Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γερμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Swipe to change

Κατηγορίες νομικών επαγγελμάτων

Αυστρία

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Αυστρία.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Αυστρία

Νομικά επαγγέλματα - εισαγωγή

Στον τομέα αρμοδιότητας του αυστριακού ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης απασχολούνται επί του παρόντος 1 693 επαγγελματίες δικαστές (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένου του Ανωτάτου Δικαστηρίου).

Εκτός από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, οι δικαστές διορίζονται επίσης στο Διοικητικό Δικαστήριο (περί τους 63) και στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Ασύλου (Bundesasylgericht).

Επίσης, σε ορισμένες διαδικασίες χρησιμοποιούνται λαϊκοί δικαστές οι οποίοι εργάζονται σε εθελοντική βάση. Σε αυτούς συγκαταλέγονται, αφενός, οι ένορκοι στις ποινικές υποθέσεις και, αφετέρου, οι ειδικοί και αρμόδιοι πάρεδροι σε υποθέσεις εμπορικού και εργατικού δικαίου, καθώς και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης.

Υπάρχουν 375 εισαγγελείς (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της Γενικής Εισαγγελίας) και 4 864 μόνιμοι και συμβασιούχοι υπάλληλοι (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Δικαστηρίου και της Γενικής Εισαγγελίας), οι οποίοι εργάζονται υποστηρικτικά στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες.

Στον σωφρονιστικό τομέα εργάζονται 3 631 υπάλληλοι (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της σωφρονιστικής διεύθυνσης) σε αυτούς συγκαταλέγονται συνολικά 3 098 υπάλληλοι της υπηρεσίας εκτέλεσης ποινών (συμπεριλαμβανομένων των 127 υπαλλήλων της εκπαιδευτικής υπηρεσίας).

1. Δικαστής

Κατάρτιση και διορισμός

Μετά το πέρας των νομικών σπουδών ακολουθεί η πρακτική άσκηση αφού ολοκληρωθεί η δικαστική άσκηση στο πλαίσιο της δικαστικής προπαρασκευαστικής υπηρεσίας σε εξωπανεπιστημιακά ιδρύματα. Ετησίως διορίζονται περίπου 60 έως 80 υποψήφιοι δικαστές. Η δικαστική προπαρασκευαστική υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής άσκησης) διαρκεί κατά βάση τέσσερα έτη και πραγματοποιείται σε περιφερειακά δικαστήρια (Bezirksgerichte) και πρωτοδικεία (Landesgerichte), σε κάποια εισαγγελική αρχή, σε σωφρονιστικό ίδρυμα και στο γραφείο δικηγόρου ή συμβολαιογράφου. Ένα μέρος της άσκησης μπορεί μεταξύ άλλων να πραγματοποιηθεί στο Εφετείο (Oberlandesgericht), στο Ανώτατο Δικαστήριο (Oberster Gerichtshof) ή στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, στη σωφρονιστική διεύθυνση, σε ίδρυμα επανένταξης αποφυλακισθέντων , σε σωματεία δικαστικής συμπαράστασης ή υπηρεσίες ανηλίκων, σε εντεταλμένους φορείς παροχής ένδικης προστασίας, σε κατάλληλες επιχειρήσεις ή στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η δικαστική προπαρασκευαστική υπηρεσία ολοκληρώνεται με τις εξετάσεις για την άδεια άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος.

Εάν επιτύχει στις εξετάσεις για την άδεια άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, ο υποψήφιος δικαστής μπορεί να υποβάλει αίτηση για την πλήρωση κενής μόνιμης θέσης δικαστού.

Ο διορισμός του δικαστή γίνεται από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις έχει εκχωρήσει την αρμοδιότητα αυτή στον ομοσπονδιακό υπουργό Δικαιοσύνης όσον αφορά τις οργανικές θέσεις δικαστών. Δικαστές μπορούν να διορισθούν μόνον αυστριακοί υπήκοοι.

Σε αντιδιαστολή με τους επαγγελματίες δικαστές, οι λαϊκοί δικαστές δεν απαιτείται να διαθέτουν νομική κατάρτιση και εργάζονται σε εθελοντική βάση. Σε αυτούς συγκαταλέγονται, αφενός, οι ένορκοι στις ποινικές υποθέσεις και ,αφετέρου, οι ειδικοί και αρμόδιοι πάρεδροι σε υποθέσεις εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης.

Υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστή

Οι επαγγελματίες δικαστές απασχολούνται από το ομοσπονδιακό κράτος βάσει σχέσης δημοσίου δικαίου. Εκτός από το Αυστριακό Ομοσπονδιακό Σύνταγμα, ο νόμος για τις υπηρεσίες των δικαστών είναι η κύρια πηγή του δικαίου για την κατάρτιση και το επαγγελματικό καθεστώς των δικαστών [ο πλήρης τίτλος της εν λόγω πηγής δικαίου είναι «νόμος για τις υπηρεσίες των δικαστών και των εισαγγελέων» (Richter- und Staatsanwaltschaftsdienstgesetz), διότι πολλές διατάξεις, όπως το πειθαρχικό δίκαιο και οι περιγραφές των υπηρεσιών, ρυθμίζονται με παρόμοιο τρόπο για δικαστές και εισαγγελείς].

Οι επαγγελματίες δικαστές διορίζονται επ’ αόριστον και συνταξιοδοτούνται στη λήξη του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους.

Σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Συντάγματος, οι δικαστές ενεργούν ως ανεξάρτητοι εκπρόσωποι του κράτους κατά την ερμηνεία του νόμου και την εκδίκαση των υποθέσεων. Έκφραση της ανεξαρτησίας τους αποτελεί η απουσία δέσμευσης από υποδείξεις (αντικειμενική ανεξαρτησία), καθώς και η ισοβιότητα και η αδυναμία μετάθεσής τους σε άλλη θέση (προσωπική ανεξαρτησία). Οι δικαστές δεσμεύονται μόνον από τον νόμο και αποφασίζουν βάσει των προσωπικών νομικών πεποιθήσεών τους. Δεν δεσμεύονται επίσης από προηγούμενες αποφάσεις άλλων δικαστηρίων σε παρόμοια νομικά ζητήματα (δικαστικό προηγούμενο).

Οι δικαστές μπορούν, εκτός από την περίπτωση της συνταξιοδότησής τους μόλις φτάσουν στο νόμιμο όριο ηλικίας, να τεθούν εκτός υπηρεσίας ή να μετατεθούν παρά τη θέλησή τους ή να τεθούν σε διαθεσιμότητα μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο και με τον τρόπο που ορίζεται από αυτόν και πάντα στη βάση τυπικής δικαστικής απόφασης.

Η συνταγματική ειδική θέση χορηγείται στους δικαστές μόνο κατά την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός τους (κατά τη διεξαγωγή όλων των δικαστικών υποθέσεων που τους ανατίθενται σύμφωνα με τον νόμο και την κατανομή αρμοδιοτήτων). Εξαίρεση αποτελούν οι διοικητικές υποθέσεις στο πλαίσιο του δικαστικού συστήματος (μέτρα για τη διαφύλαξη της λειτουργίας του δικαστικού συστήματος). Στις υποθέσεις αυτές, οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι μόνον εάν τις εκδικάζουν σε τμήματα ή σε επιτροπές (όπως κατανομή των εργασιών, προτάσεις διορισμού). Με εξαίρεση τις συγκεκριμένες αυτές περιστάσεις, οι δικαστές δεσμεύονται από τις οδηγίες των προϊσταμένων τους. Η κατανομή των εργασιών του δικαστηρίου εξασφαλίζει τον σεβασμό του δικαιώματος σε νόμιμο δικαστή στο πλαίσιο της έννομης τάξης, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι δικαστές είναι αρμόδιοι για την εκδίκαση αστικών και ποινικών υποθέσεων, καθώς και για τον έλεγχο της διοίκησης και την προστασία του Συντάγματος στο πλαίσιο της διοικητικής και συνταγματικής δικαιοδοσίας.

Νομική ευθύνη

Πειθαρχικό δικαστήριο: Οποιοσδήποτε δικαστής παραβαίνει υπαίτια τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του και τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας είναι υπόλογος ενώπιον του πειθαρχικού δικαστηρίου, το οποίο συστήνεται στο Εφετείο (Oberlandesgericht) ή στο Ανώτατο Δικαστήριο (Oberster Gerichtshof) και απαρτίζεται αποκλειστικά από δικαστές (το πειθαρχικό δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο για παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος των εισαγγελέων).

Ποινικό δικαστήριο: Οποιοσδήποτε δικαστής (ή, κατά περίπτωση, εισαγγελέας) διαπράττει ποινικό αδίκημα μέσω υπαίτιας παράβασης των επαγγελματικών καθηκόντων του είναι υπόλογος ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (π.χ. σε περίπτωση κατάχρησης υπηρεσιακής εξουσίας).

Πολιτικό δικαστήριο: Τα μέρη που έχουν υποστεί ζημία λόγω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς δικαστή (ή εισαγγελέα) μπορούν να επικαλεστούν αυτή τη ζημία μόνον έναντι του κράτους. Το κράτος μπορεί από την πλευρά του να στραφεί κατά του δικαστή (ή του εισαγγελέα) σε περίπτωση δόλου και βαριάς αμέλειας.

2. Εισαγγελέας

Οργάνωση

Κατά βάση, η ιεραρχική οργάνωση της εισαγγελικής αρχής αντιστοιχεί στην οργάνωση των δικαστηρίων.

Σε καθένα από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια που είναι αρμόδια να εκδικάζουν ποινικές υποθέσεις (συνολικά 17 δικαστήρια) υπάρχει μία εισαγγελική αρχή. Επίσης, για ολόκληρη την επικράτεια της Αυστρίας υπάρχει μια εισαγγελική αρχή αρμόδια για θέματα οικονομίας και διαφθοράς (Wirtschafts- und Korruptionsstaatsanwaltschaft, WKStA). Σε κάθε εφετείο (Oberlandesgericht) υπάρχει μία ανώτερη εισαγγελική αρχή (εισαγγελία εφετών - Oberstaatsanwaltschaft) και στο Ανώτατο Δικαστήριο υπάρχει η Γενική Εισαγγελία (Generalprokuratur). Οι εισαγγελίες εφετών και η Γενική Εισαγγελία υπάγονται άμεσα στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Κατάρτιση και διορισμός εισαγγελέα

Η κατάρτιση του εισαγγελέα είναι αντίστοιχη με εκείνη του επαγγελματία δικαστή.

Μόνο εκείνοι που πληρούν τις προϋποθέσεις διορισμού ως δικαστών μπορούν να διοριστούν ως εισαγγελείς.

Οι κενές οργανικές θέσεις των εισαγγελέων, όπως οι οργανικές θέσεις των δικαστών, πρέπει να δημοσιεύονται. Το δικαίωμα διορισμού των εισαγγελέων ανήκει στον Ομοσπονδιακό Πρόεδρο αλλά, όπως και στην περίπτωση των δικαστών, αυτός έχει εκχωρήσει το δικαίωμα διορισμού σε σχέση με τις περισσότερες οργανικές θέσεις εισαγγελέων στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Υπηρεσιακή κατάσταση του εισαγγελέα

Οι εισαγγελίες είναι αυτόνομα όργανα απονομής δικαιοσύνης, αλλά δεν είναι ανεξάρτητες. Έχουν ιεραρχική δομή και δεσμεύονται από τις εντολές των ανώτερων εισαγγελικών αρχών και, τελικά, του ομοσπονδιακού υπουργού Δικαιοσύνης.

Ο νόμος προβλέπει σαφείς κανόνες σχετικά με το δικαίωμα έκδοσης εντολών. Οι εντολές από ανώτερη εισαγγελία ή από τον ομοσπονδιακό υπουργό Δικαιοσύνης μπορούν να εκδίδονται μόνον εγγράφως και πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Επιπλέον, οι εντολές που λαμβάνονται πρέπει να καταχωρούνται στη δικογραφία της ποινικής υπόθεσης. Ο ομοσπονδιακός υπουργός Δικαιοσύνης φέρει την υπουργική ευθύνη και, ως εκ τούτου, υποχρεούται να ενημερώνει το κοινοβούλιο στο οποίο λογοδοτεί.

Οι υπάλληλοι των επιμέρους εισαγγελιών πρέπει να συμμορφώνονται προς τις εντολές του διευθυντή της εισαγγελίας. Ωστόσο, εάν θεωρούν ότι μια οδηγία είναι παράνομη, μπορούν να ζητήσουν έγγραφη οδηγία, ακόμη και απαλλαγή από τον χειρισμό της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης. Επομένως, οι εισαγγελίες είναι ιεραρχικά οργανωμένες σε κατώτερα και ανώτερα επίπεδα. Αυτό είναι αναγκαίο επειδή –σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τις δικαστικές αποφάσεις– οι αποφάσεις τους δεν μπορούν να προσβληθούν με κανένα ένδικο μέσο.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι εισαγγελίες είναι ειδικά όργανα τα οποία υφίστανται χωριστά από τα δικαστήρια. Αποστολή τους είναι η διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει πρωτίστως την απαγγελία κατηγοριών κατά προσώπων και την άσκηση της πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Για τον λόγο αυτό, ονομάζονται επίσης υπηρεσίες απαγγελίας κατηγοριών. Στην ποινική διαδικασία, είναι επίσης υπεύθυνες για την προκαταρκτική διαδικασία.

Οι εισαγγελείς είναι υπεύθυνοι για την απαγγελία κατηγοριών και την άσκηση της πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοδικείου και του πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου της αντίστοιχης δικαστικής περιφέρειας. Κατά κανόνα, οι διώξεις στα πρωτοβάθμια περιφερειακά δικαστήρια ασκούνται από τους περιφερειακούς εισαγγελείς, οι οποίοι είναι υπάλληλοι με ειδική εμπειρία, αλλά δεν απαιτείται να διαθέτουν πανεπιστημιακή κατάρτιση.

Η εισαγγελική αρχή αρμόδια για θέματα οικονομίας και διαφθοράς κατέχει ειδική θέση. Οι αρμοδιότητές της στην ομοσπονδιακή επικράτεια καλύπτουν υπηρεσιακά εγκλήματα και εγκλήματα διαφθοράς, καθώς και οικονομικά εγκλήματα με ζημία που υπερβαίνει τα πέντε εκατ. ευρώ. Επίσης στην αρμοδιότητά της εμπίπτουν χρηματοοικονομικά εγκλήματα με ποσό ζημίας που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ, ειδικές περιπτώσεις κοινωνικής απάτης, πτωχευτικά αδικήματα και, μεταξύ άλλων, αδικήματα που προβλέπονται στον αυστριακό νόμο περί ανωνύμων εταιρειών (Aktiengesetz) ή τον νόμο περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (GmbH-Gesetz) για μεγάλες επιχειρήσεις αντίστοιχα (με ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο ύψους πέντε εκατ. ευρώ ή τουλάχιστον 2 000 εργαζόμενους).

Οι ανώτερες εισαγγελίες είναι ιεραρχικά ανώτερες των εισαγγελιών και υποστηρίζουν τα εφετεία στη Βιέννη, στο Graz, στο Linz και στο Innsbruck. Επιπλέον της άσκησης της πολιτικής αγωγής ενώπιον του εφετείου, είναι επίσης υπεύθυνες για την εποπτεία όλων των εισαγγελιών στην περιφέρειά τους. Υπάγονται άμεσα στον ομοσπονδιακό υπουργό Δικαιοσύνης.

Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, το οποίο βρίσκεται στο Ανώτατο Δικαστήριο, κατέχει ειδική θέση. Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα λογοδοτεί άμεσα στον ομοσπονδιακό Υπουργό Δικαιοσύνης και δεν δικαιούται να εκδίδει οποιεσδήποτε οδηγίες προς τις εισαγγελίες ή τις ανώτερες εισαγγελίες. Επίσης, δεν απαγγέλλει κατηγορίες, αλλά είναι επιφορτισμένο να υποστηρίζει το Ανώτατο Δικαστήριο. Προκειμένου να εκπληρώσει το καθήκον αυτό, εξουσιοδοτείται ειδικότερα να υποβάλλει τις λεγόμενες «αιτήσεις ακυρότητας λόγω παράβασης του νόμου» σε ποινικές υποθέσεις, όταν τα μέρη δεν διαθέτουν (άλλη) δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων. Έτσι, επιτελεί τη σημαντική λειτουργία της διαφύλαξης της ομοιόμορφης εφαρμογής του νόμου καθώς και της ασφάλειας δικαίου στις ποινικές υποθέσεις.

Νομική ευθύνη:

Η ποινική και αστική ευθύνη των εισαγγελέων ρυθμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στην περίπτωση των δικαστών.

3. Δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα

Οργάνωση

Στην Αυστρία οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα αποτελούν ουσιαστικό στυλοβάτη του δικαστικού συστήματος. Περισσότερο από το 80 % όλων των πρωτόδικων αποφάσεων που αφορούν ποινικές υποθέσεις λαμβάνονται σήμερα από τους 662 δικαστικούς υπαλλήλους με δικαστικά καθήκοντα (στοιχεία της 1.11.2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας ανθρώπινου δυναμικού).

Μετεκπαιδευτικά μαθήματα

Προϋπόθεση για την έναρξη παρακολούθησης των μετεκπαιδευτικών μαθημάτων αποτελεί η επιτυχία στις εξετάσεις αποφοίτησης δευτεροβάθμιου σχολείου («Matura»). Αυτές οι εξετάσεις μπορούν να αντικατασταθούν από την ολοκλήρωση μιας μαθητείας, την επακόλουθη αποφοίτηση από επαγγελματική ακαδημία και στη συνέχεια την επιτυχία στις εξετάσεις για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο.

Πριν να γίνει δεκτός σε κατάρτιση δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εργαστεί στη γραμματεία δικαστηρίου για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών και να επιτύχει την ειδική εξέταση που προορίζεται για τους υπαλλήλους της γραμματείας δικαστηρίου καθώς και την εξέταση εξειδικευμένης κατάρτισης. Μόνο τότε μπορεί ο δικαστικός υπάλληλος να λάβει την άδεια από τον προεδρεύοντα δικαστή του εφετείου για να συμμετέχει σε κατάρτιση δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα.

Η κατάρτιση του συγκεκριμένου δικαστικού υπαλλήλου διαρκεί τρία έτη και συμπεριλαμβάνει τα ακόλουθα:

  • απασχόληση σε ένα ή περισσότερα δικαστήρια, με προετοιμασία διεκπεραίωσης υποθέσεων που αφορούν το συγκεκριμένο τομέα εργασίας,
  • συμμετοχή σε βασική εκπαίδευση και σε μαθήματα που αφορούν το συγκεκριμένο τομέα εργασίας, και
  • εξέταση του δικαστικού υπαλλήλου η οποία πραγματοποιείται σε δύο μέρη.

Αφού επιτύχει την εξέταση του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα, ο υποψήφιος λαμβάνει δίπλωμα το οποίο εκδίδεται από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Αυτό το δίπλωμα πρέπει να διακρίνεται από το πιστοποιητικό δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα, το οποίο εκδίδεται μόνο μετά από τριετή κατάρτιση και επιβεβαιώνει την ικανότητα άσκησης του επαγγέλματος του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα. Το πιστοποιητικό παρέχει στο συγκεκριμένο δικαστικό υπάλληλο τη βασική εξουσιοδότηση να επιμελείται δικαστικών υποθέσεων που εμπίπτουν στον τομέα δραστηριότητάς του σε όλη την ομοσπονδιακή επικράτεια.

Ο πρόεδρος του Εφετείου (Oberlandesgericht) πρέπει στη συνέχεια να προσδιορίσει το δικαστήριο στο οποίο ο συγκεκριμένος δικαστικός υπάλληλος θα απασχοληθεί ως δικαστικός υπάλληλος με δικαστικά καθήκοντα και την σχετική περίοδο. Στο πλαίσιο του δικαστηρίου, ο προϊστάμενος του δικαστηρίου αναθέτει στον δικαστικό υπάλληλο ένα τμήμα του δικαστηρίου το οποίο διευθύνεται από δικαστή ή ενδεχομένως περισσότερα τμήματα του δικαστηρίου. Εντός του τμήματος, ο σχετικός δικαστής είναι υπεύθυνος για την κατανομή των υποθέσεων.

Υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα

Οι εν λόγω δικαστικοί υπάλληλοι είναι ειδικά εκπαιδευμένοι δικαστικοί υπάλληλοι στους οποίους έχει ανατεθεί η επιμέλεια επακριβώς καθορισμένων αστικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό βάσει του αυστριακού ομοσπονδιακού συντάγματος (άρθρο 87α B-VG) και του αυστριακού νόμου περί δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα. Οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα δεσμεύονται από τις οδηγίες του δικαστή που είναι υπεύθυνος για την υπόθεση βάσει της κατανομής των εργασιών του δικαστηρίου. Ο δικαστής μπορεί ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε στάδιο να αναλάβει ο ίδιος τον χειρισμό της υπόθεσης. Οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα μπορούν να εκδίδουν μόνο συγκεκριμένες αποφάσεις (Beschluss). Οι δικαστές μπορούν να εξετάσουν ένδικα μέσα κατά των εν λόγω αποφάσεων. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα υποβολής αίτησης ανάθεσης της υπόθεσης σε δικαστή.

Στην πράξη, οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα εργάζονται σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Οι οδηγίες του δικαστή είναι εξαιρετικά σπάνιες.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι συγκεκριμένοι δικαστικοί υπάλληλοι χρησιμοποιούνται στους ακόλουθους τομείς εργασίας:

  • Υποθέσεις πολιτικής δικονομίας, εκτέλεσης και αφερεγγυότητας («διαδικασία διακανονισμού χρεών»)
  • Υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας
  • Υποθέσεις κτηματολογίου και νηολογίου
  • Υποθέσεις μητρώου εταιρειών.

Κάθε ένας από αυτούς τους τομείς εργασίας προϋποθέτει ειδική εκπαίδευση και ειδικό διορισμό ως δικαστικού υπαλλήλου ασκούντος δικαστικά καθήκοντα σε σχέση με τον σχετικό τομέα εργασίας.

Ο καθορισμός της αρμοδιότητας μεταξύ δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα

Ο κύκλος δράσης ενός δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα δεν συμπεριλαμβάνει όλες τις εργασίες και αποφάσεις που προκύπτουν στους προαναφερόμενους τομείς εργασίας. Οι υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο δράσης των δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα καθορίζεται επακριβώς στον νόμο για τους συγκεκριμένους δικαστικούς υπαλλήλους, ενώ το πεδίο δράσης στους επί μέρους τομείς εργασίας ποικίλει σημαντικά.

Οι αρμοδιότητες των δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

  • διαδικασίες έκδοσης διαταγής πληρωμής,
  • επιβεβαίωση των έννομων συνεπειών και της εκτελεστότητας των αποφάσεων δικαστών στον τομέα της αρμοδιότητάς τους,
  • αποφάσεις επί αιτήσεων νομικής συνδρομής σε διαδικασίες του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα,
  • εκτέλεση επίσημων πράξεων κατόπιν αιτήματος δικαστικής συνδρομής από εγχώριο δικαστήριο ή εγχώρια αρχή.

4. Δικηγόροι:

Γενικές παρατηρήσεις

Οι δικηγόροι καλούνται και έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν τους διαδίκους δικαστικώς και εξωδίκως, σε όλες τις υποθέσεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

Δεν απαιτείται επίσημος διορισμός για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στην Αυστρία εντούτοις, η άσκηση του επαγγέλματος εξαρτάται από τις κάτωθι αναφερόμενες προϋποθέσεις.

Στις σημαντικές νομικές βάσεις περιλαμβάνονται ο κώδικας δικηγόρων [Rechtsanwaltsordnung (RAO)], RGBl. αριθ. 96/1896, ο πειθαρχικός κώδικας δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων (DSt), BGBl. αριθ. 474/1990, ο ομοσπονδιακός νόμος περί δικηγορικών αμοιβών (RATG), BGBl. αριθ. 189/1969 και ο νόμος για τις εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος (RAPG), BGBl. αριθ. 556/1985.

Προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος:

Οποιοσδήποτε επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, μετά από τις σπουδές στη νομική επιστήμη (σπουδές στο αυστριακό δίκαιο) πρέπει να αποδείξει συνολικά τουλάχιστον πενταετή νομική επαγγελματική δραστηριότητα, εκ της οποίας τουλάχιστον πέντε μήνες σε δικαστήριο ή εισαγγελία και τρία έτη σε δικηγορικό γραφείο της Αυστρίας ως ασκούμενος.

Η εξέταση για την απόκτηση της άδειας για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος μπορεί να γίνει μετά από τριετή πρακτική απασχόληση, από την οποία τουλάχιστον πέντε μήνες σε δικαστήριο και τουλάχιστον δύο έτη σε δικηγορικό γραφείο. Προκειμένου να υποβληθεί στην εξέταση, είναι επίσης απαραίτητο να συμμετέχει σε εκπαιδευτικά σεμινάρια τα οποία προβλέπονται υποχρεωτικά από το δικηγορικό σύλλογο για τους υποψήφιους δικηγόρους.

Όποιος πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις μπορεί να ζητήσει να εγγραφεί στον κατάλογο των δικηγορικών συλλόγων στην περιφέρεια των οποίων επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα.

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένας δικηγόρος από κάποιο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο συμβαλλόμενο κράτος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο ή την Ελβετία μπορεί, στο εσωτερικό της Δημοκρατίας της Αυστρίας:

  • να ασκήσει προσωρινά δικηγορικές δραστηριότητες,
  • να υποβάλει αίτηση να εγγραφεί στον κατάλογο των δικηγόρων του αρμόδιου δικηγορικού συλλόγου αφού υποβληθεί σε έλεγχο επαγγελματικής καταλληλότητας, ή
  • να εγκατασταθεί επαγγελματικά στην Αυστρία αμέσως χωρίς προηγούμενο έλεγχο ικανοτήτων σύμφωνα με τον επαγγελματικό τίτλο που χρησιμοποιούσε στη χώρα καταγωγής και να ενταχθεί πλήρως στο αυστριακό νομικό επάγγελμα μετά από τριετή "πραγματική και τακτική" άσκηση του επαγγέλματος στην Αυστρία.

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένα μέλος του δικηγορικού συλλόγου ενός κράτους μέλους της γενικής συμφωνίας για το εμπόριο υπηρεσιών (GATS) μπορεί προσωρινά να ασκήσει ορισμένες επακριβώς καθορισμένες δραστηριότητες ως δικηγόρος στη Δημοκρατία της Αυστρίας.

Νομική ευθύνη:

Οι δικηγόροι που παραβαίνουν τις επαγγελματικές υποχρεώσεις ή τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας είναι υπόλογοι σε ένα πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο εκλέγεται από τον τοπικό δικηγορικό σύλλογο. Οι ποινές που μπορούν να τους επιβληθούν φτάνουν μέχρι τη διαγραφή τους από τα μητρώα των δικηγόρων. - Αποφάσεις σε δεύτερο βαθμό λαμβάνονται από την ανώτατη επαγγελματική και πειθαρχική επιτροπή για τους δικηγόρους και υποψήφιους δικηγόρους σε τετραμελή τμήματα που απαρτίζονται από δύο δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου και δύο δικηγόρους.

Πέραν αυτού οι δικηγόροι υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη.

Δικηγορικοί σύλλογοι, Ομοσπονδιακός Δικηγορικός Σύλλογος της Αυστρίας

Ένας δικηγορικός σύλλογος απαρτίζεται από το σύνολο των εγγεγραμμένων δικηγόρων ενός ομόσπονδου κρατιδίου. Οι σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και αυτόνομα και αυτοδιαχειριζόμενα όργανα.

Για τον συντονισμό των εργασιών τους, αντιπρόσωποι των δικηγορικών συλλόγων από το κάθε ομόσπονδο κρατίδιο συγκροτούν μια κοινή αντιπροσωπεία σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τον Ομοσπονδιακό Δικηγορικό Σύλλογο της Αυστρίας (http://www.rechtsanwaelte.at/).

5. Συμβολαιογράφοι

Γενικές παρατηρήσεις

Προς ρύθμιση των έννομων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου υπάρχει ο θεσμός του συμβολαιογράφου ως ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου στον τομέα της προληπτικής δικαιοσύνης.

Κύριο καθήκον του είναι η συμμετοχή σε νομικές διαδικασίες και η παροχή νομικής συνδρομής στο κοινό. Οι συμβολαιογράφοι συντάσσουν δημόσια έγγραφα, φροντίζουν την περιουσία τρίτων, συντάσσουν ιδιωτικά πιστοποιητικά και εκπροσωπούν τα μέρη, κυρίως στον εξωδικαστικό τομέα. Οι συμβολαιογράφοι αναλαμβάνουν επίσης καθήκοντα εντεταλμένων των δικαστηρίων σε εξωδικαστικές διαδικασίες. Ειδικότερα, αναλαμβάνουν ως «δικαστικοί επιτετραμμένοι» τη διεξαγωγή της κληρονομικής διαδικασίας.

Ο συμβολαιογράφος φροντίζει για την εξασφάλιση της περιουσίας του θανόντος και την περιέλευσή της στον δικαιούχο κληρονόμο. Αυτή η εργασία προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση του κληρονομικού δικαίου και της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία δικαιολογεί την πάγια προσφυγή του κοινού στο συμβολαιογράφο για τη σύνταξη διαθηκών και ειδικά για την παροχή συμβουλών και την εκπροσώπηση σε κληρονομικά ζητήματα.

Ο συμβολαιογράφος ασκεί δημόσιο λειτούργημα αλλά δεν είναι δημόσιος υπάλληλος. Φέρει τον οικονομικό κίνδυνο της λειτουργίας του συμβολαιογραφείου αλλά δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Προσομοιάζει με το ελεύθερο επάγγελμα, αλλά ως δικαστικός επιτετραμμένος είναι πλησιέστερα προς το δικαστικό όργανο. Η συμβολαιογραφική ιδιότητα είναι αποκλειστική και δεν επιτρέπεται η παράλληλη άσκηση της δικηγορίας.

Οι μεταβολές στον αριθμό των συμβολαιογραφικών θέσεων και των γραφείων τους γίνεται με διάταγμα του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Επί του παρόντος υπάρχουν στην Αυστρία 490 συμβολαιογραφεία.

Στις σημαντικές νομικές βάσεις περιλαμβάνονται ο κώδικας συμβολαιογράφων [Notariatsordnung (NO)], RGBl. αριθ. 75/1871, ο νόμος περί συμβολαιογραφικών πράξεων (Notariatsaktsgesetz), RGBl. αριθ. 76/1871, ο νόμος περί των συμβολαιογραφικών αμοιβών [Notariatstarifgesetz (NTG)], BGBl. αριθ. 576/1973, ο νόμος περί του συμβολαιογραφικού ελέγχου (Notariatsprüfungsgesetz), BGBl. αριθ. 522/1987, ο νόμος περί του δικαστικού επιτετραμμένου (Gerichtskommissärsgesetz), BGBl. αριθ. 343/1970, και ο νόμος περί των απολαβών των συμβολαιογράφων ως δικαστικών εντολέων [Gerichtskommissionstarifgesetz (GKTG)], BGBl. αριθ. 108/1971.

Μετεκπαιδευτικά μαθήματα

Οποιοσδήποτε έχει ολοκληρώσει τις νομικές σπουδές και ενδιαφέρεται για το επάγγελμα του συμβολαιογράφου πρέπει να αναζητήσει ένα συμβολαιογράφο ο οποίος θα τον δεχθεί ως υπάλληλο και θα τον εγγράψει στο μητρώο των υποψήφιων συμβολαιογράφων.

Η εγγραφή στο μητρώο των υποψήφιων συμβολαιογράφων που τηρείται από τον αρμόδιο συμβολαιογραφικό σύλλογο είναι εφικτή μόνον εφόσον το συγκεκριμένο άτομο έχει ολοκληρώσει πρακτική άσκηση στα δικαστήρια ή στην εισαγγελία διάρκειας πέντε μηνών και δεν έχει ακόμα συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας κατά την πρώτη εγγραφή του στο μητρώο των υποψηφίων.

Προκειμένου να γίνει δεκτός στην εξέταση για την απόκτηση της άδειας συμβολαιογράφου, ο υποψήφιος συμβολαιογράφος πρέπει να παρακολουθήσει σεμινάρια κατάρτισης που προβλέπονται υποχρεωτικά από το σύλλογο των συμβολαιογράφων.

Η εξέταση για το επάγγελμα του συμβολαιογράφου διενεργείται σε δύο μέρη.

  • Το πρώτο μέρος μπορεί να γίνει το νωρίτερο μετά από την πάροδο 18 μηνών από την αναγόρευσή του ως υποψηφίου και το αργότερο κατά το τέλος του πέμπτου έτους της περιόδου υποψηφιότητας, διαφορετικά ο υποψήφιος συμβολαιογράφος διαγράφεται από τα μητρώα.
  • Το δεύτερο μέρος μπορεί να διενεργηθεί το νωρίτερο μετά από περαιτέρω πρακτική απασχόληση ενός έτους ως υποψήφιος συμβολαιογράφος. Το αργότερο πριν από την πάροδο δεκαετούς περιόδου υποψηφιότητας πρέπει ο υποψήφιος συμβολαιογράφος να εξεταστεί με επιτυχία στο δεύτερο μέρος, διαφορετικά διαγράφεται από τα μητρώα.

Τύπος

Οι κενωθείσες ή νεοδημιουργηθείσες θέσεις συμβολαιογράφων πρέπει να δημοσιεύονται πριν από την πλήρωσή τους. Ο νόμος (τμήμα 6 του αυστριακού κανονισμού για τους συμβολαιογράφους (Notariatsordnung)) αξιώνει από τους υποψήφιους για την κατάληψη μιας θέσης συμβολαιογράφου μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

  • να διαθέτουν την υπηκοότητα κράτους μέλους της ΕΕ ή του ΕΟΧ ή της Ελβετίας,
  • να έχουν πραγματοποιήσει με επιτυχία σπουδές αυστριακού δικαίου,
  • να έχουν επιτύχει τις συμβολαιογραφικές εξετάσεις και
  • να είναι σε θέση να αποδείξουν επταετή απασχόληση στο νομικό επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστον περιόδου τριών ετών ως υποψήφιοι συμβολαιογράφοι μετά την συμβολαιογραφική εξέταση.

Αυτές οι βασικές προϋποθέσεις εντούτοις δεν χορηγούν το δικαίωμα διορισμού ως συμβολαιογράφου. Κατά τη διαδικασία διορισμού, οι υποψήφιοι αξιολογούνται και κατατάσσονται από το σύλλογο συμβολαιογράφων ο οποίος έχει τοπική δικαιοδοσία και στη συνέχεια από το τμήμα προσωπικού του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του εφετείου, ενώ παράγοντας καθοριστικής σημασίας είναι η διάρκεια της πρακτικής απασχόλησης. Ο σύλλογος συμβολαιογράφων και τα δύο τμήματα προσωπικού υποβάλλουν πρόταση που συμπεριλαμβάνει τρία άτομα στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Παρά το γεγονός ότι ο υπουργός δεν δεσμεύεται από τις προτάσεις, στην πράξη διορίζει μόνον έναν από τους προταθέντες υποψηφίους.

Μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του συμβολαιογράφου μέχρι τις 31 Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το 70ό έτος της ηλικίας του. Μετάθεση συμβολαιογράφου δια της ιεραρχικής οδού σε διαφορετική συμβολαιογραφική θέση δεν επιτρέπεται.

Ο έλεγχος των συμβολαιογράφων - Νομική ευθύνη:

Λόγω των καθηκόντων που εκτελούν ως συντάκτες δημοσίων εγγράφων και ως δικαστικοί επιτετραμμένοι, οι συμβολαιογράφοι υπόκεινται σε ιδιαίτερο έλεγχο. Ο έλεγχος των συμβολαιογράφων αποτελεί ευθύνη του Ομοσπονδιακού Υπουργού Δικαιοσύνης, της διοίκησης της δικαιοσύνης και άμεσα του συλλόγου συμβολαιογράφων.

Οι συμβολαιογράφοι έχουν το δικό τους πειθαρχικό δίκαιο. - Τα πειθαρχικά αδικήματα τιμωρούνται σε πρώτο βαθμό από το εφετείο που εκτελεί καθήκοντα πειθαρχικού δικαστηρίου για συμβολαιογράφους και σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ τα τμήματα που κρίνουν την υπόθεση πρέπει σε κάθε περίπτωση να συμπεριλαμβάνουν μεταξύ των μελών τους συμβολαιογράφους. - Ο κατάλογος των κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν από το πειθαρχικό δικαστήριο φτάνει μέχρι και την απόλυση. Τα απλά πταίσματα τιμωρούνται από τον σύλλογο συμβολαιογράφων.

Εκτός από την πειθαρχική ευθύνη, ο συμβολαιογράφος υπέχει εξίσου ευθύνη σύμφωνα με το ποινικό και το αστικό δίκαιο.

Όταν ο συμβολαιογράφος ενεργεί ως δικαστικός επιτετραμμένος, θεωρείται ως υπάλληλος από την άποψη του ποινικού δικαίου και είναι επομένως υπεύθυνος για τα ούτως επονομαζόμενα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται ιδιαίτερα η κατάχρηση υπηρεσιακής εξουσίας. - Η αστική ευθύνη του ρυθμίζεται διαφορετικά: στο μέτρο που ενεργεί ως δικαστικός επιτετραμμένος υπόκειται στους ίδιους κανόνες ευθύνης με αυτούς που ισχύουν για τους δικαστές και εισαγγελείς. Τα μέρη δεν μπορούν να στραφούν ως εκ τούτου απευθείας κατά του συμβολαιογράφου αλλά πρέπει να απευθύνουν τις αξιώσεις τους αποζημίωσης στο κράτος. Το κράτος μπορεί να ασκήσει αναγωγή στην περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας. Εκτός της δραστηριότητάς του ως δικαστικού επιτετραμμένου, ο συμβολαιογράφος είναι άμεσα υπεύθυνος έναντι των μερών σύμφωνα με το αστικό δίκαιο.

Συμβολαιογραφικά συμβούλια, Αυστριακός Συμβολαιογραφικός Σύλλογος

Οι συμβολαιογράφοι που είναι εγκατεστημένοι σε ένα ομόσπονδο κρατίδιο και οι υποψήφιοι συμβολαιογράφοι του ίδιου ομόσπονδου κρατιδίου που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό κατάλογο, απαρτίζουν έναν συμβολαιογραφικό συμβούλιο. Τα ομόσπονδα κρατίδια Βιέννης, Niederösterreich και Burgenland καθώς και τα ομόσπονδα κρατίδια Tirol και Vorarlberg έχουν κοινούς τοπικούς συλλόγους.

Αποστολή του συμβουλίου είναι η διαφύλαξη της υπόληψης και της αξιοπρέπειας του επαγγέλματος και η εκπροσώπηση των επαγγελματικών συμφερόντων.

Tα μέλη κάθε συμβολαιογραφικού συμβουλίου εκλέγουν έναν συμβολαιογραφικό σύλλογο. Ο συμβολαιογραφικός σύλλογος απαρτίζεται από έναν συμβολαιογράφο, ως πρόεδρο, και έξι συμβολαιογράφους (Βιέννη: δώδεκα) και τρεις υποψήφιους συμβολαιογράφους (Βιέννη: έξι), ως μέλη.

Τα συμβολαιογραφικά συμβούλια των ομόσπονδων κρατιδίων συγκροτούν τον Αυστριακό Συμβολαιογραφικό Σύλλογο (www.notar.at). Η αποστολή του εν λόγω συλλόγου είναι να διαφυλάττει και να εκπροσωπεί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του κλάδου στον βαθμό που αφορούν τα συμφέροντα του συνόλου των συμβολαιογράφων στην Αυστρία ή ενός συγκεκριμένου συμβολαιογραφικού συμβουλίου.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Νομικά επαγγέλματα - Αυστρία

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/06/2013

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο