Αμοιβαία αναγνώριση μέτρων προστασίας σε αστικές υποθέσεις

Άρθρο 17 - Διαθέσιμες για το κοινό πληροφορίες

Εντολή προσωρινής προστασίας

Η εντολή προσωρινής προστασίας εκδίδεται από αστυνομικό που διαπιστώνει την ύπαρξη κινδύνου βάσει αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών. Ο αστυνομικός εκδίδει εντολή προσωρινής προστασίας εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Εάν οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται, οι επιληφθέντες αστυνομικοί οφείλουν να ενημερώσουν τα θύματα σχετικά με τη δυνατότητά τους να υποβάλουν αίτηση για την έκδοση εντολής προστασίας. Η έκδοση της εντολής δεν αποκλείει τη λήψη προληπτικού μέτρου σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα.

Για την επαλήθευση των καταγγελιών, οι αστυνομικοί έχουν δικαίωμα να συλλέγουν αποδεικτικά στοιχεία και να εισέρχονται σε κατοικία χωρίς τη συναίνεση του ενδιαφερομένου προσώπου. Οι αστυνομικοί μπορούν να χρησιμοποιούν βία και εξοπλισμό, κατά τρόπο κατάλληλο και αναλογικό, προκειμένου να εισέλθουν στο ακίνητο.

Στην εντολή προσωρινής προστασίας αναφέρονται τα ακόλουθα στοιχεία: η ημερομηνία, η ώρα και ο τόπος έκδοσης· το/τα όνομα/-τα, το/τα επώνυμο/-α, η ιδιότητα και η αστυνομική μονάδα· η ταυτότητα του δράστη· η ταυτότητα του θύματος· τα πραγματικά περιστατικά της κατάστασης και τα αποδεικτικά στοιχεία· η νομική βάση για την έκδοση της εντολής· η ημερομηνία και η ώρα έναρξης και λήξης της εφαρμογής των μέτρων· το δικαίωμα προσφυγής κατά της εντολής, η προθεσμία για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος και το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να κατατεθεί η προσφυγή.

Η εντολή προσωρινής προστασίας ορίζει, για χρονικό διάστημα πέντε ημερών, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα διαθέσιμα μέτρα προστασίας (υποχρεώσεις ή απαγορεύσεις) που έχουν σχεδιαστεί για τη μείωση του διαπιστωμένου κινδύνου· την έξωση του δράστη· την ασφαλή επιστροφή του θύματος· την υποχρέωση του δράστη να διατηρεί συγκεκριμένη ελάχιστη απόσταση από το θύμα· την υποχρέωση του δράστη να φορά βραχιόλι ηλεκτρονικής επιτήρησης· την παράδοση τυχόν όπλων·

Οι υποχρεώσεις και οι απαγορεύσεις που επιβάλλονται στον δράστη αρχίζουν να ισχύουν αμέσως μετά την έκδοση της εντολής, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή προθεσμία. Η πενθήμερη προθεσμία υπολογίζεται σε ώρες και ξεκινά από τη στιγμή που εκδίδεται η εντολή.

Αντίγραφο ή διπλότυπο της εντολής παραδίδεται, αμέσως μετά την έκδοση, τόσο στον δράστη όσο και στο θύμα στον τόπο της έκδοσης, και πρέπει να υπογραφεί και από τους δύο.

Εντός 24 ωρών από την έκδοσή της, η εντολή υποβάλλεται από την αστυνομική μονάδα στην οποία ανήκει ο αστυνομικός που την εξέδωσε, στην εισαγγελία που υπάγεται στο αρμόδιο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η εντολή.

Η εντολή προσωρινής προστασίας αποστέλλεται στην αρμόδια εισαγγελία. Εντός 48 ωρών από την έκδοση της εντολής, ο εισαγγελέας αποφασίζει σχετικά με την ανάγκη διατήρησης των μέτρων, επιβεβαιώνοντας, κατά περίπτωση, ότι συντρέχει τέτοια ανάγκη. Εάν αποδειχθεί ότι η διατήρηση των μέτρων δεν είναι αναγκαία, ο εισαγγελέας δύναται να παραγγείλει τον τερματισμό τους και να ενημερώσει σχετικά την αστυνομική μονάδα που υπέβαλε την εντολή, η οποία στη συνέχεια προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων προσώπων. Μετά την επιβεβαίωση της ανάγκης για τη διατήρηση των μέτρων, ο εισαγγελέας υποβάλλει την εντολή στο αρμόδιο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε, μαζί με αίτημα για την έκδοση εντολής. Όταν η εντολή υποβάλλεται μ’ αυτόν τον τρόπο, η αρχική διάρκεια για την οποία επιβλήθηκε παρατείνεται για όσο χρόνο απαιτείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης εντολής από το δικαστήριο.

Είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά της εντολής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου εντός 48 ωρών από την κοινοποίησή της. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλητεύονται στην ακρόαση της προσφυγής. Η προσφυγή εκδικάζεται με τη διαδικασία του επείγοντος —αλλά το αργότερο έως την ημερομηνία λήξης ισχύος της προσωρινής εντολής προστασίας— κεκλεισμένων των θυρών, με κλήτευση του οργάνου που εξέδωσε την εντολή. Η συμμετοχή του εισαγγελέα είναι υποχρεωτική. Η απόφαση επί της προσφυγής είναι οριστική.

Εντολή προστασίας

Για την εξάλειψη κινδύνου, το θύμα μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να εκδώσει εντολή προστασίας που θα ορίζει: ότι πρέπει να γίνει έξωση του δράστη από την οικία· ότι πρέπει να παρασχεθεί στο θύμα η δυνατότητα ασφαλούς επιστροφής στην οικία· ότι το δικαίωμα χρήσης του δράστη πρέπει να περιοριστεί μόνο σε ένα τμήμα της οικίας· ότι το θύμα πρέπει να φιλοξενηθεί/τοποθετηθεί σε κέντρο παροχής βοήθειας· ότι ο δράστης πρέπει να διατηρεί συγκεκριμένη ελάχιστη απόσταση από το θύμα· ότι πρέπει να απαγορευτεί στον δράστη να επισκέπτεται ορισμένα μέρη ή συγκεκριμένες τοποθεσίες· ότι ο δράστης πρέπει να φορά σε μόνιμη βάση βραχιόλι ηλεκτρονικής επιτήρησης· ότι πρέπει να απαγορευτεί κάθε επαφή του δράστη με το θύμα· ότι ο δράστης πρέπει να παραδώσει όλα τα όπλα του στην αστυνομία· τις ρυθμίσεις για την επιμέλεια και την κατοικία των ανήλικων τέκνων.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την υποβολή του δράστη σε ψυχολογική υποστήριξη/ψυχοθεραπεία ή τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα βοήθειας και μπορεί να συστήσει/ζητήσει την εισαγωγή του σε εξειδικευμένο ίδρυμα.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη μέτρων για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με την εντολή προστασίας και την αποτροπή της παραβίασής της: την τακτική εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα που είναι αρμόδιο για την εποπτεία της συμμόρφωσης με την εντολή· τη γνωστοποίηση της νέας διεύθυνσης, σε περίπτωση έξωσης· τακτικούς και/ή αιφνιδιαστικούς ελέγχους ως προς το πού βρίσκεται ο δράστης.

Το διατακτικό της εντολής ορίζει ότι η μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τα μέτρα συνιστά ποινικό αδίκημα.

Η διάρκεια των μέτρων που αναφέρονται στην εντολή προστασίας καθορίζεται από τον δικαστή, αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της εντολής.

Οι αιτήσεις για την έκδοση εντολής προστασίας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή έχει την κατοικία του το θύμα. Η αίτηση για την έκδοση εντολής προστασίας μπορεί να υποβληθεί από το θύμα, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω νόμιμου εκπροσώπου, ή, για λογαριασμό του θύματος, επίσης μέσω του εισαγγελέα, του εκπροσώπου της σχετικής αρχής ή του εκπροσώπου του τυχόν παρόχου κοινωνικών υπηρεσιών.

Η αίτηση πρέπει να συντάσσεται με χρήση του πρότυπου εντύπου Word (31 Kb) ro και απαλλάσσεται από το τέλος δικαστικού ενσήμου. Οι αιτήσεις εκδικάζονται κεκλεισμένων των θυρών και η συμμετοχή του εισαγγελέα είναι υποχρεωτική. Κατόπιν αιτήματος, μπορεί να παρασχεθεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο νομική συνδρομή ή εκπροσώπηση από δικηγόρο. Η χορήγηση συνδρομής σε πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εντολή προστασίας είναι υποχρεωτική. Η απόφαση εκδίδεται με τη διαδικασία του επείγοντος και κατά προτεραιότητα. Οι αιτήσεις πρέπει να διευθετούνται εντός 72 ωρών από την υποβολή, εκτός από τις περιπτώσεις όπου έχει προηγουμένως εκδοθεί εντολή προσωρινής προστασίας.

Η εντολή προστασίας είναι εκτελεστή. Η απόφαση εκτελείται χωρίς ειδοποίηση ή προθεσμία. Η συμμόρφωση με την εντολή προστασίας είναι υποχρεωτική και για το θύμα. Προσφυγή κατά της απόφασης μπορεί να ασκηθεί μόνο εντός τριών ημερών από την έκδοσή της (εάν εκδόθηκε κατόπιν κλήτευσης των διαδίκων) ή την κοινοποίησή της (εάν εκδόθηκε χωρίς κλήτευση των διαδίκων). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής, αλλά μόνο έναντι καταβολής εγγύησης. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλητεύονται στην ακρόαση της προσφυγής. Η συμμετοχή του εισαγγελέα είναι υποχρεωτική.

Την ημέρα έκδοσης της απόφασης, αντίγραφο του διατακτικού της απόφασης κοινοποιείται στις μονάδες της ρουμανικής αστυνομίας στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η οικία του θύματος και του δράστη. Η εντολή εκτελείται χωρίς καθυστέρηση από την αστυνομία ή υπό την εποπτεία της. Αστυνομικός μπορεί να εισέλθει στην οικογενειακή κατοικία με τη συγκατάθεση του προστατευόμενου προσώπου, εάν είναι παρόν, ή άλλου μέλους της οικογένειας. Η αστυνομία έχει την υποχρέωση να εποπτεύει τη συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση και να ενημερώνει τη διωκτική αρχή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Η μη συμμόρφωση του δράστη με μέτρα που έχουν επιβληθεί δυνάμει εντολής προστασίας συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση από έναν μήνα έως ένα έτος.

Μετά τη λήξη ισχύος των εν λόγω μέτρων, το θύμα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση νέας εντολής προστασίας. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου επιβάλλεται ένα μέτρο δυνάμει εντολής προστασίας για τη μέγιστη δυνατή περίοδο μπορεί να υποβάλει αίτηση για ανάκληση της εντολής ή για αντικατάσταση του επιβληθέντος μέτρου.

Εάν, κατά την εξέταση της αίτησης, το δικαστήριο διαπιστώσει ότι συντρέχει μία από τις περιστάσεις που απαιτούν τη λήψη ειδικού μέτρου για την προστασία παιδιού, ενημερώνει αμέσως την τοπική δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την προστασία των παιδιών.

Στη συνέχεια πραγματοποιείται έκτακτη παρέμβαση, ώστε να παρασχεθούν οι απαιτούμενες κοινωνικές υπηρεσίες από κινητή ομάδα, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους της Δημόσιας Υπηρεσίας Κοινωνικής Πρόνοιας (SPAS).

Άρθρο 18, στοιχείο α)(i) - τις αρχές που είναι αρμόδιες να διατάσσουν μέτρα προστασίας και να εκδίδουν πιστοποιητικά σύμφωνα με τα άρθρο 5

Σύμφωνα με το άρθρο 22/1 του αναδημοσιευμένου νόμου αριθ. 217/2003 για την αποτροπή και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, οι αστυνομικοί που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους διαπιστώνουν άμεσο κίνδυνο απειλής της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας ενός προσώπου από πράξη ενδοοικογενειακής βίας, μπορούν να εκδώσουν εντολή προσωρινής προστασίας για τον περιορισμό του εν λόγω κινδύνου.

Αρμόδιες αρχές για την έκδοση εντολών προστασίας είναι τα ειρηνοδικεία στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται ο τόπος διαμονής ή κατοικίας των θυμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 25 του αναδημοσιευμένου νόμου αριθ. 217/2003 για την αποτροπή και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του άρθρου I/5 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή ορισμένων κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, το οποίο εγκρίθηκε, όπως έχει τροποποιηθεί, με τον νόμο 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί, τα δικαστήρια αποφαίνονται επί των αιτήσεων για την έκδοση πιστοποιητικών με την έκδοση αποφάσεων κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς κλήτευση των διαδίκων.

Δεν χωρεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που κάνει δεκτή την αίτηση. Η άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση είναι δυνατή μόνο εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης.

Το πιστοποιητικό παραδίδεται στο προστατευόμενο πρόσωπο και αντίγραφο αυτού επιδίδεται στο πρόσωπο που συνιστά απειλή, το οποίο ενημερώνεται ότι το μέτρο προστασίας που πιστοποιείται μ’ αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζεται και είναι εκτελεστό σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 18 στοιχείο α)(ii) - τις αρχές ενώπιον των οποίων μπορεί να γίνεται επίκληση μέτρου προστασίας που διατάσσεται σε άλλο κράτος μέλος και/ή οι οποίες είναι αρμόδιες να εκτελούν τον εν λόγω μέτρο

Σύμφωνα με το άρθρο 22/5 και το άρθρο 31 του αναδημοσιευμένου νόμου αριθ. 217/2003 σχετικά με την αποτροπή και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, η εντολή προσωρινής προστασίας και η εντολή προστασίας εκτελούνται αμελλητί από την αστυνομία ή, κατά περίπτωση, υπό την εποπτεία της.

Άρθρο 18 στοιχείο α)(iii) - τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη διενέργεια της προσαρμογής μέτρων προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του άρθρου I/5 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή ορισμένων κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, το οποίο εγκρίθηκε, όπως έχει τροποποιηθεί, με τον νόμο 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί, για την εκτέλεση μιας απόφασης που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλει μέτρα προστασίας τα οποία είναι άγνωστα ή διαφορετικά από αυτά που προβλέπονται δυνάμει του ρουμανικού δικαίου, τα αρμόδια ρουμανικά δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 606/2013, προσαρμόζουν τα πραγματικά στοιχεία των μέτρων προστασίας ώστε να τα καταστήσουν εκτελεστά στη Ρουμανία σύμφωνα με το ρουμανικό δίκαιο και διατάσσουν μέτρα που έχουν ισοδύναμα αποτελέσματα και επιδιώκουν παρεμφερείς στόχους και συμφέροντα. Το μέτρο που διατάσσεται από ρουμανικό δικαστήριο δεν μπορεί να παράγει αποτελέσματα που βαίνουν πέραν των αποτελεσμάτων που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης για το μέτρο που καθορίζεται σε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης.

Η προσαρμογή πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου διαδίκου, κατά τη διαδικασία έκδοσης απόφασης επί αιτήσεων για την κήρυξη εκτελεστότητας ή την άρνηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας.

Αρμόδιο δικαστήριο είναι το ειρηνοδικείο.

Σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι η προσαρμογή είναι απαραίτητη, διατάσσει την κλήτευση των μερών. Η παρουσία του εισαγγελέα είναι υποχρεωτική.

Κατά της απόφασης με την οποία το δικαστήριο προέβη σε προσαρμογή απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση. Δεν χωρεί ένδικο μέσο κατά την απόφασης που εκδίδεται επί της προσφυγής.

Άρθρο 18 στοιχείο α(iv) - τα δικαστήρια στα οποία πρέπει να γίνει η υποβολή, σύμφωνα με το άρθρο 13, της αίτησης για απόρριψη αναγνώρισης και, όπου ισχύει, για εκτέλεση·

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του άρθρου I/5 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή ορισμένων κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, το οποίο εγκρίθηκε, όπως έχει τροποποιηθεί, με τον νόμο 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί, οι αιτήσεις για άρνηση αναγνώρισης και οι αιτήσεις για άρνηση εκτέλεσης στη Ρουμανία αποφάσεων που περιέχουν μέτρα προστασίας που έχουν αποφασιστεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 606/2013.

Τελευταία επικαιροποίηση: 04/03/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο