Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση εσθονικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Swipe to change

Κατηγορίες νομικών επαγγελμάτων

Εσθονία

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται μια επισκόπηση της οργάνωσης των νομικών επαγγελμάτων στην Εσθονία

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Εσθονία

Νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Στα νομικά επαγγέλματα στην Εσθονία περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

  • Εισαγγελέας
  • Δικαστής
  • Λαϊκός δικαστής
  • Βοηθός δικαστής και δικαστικός υπάλληλος
  • Συνήγορος
  • Συμβολαιογράφος
  • Δικαστικός επιμελητής
  • Σύνδικος πτωχεύσεως

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η Εισαγγελία είναι κρατική υπηρεσία που υπάγεται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Δικαιοσύνης. Περιλαμβάνει δύο επίπεδα: τη Γενική Εισαγγελία (ως ανώτερη εισαγγελική αρχή) και τέσσερις περιφερειακές εισαγγελίες.

Η δικαιοδοσία της Γενικής Εισαγγελίας καλύπτει όλη την επικράτεια της Εσθονίας, ενώ η δικαιοδοσία της κάθε περιφερειακής εισαγγελίας αντιστοιχεί σε εκείνη των αστυνομικών διευθύνσεων. Προϊστάμενος της Γενικής Εισαγγελίας είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, η θητεία του οποίου είναι πενταετής. Ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται από την κυβέρνηση της Εσθονίας βάσει πρότασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος έχει πρώτα συμβουλευθεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου της χώρας.

Κάθε χρόνο, κατά την εαρινή σύνοδο του Κοινοβουλίου, ο Γενικός Εισαγγελέας παρουσιάζει στη Συνταγματική Επιτροπή του Κοινοβουλίου μια ανασκόπηση των επιδόσεων της Εισαγγελίας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί δυνάμει της νομοθεσίας.

Οι περιφερειακές εισαγγελίες διευθύνονται από τους προϊσταμένους εισαγγελίας, η θητεία των οποίων είναι επίσης πενταετής. Οι προϊστάμενοι εισαγγελίας διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης βάσει πρότασης του Γενικού Εισαγγελέα.

Στην Εσθονία υπάρχουν συνολικά οκτώ κατηγορίες εισαγγελέων: ο Γενικός Εισαγγελέας, οι επικεφαλής κρατικοί εισαγγελείς, οι κρατικοί εισαγγελείς και οι βοηθοί εισαγγελείς στη Γενική Εισαγγελία, καθώς και οι επικεφαλής εισαγγελείς, οι ανώτεροι εισαγγελείς, οι ειδικοί εισαγγελείς, οι περιφερειακοί εισαγγελείς και οι βοηθοί εισαγγελείς στις περιφερειακές εισαγγελίες.

Βλέπε σχετικά τον νόμο περί εισαγγελικών αρχών.

Αποστολή και καθήκοντα

Σύμφωνα με τον νόμο περί εισαγγελικών αρχών, η Εισαγγελία:

  • συμμετέχει στον σχεδιασμό της επιτήρησης που απαιτείται για την πρόληψη και διερεύνηση εγκλημάτων
  • διεξάγει την προδικαστική ποινική διαδικασία κατοχυρώνοντας τη νομιμότητα και την αποτελεσματικότητά της
  • εκπροσωπεί την εισαγγελική αρχή ενώπιον του δικαστηρίου
  • εκπληρώνει άλλα καθήκοντα που επιβάλλονται στην Εισαγγελία από τον νόμο.

Η Εισαγγελία εκτελεί με ανεξάρτητο τρόπο τις αρμοδιότητές της οι οποίες απορρέουν από τον νόμο περί εισαγγελικών αρχών.

Ως επικεφαλής της ποινικής δίωξης, ο εισαγγελέας διευθύνει την ανάκριση στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και αποφασίζει για το κατά πόσον θα απευθύνει κατηγορίες κατά συγκεκριμένου προσώπου με βάση τα πραγματικά περιστατικά.

Σύμφωνα με το καταστατικό της Εισαγγελίας,
η Γενική Εισαγγελία:

  • διεξάγει τις προκαταρκτικές έρευνες και εκπροσωπεί την εισαγγελική αρχή στα δικαστήρια όλων των βαθμίδων σε σχέση με αξιόποινες πράξεις και παραπτώματα δημόσιων λειτουργών, οικονομικά εγκλήματα, αδικήματα που τελούνται στο πλαίσιο της υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, περιβαλλοντικά εγκλήματα, αδικήματα σε βάρος της απονομής δικαιοσύνης και ποινικά αδικήματα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα σε διασυνοριακό επίπεδο καθώς και άλλα ιδιαιτέρως σοβαρά οργανωμένα εγκλήματα ή εγκλήματα που προκαλούν ιδιαίτερο δημόσιο ενδιαφέρον, καθώς επίσης και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της διεθνούς ασφάλειας, σοβαρότερα ποινικά αδικήματα κατά του κράτους, ποινικά αδικήματα που διαπράττονται από εισαγγελείς και άλλα ποινικά αδικήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα
  • εποπτεύει και παρέχει συμβουλές για τις δραστηριότητες των περιφερειακών εισαγγελιών, ενώ επίσης αναλύει και συνάγει γενικά συμπεράσματα για τις δικαστικές και εισαγγελικές πρακτικές
  • εκπληρώνει υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη διεθνή συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στις εργασίες της Eurojust
  • συμμετέχει στη σύνταξη νόμων, κανονισμών και διοικητικών διαταγμάτων της Κυβέρνησης, καθώς και κανονισμών και διαταγμάτων του Υπουργού Δικαιοσύνης σχετικά με τις δραστηριότητες της Εισαγγελίας.

Δικαστές

Οργάνωση

Οι δικαστές πρέπει να είναι Εσθονοί πολίτες, να διαθέτουν εθνικώς αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών νομικής, ισοδύναμο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 28 παράγραφος 22 του νόμου περί εκπαίδευσης της Δημοκρατίας της Εσθονίας ή ισοδύναμο τίτλο αποκτηθέντα στην αλλοδαπή, να διαθέτουν επάρκεια γνώσης της εσθονικής γλώσσας σε προχωρημένο επίπεδο, να χαίρουν υψηλής ηθικής υπόληψης και να διαθέτουν τις ικανότητες και τα προσωπικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος του δικαστή. Το αξίωμα του δικαστή είναι ισόβιο. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν έχει κανένα δικαίωμα ελέγχου ή πειθαρχικής εξουσίας επί των δικαστών. Ένας δικαστής μπορεί να καθαιρεθεί μόνο με εκτελεστή δικαστική απόφαση. Οι δικαστές μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους μέχρι την ηλικία των 67 ετών, με δυνατότητα παράτασης.

Δεν μπορούν να διοριστούν σε θέση δικαστή:

  • άτομα που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα
  • άτομα που έχουν καθαιρεθεί από τη θέση του δικαστή, του συμβολαιογράφου, του ορκωτού μεταφραστή ή του δικαστικού επιμελητή
  • άτομα που έχουν αποβληθεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Εσθονίας
  • άτομα που έχουν απολυθεί από τον δημόσιο τομέα λόγω πειθαρχικού παραπτώματος
  • άτομα που έχουν κηρύξει πτώχευση
  • άτομα των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες ως ελεγκτών τερματίστηκαν, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του ελεγκτή
  • άτομα των οποίων το δικαίωμα να εργάζονται ως σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έχει ανακληθεί, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του συμβούλου σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Δικαστής σε περιφερειακό ή διοικητικό δικαστήριο μπορεί να διοριστεί όποιος έχει ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνει δικαστής ή όποιος απαλλάσσεται από την εν λόγω προπαρασκευαστική υπηρεσία και έχει υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος. Όποιος έχει εργαστεί για δύο τουλάχιστον χρόνια ως δικηγόρος ή ως εισαγγελέας (όχι όμως και ως βοηθός εισαγγελέα) κατά τη χρονική περίοδο ακριβώς πριν δώσει εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος, ή όποιος έχει εργαστεί στο παρελθόν ως δικαστής υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν παρέλθει περισσότερα από δέκα χρόνια από τη στιγμή που σταμάτησε να εργάζεται ως δικαστής, δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνει δικαστής.

Δικαστές εφετείων μπορούν να διοριστούν πεπειραμένοι και αναγνωρισμένοι νομικοί οι οποίοι έχουν υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος. Όποιος έχει εργαστεί ως δικαστής κατά τη χρονική περίοδο ακριβώς πριν από τον διορισμό του δεν χρειάζεται να δώσει εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος.

Στο αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορούν να διοριστούν πεπειραμένοι και αναγνωρισμένοι νομικοί.

Οι δικαστές διορίζονται μέσω ανοιχτού διαγωνισμού.

Οι δικαστές δεν μπορούν να ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα πέραν του επαγγέλματος του δικαστή, με εξαίρεση δραστηριότητες διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού. Οι δικαστές οφείλουν να ενημερώνουν τον πρόεδρο του δικαστηρίου για κάθε άλλη επαγγελματική απασχόληση πέραν του επαγγέλματος του δικαστή. Τυχόν επαγγελματική απασχόληση πέραν του επαγγέλματος του δικαστή δεν πρέπει να διακυβεύει την επιτέλεση των επίσημων καθηκόντων του δικαστή ή την αμεροληψία του κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Ο δικαστής δεν μπορεί να είναι μέλος του κοινοβουλίου ή μέλος δημοτικού συμβουλίου, μέλος πολιτικού κόμματος, ιδρυτής, διοικών εταίρος ή μέλος διοικητικού ή εποπτικού συμβουλίου επιχείρησης, διευθυντής υποκαταστήματος αλλοδαπής επιχείρησης, σύνδικος πτωχεύσεως, μέλος επιτροπής πτωχεύσεως, αναγκαστικός διαχειριστής ακινήτου ή διαιτητής που έχει επιλεγεί από έναν εκ των διαδίκων διαφοράς.

Ένας δικαστής μπορεί να καθαιρεθεί από το αξίωμά του μόνο με δικαστική απόφαση. Ποινική δίωξη εναντίον δικαστή πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του μόνο βάσει πρότασης της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ποινική δίωξη εναντίον δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του μόνο βάσει πρότασης του Επιτρόπου Δικαιοσύνης και με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου της Εσθονίας.

Οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τους δικαστές, την προπαρασκευαστική τους υπηρεσία και τις υποχρεώσεις τους ορίζονται στον νόμο περί δικαστηρίων.

Αποστολή και καθήκοντα

Το επάγγελμα του δικαστή ρυθμίζεται από τη νομοθεσία. Σχετικός κώδικας δεοντολογίας έχει υιοθετηθεί από την ολομέλεια των δικαστών της Εσθονίας. Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στον δικτυακό τόπο των εσθονικών δικαστηρίων και στον δικτυακό τόπο του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Αποστολή του δικαστή είναι να απονέμει δικαιοσύνη σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις νομοθετικές πράξεις, βάσει των οποίων ο δικαστής καταλήγει σε μια δίκαιη λύση για τους διαδίκους μιας υπόθεσης. Ο δικαστής παράγει δίκαιο ερμηνεύοντας τις νομοθετικές πράξεις και διεξάγοντας έρευνα.

Ο δικαστής ασκεί τα επίσημα καθήκοντά του αμερόληπτα, χωρίς ιδιοτέλεια και σέβεται τα συμφέροντα της υπηρεσίας ακόμη και εκτός της επαγγελματικής δραστηριότητάς του. Ο δικαστής οφείλει να συμπεριφέρεται άψογα τόσο στο πλαίσιο όσο και εκτός των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του και να απέχει από πράξεις που θα μπορούσαν να πλήξουν το κύρος του δικαστηρίου. Ο δικαστής δεν αποκαλύπτει πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του δικαστηρίου ή συζητήσεων που λαμβάνουν χώρα κατά την προσπάθεια επίτευξης συμβιβασμού. Η υποχρέωση τήρησης του απορρήτου ισχύει στο διηνεκές, ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση του δικαστή. Στα καθήκοντα του δικαστή περιλαμβάνεται η εποπτεία υποψήφιων δικαστών, υποψήφιων βοηθών δικαστών και ασκούμενων φοιτητών πανεπιστημίου κατά την προπαρασκευαστική υπηρεσία τους. Ο αριθμός υποψήφιων δικαστών, υποψήφιων βοηθών δικαστών και ασκούμενων φοιτητών πανεπιστημίου υπό την εποπτεία ενός δικαστή δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Ο δικαστής οφείλει να διευρύνει σε τακτική βάση τις επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητές του και να συμμετέχει σε προγράμματα επιμόρφωσης.

Κοινωνικές εγγυήσεις για τους δικαστές

Δυνάμει της νομοθεσίας, οι δικαστικοί λειτουργοί απολαμβάνουν διάφορες κοινωνικές εγγυήσεις, όπως, μεταξύ άλλων, επίσημο μισθό, πρόσθετη αμοιβή, συνταξιοδοτικά ωφελήματα, άδεια, επίσημα ενδύματα και άλλες κοινωνικές εγγυήσεις.

Ο επίσημος μισθός του δικαστή καθορίζεται στον νόμο περί των επίσημων μισθών των κρατικών λειτουργών που διορίζονται από το κοινοβούλιο της Εσθονίας και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εκτός από τον επίσημο μισθό τους, οι δικαστές λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή (επιμίσθιο) βάσει των ετών υπηρεσίας, που ανέρχεται στο 5% του επίσημου μισθού από το πέμπτο έτος, στο 10% του επίσημου μισθού από το δέκατο έτος και στο 15% του επίσημου μισθού από το δέκατο πέμπτο έτος.

Στα συνταξιοδοτικά ωφελήματα του δικαστή περιλαμβάνονται η κύρια σύνταξη, η πρόσθετη σύνταξη λόγω αυξημένης προϋπηρεσίας, η σύνταξη αναπηρίας και η σύνταξη επιζώντος για τα μέλη της οικογένειας του δικαστή. Τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα δεν καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της άσκησης του αξιώματος του δικαστή. Σε περίπτωση που συνταξιούχος δικαστής αναπτύσσει άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, λαμβάνει τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα που προβλέπονται για τους δικαστικούς λειτουργούς ανεξαρτήτως αποδοχών. Συνταξιοδοτικά ωφελήματα δεν καταβάλλονται σε δικαστή που έχει καθαιρεθεί από το αξίωμα για πειθαρχικό παράπτωμα ή σε δικαστή ο οποίος έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα το οποίο έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως. Συνταξιοδοτικά ωφελήματα δεν καταβάλλονται σε δικαστή ο οποίος έχει καταδικαστεί για αδίκημα κατά της απονομής της δικαιοσύνης.

Η κύρια σύνταξη καταβάλλεται στους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ασκήσει το αξίωμα του δικαστή για 15 τουλάχιστον χρόνια και έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης. Οι δικαστές είναι επίσης επιλέξιμοι για κύρια σύνταξη σε περίπτωση που απολέσουν το 100 %, 90 % ή 80 % της ικανότητάς τους για εργασία ύστερα από 15 χρόνια άσκησης του αξιώματος του δικαστή, ακόμη κι αν δεν έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης. Οι δικαστές που έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης δικαιούνται να λάβουν κύρια σύνταξη ύστερα από δέκα χρόνια άσκησης του αξιώματος του δικαστή σε περίπτωση που έχουν απολέσει το 100 %, 90 % ή 80 % της ικανότητάς τους για εργασία. Το ύψος της κύριας σύνταξης ανέρχεται στο 75 % του τελικού μισθού του δικαστή.

Πρόσθετη σύνταξη λόγω αυξημένης προϋπηρεσίας, η οποία ανέρχεται συνολικά στο 75 % του τελικού μισθού του δικαστή, καταβάλλεται στους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ασκήσει το αξίωμα του δικαστή για 30 τουλάχιστον χρόνια.

Δικαστής ο οποίος καθίσταται μόνιμα ανίκανος προς εργασία κατά τη διάρκεια της άσκησης του αξιώματός του δικαιούται να λάβει σύνταξη αναπηρίας δικαστή. Η σύνταξη αναπηρίας δικαστή ανέρχεται στο 75 % του τελικού μισθού του δικαστή σε περίπτωση απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία σε ποσοστό 100 %, στο 70 % του τελικού μισθού σε περίπτωση απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία σε ποσοστό 80 % ή 90 %, και στο 30 % του τελικού μισθού σε περίπτωση απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία σε ποσοστό 40 %-70 %.

Εάν ένας δικαστής αποβιώσει, καταβάλλεται σύνταξη επιζώντος σε κάθε μέλος της οικογένειάς του που τη δικαιούται, η οποία ανέρχεται στο 30 % του τελικού μισθού του δικαστή. Το συνολικό καταβαλλόμενο ποσό στα μέλη της οικογένειας του δικαστή δεν μπορεί να υπερβαίνει, πάντως, το 70 % του τελικού μισθού του δικαστή.

Οι δικαστές δικαιούνται ετήσια άδεια η οποία ανέρχεται συνολικά σε 49 ημερολογιακές ημέρες για τους δικαστές πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων δικαστηρίων και σε 56 ημερολογιακές ημέρες για τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι δικαστές δεν δικαιούνται την πρόσθετη άδεια που προβλέπει ο νόμος περί δημόσιων λειτουργών.

Λαϊκοί δικαστές

Οι λαϊκοί δικαστές συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης στα περιφερειακά δικαστήρια μόνο σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν εγκλήματα πρώτου βαθμού. Ο λαϊκός δικαστής έχει την ίδια θέση, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους τακτικούς δικαστές σε ό,τι αφορά την απονομή της δικαιοσύνης. Ένας λαϊκός δικαστής μπορεί να οριστεί για περίοδο έως και τεσσάρων ετών και πρέπει να είναι Εσθονός πολίτης με δικαιοπρακτική ικανότητα, να είναι ηλικίας μεταξύ 25 και 70 ετών, να διαμένει μόνιμα στην Εσθονία, να διαθέτει επάρκεια γνώσης της εσθονικής γλώσσας σε προχωρημένο επίπεδο και να χαίρει της υψηλής ηθικής υπόληψης που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων του λαϊκού δικαστή. Οι λαϊκοί δικαστές δεν μπορούν να διορίζονται για περισσότερες από δύο συνεχόμενες θητείες.

Δεν μπορούν να διορίζονται λαϊκοί δικαστές: άτομα που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, άτομα που έχουν κηρύξει πτώχευση, άτομα που είναι ακατάλληλα για λόγους υγείας, άτομα που είχαν μόνιμη διεύθυνση (ήτοι, διεύθυνση καταχωρισμένη στο μητρώο πληθυσμού) για λιγότερο από ένα έτος στην περιοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης η οποία προωθεί το άτομο ως υποψήφιο για το αξίωμα του λαϊκού δικαστή, άτομα που εργάζονται στα δικαστήρια, στην Εισαγγελία ή στην Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας, άτομα που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι ή δικαστικοί επιμελητές, μέλη της κυβέρνησης της Εσθονίας ή δημοτικών συμβουλίων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, βουλευτές ή περιφερειάρχες. Άτομα που έχουν κατηγορηθεί για ποινικό αδίκημα δεν μπορούν να διοριστούν στο αξίωμα του λαϊκού δικαστή κατά τη διάρκεια των ποινικών διαδικασιών.

Ουσιαστικά, η αποστολή του λαϊκού δικαστή είναι να εκπροσωπεί, κατά την απονομή της δικαιοσύνης, την άποψη του κοινού ανθρώπου, ο οποίος παρατηρεί τις νομικές διαδικασίες μέσα από μια λιγότερο νομική και περισσότερο ανθρώπινη σκοπιά. Η εκλογή των υποψήφιων λαϊκών δικαστών γίνεται από τα συμβούλια της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Βοηθοί δικαστές και δικαστικοί υπάλληλοι

Ο βοηθός δικαστής είναι δικαστικός υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα καθορισμένα από τον νόμο. Ο βοηθός δικαστής είναι αμερόληπτος, αλλά πρέπει να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις των δικαστών στον βαθμό που ορίζεται από τον νόμο. Ο βοηθός δικαστής είναι αρμόδιος για την καταχώριση εγγραφών σε μητρώα (κτηματολόγιο, εμπορικό μητρώο κλπ.) και για την έκδοση κανονισμών σχετικά με την τήρηση μητρώων και, μεταξύ άλλων, αποφάσεων επιβολής προστίμων. Οι βοηθοί δικαστές μπορούν να εφαρμόζουν ταχεία διαδικασία έκδοσης διαταγών πληρωμής. Για τους βοηθούς δικαστές ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί που ισχύουν για την κατοχή του αξιώματος του δικαστή.

Βοηθός δικαστής μπορεί να διοριστεί όποιος διαθέτει εθνικώς αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών νομικής, ισοδύναμο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 28 παράγραφος 22 του νόμου περί εκπαίδευσης της Δημοκρατίας της Εσθονίας ή ισοδύναμο τίτλο αποκτηθέντα στην αλλοδαπή, διαθέτει επάρκεια γνώσης της εσθονικής γλώσσας σε προχωρημένο επίπεδο, χαίρει υψηλής ηθικής υπόληψης και έχει ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνει βοηθός δικαστής. Βοηθοί δικαστές μπορούν να διοριστούν επίσης άτομα που δεν έχουν ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία η οποία απαιτείται για να γίνουν βοηθοί δικαστές, αλλά έχουν ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνουν δικαστές ή που απαλλάσσονται από αυτήν και έχουν υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση του αξιώματος του δικαστή.

Δεν μπορούν να διοριστούν σε θέση βοηθού δικαστή: άτομα που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα άτομα που έχουν καθαιρεθεί από τη θέση του δικαστή, του συμβολαιογράφου, του ορκωτού μεταφραστή ή του δικαστικού επιμελητή άτομα που έχουν αποβληθεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Εσθονίας άτομα που έχουν απολυθεί από τον δημόσιο τομέα λόγω πειθαρχικού παραπτώματος άτομα που έχουν κηρύξει πτώχευση άτομα των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες ως ελεγκτών τερματίστηκαν, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του ελεγκτή άτομα των οποίων το δικαίωμα να εργάζονται ως σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έχει αρθεί, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του συμβούλου σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας άτομα που έχουν καθαιρεθεί από το αξίωμα του δικαστή λόγω ακαταλληλότητας για τη συγκεκριμένη θέση, για τρία χρόνια μετά τον διορισμό τους στο δικαστικό αξίωμα.

Οι βοηθοί δικαστές διορίζονται μέσω ανοιχτού διαγωνισμού.

Οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τους βοηθούς δικαστές ορίζονται στον νόμο περί δικαστηρίων.

Δικαστικός υπάλληλος είναι υπάλληλος του δικαστηρίου που συμμετέχει, είτε αυτόνομα είτε υπό την εποπτεία δικαστή, στην προετοιμασία και στον χειρισμό υποθέσεων στον βαθμό που προβλέπεται από τον νόμο που διέπει τις δικαστικές διαδικασίες. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει την εξουσία να εκτελεί τις ίδιες πράξεις και να λαμβάνει τις ίδιες αποφάσεις με τον βοηθό δικαστή ή άλλο δικαστικό λειτουργό σύμφωνα με τον νόμο που διέπει τις δικαστικές διαδικασίες. Ο δικαστικός υπάλληλος ενεργεί ανεξάρτητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά πρέπει να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις των δικαστών στον βαθμό που ορίζεται από τον νόμο.

Οι απαιτήσεις που δεσμεύουν τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι οι ίδιες με εκείνες που δεσμεύουν τους βοηθούς δικαστές. Οι κενές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων καλύπτονται με τη διενέργεια δημόσιων διαγωνισμών.

Δικαστικός υπάλληλος δεν μπορεί να διοριστεί: άτομο που έχει τιμωρηθεί για τέλεση ποινικού αδικήματος με πρόθεση άτομο που έχει τιμωρηθεί για τέλεση αδικήματος εναντίον του κράτους με πρόθεση, ανεξάρτητα από το εάν τα στοιχεία της καταδίκης έχουν διαγραφεί άτομο που έχει απολέσει το δικαίωμα να εργάζεται ως δικαστικός υπάλληλος δυνάμει δικαστικής απόφασης με νομική ισχύ άτομο που είναι πλησιέστερος συγγενής ή σύντροφος προσώπου που έχει υπό την άμεση εποπτεία του δικαστικό υπάλληλο.

Πέραν των δικαστικών υπαλλήλων PDF (371 Kb) en και των βοηθών δικαστών PDF (373 Kb) en, στους λειτουργούς των δικαστηρίων περιλαμβάνονται επίσης οι διευθυντές δικαστηρίων PDF (367 Kb) en και οι γραμματείς δικαστικών συνεδριάσεων PDF (364 Kb) en.

Συνήγοροι

Στους συνηγόρους περιλαμβάνονται οι δικηγόροι και οι βοηθοί τους.

Οι συνήγοροι είναι μέλη του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου και η δραστηριότητά τους διέπεται από τον νόμο περί δικηγορικού συλλόγου. Όποιος πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος περί δικηγορικού συλλόγου και έχει υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος δικηγόρου μπορεί να γίνει μέλος του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος είναι αυτοδιοικούμενο επαγγελματικό σωματείο το οποίο έχει συσταθεί για την παροχή νομικών υπηρεσιών προς εξυπηρέτηση του ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος και την προάσπιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των δικηγόρων. Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος παρακολουθεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες των μελών του και τη συμμόρφωσή τους προς την επαγγελματική δεοντολογία. Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος οργανώνει επίσης την επαγγελματική κατάρτιση των ασκούμενων δικηγόρων και την παροχή κρατικής νομικής αρωγής. Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος διασφαλίζει διά των μελών του την παροχή κρατικής νομικής αρωγής.

Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος ενεργεί μέσω των οργάνων του. Στα όργανα αυτά περιλαμβάνεται η γενική συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο, ο πρόεδρος, η εξελεγκτική επιτροπή, το πειθαρχικό συμβούλιο και η επιτροπή αξιολόγησης επαγγελματικής καταλληλότητας.

Οι δικηγόροι νομιμοποιούνται:

  • να εκπροσωπούν και να υπερασπίζουν πελάτες ενώπιον δικαστηρίου και στις προδικαστικές και λοιπές διαδικασίες τόσο στην Εσθονία όσο και στην αλλοδαπή
  • να συγκεντρώνουν αποδεικτικά στοιχεία
  • να επιλέγουν κατά βούληση και να χρησιμοποιούν νόμιμα μέσα και ενέργειες κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών
  • να εξασφαλίζουν από τις εθνικές και τοπικές αρχές τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την παροχή νομικών υπηρεσιών, να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και σε αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών, εκτός εάν η πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες ή έγγραφα δεν επιτρέπεται στους δικηγόρους βάσει νόμου
  • να επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα ατόμων εκτός των πελατών τους τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους βάσει σύμβασης ή νομικής πράξης, συμπεριλαμβανομένων των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, χωρίς τη συναίνεση των ατόμων αυτών, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την παροχή των νομικών υπηρεσιών
  • να βεβαιώνουν τη γνησιότητα των υπογραφών και των αντιγράφων που κατατίθενται στο δικαστήριο και σε άλλους επίσημους φορείς στο πλαίσιο των νομικών υπηρεσιών που παρέχουν στον πελάτη
  • να αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητή ή διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της διαδικασίας που ορίζεται από τον νόμο περί φιλικής επίλυσης διαφορών
  • να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως, εφόσον είναι μέλη του Συλλόγου.

Οι βοηθοί δικηγόροι έχουν τα δικαιώματα του δικηγόρου εντός των ορίων που θέτει ο νόμος.

Οι βοηθοί δικηγόροι δεν έχουν δικαίωμα να αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητή ή διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της διαδικασίας που ορίζεται στον νόμο περί φιλικής επίλυσης διαφορών. Δεν έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν ή να υπερασπίζονται πελάτες στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Οι βοηθοί δικηγόροι δεν έχουν δικαίωμα να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως.

Οι βοηθοί δικηγόροι μπορούν να παρέχουν νομικές υπηρεσίες μόνον υπό την εποπτεία του προϊσταμένου τους, που είναι δικηγόρος.

Κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών, ο δικηγόρος ενεργεί ανεξάρτητα και σύμφωνα με τον νόμο, τις νομικές πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου, τα κριτήρια επαγγελματικής δεοντολογίας των δικηγόρων, την ορθή πρακτική και τη συνείδησή του.

Οι πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του δικηγόρου είναι εμπιστευτικές. Απαγορεύεται να υποβάλλονται ερωτήσεις ή να ζητούνται εξηγήσεις από δικηγόρο, υπάλληλο του Δικηγορικού Συλλόγου ή υπάλληλο δικηγορικού γραφείου που εξετάζεται ως μάρτυρας για θέματα τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή του κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών.

Τα μέσα αποθήκευσης δεδομένων που σχετίζονται με την παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο είναι απαραβίαστα.

Η εκτέλεση από δικηγόρο των επαγγελματικών καθηκόντων του δεν μπορεί να οδηγεί σε ταύτισή του με πελάτη ή με δικαστική υπόθεση πελάτη.

Απαγορεύεται η κράτηση, η διενέργεια έρευνας ή η προφυλάκιση δικηγόρου για λόγους που απορρέουν από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, εκτός εάν θεμελιώνεται με απόφαση δικαστηρίου που λειτουργεί σε επίπεδο περιφερειακό ή σε επίπεδο πόλεως. Απαγορεύεται η διενέργεια έρευνας σε δικηγορικό γραφείο μέσω του οποίου ένας δικηγόρος παρέχει νομικές υπηρεσίες για λόγους που απορρέουν από τις επαγγελματικές δραστηριότητες του δικηγόρου.

Κατάλογοι δικηγόρων και δικηγορικών γραφείων, καθώς και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, διατίθενται μέσω του δικτυακού τόπου του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου. Εξάλλου, η λειτουργία «εξεύρεση δικηγόρου» καθιστά δυνατή την εξεύρεση δικηγόρου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Δεν υπάρχουν βάσεις δεδομένων πέραν των προαναφερθεισών.

Νομικοί σύμβουλοι

Οι επαγγελματικές δραστηριότητες των νομικών συμβούλων δεν ρυθμίζονται από τη νομοθεσία στην Εσθονία.

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Όλοι οι συμβολαιογράφοι στην Εσθονία έχουν ίσες αρμοδιότητες. Το επάγγελμα του συμβολαιογράφου ρυθμίζεται από τον νόμο περί συμβολαιογράφων. Τόσο το Υπουργείο Δικαιοσύνης όσο και ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος έχουν αρμοδιότητα για τη ρύθμιση και τη διαχείριση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των συμβολαιογράφων. Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και όλοι όσοι διορίζονται στο αξίωμα του συμβολαιογράφου αποτελούν μέλη του. Τα καθήκοντά του περιλαμβάνουν την εποπτεία των συμβολαιογράφων σε ό,τι αφορά την ορθή και ευσυνείδητη εκτέλεση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, την εναρμόνιση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των συμβολαιογράφων, τη διοργάνωση δράσεων επιμόρφωσης για τους συμβολαιογράφους, την οργάνωση της υπηρεσίας υποψηφίων, τη διαχείριση και ανάπτυξη του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών σχετικά με τους συμβολαιογράφους και την παροχή συνδρομής στον Υπουργό Δικαιοσύνης ως προς τις εποπτικές του δραστηριότητες κ.λπ. Πληροφορίες σχετικά με τους συμβολαιογράφους και τα καθήκοντά τους διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου

Αποστολή και καθήκοντα

Ο συμβολαιογράφος είναι κάτοχος αξιώματος που διέπεται από το δημόσιο δίκαιο. Ο συμβολαιογράφος εξουσιοδοτείται από το κράτος να πιστοποιεί, κατόπιν αιτήματος κάποιου προσώπου, γεγονότα και πράξεις νομικής σημασίας, καθώς και να προβαίνει σε άλλες συμβολαιογραφικές πράξεις που αποβλέπουν στην ασφάλεια δικαίου.

Οι συμβολαιογράφοι πρέπει να είναι αμερόληπτοι, άξιοι εμπιστοσύνης και ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Οφείλουν να εξακριβώνουν τις πραγματικές προθέσεις των συμβαλλόμενων μερών μιας πράξης και τις συνθήκες που απαιτούνται για την ορθή σύναψη μιας πράξης, καθώς και να εξηγούν στα συμβαλλόμενα μέρη τους διαφορετικούς τρόπους σύναψης της πράξης και τις συνέπειές της.

Οι συμβολαιογράφοι εκτελούν τις ακόλουθες συμβολαιογραφικές πράξεις κατόπιν σχετικού αιτήματος:

  • παρέχουν συμβολαιογραφική πιστοποίηση (διαφόρων ειδών συμβολαίων, πράξεων εξουσιοδότησης, διαθηκών) και συμβολαιογραφική βεβαίωση γνησιότητας (αντιγράφων, υπογραφών, εκτυπώσεων κλπ.)
  • διευθετούν ζητήματα κληρονομιών
  • εκδίδουν βεβαιώσεις σχετικά με τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων προς εκτέλεση στην Εσθονία [που πρέπει να εκτελεστούν στην Εσθονία και είναι σύμφωνα με τα πρότυπα έντυπα που καθορίζονται από το παράρτημα VI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1-23)]
  • ακυρώνουν έγγραφα εξουσιοδότησης σύμφωνα με τον νόμο περί συμβολαιογραφικής επικύρωσης
  • κηρύσσουν εκτελεστές συμφωνίες που έχουν συναφθεί μέσω δικηγόρου σε ρόλο διαμεσολαβητή ή μέσω άλλου συμβολαιογράφου
  • εκδίδουν πιστοποιητικά (apostille)
  • κατόπιν αιτήματος νομικών προσώπων, υποβάλλουν τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις τους στο δικαστήριο που τηρεί το σχετικό μητρώο
  • βεβαιώνουν πράξεις γάμου και διαζυγίου και προετοιμάζουν καταχωρίσεις γάμου και διαζυγίου
  • δέχονται καταθέσεις χρημάτων, χρεογράφων και εγγράφων
  • παρέχουν πρόσβαση στο κτηματολόγιο ή στους φακέλους ή σε έγγραφα που τηρούνται σε αυτό
  • υποβάλλουν κοινοποιήσεις και αιτήσεις κατόπιν αιτήματος επιχείρησης, παραλαμβάνουν έγγραφα ή άλλες πληροφορίες από οικονομικές διοικητικές αρχές και επιδίδουν διοικητικές πράξεις σε επιχειρήσεις
  • καταχωρίζουν πληροφορίες στο μητρώο, κατόπιν αιτήματος επιχείρησης.

Ο πελάτης οφείλει να καταβάλει στον συμβολαιογράφο τη νόμιμη αμοιβή για τις εν λόγω πράξεις.

Οι συμβολαιογράφοι μπορούν να παρέχουν τις ακόλουθες επίσημες υπηρεσίες:

  • νομική συμβουλή εκτός της διαδικασίας πιστοποίησης
  • παροχή συμβουλών σε θέματα φορολογικού δικαίου και αλλοδαπού δικαίου, στο πλαίσιο ή και ανεξαρτήτως διαδικασίας πιστοποίησης
  • υπηρεσίες διαμεσολάβησης σύμφωνα με τον νόμο περί φιλικής επίλυσης διαφορών
  • υπηρεσίες διαιτησίας βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
  • διενέργεια πλειστηριασμών, ψηφοφοριών, λαχειοφόρων αγορών και κληρώσεων και έλεγχος των αποτελεσμάτων
  • ένορκες καταθέσεις και βεβαίωση της γνησιότητας ένορκων βεβαιώσεων
  • αποστολή αιτήσεων και κοινοποιήσεων που δεν σχετίζονται με επίσημα καθήκοντα και έκδοση βεβαιώσεων για την αποστολή ή την αδυναμία αποστολής τους
  • αποδοχή καταθέσεων χρημάτων (εξαιρουμένων των μετρητών), χρεογράφων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, εφόσον δεν πρόκειται για συμβολαιογραφική πράξη ή για επίσημο καθήκον που απορρέει από συμβολαιογραφική πράξη
  • πιστοποίηση της ακρίβειας μεταφράσεων εγγράφων από ξένη γλώσσα προς τα εσθονικά έως το 2020 (από το 2015 και εφεξής μόνο οι ορκωτοί μεταφραστές νομιμοποιούνται να εκπονούν επίσημες μεταφράσεις από τα εσθονικά προς ξένη γλώσσα, ενώ από το 2020 και εφεξής μόνο οι ορκωτοί μεταφραστές θα νομιμοποιούνται να εκπονούν επίσημες μεταφράσεις από ξένη γλώσσα προς τα εσθονικά)
  • παροχή απαντήσεων σε αιτήματα διευκρινήσεων που υποβάλλουν επιχειρήσεις.

Πληροφορίες σχετικά με τις επίσημες υπηρεσίες που παρέχονται από συμβολαιογράφους διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου. Οι αμοιβές για τις συμβολαιογραφικές υπηρεσίες αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και του συμβολαιογράφου πριν από την παροχή της υπηρεσίας.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Στην Εσθονία, το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή υπάγεται στα ελευθέρια επαγγέλματα: οι δικαστικοί επιμελητές ενεργούν για λογαριασμό τους και φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους. Οι δικαστικοί επιμελητές οφείλουν να είναι αμερόληπτοι και υπεύθυνοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι επίσημες δραστηριότητες των δικαστικών επιμελητών ρυθμίζονται από τον νόμο περί δικαστικών επιμελητών.

Μια κοινή επαγγελματική οργάνωση για τους δικαστικούς επιμελητές και τους συνδίκους πτωχεύσεως, ο Σύλλογος Δικαστικών Επιμελητών και Συνδίκων Πτωχεύσεως (στο εξής ο «Σύλλογος), λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2010. Οι επίσημες δραστηριότητες των δικαστικών επιμελητών, η εποπτεία τους, η πειθαρχική ευθύνη τους και οι δραστηριότητες του επαγγελματικού σωματείου τους διέπονται από τον νόμο περί δικαστικών επιμελητών. Αποστολή του Συλλόγου είναι η ανάπτυξη και προώθηση των ελευθέριων νομικών επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένης της προαγωγής και παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς την ορθή επίσημη και επαγγελματική πρακτική, η εκπόνηση συστάσεων για την εναρμόνιση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, η οργάνωση δράσεων επιμόρφωσης, η ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων κλπ. Ο Σύλλογος διαθέτει επίσης πειθαρχικό συμβούλιο. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες του Συλλόγου διατίθενται στον δικτυακό τόπο του.

Τα επαγγελματικά καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή είναι:

1. η εφαρμογή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με τον κώδικα διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης

2. η επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κώδικες δικονομίας

3. η απογραφή κληρονομιαίων περιουσιών και η διαχείριση κληρονομιαίων περιουσιών σύμφωνα με τον νόμο περί κληρονομικού δικαίου

4. η διενέργεια, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο και σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, πλειστηριασμών εκτός της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος δικαστηρίου ή διοικητικού φορέα.

Η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την εκτέλεση των ανωτέρω επίσημων καθηκόντων ορίζεται στον νόμο περί δικαστικών επιμελητών.

Οι επίσημες υπηρεσίες που παρέχονται από δικαστικούς επιμελητές είναι οι εξής:

Κατόπιν αιτήματος προσώπου, οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να παρέχουν τις ακόλουθες ως επίσημες υπηρεσίες:

1. διενέργεια πλειστηριασμών κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων

2. επίδοση εγγράφων

3. παροχή νομικών συμβουλών και σύνταξη νομικών εγγράφων, εφόσον το επίπεδο κατάρτισής τους πληροί τους όρους του άρθρου 47(1)(1) του νόμου περί δικαστηρίων.

Οι δικαστικοί επιμελητές δικαιούνται να αρνηθούν να παράσχουν ορισμένη επαγγελματική υπηρεσία.

Οι όροι για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών και τη διαδικασία καταβολής της αμοιβής συμφωνούνται εγγράφως με το πρόσωπο που ζητά την παροχή της υπηρεσίας. Οι όροι και η αμοιβή που συμφωνούνται πρέπει να συνάδουν προς την ορθή επαγγελματική πρακτική.

Κατά την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών, οι δικαστικοί επιμελητές δεν επιτρέπεται να ασκούν τα δικαιώματα που παρέχονται στους δικαστικούς επιμελητές κατά νόμο για την εκτέλεση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων ή τα οποία απορρέουν από τη θέση τους.

Πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχουν οι δικαστικοί επιμελητές διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Συλλόγου. Η παροχή επίσημων υπηρεσιών συμφωνείται εγγράφως με το πρόσωπο που αιτείται την υπηρεσία πριν από την παροχή της υπηρεσίας.

Η κρατική εποπτεία των επίσημων καθηκόντων των δικαστικών επιμελητών ανήκει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Ο δικαστικοί επιμελητές ευθύνονται για κάθε ζημιά που προκάλεσαν παράνομα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης κάθε ζημιάς που τυχόν προκάλεσε υπάλληλος του γραφείου τους. Σε περίπτωση που αξίωση αποζημίωσης για ζημιά που προκλήθηκε από επαγγελματική πράξη δικαστικού επιμελητή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, ή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως, από την περιουσία του δικαστικού επιμελητή ή άλλου προσώπου που ευθύνεται για τη ζημιά, για την αποκατάσταση της ζημιάς ευθύνεται ο Σύλλογος. Σε έσχατη ανάγκη, την ευθύνη για τις ενέργειες του δικαστικού επιμελητή καλείται να αναλάβει το Δημόσιο. Τόσο ο Σύλλογος όσο και το Δημόσιο διαθέτουν δικαίωμα αναγωγής κατά του προσώπου που ευθύνεται για τη ζημιά, ενώ το Δημόσιο διαθέτει, επίσης, δικαίωμα αναγωγής κατά του Συλλόγου.

Σύνδικοι πτωχεύσεως

Ο σύνδικος πτωχεύσεως είναι ένα πρόσωπο διορισμένο από το δικαστήριο το οποίο, στο πλαίσιο της αποστολής του, διενεργεί συναλλαγές και άλλες πράξεις που σχετίζονται με μια πτωχευτική περιουσία και εκπροσωπεί τον οφειλέτη ενώπιον δικαστηρίου σε διαφορές που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Κύρια υποχρέωση του συνδίκου πτωχεύσεως είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του συνόλου των πιστωτών και του οφειλέτη και η διασφάλιση μιας νόμιμης, ταχείας και οικονομικά εύλογης πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πτωχεύσεως εκτελεί τα καθήκοντά του προσωπικά. Οι δικηγόροι, οι ανεξάρτητοι ορκωτοί ελεγκτές, οι δικαστικοί επιμελητές και πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από τον Σύλλογο να ενεργούν ως σύνδικοι μπορούν να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως. Κατάλογος των συνδίκων πτωχεύσεως τηρείται από τον Σύλλογο. Ο κατάλογος περιλαμβάνει τα στοιχεία όλων όσοι μπορούν να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως και διατίθεται στο κοινό από τον δικτυακό τόπο του Συλλόγου. Οι σύνδικοι που καταχωρίζονται στον κατάλογο υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι τα στοιχεία είναι ακριβή.

Τα κύρια καθήκοντα του συνδίκου πτωχεύσεως είναι:

1) η εξακρίβωση των απαιτήσεων των πιστωτών, η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας, η οργάνωση της συγκρότησης και της πώλησης της περιουσίας, καθώς και η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών από την περιουσία

2) η διαπίστωση των αιτίων και της ημερομηνίας πτωχεύσεως του οφειλέτη

3) η διασφάλιση, όπου χρειάζεται, της συνέχισης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του οφειλέτη

4) η εκκαθάριση, όπου χρειάζεται, του οφειλέτη, αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο

5) η παροχή πληροφοριών στους πιστωτές και στον οφειλέτη στις περιπτώσεις που ορίζεται από τον νόμο

6) η υποβολή εκθέσεων για τις δραστηριότητές του και η παροχή πληροφοριών σχετικά με τις πτωχευτικές διαδικασίες στο δικαστήριο, τον αρμόδιο επόπτη και την επιτροπή πτωχεύσεων.

Η διοικητική εποπτεία των δραστηριοτήτων των συνδίκων πτωχεύσεως ανήκει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στηρίζεται σε καταγγελίες ή άλλα στοιχεία που διαβιβάζονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης σε σχέση με έναν σύνδικο, βάσει των οποίων δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ο εν λόγω σύνδικος ανταποκρίθηκε ως όφειλε στις υποχρεώσεις του. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα, κατά την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων ενός συνδίκου, να ελέγχει αν οι επαγγελματικές δραστηριότητες του συνδίκου είναι αρμόζουσες και σύννομες. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δύναται να αναλάβει πειθαρχική δράση εναντίον συνδίκου για μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις νομικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τις επαγγελματικές δραστηριότητες των συνδίκων πτωχεύσεως. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δύναται να αναλάβει πειθαρχική δράση εναντίον δικηγόρων που ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως. Ωστόσο, ο Υπουργός διατηρεί το δικαίωμα να κινεί τις διαδικασίες πειθαρχικού συμβουλίου στον Δικηγορικό Σύλλογο.

Εκτός της διοικητικής εποπτείας, οι δραστηριότητες των συνδίκων πτωχεύσεως παρακολουθούνται και από την επιτροπή πτωχεύσεων, τη γενική συνέλευση των πιστωτών, το δικαστήριο και τον Σύλλογο, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Υπουργείο Δικαιοσύνης

Ένωση Δικηγόρων Εσθονίας, μη κερδοσκοπική οργάνωση

Γραφείο Νομικών Υπηρεσιών, ίδρυμα

Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος

Εισαγγελία

Σύλλογος Συμβολαιογράφων

Σύλλογος Δικαστικών Επιμελητών και Συνδίκων Πτωχεύσεως

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/08/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.