Παραπομπή υπόθεσης στο δικαστήριο

Ρουμανία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Είμαι αναγκασμένος να προσφύγω σε δικαστήριο ή υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση;

Όποιος έχει αξίωση κατά άλλου προσώπου πρέπει να καταθέσει αγωγή στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την οικεία υπόθεση. Η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί στο δικαστήριο μόνο μετά την ολοκλήρωση μιας προδικαστικής διαδικασίας, αν αυτό προβλέπεται ρητά από τον νόμο. Η απόδειξη της ολοκλήρωσης της προδικαστικής διαδικασίας πρέπει να επισυνάπτεται στην αγωγή.

Τα μέρη της διαφοράς μπορούν επίσης να προσφύγουν σε εναλλακτικές μεθόδους επίλυσης της διαφοράς.

Η διαμεσολάβηση είναι προαιρετική πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι δικαστικές αρχές οφείλουν να ενημερώνουν τους διαδίκους για τη δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση και για τα πλεονεκτήματά της.

Διαμεσολάβηση μπορεί να διενεργηθεί σε διαφορές ασφάλισης, προστασίας των καταναλωτών, οικογενειακού δικαίου, σε υποθέσεις επαγγελματικής ευθύνης, σε εργατικές και αστικές διαφορές αξίας μικρότερης των 50 000 RON (λέου), εκτός απ’ αυτές για τις οποίες έχει εκδοθεί εκτελεστή δικαστική απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Τα μέρη της διαφοράς μπορούν επίσης να προσφύγουν στη διαιτησία, η οποία αποτελεί ιδιωτική εναλλακτική διαδικασία. Τα πρόσωπα που έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα μπορούν να συμφωνήσουν να υπαγάγουν στη διαιτησία τις διαφορές τους, εκτός από όσες συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, την ικανότητα των προσώπων, τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, τη συγγένεια και τα δικαιώματα που δεν μπορούν να αποφασιστούν από τους διαδίκους.

2 Υπάρχει προθεσμία προσφυγής στο δικαστήριο;

Το δικαίωμα άσκησης αγωγής με χρηματική αξίωση υπόκειται σε παραγραφή, εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος. Στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος υπόκεινται σε αποσβεστική παραγραφή και άλλα δικαιώματα άσκησης αγωγής, ανεξαρτήτως του αντικειμένου τους (άρθρο 2501 του αστικού κώδικα).

Η γενική προθεσμία παραγραφής είναι τριετής, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2517 του αστικού κώδικα.

Ο αστικός κώδικας θεσπίζει ειδικές προθεσμίες παραγραφής συγκεκριμένων υποθέσεων, όπως:

  • δεκαετή προθεσμία παραγραφής: των εμπράγματων δικαιωμάτων που δεν έχουν κηρυχθεί απαράγραπτα με νόμο ή δεν υπόκεινται σε άλλη προθεσμία παραγραφής της αποζημίωσης για άυλες/υλικές ζημίες λόγω βασανιστηρίων ή βάναυσων πράξεων ή, ανάλογα με την περίπτωση, λόγω βίας ή προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκων ή προσώπων που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να εκφράσουν τη βούλησή τους της αποζημίωσης λόγω περιβαλλοντικής ζημίας
  • διετή προθεσμία παραγραφής: του δικαιώματος άσκησης αγωγής για σχέση ασφάλισης ή αντασφάλισης του δικαιώματος άσκησης αγωγής για την πληρωμή των αμοιβών που οφείλονται σε διαμεσολαβητές για τις υπηρεσίες που παρέχουν βάσει συμφωνίας διαμεσολάβησης
  • ετήσια προθεσμία παραγραφής: του δικαιώματος άσκησης αγωγής για την επιστροφή ποσών που έχουν εισπραχθεί από την πώληση εισιτηρίων για παράσταση που ακυρώθηκε από παρόχους τροφοδοσίας ή ξενοδοχειακές επιχειρηματικές μονάδες για τις υπηρεσίες που έχουν παράσχει από καθηγητές, δασκάλους, μαέστρους και καλλιτέχνες για ωριαία, ημερήσια ή μηνιαία μαθήματα από γιατρούς, μαίες, νοσηλευτές και φαρμακοποιούς για κλήσεις, ιατρικές πράξεις ή φάρμακα από εμπόρους λιανικής πώλησης για την πληρωμή εμπορευμάτων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από τεχνίτες για την πληρωμή του έργου τους από δικηγόρους κατά των πελατών τους για την πληρωμή αμοιβών και εξόδων από συμβολαιογράφους και δικαστικούς επιμελητές για την πληρωμή των ποσών που δικαιούνται για τις δραστηριότητές τους από μηχανικούς, αρχιτέκτονες, τοπογράφους, λογιστές και άλλους ελεύθερους επαγγελματίες για την πληρωμή των ποσών που δικαιούνται να λάβουν του δικαιώματος άσκησης αγωγής από σύμβαση χερσαίας, εναέριας ή υδάτινης μεταφοράς αγαθών κατά του μεταφορέα.

3 Πρέπει να απευθυνθώ σε δικαστήριο του παρόντος κράτους μέλους;

Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε διαφορές με διασυνοριακή διάσταση θεσπίζονται στο Μέρος VII, Διεθνής Αστική Διαδικασία, του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Ωστόσο, οι διατάξεις του εν λόγω μέρους εφαρμόζονται σε διαδικασίες με διασυνοριακή διάσταση βάσει του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις διεθνείς συνθήκες στις οποίες η Ρουμανία είναι συμβαλλόμενο μέρος, στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ειδικούς νόμους.

Σε υποθέσεις διεθνούς δικαιοδοσίας, ο κώδικας πολιτικής δικονομίας περιλαμβάνει διατάξεις που αφορούν μεταξύ άλλων: την αρμοδιότητα βάσει της κατοικίας ή της έδρας του εναγομένου, την εκούσια παρέκταση αρμοδιότητας υπέρ των δικαστηρίων της Ρουμανίας, τις συμφωνίες για την επιλογή του δικαστηρίου, την εξαίρεση από τη διαιτησία, την αναγκαστική αρμοδιότητα, την εσωτερική αρμοδιότητα, την εκκρεμοδικία και άλλες συναφείς πράξεις σε διεθνές επίπεδο, την αποκλειστική προσωπική αρμοδιότητα, την αποκλειστική αρμοδιότητα σε χρηματικές αγωγές ή την προνομιακή αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Ρουμανίας (άρθρο 1065 και επόμενα του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

4 Αν ναι, σε ποιο συγκεκριμένο δικαστήριο του παρόντος κράτους μέλους πρέπει να απευθυνθώ σε συνάρτηση με τον τόπο κατοικίας μου και τον τόπο κατοικίας του αντιδίκου ή με άλλα στοιχεία της υπόθεσής μου;

Η κατά τόπον αρμοδιότητα ρυθμίζεται με γενικά κριτήρια (κατοικία/έδρα εναγομένου), εναλλακτικά κριτήρια (σχέση γονέων-τέκνων, διατροφή, σύμβαση μεταφοράς, ασφαλιστική σύμβαση, συναλλαγματική/επιταγή/γραμμάτιο εις διαταγήν/πιστωτικός τίτλος, καταναλωτές, αστική ευθύνη βάσει του δικαίου περί αδικοπραξίας) ή αποκλειστικά κριτήρια (περιουσιακά στοιχεία, κληρονομία, εταιρίες, αγωγές κατά καταναλωτών) που καθορίζονται στο άρθρο 107 και επόμενα του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας.

5 Σε ποιο συγκεκριμένο δικαστήριο του παρόντος κράτους μέλους πρέπει να απευθυνθώ ενόψει του είδους της υπόθεσής μου και του επίδικου ποσού;

Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των δικαστηρίων καθιερώνεται στο άρθρο 94 και επόμενα του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας και εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης ή το ποσό που διακυβεύεται.

Ως πρωτοβάθμια δικαστήρια, τα πρωτοδικεία εκδικάζουν: αγωγές οι οποίες, δυνάμει του αστικού κώδικα, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του οικογενειακού δικαστηρίου ή του δικαστηρίου της επιμέλειας αιτήσεις καταχώρισης εγγραφών που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση αιτήσεις που αφορούν τη διαχείριση πολυώροφων κτιρίων/διαμερισμάτων/χώρων αποκλειστικής συγκυριότητας και τις έννομες σχέσεις των ενώσεων ιδιοκτητών κατοικιών με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα αιτήσεις έξωσης αιτήσεις που αφορούν μεσοτοιχίες και τάφρους, την απόσταση μεταξύ κτισμάτων και καλλιεργειών, δουλείες διόδου, βάρη και άλλους περιορισμούς των δικαιωμάτων κυριότητας αιτήσεις που αφορούν μεταβολές ορίων και τη χάραξη ορίων αιτήσεις προστασίας αποκτημάτων αιτήσεις που αφορούν θετικές ή αποθετικές υποχρεώσεις που δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα αιτήσεις που αφορούν τη δικαστική διανομή, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου άλλες αποτιμητές σε χρήμα αιτήσεις (αγωγές), ύψους έως και 200 000 RON, ανεξάρτητα από την ικανότητα των διαδίκων.

Τα νομαρχιακά δικαστήρια εκδικάζουν, ως πρωτοβάθμια δικαστήρια, όλες τις αγωγές που κατά τον νόμο δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων ή οποιαδήποτε άλλη αγωγή που κατά τον νόμο εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους.

Τα εφετεία εκδικάζουν, ως πρωτοβάθμια δικαστήρια, τις αγωγές για διοικητικές και φορολογικές διαφορές και κάθε άλλη αγωγή που κατά τον νόμο εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους.

6 Μπορώ να απευθυνθώ στο δικαστήριο μόνος ή χρειάζεται να χρησιμοποιήσω κάποιον ενδιάμεσο, για παράδειγμα, δικηγόρο;

Οι διάδικοι μπορεί να ασκήσουν αγωγή αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου, ενώ η εν λόγω εκπροσώπηση μπορεί να τεθεί υπό την αίρεση του νόμου, συμφωνίας ή δικαστικής αρχής. Τα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα εκπροσωπούνται από νόμιμο αντιπρόσωπο. Οι διάδικοι μπορούν να εκπροσωπούνται από αντιπρόσωπο της επιλογής τους, βάσει του νόμου, εκτός αν ο νόμος επιτάσσει την αυτοπρόσωπη παράστασή τους ενώπιον του δικαστηρίου.

Στον πρώτο βαθμό και στην εφετειακή διαδικασία, τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούνται από δικηγόρο ή άλλον πληρεξούσιο. Εάν ως αντιπρόσωπος ενεργεί άλλο πρόσωπο πλην του δικηγόρου, ο πληρεξούσιος μπορεί να προβαίνει σε καταθέσεις για δικονομικές ενστάσεις και για την ουσία της υπόθεσης μόνο μέσω δικηγόρου, τόσο στο στάδιο της διερεύνησης όσο και στο στάδιο της έκθεσης των επιχειρημάτων. Κατά τη σύνταξη της αγωγής και τον καθορισμό των λόγων της έφεσης και την κατάθεση και υπεράσπιση της έφεσης, τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να λαμβάνουν συνδρομή και να εκπροσωπούνται, επί ποινή ακυρότητας, μόνο από δικηγόρο.

Τα νομικά πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούνται ενώπιον των δικαστηρίων μόνο από νομικό σύμβουλο ή δικηγόρο. Κατά τη σύνταξη της αγωγής και τον καθορισμό των λόγων της έφεσης και την κατάθεση και υπεράσπιση της έφεσης, τα νομικά πρόσωπα πρέπει να λαμβάνουν συνδρομή και, όποτε χρειάζεται, να εκπροσωπούνται, επί ποινή ακυρότητας, μόνο από δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο. Οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν ισχύουν ανάλογα για ενώσεις, εταιρίες ή άλλες οντότητες χωρίς νομική προσωπικότητα.

7 Για την κίνηση της διαδικασίας, σε ποιον συγκεκριμένα πρέπει να απευθυνθώ: στην υποδοχή, στη γραμματεία του δικαστηρίου ή σε κάποια άλλη υπηρεσία;

Η αγωγή καταχωρίζεται και χρονολογείται βάσει της σφραγίδας καταχώρισης. Μετά την καταχώριση, η αγωγή και τα συνοδευτικά έγγραφα, μαζί, κατά περίπτωση, με τα αποδεικτικά στοιχεία του τρόπου διαβίβασης στο δικαστήριο, κατατίθενται στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή στο πρόσωπο που αυτός ορίζει, που λαμβάνει αμέσως για τον καθορισμό της (τυχαίας) σύνθεσης του δικαστηρίου, δυνάμει του νόμου (άρθρο 199 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

8 Σε ποια γλώσσα πρέπει να διατυπώσω την αίτησή μου; Μπορώ να την υποβάλω προφορικά ή πρέπει να την υποβάλω οπωσδήποτε εγγράφως; Μπορώ να την υποβάλω με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο;

Δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 5 του νόμου αριθ. 304/2004 για την οργανωτική διάρθρωση της δικαιοσύνης, οι αγωγές και τα συνοδευτικά έγγραφα πρέπει να συντάσσονται αποκλειστικά στη ρουμανική γλώσσα. Οι αγωγές πρέπει να συντάσσονται αποκλειστικά γραπτώς. Το άρθρο 194 του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι η αγωγή που κατατίθεται αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου ή παραλαμβάνεται ταχυδρομικά, με ταχυμεταφορά, τηλεομοιοτυπία ή σαρωμένο αντίγραφο ή αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ως ηλεκτρονικό έγγραφο, καταχωρίζεται και χρονολογείται βάσει της σφραγίδας καταχώρισης.

Δυνάμει του άρθρου 225 του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας, το δικαστήριο καταφεύγει σε νομικό μεταφραστή σε περίπτωση διαδίκου που πρέπει να εξεταστεί προφορικά και δεν γνωρίζει τη ρουμανική γλώσσα. Εάν οι διάδικοι συμφωνούν, ο δικαστής ή ο γραμματέας μπορεί να ενεργήσει ως μεταφραστής. Εάν δεν μπορεί να διασφαλιστεί η παρουσία νομικού μεταφραστή, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεταφράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από αξιόπιστες πηγές. Εάν το πρόσωπο έχει προβλήματα ομιλίας, είναι κωφό ή κωφάλαλο ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο δεν μπορεί να εκφραστεί, η επικοινωνία διεξάγεται γραπτώς. Εάν το επίμαχο πρόσωπο δεν μπορεί να διαβάσει ή να γράψει, χρησιμοποιείται διερμηνέας. Οι διατάξεις για τους εμπειρογνώμονες ισχύουν αναλογικά για τους μεταφραστές και τους διερμηνείς.

9 Υπάρχουν ειδικά έντυπα για την άσκηση αγωγής; Αν όχι, πώς κινείται η διαδικασία; Ο φάκελος της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά ορισμένα στοιχεία;

Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας δεν προβλέπει τη χρήση πρότυπων εντύπων για τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Οι γενικοί κανόνες της αστικής διαδικασίας καθορίζουν το περιεχόμενο των επιμέρους ένδικων βοηθημάτων ή μέσων του αστικού δικαίου (λ.χ. της αγωγής, της αντίκρουσης, της ανταγωγής).

10 Χρειάζεται να καταβληθούν τέλη στο δικαστήριο; Αν ναι, πότε; Η αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται;

Τα δικαστικά έξοδα συνίστανται σε δικαστικά ένσημα, αμοιβές δικηγόρων, εμπειρογνωμόνων και πραγματογνωμόνων, ποσά που οφείλονται στους μάρτυρες ως έξοδα μετακίνησης και διαφυγόντα ποσά λόγω της υποχρεωτικής παράστασης ενώπιον δικαστηρίου, έξοδα μετακίνησης και διαμονής, καθώς και κάθε άλλο έξοδο που απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας. Ο διάδικος που αξιώνει την καταβολή δικαστικών εξόδων πρέπει να αποδείξει τα έξοδα και το ποσό τους το αργότερο έως το τέλος των συζητήσεων για την ουσία της υπόθεσης. Ο ηττηθείς διάδικος υποχρεούται να πληρώσει τα νομικά έξοδα του νικήσαντος διαδίκου, έπειτα από αίτημα του τελευταίου. Εάν η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, οι δικαστές ορίζουν το μέτρο στο οποίο θα διαταχθεί κάθε διάδικος να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα. Εάν κριθεί αναγκαίο, οι δικαστές ενδέχεται να διατάξουν τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων. Ο εναγόμενος που έχει ομολογήσει τις αξιώσεις του ενάγοντος κατά την πρώτη συζήτηση στην οποία έχουν νομίμως κλητευθεί οι διάδικοι, δεν μπορεί να διαταχθεί να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα, εκτός εάν, πριν από την κίνηση της διαδικασίας, ο ενάγων απέστειλε επίσημη ειδοποίηση (όχληση) στον εναγόμενο ή αν ο εναγόμενος ήταν κατά τον νόμο υπερήμερος. Σε περίπτωση περισσότερων εναγόντων ή εναγομένων, ενδέχεται να διαταχθούν να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα, εξίσου, αναλογικά ή από κοινού, ανάλογα με την ιδότητά τους στη διαδικασία ή τη φύση της μεταξύ τους έννομης σχέσης.

11 Μπορώ να τύχω νομικής συνδρομής;

Νομική συνδρομή μπορεί να χορηγηθεί δυνάμει των διατάξεων του επείγοντος διατάγματος αριθ. 51/2008 για την κρατική νομική συνδρομή στις αστικές υποθέσεις, το οποίο εγκρίθηκε και τροποποιήθηκε περαιτέρω με τον νόμο 193/2008, όπως αυτός τροποποιήθηκε περαιτέρω. Ο νέος κώδικας πολιτικής δικονομίας (άρθρα 90 και 91) περιλαμβάνει γενικές διατάξεις για τη νομική συνδρομή.

12 Από ποιο χρονικό σημείο και εξής η αγωγή μου θεωρείται επισήμως ασκηθείσα; Θα μου δώσουν οι αρχές πληροφορίες για το κατά πόσον η αγωγή μου έχει ασκηθεί εγκύρως;

Η αγωγή καταχωρίζεται και χρονολογείται βάσει της σφραγίδας καταχώρισης. Μετά την καταχώριση, η αγωγή και τα συνοδευτικά έγγραφα προσκομίζονται στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή τον δικαστή που αναπληρώνει τον πρόεδρο, ο οποίος ενεργεί αμέσως για να ορίσει ένα τυχαίας σύνθεσης δικαστήριο.

Το δικαστήριο στο οποίο ανατέθηκε τυχαία η υπόθεση επαληθεύει το κατά πόσον η αγωγή πληροί τις αναγκαίες προδιαγραφές. Αν η αγωγή δεν πληροί τις προδιαγραφές, ο ενάγων ενημερώνεται εγγράφως για τις σχετικές ελλείψεις. Το αργότερο εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης, ο ενάγων πρέπει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες ή να επιφέρει τις τροποποιήσεις που διατάχθηκαν, με ποινή ακυρότητας της αγωγής. Εάν οι υποχρεώσεις παροχής πρόσθετων πληροφοριών ή τροποποίησης της αγωγής δεν πληρωθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, διατάσσεται η ακύρωση της αγωγής με έκθεση του δικαστικού συμβουλίου.

Αν ο δικαστής κρίνει ότι έχουν πληρωθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις της αγωγής, διατάσσει, με απόφασή του, την κοινοποίησή της στον εναγόμενο.

13 Θα λάβω λεπτομερείς πληροφορίες για το χρονοδιάγραμμα των γεγονότων που θα ακολουθήσουν την προσφυγή στο δικαστήριο (π.χ. όσον αφορά το πότε θα πρέπει να εμφανιστώ στο δικαστήριο);

Αναλυτικές πληροφορίες για την υπόθεση μπορούν να ληφθούν από το αρχείο των δικαστηρίων ή τους δικτυακούς τους τόπους, αν υπάρχουν, στη διεύθυνση http://portal.just.ro/ .

Το δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της αγωγής μόνο αν οι διάδικοι έχουν κλητευθεί ή παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου. Το δικαστήριο αναβάλλει την έκδοση απόφασης επί της υπόθεσης και διατάσσει την κλήτευση του διαδίκου αν διαπιστώσει ότι ο απών διάδικος δεν κλητεύθηκε σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου, με ποινή ακυρότητας. Η κοινοποίηση των κλήσεων και όλων των δικονομικών εγγράφων γίνεται αυτεπαγγέλτως.

Όταν ο δικαστής διαπιστώσει ότι έχουν τηρηθεί όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις αναφορικά με την αγωγή, διατάσσει, με απόφασή του, την κοινοποίησή της στον εναγόμενο, ο οποίος ενημερώνεται για την υποχρέωση κατάθεσης αντίκρουσης, επί ποινή κυρώσεων, εντός είκοσι πέντε ημερών από την κοινοποίηση της αγωγής. Η αντίκρουση κοινοποιείται στον ενάγοντα, που πρέπει να υποβάλει την απάντησή του στην αντίκρουση εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση, ενώ ο εναγόμενος λαμβάνει γνώση της απάντησης στην αντίκρουση με εξέταση του φακέλου της υπόθεσης. Εντός τριών ημερών από την ημέρα κατάθεσης της απάντησης στην αντίκρουση, ο δικαστής ορίζει με απόφασή του την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης, η οποία πρέπει να διεξαχθεί το αργότερο εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, και διατάσσει να κλητευθούν οι διάδικοι. Εάν ο εναγόμενος δεν κατέθεσε αντίκρουση εντός της νόμιμης προθεσμίας ή εάν ο ενάγων δεν κατέθεσε απάντηση στην αντίκρουση εντός της νόμιμης προθεσμίας, ο δικαστής, με την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, ορίζει με απόφασή του την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης, η οποία πρέπει να διεξαχθεί το αργότερο εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, και διατάσσει να κλητευθούν οι διάδικοι. Σε επείγουσες διαδικασίες, είναι δυνατή η σύντμηση των ανωτέρω προθεσμιών από τον δικαστή, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εάν ο εναγόμενος είναι κάτοικος εξωτερικού, ο δικαστής διατάσσει μεγαλύτερη εύλογη περίοδο, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Ο διάδικος που κατέθεσε την αγωγή και επιβεβαίωσε ότι ενημερώθηκε για την ημερομηνία της συζήτησης και ο διάδικος που παρέστη στη συζήτηση δεν κλητεύονται περαιτέρω στη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, διότι θεωρείται ότι γνωρίζουν τις επόμενες ημερομηνίες συζήτησης. Οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν επίσης για τον διάδικο στον οποίο έχει επιδοθεί κλήση σε συζήτηση, διότι θεωρείται ότι, στην εν λόγω περίπτωση, ο εν λόγω διάδικος έχει επίσης γνώση των ημερομηνιών συζήτησης που ακολουθούν αυτή για την οποία του επιδόθηκε η κλήση. Η κλήση αναφέρει επίσης ότι, με την επίδοση της κλήσης και με την αίρεση υπογραφής που βεβαιώνει την παραλαβή, ο κλητευθείς διάδικος θεωρείται επίσης ότι έχει γνώση των ημερομηνιών συζήτησης που έπονται της συζήτησης για την οποία του επιδόθηκε η κλήση.

Στην πρώτη συζήτηση στην οποία κλήθηκαν νομίμως οι διάδικοι, ο δικαστής, αφού ακούσει τους διαδίκους, πρέπει να εκτιμήσει την αναγκαία περίοδο διερεύνησης, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, ώστε να εκδώσει απόφαση εντός του συντομότερου δυνατού και προβλέψιμου διαστήματος.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/04/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.