επικοινωνίας υπάγονται επίσης στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας. Δυνάμει ρήτρας εξαίρεσης (άρθρο 107 παράγραφος 3 του AußerStrG), στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών δεν επιστρέφονται τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί.
  • Μια άλλη ρήτρα εξαίρεσης (άρθρο 101 παράγραφος 2 του AußerStrG) ορίζει ότι στις διαδικασίες που σχετίζονται με απαιτήσεις διατροφής για ανήλικα τέκνα δεν επιστρέφονται τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί.

Ποινικές διαδικασίες

Κάθε πρόσωπο που προσλαμβάνει συνήγορο υπεράσπισης ή άλλον εκπρόσωπο στην ποινική διαδικασία πρέπει να επιβαρύνεται το ίδιο με τα έξοδα για την εν λόγω εκπροσώπηση, ακόμη και αν ο δικηγόρος διορισθεί στο πλευρό του αυτεπαγγέλτως (άρθρο 393 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).

Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης διάγνωσης της ενοχής, ο καταδικασθείς υποχρεούται να επιστρέψει τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 389 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Τα έξοδα που μπορεί να προκύψουν κατά την ποινική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 381 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [ § 381 Abs. 1 StPO] είναι τα εξής:

  • εφάπαξ ποσό, το οποίο αντιστοιχεί σε μέρος των εξόδων της ποινικής διαδικασίας που δεν αναλύονται περαιτέρω, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων ανάκρισης, καθώς και των εξόδων για τη διερεύνηση και την εκτέλεση των αποφάσεων της εισαγγελίας ή των αναγκαίων επίσημων πράξεων που έχουν παραγγελθεί από το δικαστήριο, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του προαναφερθέντος άρθρου εντός των ακόλουθων ορίων: για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως δικαστήριο ενόρκων από 500 έως 10 000 ευρώ για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως δικαστήριο λαϊκών δικαστών από 250 έως 5 000 ευρώ για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως μονομελές πρωτοδικείο από 150 έως 3 000 ευρώ και για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου από 50 έως 1 000 ευρώ
  • τις αμοιβές των εμπειρογνωμόνων και, κατά βάση, επίσης και των διερμηνέων,
  • ανταποδοτικά τέλη για τις πληροφορίες, τις εκθέσεις και τις γνωμοδοτήσεις που χορηγούν οι αρχές,
  • τα έξοδα για τη διασυνοριακή μεταφορά του κατηγορουμένου/εγκαλούμενου από ένα άλλο κράτος, καθώς και τα έξοδα για τους μάρτυρες που καλούνται από το εξωτερικό,
  • τα έξοδα για την εντολή δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, για την κατάσχεση επιστολών, την παροχή πληροφοριών για τα δεδομένα κάποιας διαβίβασης στοιχείων και την παρακολούθηση μηνυμάτων,
  • τα έξοδα για την εκτέλεση της ποινικής απόφασης, εξαιρουμένων των εξόδων που συνεπάγεται η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης,
  • τα δικαστικά τέλη που καταβάλλονται κατά τη διαδικασία της ποινικής δίκης,
  • τα έξοδα για τους συνηγόρους και άλλους εκπροσώπους,
  • εφάπαξ τέλος που αντιπροσωπεύει μέρος των εξόδων ψυχοκοινωνικής ή/και νομικής συνδρομής προς το θύμα έως το ποσό των 1 000 ευρώ .

Με εξαίρεση τα έξοδα που αναφέρονται στα σημεία 3, 7 έως 9 προηγουμένως, το ομόσπονδο κράτος καταβάλλει τα έξοδα αυτά εκ των προτέρων. Κατά τον υπολογισμό του εφάπαξ ποσού σύμφωνα με την παράγραφο 1 Ζ 9, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη χρηματοοικονομική κατάσταση του υπόχρεου στην επιστροφή των εξόδων. Τα έξοδα για την πρόσληψη διερμηνέα δεν συναποτελούν μέρος των επιστρεπτέων εξόδων, στο μέτρο που ήταν αναγκαία, επειδή ο κατηγορούμενος δεν είχε επαρκή γνώση της γλώσσας που χρησιμοποιείται από το δικαστήριο η δεν είναι σε θέση να συνεννοηθεί με το δικαστήριο εξαιτίας οποιασδήποτε άλλης αναπηρίας από την οποία πάσχει.

Βάσει του άρθρου 391 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου σχετικά με τα έξοδα έναντι του καταδικασθέντος πρέπει να γίνεται μόνο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην διακινδυνεύεται ούτε η ικανότητά του να ανταπεξέλθει στα αναγκαία έξοδα απλής διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, ούτε και η εκπλήρωση της υποχρέωσής του αποκατάστασης της ζημίας. Εάν η είσπραξη των εξόδων δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είναι άπορος, το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει τα έξοδα μη ανακτήσιμα. Εάν το δικαστήριο θεωρεί ότι τα έξοδα τα οποία δεν είναι ανακτήσιμα επί του παρόντος θα είναι ανακτήσιμα στο μέλλον, η οικονομική ικανότητα του καταδικασθέντος επανεξετάζεται ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Η δυνατότητα ανάκτησης των εξόδων παραγράφεται μετά από την παρέλευση πενταετίας από την έκδοση της απόφασης στη διαδικασία. Εάν το δικαστήριο αποφανθεί ότι ο καταδικασθείς πρέπει να αναλάβει τα έξοδα της διαδικασίας και αποδειχθεί στη συνέχεια ότι ο καταδικασθείς δεν είναι σε θέση να πληρώσει, οι αρχές μπορούν να τροποποιήσουν την προθεσμία πληρωμής, να επιτρέψουν την πληρωμή με δόσεις ή να μειώσουν το ποσό των εξόδων.

Εάν ο καταδικασθείς υποχρεωθεί από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου να καταβάλει τουλάχιστον μερική αποζημίωση στον πολιτικώς ενάγοντα, ο καταδικασθείς οφείλει επίσης να επιστρέψει τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας με τα οποία επιβαρύνθηκε ο πολιτικώς ενάγων.

Βάσει του άρθρου 393 στοιχείο α) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο αθωωθείς μπορεί να υποβάλει στο ομόσπονδο κράτος αίτηση χορήγησης κρατικής συνεισφοράς για τα έξοδα υπεράσπισής του. Αυτή καλύπτει τις αναγκαίες ήδη πραγματοποιηθείσες δαπάνες σε μετρητά καθώς και εφάπαξ ποσό για τα έξοδα του συνηγόρου υπεράσπισης. Το ποσό περιλαμβάνει τα χρηματικά ποσά που ήταν αναγκαία και τα οποία όντως καταβλήθηκαν, καθώς και εφάπαξ ποσό για την κάλυψη των εξόδων για τον συνήγορο. Κατά τον καθορισμό του εφάπαξ ποσού λαμβάνονται υπόψη η έκταση και η δυσχέρεια της υπεράσπισης, καθώς και το εύρος της αναγκαίας ή σκόπιμης δραστηριοποίησης του συνηγόρου και δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα ακόλουθα ποσά: για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως δικαστήριο ενόρκων 5 000 ευρώ, για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως δικαστήριο λαϊκών δικαστών 2 500 ευρώ, για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως μονομελές ειρηνοδικείο 1 250 ευρώ και για διαδικασίες ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που κρίνει ως μονομελές πρωτοδικείο 450 ευρώ.

Εάν κατά την ποινική διαδικασία που έχει κινηθεί κατόπιν έγκλησης κάποιου ιδιώτη ή κατόπιν αιτήματος του πολιτικώς ενάγοντος αθωωθεί ο κατηγορούμενος βάσει του άρθρου 72 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (δευτερεύουσα δίωξη), ο εγκαλών ή ο πολιτικώς ενάγων υποχρεούνται να καταβάλουν όλα τα έξοδα τα οποία προέκυψαν συνεπεία της αγωγής τους ή της διατήρησής της. Εάν η ποινική διαδικασία λήξει με την εγκατάλειψη της δίωξης (παρέκκλιση) (άρθρα 198 έως 209 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), ο πολιτικώς ενάγων δεν υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα .

Αμοιβές εμπειρογνωμόνων

Στις αστικές υποθέσεις (καθώς και στις εμπορικές υποθέσεις) που εκδικάζονται κατ’ αντιδικία, οι αμοιβές για τους εμπειρογνώμονες ενός διαδίκου συμψηφίζονται μεταξύ τους ή επιμερίζονται αναλογικά προς την ήττα ή τη νίκη του διαδίκου στη δίκη (άρθρο 43 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σε διαδικασίες διαζυγίου κατ’ αντιδικία στις οποίες δεν εκδίδεται απόφαση περί υπαιτιότητας στην απόφαση διαζυγίου, τα έξοδα σε χρήμα συμψηφίζονται αμοιβαία. Εάν ένας διάδικος κατέβαλε περισσότερο από το ήμισυ των δαπανών, ο αντίδικος πρέπει να επιστρέψει το υπερβάλλον ποσό. Εάν ένας σύζυγος κριθεί υπαίτιος στην απόφαση διαζυγίου, ο εν λόγω σύζυγος υποχρεούται να επιστρέψει τις αμοιβές για τον εμπειρογνώμονα του αντιδίκου του.

Στις διαδικασίες που ακολουθούν οι τυχόν αμοιβές εμπειρογνωμόνων που καταβλήθηκαν αρχικά από το Δημόσιο Ταμείο πρέπει να επιστραφούν από τους διαδίκους που προκάλεσαν τα σχετικά έξοδα ή προς το συμφέρον των οποίων πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη: συναινετικό διαζύγιο, διαδικασίες που αφορούν το δικαίωμα γονικής μέριμνας και επικοινωνίας και στις διαδικασίες που αφορούν απαιτήσεις διατροφής για ανήλικα παιδιά. Εάν περισσότερα άτομα υποχρεούνται να επιστρέψουν τα έξοδα, ευθύνονται αλληλεγγύως (άρθρο 1 Ζ 5 του νόμου περί είσπραξης των δικαστικών αξιώσεων [Gerichtliches Einbringungsgesetz] (GEG) σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του GEG) .

Το ύψος των αμοιβών των εμπειρογνωμόνων καθορίζεται από τον νόμο περί των οφειλόμενων δικαιωμάτων αμοιβής (GebAG) και εξαρτάται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο και την έκταση της πραγματογνωμοσύνης που ζητείται από το δικαστήριο.

Στις ποινικές διαδικασίες, οι αμοιβές των εμπειρογνωμόνων αποτελούν μέρος των εξόδων της διαδικασίας (άρθρο 381 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) τα οποία καταβάλλονται από τον καταδικαζόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 389 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι αμοιβές των εμπειρογνωμόνων καθορίζονται από το δικαστήριο ή από τον εισαγγελέα και καταβάλλονται από το ομόσπονδο κράτος.

Αμοιβές μεταφραστών και διερμηνέων

Οι πληροφορίες που δόθηκαν προηγουμένως ισχύουν επίσης για τις αμοιβές των μεταφραστών και των διερμηνέων .

Σχετικά έγγραφα με το θέμα

Österreichs Bericht zur Kostentransparenzstudie PDF (829 Kb) en

Σύνδεσμοι για το θέμα

§ 32 GGG

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/05/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο