Δικαιώματα των ανηλίκων στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών

Κροατία

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Κροατία

1. Δικαιοπρακτική ικανότητα του παιδιού

Τα παιδιά στην Κροατία διαθέτουν ικανότητα δικαίου (ικανότητα να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) και ικανότητα διαδίκου (ικανότητα να είναι ενάγοντες ή εναγόμενοι). Τα παιδιά μπορούν να αποκτήσουν δικαιοπρακτική ικανότητα (ικανότητα σύναψης συμβάσεων και παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων, η οποία συνήθως αποκτάται στην ηλικία των 18 ετών) και περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα πριν από την ηλικία των 18 ετών μόνον εάν παντρευτούν, αποκτήσουν τέκνα (χειραφετημένα παιδιά από την ηλικία των 16 ετών) ή συνάψουν συμβάσεις εργασίας (από την ηλικία των 15 ετών).

2. Πρόσβαση σε προσαρμοσμένες διαδικασίες

Οι εμπλεκόμενοι φορείς σε ποινικές διαδικασίες με τη συμμετοχή παιδιών είναι οι ακόλουθοι:

  1. ο Συνήγορος του Παιδιού∙
  2. ειδικευμένοι αστυνομικοί στο Υπουργείο Εσωτερικών, καταρτισμένοι στην αντιμετώπιση παιδιών-θυμάτων και παιδιών-δραστών
  3. τα δικαστήρια ανηλίκων σε ποινικές διαδικασίες που αφορούν παιδιά
  4. οι δικαστές ανηλίκων, που είναι ειδικευμένοι δικαστές που εργάζονται σε δικαστήρια ανηλίκων
  5. ο ειδικός εισαγγελέας ανηλίκων εντός της γενικής εισαγγελίας
  6. δικηγόροι που ειδικεύονται σε διαδικασίες ανηλίκων, οι οποίοι διορίζονται όταν απαιτείται από δικαστές ανηλίκων από τον κατάλογο του δικηγορικού συλλόγου Κροατίας (συνήθως ως συνήγοροι υπεράσπισης)
  7. κοινωνικοί λειτουργοί που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονται παιδιά
  8. ειδικές κλινικές και νοσοκομεία για παιδιά
  9. πολυάριθμες εξειδικευμένες ΜΚΟ, μη νομικοί σύμβουλοι (στα δικαστήρια ανηλίκων και τη γενική εισαγγελία), εθελοντές κλπ.

Η συμμετοχή του παιδιού ή του ανηλίκου (μέχρι την ηλικία των 23 ετών) σε δικαστικές διαδικασίες, σε περιπτώσεις που το παιδί είναι ο δράστης της αξιόποινης πράξης, ρυθμίζεται από τον νόμο περί δικαστηρίων ανηλίκων.

Οι αστικές υποθέσεις εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια και δεν υπάρχουν ειδικά δικαστήρια που να κρίνουν μόνο αστικές υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται ανήλικοι. Τα δημοτικά δικαστήρια είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση υποθέσεων διατροφής, υποθέσεων που αφορούν την ύπαρξη ή την ανυπαρξία γάμου, την ακύρωση γάμου και το διαζύγιο, την αναγνώριση ή την αμφισβήτηση πατρότητας ή μητρότητας, καθώς και την επιμέλεια των τέκνων και τη γονική μέριμνα.

Τα κέντρα κοινωνικής φροντίδας είναι δημόσιοι φορείς που λειτουργούν με στόχο την προστασία και τη στήριξη των παιδιών, και έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις δικαστικές αποφάσεις. Τα κέντρα κοινωνικής φροντίδας έχουν το νομικό καθεστώς διαδίκου και μπορούν επίσης να συμμετέχουν ως βοηθητικές αρχές του δικαστηρίου ή ως sui generis παρεμβαίνοντες. Δεδομένου ότι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία των παιδιών στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών, τα κέντρα αυτά έχουν διαφορετικές ευκαιρίες να υποστηρίξουν το υπέρτερο συμφέρον των παιδιών.

Ο Συνήγορος του Παιδιού αποτελεί ανεξάρτητη αρχή που λογοδοτεί αποκλειστικά στο Κοινοβούλιο, η οποία έχει συσταθεί με αποκλειστικό στόχο την προστασία, την παρακολούθηση και την προώθηση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των παιδιών. Δεν υπάρχουν ειδικά δικαστήρια ή όργανα στην Κροατία που να ασχολούνται με παιδιά/ανηλίκους σε διοικητικές δικαστικές διαδικασίες. Τα διοικητικά δικαστήρια είναι δικαστήρια γενικής δωσιδικίας για την επίλυση διοικητικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν παιδιά/ανηλίκους. Εκτός από τις γενικές κυβερνητικές αρχές που φέρουν τη γενική ευθύνη για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών (Υπουργείο Κοινωνικής Πολιτικής και Νεολαίας, Υπουργείο Υγείας, Υπουργείο Εργασίας και Συνταξιοδότησης, Υπουργείο Δικαιοσύνης), υπάρχουν εξειδικευμένες αρμόδιες αρχές, όπως ο Συνήγορος του Παιδιού.

3. Νομικά μέτρα και μέτρα πολιτικής για την αποφυγή αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στη διεκπεραίωση υποθέσεων που αφορούν παιδιά

Όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται σε ενδεχόμενες ποινικές διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται παιδιά ή ανήλικοι πρέπει να αναλαμβάνουν επειγόντως δράση για την ολοκλήρωση των δραστηριοτήτων τους το συντομότερο δυνατόν. Σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστηρίων ανηλίκων, η κίνηση διαδικασιών και η λήψη συναφών αποφάσεων από τα δικαστήρια θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε ποινικές διαδικασίες κατά ανηλίκων, νεαρών ενηλίκων και για εγκλήματα που τελέστηκαν εις βάρος παιδιών.

Συγκεκριμένα, οι δικαστικές διαδικασίες κατά ανήλικων παραβατών και οι προδικαστικές διαδικασίες, όπως οι αστυνομικές και εισαγγελικές έρευνες και διαδικασίες, έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Οι καθυστερήσεις στην επιβολή κυρώσεων κατά ανηλίκων περιορίζονται επίσης στο ελάχιστο από το καθήκον του δικαστηρίου να κινήσει τις εν λόγω διαδικασίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης και εφόσον δεν υπάρχουν νομικά κωλύματα για την εκτέλεσή της.

Οι διαδικασίες κατά τις οποίες λαμβάνονται αποφάσεις για τα ατομικά δικαιώματα του παιδιού είναι επείγουσες και η πρώτη δικάσιμος διεξάγεται εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας. Οι αποφάσεις σε διαδικασίες λήψης προσωρινών μέτρων και εκτέλεσης που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και της προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο, καθώς και την παράδοση του τέκνου εκδίδονται και δημοσιεύονται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδίδει και δημοσιεύει την απόφαση εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης του ένδικου μέσου.

4. Ειδικοί μηχανισμοί και διαδικασίες στήριξης των παιδιών και υπέρτερο συμφέρον του παιδιού

Σύμφωνα με τον νόμο περί ποινικής δικονομίας, το φερόμενο ως θύμα παιδί/ανήλικος έχει δικαίωμα ακρόασης, μαρτυρίας και συμμετοχής στην ποινική διαδικασία. Έχει το δικαίωμα να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και να προτείνει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το έγκλημα και τις ποινικές διαδικασίες, καθώς και δικαίωμα άσκησης ένδικων βοηθημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήσεις σε υπόπτους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, και να υποβάλλει τις παρατηρήσεις και τις εξηγήσεις του σχετικά με την κατάθεσή τους.

Στην πράξη, η αξιολόγηση του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού θεωρείται κρίση των ειδικών που συμμετέχουν στις διαδικασίες για την προστασία του παιδιού, οι οποίοι και μπορούν να προτείνουν στο δικαστήριο μέτρα προστασίας για το παιδί. Η αξιολόγηση του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού βασίζεται στις αρχές και τις μεθόδους εργασίας των επαγγελματιών εμπειρογνωμόνων (κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων και άλλων). Για λόγους συμμόρφωσης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ειδικό εκπρόσωπο για το παιδί σε περίπτωση που ο ασκών τη γονική μέριμνα αποκλείεται από την εκπροσώπηση του παιδιού ως αποτέλεσμα σύγκρουσης συμφερόντων του με το παιδί. Ο εν λόγω εκπρόσωπος είναι συνήθως δικηγόρος με σημαντική πείρα σε διαδικασίες που αφορούν παιδιά. Ειδικοί εκπρόσωποι μπορούν να διορίζονται σε ορισμένες δικαστικές διαδικασίες που αφορούν τα οικογενειακά δικαιώματα, όπως η επιμέλεια των τέκνων σε υποθέσεις διαζυγίου και οι υιοθεσίες, καθώς και σε υποθέσεις που αφορούν την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των παιδιών.

Η προστασία του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού είναι μία από τις αρχές που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, όπου, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι οι γονείς φέρουν την ευθύνη για την ανατροφή, την ευημερία και την εκπαίδευση των παιδιών τους και είναι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση του δικαιώματος των παιδιών τους σε πλήρη και αρμονική προσωπική ανάπτυξη. Το κράτος πρέπει να μεριμνά ιδιαίτερα για τα ορφανά και τους ανηλίκους που παραμελούνται από τους γονείς τους, ενώ όλοι έχουν καθήκον προστασίας των παιδιών και δικαίωμα να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με πιθανές βλάβες που προκαλούνται σε παιδιά. Οι νέοι, οι μητέρες και τα άτομα με αναπηρία δικαιούνται ειδική προστασία στην εργασία. Όλοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση υπό ίσους όρους. Η υποχρεωτική εκπαίδευση είναι δωρεάν, σύμφωνα με τον νόμο.

5. Παρακολούθηση της εκτέλεσης των αποφάσεων σε διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται παιδιά

Η Κροατία εξέδωσε νόμο για την εκτέλεση των κυρώσεων που επιβάλλονται σε ανηλίκους που καταδικάστηκαν για εγκλήματα και αδικήματα. Σκοπός του ανωτέρω νόμου είναι να ρυθμίσει τα ακόλουθα:

  • τους όρους εκτέλεσης των κυρώσεων που επιβάλλονται σε ανήλικους παραβάτες και νεαρούς ενηλίκους στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, ιδίως των σωφρονιστικών μέτρων, του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων και των μέτρων ασφαλείας και
  • τους όρους εκτέλεσης των κυρώσεων που επιβάλλονται σε ανήλικους παραβάτες στο πλαίσιο της πταισματικής διαδικασίας, ιδίως των σωφρονιστικών μέτρων, του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων και των προστατευτικών μέτρων.

Οι εκπρόσωποι του αρμόδιου κέντρου κοινωνικής φροντίδας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της ορθής μεταχείρισης των ανήλικων παραβατών. Το κέντρο κοινωνικής φροντίδας είναι επίσης υπεύθυνο για την κλήτευση και την καθοδήγηση του παιδιού σχετικά με την εκτέλεση τυχόν σωφρονιστικών μέτρων και παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και υποστήριξη. Τα σωφρονιστικά μέτρα έχουν ως στόχο την παροχή προστασίας, φροντίδας, αρωγής και γενικής ή ειδικής εκπαίδευσης σε παιδιά που έχουν καταδικαστεί. Θα πρέπει να έχουν θετικό αντίκτυπο στην εκπαίδευση, την ανάπτυξη και την προσωπικότητα των δραστών, ώστε να τους ενισχύουν και να τους επιτρέπουν να απέχουν από την τέλεση νέων αδικημάτων.

Τα είδη των σωφρονιστικών μέτρων είναι:

  • η δικαστική επίπληξη
  • ειδικές υποχρεώσεις όπως: η αίτηση συγγνώμης από το θύμα, η αποζημίωση ή επανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε από το ποινικό αδίκημα στο μέτρο του δυνατού για το παιδί, η τακτική εκπαίδευση, κατάρτιση και απασχόληση, η αποδοχή προσφοράς εργασίας και η επιμονή σε αυτήν, η εποπτεία της χρήσης του εισοδήματος του ανήλικου δράστη αξιόποινης πράξης, η συμμετοχή στο έργο ανθρωπιστικών οργανώσεων ή σε δραστηριότητες τοπικής ή οικολογικής σημασίας, η μη επίσκεψη ορισμένων τόπων ή εκδηλώσεων, ή η μη συναναστροφή με ορισμένα άτομα, η υποβολή σε θεραπευτικές αγωγές, όπως η αποτοξίνωση από τα ναρκωτικά ή άλλους εθισμούς, η συμβουλευτική ή η ψυχοκοινωνική θεραπεία, η επαγγελματική κατάρτιση κ.λπ.

Μπορεί επίσης να επιβληθεί περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ως έσχατο μέτρο και υπό ορισμένους όρους όσον αφορά τη χρήση του εν λόγω μέτρου, τη διάρκειά του, τον σκοπό και το περιεχόμενό του. Μόνο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ανήλικοι παραβάτες (ηλικίας 16-18 ετών) μπορούν να καταδικαστούν σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων και μόνο για ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών, όταν, λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του αδικήματος, καθώς και του «υψηλού βαθμού ενοχής» (για παράδειγμα, όταν ο δράστης επέδειξε ακραία επιμονή στην τέλεση του εγκλήματος ή η πράξη του είναι ιδιαίτερα απάνθρωπη), δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η επιβολή σωφρονιστικού μέτρου.

Τα παιδιά που δεν έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους και στην περίπτωση αυτή τα παιδιά πληροφορούνται σχετικά με δικαστικές αποφάσεις και την εκτελεστότητά τους μέσω των νόμιμων εκπροσώπων τους.

Ορισμένα προστατευτικά μέτρα μπορούν να ληφθούν από τα δικαστήρια, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκτέλεσης, για την προστασία των παιδιών από μη αναγκαίες βλάβες μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Προστατευτικά μέτρα αποτελούν: τα περιοριστικά μέτρα περί μη επικοινωνίας ή περιορισμένης επικοινωνίας με τον γονέα, τον παππού ή τη γιαγιά, τον αδερφό ή την αδερφή ενός παιδιού (ή τον ετεροθαλή αδερφό ή την ετεροθαλή αδερφή).

6. Πρόσβαση σε μέσα έννομης προστασίας

α) Όλα τα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου, όπως ορίζεται στους γενικούς κανόνες και όρους για τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στον νόμο περί ποινικής δικονομίας. Έφεση κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να ασκήσει, εκτός από τον εισαγγελέα, τον εναγόμενο και τον συνήγορο υπεράσπισης, και το παιδί-θύμα. Το παιδί-θύμα, ως διάδικος στην ποινική διαδικασία, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου σχετικά με τα δικαστικά έξοδα και κατά της απόφασης του δικαστηρίου σχετικά με τις οικονομικές του απαιτήσεις.

Κάθε πρόσωπο που έχει δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά απόφασης μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που επιβάλλει ποινή ή σωφρονιστικό μέτρο κατά ανηλίκου ή κατά της απόφασης αναστολής της διαδικασίας, εντός οκτώ ημερών από την παραλαβή της απόφασης. Ο συνήγορος υπεράσπισης, ο εισαγγελέας, ο/η σύζυγος, κάθε συγγενής σε ευθεία γραμμή, ο θετός γονέας, ο κηδεμόνας, ο αδελφός, η αδελφή και ο ανάδοχος μπορούν να ασκήσουν έφεση υπέρ του ανηλίκου ακόμη και παρά τη θέλησή του. Η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την επιβολή αυστηρότερης κύρωσης κατά του ανηλίκου μόνον εφόσον αυτό προτείνεται στην έφεση.

β) Τα παιδιά που εμπλέκονται σε δικαστικές διαδικασίες έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία ή έφεση ή αξίωση βάσει των γενικών κανόνων του νόμου περί πολιτικής δικονομίας και του νόμου περί αστικών υποχρεώσεων.

Δεδομένου ότι τα παιδιά, γενικά, δεν διαθέτουν ικανότητα δικαστικής παράστασης, συνήθως οι γονείς ή οι κηδεμόνες τους ενεργούν ως νόμιμοι εκπρόσωποί τους για λογαριασμό τους. Ο νόμιμος εκπρόσωπος του παιδιού δικαιούται να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό του παιδιού, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης έφεσης. Έφεση μπορεί να ασκηθεί από τα μέρη κατά πρωτοβάθμιων αποφάσεων δικαστηρίων. Οι εφέσεις κατά πρωτοβάθμιων αποφάσεων αναστέλλουν την εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων. Κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί έφεση για τους ακόλουθους λόγους: ουσιώδης παράβαση των κανόνων της πολιτικής δικονομίας, εσφαλμένη ή πλημμελής απόδειξη των πραγματικών περιστατικών και εσφαλμένη εφαρμογή του οικείου νόμου. Συνήθως, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είναι 15 ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης αντιγράφου της απόφασης.

7. Υιοθεσία

Ο οικογενειακός νόμος ρυθμίζει την υιοθεσία ως ειδική μορφή οικογενειακής-νομικής φροντίδας και προστασίας των παιδιών που δεν διαθέτουν επαρκή γονική φροντίδα, η οποία επιτρέπει την άσκηση γονικής φροντίδας από τους θετούς γονείς. Ο θετός γονέας θα πρέπει να έχει κροατική ιθαγένεια (κατ’ εξαίρεση μπορεί να είναι αλλοδαπός, αν αυτό υπαγορεύεται μετ’ επιτάσεως από το συμφέρον του παιδιού), να είναι τουλάχιστον 21 ετών και τουλάχιστον 18 έτη μεγαλύτερος από το θετό τέκνο. Τέκνο μπορεί να υιοθετηθεί από παντρεμένα ζευγάρια και νόμιμους συντρόφους από κοινού, από τον έναν σύζυγο / νόμιμο σύντροφο εάν ο άλλος σύζυγος / νόμιμος σύντροφος είναι ο γονέας ή ο θετός γονέας, από τον σύζυγο / νόμιμο σύντροφο με τη συγκατάθεση του άλλου συζύγου / νόμιμου συντρόφου, καθώς και από πρόσωπο το οποίο δεν είναι έγγαμο. Η υιοθεσία είναι επιτρεπτή μέχρι το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του παιδιού, και ένα παιδί μπορεί να υιοθετηθεί εάν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις υιοθεσίας και εάν η υιοθεσία προάγει την ευημερία του παιδιού. Παιδί ηλικίας 12 ετών παρέχει γραπτή συγκατάθεση για την υιοθεσία.

Η διαδικασία της υιοθεσίας διεκπεραιώνεται από το κέντρο κοινωνικής πρόνοιας του τόπου μόνιμης ή προσωρινής διαμονής των προσώπων που προτίθενται να υιοθετήσουν. Εάν ο θετός γονέας ή το τέκνο είναι αλλοδαπός, η υιοθεσία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την προηγούμενη συναίνεση του αρμόδιου για την κοινωνική πρόνοια υπουργείου.

Φιλική προς τα παιδιά δικαιοσύνη στην Κροατία  PDF (690 Kb) en

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/08/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.
Τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τη διαχείριση ιστοσελίδων με εθνικό περιεχόμενο προβαίνουν αυτή τη στιγμή στην επικαιροποίηση μέρους του περιεχομένου αυτού του ιστότοπου για να το προσαρμόσουν στην αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν στο περιεχόμενο του ιστοτόπου δεν λαμβάνεται ακόμη υπόψη η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για ακούσιο σφάλμα και θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο