Κατηγορίες νομικών επαγγελμάτων

Αγγλία και Ουαλία

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση ορισμένων από τα κυριότερα νομικά επαγγέλματα στο δικαιοδοτικό καθεστώς της Αγγλίας και της Ουαλίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με δικαστές, εισαγγελείς και διάφορες κατηγορίες δικηγόρων.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Αγγλία και Ουαλία

Δικαστές

Στο δικαστικό σύστημα της Αγγλίας και της Ουαλίας, δικαστές με διαφορετικό δικαστικό καθεστώς –τόσο σε θέσεις πλήρους όσο και μερικής απασχόλησης– ασκούν τα καθήκοντά τους στα διάφορα δικαστήρια και δικαιοδοτικά όργανα της Αγγλίας και της Ουαλίας. Πληροφορίες σχετικά με τη δικαστική εξουσία στην Αγγλία και στην Ουαλία είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του δικαστικού σώματος Αγγλίας και Ουαλίας.

 

 

 

Δικαστές πλήρους απασχόλησης

  • Lord Chief Justice (Λόρδος Αρχιδικαστής) — ο Lord Chief Justice είναι ο επικεφαλής του δικαστικού σώματος Αγγλίας και Ουαλίας και ο πρόεδρος των δικαστηρίων της Αγγλίας και της Ουαλίας. Η τελευταία αυτή λειτουργία άρχισε στις 3 Απριλίου 2006, όταν τα δικαστικά καθήκοντα του Λόρδου Καγκελάριου μεταβιβάστηκαν στον Lord Chief Justice, δυνάμει του νόμου περί συνταγματικής μεταρρύθμισης του 2005. Ο Lord Chief Justice είναι επίσης επικεφαλής της ποινικής δικαιοσύνης.
  • Head of division (επικεφαλής τμημάτων) – τέσσερις ανώτεροι δικαστές είναι επικεφαλής των υπόλοιπων δικαιοδοτικών οργάνων: ο Master of the Roles (αστικές υποθέσεις)· ο Πρόεδρος του Queen’s Bench Division· ο πρόεδρος του τμήματος οικογενειακών υποθέσεων (Family Division) και ο Chancellor του High Court (Chancery). Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στον δικτυακό τόπο του δικαστικού σώματος Αγγλίας και Ουαλίας.
  • Οι Lord Justice of Appeal (Λόρδοι Εφέτες) είναι μέλη του Εφετείου, το οποίο εκδικάζει τόσο ποινικές όσο και αστικές υποθέσεις.
  • Οι High Court Judges (Δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου) είναι μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο εκδικάζει τις πλέον πολύπλοκες αστικές υποθέσεις. Εκδικάζουν, επίσης, στο Crown Court (Δικαστήριο του Στέμματος) τις πλέον σοβαρές και ευαίσθητες ποινικές υποθέσεις (για παράδειγμα, ανθρωποκτονίες).
  • Οι Circuit Judge (περιοδεύοντες δικαστές) εκδικάζουν συνήθως υποθέσεις ποινικού και αστικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού.
  • Οι District judge (πρωτοδίκες) εκδικάζουν υποθέσεις αστικού δικαίου. Οι περισσότερες εργασίες τους διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών (δηλαδή όχι σε δημόσια συνεδρίαση). Εκδικάζουν, επίσης, οιαδήποτε αγωγή ασκείται ενώπιον ενός county court (κομητειακού δικαστηρίου) η αξία του αντικειμένου της οποίας δεν υπερβαίνει ορισμένο οικονομικό όριο (το οποίο επικαιροποιείται από καιρού εις καιρόν)· οι υποθέσεις με αντικείμενο πάνω από αυτό το όριο εκδικάζονται κατά κανόνα από περιοδεύοντες δικαστές. Οι District judge εκδικάζουν πάνω από το 80% όλων των αστικών διαφορών στην Αγγλία και την Ουαλία.
  • Οι District Judge (των magistrates’ court) εκδικάζουν στα magistrates’ court υποθέσεις του ίδιου είδους με εκείνες που εκδικάζονται από τους magistrate (βλ. κατωτέρω). Ωστόσο, οι υποθέσεις που εκδικάζουν αφορούν πιο μακροχρόνια και σύνθετα ζητήματα.
  • Οι High Court Master και High Court Registrar (Δικαστές και γραμματείς του Ανώτατου Δικαστηρίου) αποφαίνονται για διαδικαστικά ζητήματα και ασχολούνται με την πλειονότητα των αστικών υποθέσεων στα τμήματα Chancery και Queen’s Bench του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Δικαστές μερικής απασχόλησης

Οι δικαστές μερικής απασχόλησης διορίζονται συνήθως για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, με την επιφύλαξη του σχετικού ανώτατου ορίου ηλικίας. Οι κύριες κατηγορίες δικαστών μερικής απασχόλησης είναι:

  • Οι Deputy high court judge (αναπληρωτές δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου), οι οποίοι μετέχουν στη σύνθεση ενός ή περισσότερων τμημάτων του Ανώτατου Δικαστηρίου.
  • Οι Recorder, οι οποίοι έχουν δικαιοδοσία παρόμοια με εκείνη ενός circuit judge, παρόλο που κατά κανόνα ασχολούνται με τις λιγότερο σύνθετες ή σημαντικές υποθέσεις που υποβάλλονται ενώπιον του δικαστηρίου.
  • Οι Deputy District Judge (αναπληρωτές πρωτοδίκες), οι οποίοι μετέχουν στη σύνθεση των county court και στα district registries του Ανώτατου Δικαστηρίου. Εκδικάζουν τις πλέον απλές υποθέσεις που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των district judge.
  • Το έργο των Deputy District Judges (αναπληρωτές πρωτοδίκες) (των magistrates’ court) είναι ανάλογο με εκείνο των ομολόγων τους πλήρους απασχόλησης.
  • Οι Deputy High Court Master και Deputy High Court Registrar (Αναπληρωτές δικαστές και γραμματείς του Ανώτατου Δικαστηρίου), των οποίων το έργο είναι ανάλογο με εκείνο με εκείνο των συναδέλφων τους πλήρους απασχόλησης στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Δικαστές των Tribunal

Τα Tribunal εκδικάζουν περίπου 800 000 υποθέσεις ετησίως, οι οποίες αφορούν μεγάλη ποικιλία θεμάτων, όπως είναι διαφορές σχετικές με φόρους, συντάξεις ή με τη μετανάστευση.

Τα Tribunal συνήθως συνεδριάζουν ως επιτροπή και περιλαμβάνουν έναν πρόεδρο ή δικαστή με νομική κατάρτιση, υποστηρίζονται δε από πολίτες με εμπειρογνωμοσύνη σε συγκεκριμένους τομείς. Δεν υπάρχουν ένορκοι και ο δικαστής του Tribunal δεν μπορεί να διατάξει τη φυλάκιση του ηττηθέντος διαδίκου. Κύριο καθήκον τους είναι να προσπαθούν να επιτύχουν την επίλυση διαφορών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποφασίζουν σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης ή το είδος αποκατάστασης που θα επιδικαστεί στον διάδικο που θα δικαιωθεί.

Οι Ειρηνοδίκες (magistrate)

Οι magistrate, γνωστοί επίσης ως «justice of the peace» ή «JP», ασχολούνται με περίπου 95% όλων των υποθέσεων ποινικού δικαίου στην Αγγλία και την Ουαλία. Υπάρχουν περισσότεροι από 30 000 magistrate, οι οποίοι εκδικάζουν υποθέσεις σε τοπικό επίπεδο και κανονικά συνεδριάζουν τουλάχιστον 26 μισές ημέρες κατ’ έτος. Δεν είναι υποχρεωτικό να έχουν νομική κατάρτιση και είναι άμισθοι.

Συνεδριάζουν συνήθως στο πλαίσιο ενός «bench» (σώματος) τριών ατόμων, ένα από τα οποία διαθέτει κατάρτιση ικανή ώστε να ενεργεί ως πρόεδρος, καθοδηγώντας τα άλλα μέλη του bench στις εργασίες του και εκπροσωπώντας το. Ένα bench επικουρείται πάντοτε από γραμματέα δικαστηρίου, ο οποίος παρέχει νομικές συμβουλές σε θέματα ουσίας και διαδικασίας.

Οι magistrate εκδικάζουν τις λιγότερο σοβαρές ποινικές υποθέσεις: μικροκλοπές, φθορές ξένης περιουσίας, διατάραξη της δημόσιας τάξης και τροχαία ατυχήματα. Εκδικάζουν, επίσης, ποικίλες οικογενειακές υποθέσεις και υποθέσεις που αφορούν παιδιά, καθώς και αιτήσεις αδειοδότησης.

Εισαγγελείς (Prosecutor)

Οργάνωση

Η Εισαγγελία (Crown Prosecution Service - CPS) είναι η ανεξάρτητη αρχή η οποία είναι αρμόδια για τη δίωξη των ποινικών υποθέσεων στην Αγγλία και στην Ουαλία, έπειτα από διενέργεια αστυνομικής έρευνας. Υπάγεται στην εποπτεία του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο για την CPS. Η Αγγλία και η Ουαλία υποδιαιρούνται σε 42 εισαγγελικές περιφέρειες. Επικεφαλής κάθε περιφέρειας είναι ο chief crown prosecutor. Επιπλέον, υπάρχουν τέσσερα ειδικά εθνικά τμήματα με αντικείμενο: το οργανωμένο έγκλημα, τα ειδικά εγκλήματα, την αντιτρομοκρατία και τη δίωξη της απάτης. Η τηλεφωνική υπηρεσία CPS Direct παρέχει συμβουλές και διαβιβάζει αποφάσεις, εκτός ωραρίου εργασίας, σε αστυνομικούς σε ολόκληρη την Αγγλία και την Ουαλία.

Επικεφαλής της CPS είναι ο Διευθυντής της Εισαγγελίας (Director of Public Prosecutions - DPP), ο οποίος αποφαίνεται σχετικά με τις πλέον δύσκολες και ευαίσθητες υποθέσεις και παρέχει συμβουλές στην αστυνομία σχετικά με ποινικές υποθέσεις. Ο DPP έχει τη συνολική ευθύνη για τις κατηγορίες που απαγγέλλονται και τις διώξεις που ασκούνται από την CPS και λογοδοτεί στον Γενικό Εισαγγελέα (attorney general).

Η CPS απασχολεί εισαγγελείς και βοηθούς εισαγγελείς, καθώς και κοινωνικούς λειτουργούς και διοικητικούς υπαλλήλους. Οι Crown prosecutor είναι έμπειροι barrister ή δικηγόροι, υπεύθυνοι για τη δίωξη σε ποινικές υποθέσεις εξ ονόματος του Στέμματος. Οι βοηθοί εισαγγελείς εξετάζουν και υποβάλλουν περιορισμένο φάσμα υποθέσεων σε magistrates’ court.

Αποστολή και καθήκοντα

Το προσωπικό της Εισαγγελίας:

  • συμβουλεύει την αστυνομία και εξετάζει τις αποδείξεις στις διάφορες υποθέσεις για το ενδεχόμενο άσκησης δίωξης·
  • αποφασίζει την απαγγελία κατηγορίας (σε όλες τις υποθέσεις εκτός από τις ήσσονος σημασίας), όταν λαμβάνεται απόφαση άσκησης δίωξης·
  • ετοιμάζει τις υποθέσεις και τις υποβάλλει στο δικαστήριο.

Οι Crown prosecutor κατατάσσονται στους δημόσιους υπαλλήλους και προσλαμβάνονται μέσω ανοικτού διαγωνισμού. Οι υποψήφιοι για τη θέση αυτή πρέπει να είναι:

  • solicitor στην Αγγλία και την Ουαλία, με πιστοποιητικό άσκησης του επαγγέλματος σε ισχύ·
  • barrister, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου της Αγγλίας που έχουν ολοκληρώσει την πρακτική τους άσκηση·
  • πολίτες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή της Κοινοπολιτείας. Οι δικηγόροι οι οποίοι έχουν λάβει δίπλωμα εκτός Αγγλίας και Ουαλίας απαιτείται να λάβουν μέρος και να επιτύχουν σε δοκιμασία ισοτιμίας πριν να διοριστούν.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: Δικηγόροι

Barrister

Το Bar Council (Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου) είναι το διοικητικό όργανο όλων των barrister στην Αγγλία και την Ουαλία. Ιδρύθηκε για την εκπροσώπηση των συμφερόντων του επαγγέλματος, για τη διατύπωση και την υλοποίηση βασικών πολιτικών πρωτοβουλιών και για την τήρηση των κανόνων, της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας του Δικηγορικού Συλλόγου (Bar). Σύμφωνα με τον νόμο περί νομικών υπηρεσιών του 2007, το καθήκον της ρύθμισης του επαγγέλματος ανατέθηκε στην ανεξάρτητη και αυτόνομη επιτροπή Bar Standards Board. Οι barrister είναι ειδικευμένοι νομικοί σύμβουλοι και παρίστανται ως συνήγοροι στο δικαστήριο. Γενικά, είναι αυτοαπασχολούμενοι και εργάζονται σε ομάδες σε γραφεία, τα λεγόμενα chambers, όπου είναι γνωστοί ως tenants. Οι barrister έχουν ειδική κατάρτιση για τη συνηγορία· με άλλα λόγια, έχουν εκπαιδευτεί για να αντιπροσωπεύουν τους πελάτες τους στα ανώτερα δικαστήρια. Οι barrister αφιερώνουν επίσης μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην παροχή συμβουλών στους πελάτες τους και στην έρευνα υποθέσεων, καθώς και στην ενημέρωσή τους στον τομέα που έχουν επιλέξει ως ειδικότητα. Το 10% περίπου των barrister που ασκούν το επάγγελμα είναι «Queen’s Counsel» (QCs), οι οποίοι αναλαμβάνουν τις σημαντικότερες και πλέον σύνθετες υποθέσεις.

Solicitor (νομικοί σύμβουλοι)

Το έργο του solicitor είναι να προσφέρει σε πελάτες (φυσικά πρόσωπα, επιχειρήσεις, εθελοντικές οργανώσεις, φιλανθρωπικές οργανώσεις κ.λπ.) αξιόπιστες νομικές συμβουλές και εκπροσώπηση, συμπεριλαμβανομένης της εκπροσώπησής τους στο δικαστήριο. Η εργασία τους εμφανίζει πολύ μεγάλη ποικιλία. Οι περισσότεροι solicitor εργάζονται σε ιδιωτικό γραφείο, το οποίο είναι σύμπραξη solicitor για την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες. Μπορεί να έχουν γενικό γραφείο και να καλύπτουν πολλούς τομείς του δικαίου ή να ειδικεύονται σε συγκεκριμένο τομέα. Άλλοι εργάζονται ως μισθωτοί για την κεντρική κυβέρνηση ή οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, την εισαγγελική υπηρεσία (Crown Prosecution Service), τα Magistrates' Courts, εμπορικές ή βιομηχανικές εταιρείες ή άλλους οργανισμούς. Ο solicitor μπορεί να επιλέξει το είδος περιβάλλοντος που του ταιριάζει καλύτερα.

Οι solicitor κατά κανόνα παρέχουν νομικές συμβουλές στους πελάτες τους. Εάν ο πελάτης ζητήσει στη συνέχεια εκπροσώπηση στα ανώτερου βαθμού δικαστήρια της Αγγλίας και Ουαλίας, ο solicitor μπορεί να αναθέσει σε barrister να διεκπεραιώσει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου. Εντούτοις, δεν απαιτείται πάντοτε barrister, δεδομένου ότι οι solicitor με τα κατάλληλα προσόντα δικαιούνται να παρίστανται (δηλαδή να εκπροσωπούν πελάτες) στα ανώτερα δικαστήρια.

Η Law Society εκπροσωπεί τους solicitor στην Αγγλία και την Ουαλία. Τα καθήκοντά της εκτείνονται από τη διαπραγμάτευση και την άσκηση πιέσεων στις ρυθμιστικές αρχές του επαγγέλματος, την κυβέρνηση και άλλους φορείς έως την παροχή κατάρτισης και συμβουλών. Η Law Society υπάρχει για να βοηθά, να προστατεύει και να προωθεί τους solicitor σε ολόκληρη την Αγγλία και την Ουαλία.

Η Solicitors Regulation Authority (SRA) (Ρυθμιστική Αρχή των Solicitor) ασχολείται με όλα τα ρυθμιστικά και πειθαρχικά ζητήματα και θεσπίζει πρότυπα για τους solicitor, παρακολουθεί δε και επιβάλλει την τήρησή τους σε ολόκληρη την Αγγλία και την Ουαλία. Παλαιότερα ήταν γνωστή ως Law Society Regulation Board, ενεργεί δε αποκλειστικά προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος.

Το Office for Legal Complaints (Γραφείο Νομικών Καταγγελιών) προορίζεται για τους ιδιώτες που επιθυμούν να υποβάλουν καταγγελία κατά ενός solicitor. Παλαιότερα γνωστό ως Legal Complaints Service, αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο, στόχος του οποίου είναι η ταχεία και αποτελεσματική επίλυση οιουδήποτε ζητήματος.

Συμβολαιογράφοι

Οι συμβολαιογράφοι είναι μέλη του τρίτου και παλαιότερου κλάδου των νομικών επαγγελμάτων στην Αγγλία και την Ουαλία. Γίνονται δεκτοί και ασκούν το επάγγελμα βάσει διορισμού από το Faculty Office (ο πρώτος διορισμός έγινε από τον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury το 1279) και υπόκεινται στους κανόνες του δικαστηρίου Court of Faculties. Οι συμβολαιογράφοι αποτελούν ένας είδος γέφυρας μεταξύ του αστικού δικαίου και του κοινού δικαίου.

Όλοι οι συμβολαιογράφοι έχουν νομική εκπαίδευση και, παρότι οι περισσότεροι εξ αυτών μπορεί να είναι και solicitor, η ιδιότητα του συμβολαιογράφου αποκτάται μέσω ανεξάρτητων και χωριστών εξετάσεων. Οι συμβολαιογράφοι πρέπει να παρακολουθήσουν το ίδιο αρχικό πρόγραμμα σπουδών προκειμένου να πληρούν τα προσόντα του επαγγέλματος: απαιτείται επιτυχής ολοκλήρωση του μαθήματος συμβολαιογραφικής πρακτικής στο University College London. Αφού αποκτήσουν την ειδικότητά τους, οι συμβολαιογράφοι μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους οπουδήποτε στην Αγγλία και στην Ουαλία, και έχουν όλοι τα ίδια καθήκοντα. Πέραν της κατάρτισης και έκδοσης συμβολαιογραφικών πράξεων, οι συμβολαιογράφοι μπορούν να παρέχουν συμβουλές για την κατάρτιση διαθηκών, κληρονομικά ζητήματα, διαχείριση κληρονομίας και μεταβίβαση ακινήτων.

Οι συμβολαιογραφικές δραστηριότητες αναγνωρίζονται παγκοσμίως εδώ και αιώνες, πράγμα το οποίο επέτρεψε την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Με τον τρόπο αυτό, οι συμβολαιογράφοι διευκολύνουν το εμπόριο και τη ζωή των απλών πολιτών, επιτρέποντάς τους να ασκούν τις καθημερινές και τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ελεύθερα με εύλογο κόστος και χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

Ο συμβολαιογράφος κατέχει επίσημη σφραγίδα και οι συμβολαιογραφικές πράξεις έχουν αποδεικτική ισχύ στην Αγγλία και στην Ουαλία. Οι συμβολαιογραφικές πράξεις καταρτίζονται σε ιδιωτική και σε δημόσια μορφή· οι δεύτερες είναι επίσης γνωστές ως «συμβολαιογραφικές πράξεις με ισχύ δημόσιου εγγράφου» (notarial acts in authentic form). Με την υπογραφή και την επίσημη σφραγίδα συμβολαιογράφου, οι συμβολαιογραφικές πράξεις αναγνωρίζονται σε όλες τις χώρες του κόσμου ως επίσημα έγγραφα συντασσόμενα από αρμόδιο νομικό λειτουργό.

Οι συμβολαιογράφοι υπόκεινται σε παρόμοιους επαγγελματικούς κανόνες με αυτούς των solicitor και οφείλουν να ανανεώνουν κάθε χρόνο το πιστοποιητικό άσκησης του επαγγέλματός τους και να διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικής ευθύνης και πίστης. Η ανανέωση αυτή τους χορηγείται υπό τον όρο ότι έχουν συμμορφωθεί προς τους κανόνες. Ο συμβολαιογράφος διορίζεται σε θέση η οποία είναι προσωποπαγής. Η Notaries Society (Εταιρεία Συμβολαιογράφων) είναι η συλλογική οργάνωση που εκπροσωπεί περίπου 800 συμβολαιογράφους. Η Society of Scrivener Notaries εκπροσωπεί περίπου 30 συμβολαιογράφους που ασκούν το επάγγελμά τους κυρίως στο κεντρικό Λονδίνο και έχουν διοριστεί από τη Scriveners Company, μια παλιά συντεχνία.

Patent and trade mark attorney (Σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων)

Οι σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων είναι ειδικοί σύμβουλοι στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας. Παρέχουν νομικές συμβουλές σε πελάτες στον συγκεκριμένο τομέα, ιδιαίτερα σε σχέση με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, εμπορικά σήματα, υποδείγματα και δικαιώματα δημιουργού. Εκπροσωπούν επίσης τους πελάτες τους στα ειδικά δικαστήρια διανοητικής ιδιοκτησίας (ορισμένοι επεκτείνουν τις αρμοδιότητές τους, αφού αποκτήσουν επιπλέον άδεια παράστασης). Οι περισσότεροι σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων έχουν ιδιωτικό γραφείο. Πολλοί εργάζονται σε εξειδικευμένα γραφεία, αλλά ορισμένοι συνεργάζονται με solicitor. Επίσης, πολλοί εξ αυτών εργάζονται στη βιομηχανία. Οι εν λόγω σύμβουλοι με δικαίωμα παράστασης μπορούν να εκπροσωπούν τους πελάτες τους στο δικαστήριο, κατά τον ίδιο τρόπο με τους solicitor, για υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων, εξουσιοδοτώντας κάποιον barrister για να αναλάβει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου. Το Chartered Institute of Patent Attorneys (CIPA) εκπροσωπεί τους συμβούλους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Ρόλος του είναι να συζητά με την κυβέρνηση θέματα νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας, να παρέχει εκπαίδευση και κατάρτιση σε συμβούλους και εκπαιδευόμενους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και να συνεργάζεται με τις ρυθμιστικές αρχές του επαγγέλματος. Το CIPA επιδιώκει την προώθηση της νομοθεσίας διανοητικής ιδιοκτησίας και των επαγγελμάτων του τομέα. Το Institute of Trade Mark Attorneys (ITMA) εκπροσωπεί τους συμβούλους σε θέματα εμπορικών σημάτων και τον σχετικό επαγγελματικό κλάδο σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Στα καθήκοντά του περιλαμβάνονται οι διαπραγματεύσεις με —και η άσκηση πίεσης προς— την κυβέρνηση, το ανεξάρτητο ρυθμιστικό της όργανο (IPReg) και άλλους σχετικούς οργανισμούς. Εξασφαλίζει σχετική εκπαίδευση, κατάρτιση και συμβουλές στο επάγγελμα του Trade Mark Attorney και είναι υπεύθυνο για την προώθηση του επαγγέλματος και της διανοητικής ιδιοκτησίας. Το Intellectual Property Regulation Board (IPReg) ασχολείται με όλα τα ρυθμιστικά και πειθαρχικά ζητήματα και θεσπίζει πρότυπα για τους συμβούλους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων, παρακολουθεί δε και επιβάλλει την τήρησή τους σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Δρα προς το δημόσιο συμφέρον και τηρεί τα εκ του νόμου προβλεπόμενα μητρώα συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων, τόσο φυσικών προσώπων όσο και οντοτήτων.

Λοιπά νομικά επαγγέλματα

Εκτός από εκείνους που εργάζονται στα magistrates’ court, οι γραμματείς και το λοιπό προσωπικό των περισσότερων δικαστηρίων της Αγγλίας και της Ουαλίας δεν απαιτείται να έχουν νομική κατάρτιση. Είναι δημόσιοι υπάλληλοι, επιφορτισμένοι με διοικητικά καθήκοντα, που επικουρούν τους δικαστές. Δεν επιτρέπεται να παρέχουν νομικές συμβουλές. Ως δημόσιοι υπάλληλοι, όλοι οι υπάλληλοι των δικαστηρίων απασχολούνται από τη Δικαστική Υπηρεσία Ηνωμένου Βασιλείου (Her Majesty’s Courts and Tribunals Service).

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις κατηγορίες προσωπικού των δικαστηρίων διατίθενται εδώ PDF (456 Kb) el.

Ο ρόλος των δικαστικών υπαλλήλων είναι διαφορετικός στα magistrates’ court. Οι μη επαγγελματίες magistrate δεν έχουν νομική κατάρτιση. Βασίζονται σε συμβουλές που λαμβάνουν από τους υπαλλήλους που έχουν νομική κατάρτιση, οι οποίοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: justices’ clerk και legal advisercourt clerk).

  • Οι justices’ clerk (δικαστικοί υπάλληλοι) είναι οι κύριοι νομικοί σύμβουλοι των magistrate. Είναι δικηγόροι (barrister ή solicitor) που έχουν τουλάχιστον πενταετή επαγγελματική εμπειρία. Συμβουλεύουν τους magistrate σχετικά με ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα τόσο εντός όσο και εκτός του δικαστηρίου. Είναι, επίσης, αρμόδιοι για τη διοίκηση και την κατάρτιση των νομικών συμβούλων, την ποιότητα των παρεχόμενων νομικών υπηρεσιών και την παροχή συνεπών νομικών συμβουλών σε όλο τον διοικητικό τομέα της αρμοδιότητάς τους.

  • Οι legal adviser παρίστανται στο δικαστήριο και παρέχουν συμβουλές στους magistrate σχετικά με τους νόμους, τη νομική πρακτική και τις διαδικασίες. Και αυτοί επίσης έχουν νομική κατάρτιση (συνήθως solicitor ή barrister).

Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου εκτελούνται σήμερα από τους High Court Enforcement Officer (λειτουργοί για την εκτέλεση των αποφάσεων του High Court), που διορίζονται και τοποθετούνται στις περιφέρειες από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ή τον εκπρόσωπό του. Είναι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου και την είσπραξη οφειλόμενων χρηματικών ποσών σύμφωνα με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ή σύμφωνα με απόφαση county court που διαβιβάστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μπορούν να προβαίνουν σε κατάσχεση και πώληση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη του ποσού ενός χρέους. Προβαίνουν επίσης στην απόδοση και την εποπτεία της νομής ακίνητης περιουσίας και στην ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων.

Οι county court bailiff (δικαστικοί επιμελητές του county court) είναι δημόσιοι υπάλληλοι που διορίζονται από τη Δικαστική Υπηρεσία (Her Majesty’s Court Service) και ασχολούνται με την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και/ή ενταλμάτων των county court. Είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι εκτελούν εντολές αναγκαστικής εκτέλεσης, προβαίνουν σε ανάκτηση νομής ακινήτων ή κινητών πραγμάτων βάσει των αντίστοιχων εντολών αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο κανονισμός σχετικά με τα εντάλματα εκτέλεσης από δικαστικούς επιμελητές περιλαμβάνεται στα άρθρα 85–111 του County Courts Act του 1984. Οι διαδικασίες σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση προβλέπονται από τους κανόνες πολιτικής δικονομίας. Επιπλέον, ο δικαστικός επιμελητής του county court ασκεί και άλλα καθήκοντα, όπως είναι η προσωπική επίδοση εγγράφων και ενταλμάτων κράτησης. Οι ρυθμίσεις σχετικά με τα εντάλματα κράτησης περιλαμβάνονται στα άρθρα 118-122 του County Courts Act.

Οι certificated bailiff (πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές) είναι ιδιωτικοί δικαστικοί επιμελητές οι οποίοι κατέχουν άδεια άσκησης του επαγγέλματος σύμφωνα με τους κανόνες «Distress for Rent Rules» και λαμβάνουν εξουσιοδότηση από circuit judge του county court. Οι κανόνες «Distress for Rent» αναφέρονται στην κατάσχεση των αγαθών του μισθωτή από τον εκμισθωτή για την εξασφάλιση της πληρωμής μη καταβληθέντων μισθωμάτων χωρίς την παρέμβαση του δικαστηρίου. Βάσει μιας σειράς άλλων νόμων, οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές επιτρέπεται να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση και για άλλες ειδικές οφειλές, όπως δημοτικούς φόρους επί οικιστικών ή επιχειρηματικών ακινήτων.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Crown Prosecution Service,
Faculty Office,
Εταιρεία Συμβολαιογράφων,
Δικαστικό σώμα Αγγλίας και Ουαλίας,
The Law Society,
Solicitors Regulation Authority,
Office for Legal Complaints,
Legal Services Commission,
Chartered Institute of Patent Attorneys;
Institute of Trade Mark Attorneys,
Intellectual Property Regulation Board,
Δικαστική Υπηρεσία Ηνωμένου Βασιλείου.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/06/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.