Time limits on procedures

When you are involved in a civil dispute and think you may have to litigate, you must be aware that there is certain deadline for taking action.

All modern legal systems including those of the 28 Member States provide for the temporal limitation of civil claims. The laws governing limitation or prescription periods vary greatly with respect to the length of the time limits, when exactly the time limit starts and depending on which act or event suspends or interrupts the time limit. The law applicable to the claim also governs the limitation period affecting the claim.

Please select the relevant country's flag to obtain detailed national information.

Last update: 18/01/2019

This page is maintained by the European Commission. The information on this page does not necessarily reflect the official position of the European Commission. The Commission accepts no responsibility or liability whatsoever with regard to any information or data contained or referred to in this document. Please refer to the legal notice with regard to copyright rules for European pages.

Δικονομικές προθεσμίες - Βέλγιο

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Ο δικαστικός κώδικας αναφέρει πληθώρα διαφορετικών προθεσμιών.

Αυτές οι προθεσμίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες και στις προθεσμίες ενέργειας.

Οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες είναι οι προθεσμίες που πρέπει να λήξουν. Με άλλα λόγια, αυτές οι προθεσμίες πρέπει να παρέλθουν πριν καταστεί δυνατή η έγκυρη ενέργεια μιας διαδικαστικής πράξης.

Ένα παράδειγμα προπαρασκευαστικής προθεσμίας είναι η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπροθεσμία κλήτευσης. Μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία επιδίδεται η κλήτευση και της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζήτησης πρέπει να τηρηθεί «προθεσμία κλήτευσης»: οκτώ ημερών για την κύρια δίκη (αστικές υποθέσεις) και δύο ημερών για τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Οι προθεσμίες ενέργειας είναι οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ενεργηθεί συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, το αργότερο την τελευταία ημέρα της προθεσμίας, την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροdies ad quem, άλλως κηρύσσεται έκπτωση από το δικαίωμα για την ενέργεια της πράξης αυτής.

Στα παραδείγματα προθεσμιών ενέργειας συγκαταλέγονται οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων, συγκεκριμένα:

  • προθεσμία ενός μηνός για την άσκηση έφεσης (άρθρο 1051 του δικαστικού κώδικα) κατά απόφασης που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία, από την επίδοση της εν λόγω απόφασης
  • προθεσμία ενός μηνός για την άσκηση ανακοπής (άρθρο 1048 του δικαστικού κώδικα) κατά ερήμην εκδοθείσας απόφασης, από την επίδοση της εν λόγω απόφασης
  • προθεσμία τριών μηνών για την άσκηση αναίρεσης (άρθρο 1073 του δικαστικού κώδικα),
  • προθεσμία τριών μηνών για την άσκηση τριτανακοπής (άρθρο 1129 του δικαστικού κώδικα),
  • προθεσμία τριάντα ημερών για την άσκηση αγωγής κακοδικίας (άρθρο 1142 του δικαστικού κώδικα),
  • προθεσμία έξι μηνών για την άσκηση αναψηλάφισης (άρθρο 1136 του δικαστικού κώδικα).

Η προθεσμία κλήτευσης είναι, λοιπόν, προπαρασκευαστική προθεσμία.

Το άρθρο 707 του δικαστικού κώδικα ορίζει ότι η τακτική προθεσμία κλήτευσης στην κύρια δίκη είναι οκτώ ημέρες για τα πρόσωπα που κατοικούν ή διαμένουν στο Βέλγιο.

Το ίδιο ισχύει:

1° όταν η κλήση επιδίδεται στο Βέλγιο στον τόπο επιδόσεων

2° όταν το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται η κλήση δεν έχει γνωστό τόπο κατοικίας ή γνωστή διαμονή ούτε στο Βέλγιο ούτε στο εξωτερικό,

3° όταν η κλήση σε διάδικο που κατοικεί στο εξωτερικό του επιδίδεται αυτοπροσώπως στο Βέλγιο.

Η προθεσμία κλήτευσης κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων είναι δύο ημέρες (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 1035 του δικαστικού κώδικα). Ομοίως, η προθεσμία κλήτευσης ενώπιον του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικαστή κατασχέσεων είναι και αυτή δύο ημέρες, όταν ο τελευταίος δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Όταν ο εναγόμενος δεν έχει τόπο κατοικίας, διαμονή ή τόπο επιδόσεων στο Βέλγιο, οι προαναφερθείσες «τακτικές προθεσμίες» των οκτώ και δύο ημερών παρεκτείνονται σύμφωνα με το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 55 του δικαστικού κώδικα.

Συνεπώς, η προθεσμία είναι (οκτώ ή δύο ημέρες + …):

1° δεκαπέντε ημέρες, όταν ο διάδικος διαμένει σε γειτονική χώρα ή στο Ηνωμένο Βασίλειο
2° τριάντα ημέρες, όταν διαμένει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα,
3° ογδόντα ημέρες, όταν διαμένει σε τρίτη χώρα.

Ωστόσο, αυτή η παρέκταση των προθεσμιών πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο. Αυτό ισχύει για την κλήτευση στην κύρια δίκη, κατά το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 709 του δικαστικού κώδικα, και για την κλήτευση κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 1035 του δικαστικού κώδικα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η επίσπευση της κλήτευσης. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι δυνατό να υποβληθεί μέσω δικηγόρου ή δικαστικού επιμελητή αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο για τη σύντμηση των προθεσμιών. (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 708 του δικαστικού κώδικα για την κύρια δίκη, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 1036 του δικαστικού κώδικα για τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων).

Κατά την επίδοση της κλήσης, ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει επίσης αντίγραφο της απόφασης, ώστε να ενημερωθεί ο κλητευόμενος ως προς την έγκριση της σύντμησης της προθεσμίας.

Μία από τις σημαντικότερες πτυχές των προθεσμιών είναι ο υπολογισμός τους. Η διαδικασία υπολογισμού των προθεσμιών ορίζεται στα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρα 48 έως 57 του δικαστικού κώδικα (δηλαδή, στο κεφάλαιο VIII του πρώτου μέρους του δικαστικού κώδικα) (βλέπε παρακάτω).

Τα άρθρα αυτά καλύπτουν γενικά σημεία (άρθρα 48 και 49), τις προθεσμίες ενέργειας (άρθρο 50, πρώτο εδάφιο), τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρουπολογισμό των προθεσμιών (άρθρο 52 και άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, καθώς και τα άρθρα 53 bis, 54 και 57), καταστάσεις Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροανωτέρας βίας, την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπαρέκταση των προθεσμιών (άρθρο 50 δεύτερο εδάφιο άρθρο 51 και άρθρο 53 δεύτερο εδάφιο, και άρθρο 55) και την περίπτωση αναστολής της προθεσμίας λόγω θανάτου ενός από τους διαδίκους (άρθρο 56).

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

1η Ιανουαρίου (Πρωτοχρονιά)

Κυριακή και Δευτέρα του Πάσχα (κινητή εορτή)

1η Μαΐου (Εργατική Πρωτομαγιά)

Ημέρα της Αναλήψεως (έκτη πέμπτη μετά την Κυριακή του Πάσχα)

Πεντηκοστή και Δευτέρα της Πεντηκοστής (έβδομη Κυριακή και Δευτέρα μετά το Πάσχα)

Εθνικές Εορτές: 21 Ιουλίου

15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου)

1η Νοεμβρίου (Ημέρα των Αγίων Πάντων)

11 Νοεμβρίου (Ανακωχή του 1918)

25 Δεκεμβρίου (Χριστούγεννα)

Αυτή η λίστα δεν περιλαμβάνεται στον δικαστικό κώδικα.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Βλέπε ερώτηση 1 (ανωτέρω).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Ο κανόνας είναι ότι η dies a quo (δηλαδή η ημέρα κατά την οποία συνέβη το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της προθεσμίας), ΔΕΝ υπολογίζεται για την συμπλήρωση της προθεσμίας, σε αντίθεση με την dies ad quem (δηλαδή την τελευταία ημέρα) («dies a quo non computatur in termino»).

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΆρθρο 52 του δικαστικού κώδικα: «Η προθεσμία υπολογίζεται από μεσάνυχτα σε μεσάνυχτα. Υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της και περιλαμβάνει όλες τις ημέρες, καθώς και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις κατά τον νόμο εορτάσιμες ημέρες».

Κατά συνέπεια, ο υπολογισμός της προθεσμίας δεν αρχίζει την ημέρα της επίδοσης της κλήσης ή της απόφασης(dies a quo), αλλά την επομένη της επίδοσης (συγκεκριμένα, την επόμενη ημέρα από τις 00.00).

Παραδείγματος χάρη: αν η κλήση επιδοθεί τη Δευτέρα 4 Μαΐου (dies a quo), η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπροθεσμία κλήτευσης αρχίζει να τρέχει την Τρίτη 5 Μαΐου. Με άλλα λόγια, η πρώτη ημέρα της προθεσμίας των οκτώ ημερών είναι η Τρίτη 5 Μαΐου.

Εάν η 4η Μαΐου πέσει Παρασκευή, η προθεσμία κλήτευσης αρχίζει να τρέχει το Σάββατο 5 Μαΐου. Η πρώτη ημέρα της προθεσμίας κλήτευσης μπορεί ακόμα να πέσει Σάββατο, Κυριακή ή άλλη κατά τον νόμο εορτάσιμη ημέρα.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

A/Επίδοση από δικαστικό επιμελητή:

Σύμφωνα με το άρθρο 57 του δικαστικού κώδικα, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής, έφεσης και αναίρεσης αρχίζει από την επίδοση ή κοινοποίηση της απόφασης στο πρόσωπο ή στον τόπο κατοικίας του ή, κατά περίπτωση, από την παράδοση ή την κατάθεση του αντιγράφου, όπως προβλέπεται στα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρα 38 και Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο40.

Για τα πρόσωπα που δεν έχουν ούτε κατοικία, ούτε διαμονή, ούτε τόπο επιδόσεων στο Βέλγιο και στα οποία η επίδοση δεν γίνεται αυτοπροσώπως, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την παράδοση αντιγράφου της απόφασης στο ταχυδρομείο ή, κατά περίπτωση, στον εισαγγελέα.

Στην περίπτωση προσώπων που δεν έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή της επίδοσης της απόφασης στον νόμιμο εκπρόσωπό τους.

B/Ειδοποίηση με έντυπη μορφή (αλληλογραφία):

Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 53bis του δικαστικού κώδικα, οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου στον παραλήπτη υπολογίζονται:

  1. όταν η κοινοποίηση πραγματοποιείται με ειδική συστημένη δικαστική επιστολή ή με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, από την πρώτη ημέρα που έπεται εκείνης κατά την οποία η ειδική επιστολή παραδόθηκε στην κατοικία του παραλήπτη ή, κατά περίπτωση, στον τόπο διαμονής του ή στον τόπο επιδόσεων,
  2. όταν η κοινοποίηση πραγματοποιείται με συστημένη ή απλή επιστολή, από την τρίτη εργάσιμη ημέρα που έπεται εκείνης κατά την οποία η επιστολή παραδόθηκε στο ταχυδρομείο, εκτός αν ο παραλήπτης αποδείξει το αντίθετο,
  3. όταν η κοινοποίηση πραγματοποιείται έναντι αποδεικτικού παραλαβής το οποίο φέρει ημερομηνία, από την επομένη της ημερομηνίας που αναγράφεται σε αυτό.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Ο κανόνας είναι ότι η dies a quo (δηλαδή η ημέρα κατά την οποία συνέβη το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της προθεσμίας), ΔΕΝ υπολογίζεται για τη συμπλήρωση της προθεσμίας, σε αντίθεση με την dies ad quem (δηλαδή την τελευταία ημέρα της προθεσμίας).

DIES A QUO:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΆρθρο 52 του δικαστικού κώδικα: «Η προθεσμία υπολογίζεται από μεσάνυχτα σε μεσάνυχτα. Υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της και περιλαμβάνει όλες τις ημέρες, καθώς και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις κατά τον νόμο εορτάσιμες ημέρες».

Κατά συνέπεια, ο υπολογισμός της προθεσμίας δεν αρχίζει την ημέρα της επίδοσης της κλήσης ή της απόφασης (dies a quo), αλλά την επομένη της επίδοσης (συγκεκριμένα, από τις 00.00).

Παραδείγματος χάρη: αν η κλήση επιδοθεί τη Δευτέρα 4 Μαΐου (dies a quo), η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπροθεσμία κλήτευσης αρχίζει να τρέχει την Τρίτη 5 Μαΐου. Με άλλα λόγια, η πρώτη ημέρα της προθεσμίας των οκτώ ημερών είναι η Τρίτη 5 Μαΐου.

Εάν η 4η Μαΐου πέσει Παρασκευή, η προθεσμία κλήτευσης αρχίζει να τρέχει το Σάββατο 5 Μαΐου. Η πρώτη ημέρα της προθεσμίας κλήτευσης μπορεί ακόμα να πέσει Σάββατο, Κυριακή ή άλλη κατά τον νόμο εορτάσιμη ημέρα.

DIES AD QUEM:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΆρθρο 53 του δικαστικού κώδικα: «Η τελευταία ημέρα υπολογίζεται για τη συμπλήρωση της προθεσμίας. Ωστόσο, αν η μέρα αυτή είναι το Σάββατο, η Κυριακή ή Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκατά τον νόμο εορτάσιμη, η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Η dies ad quem είναι η ημέρα κατά την οποία η προθεσμία λήγει. Περιλαμβάνεται στον υπολογισμό της προθεσμίας και, συνεπώς, πρόκειται για την τελευταία ημέρα αυτής.

Ωστόσο, αν η dies ad quem πέσει Σάββατο, Κυριακή ή άλλη κατά τον νόμο εορτάσιμη ημέρα, η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Σύμφωνα με το άρθρο 52 του δικαστικού κώδικα, η προθεσμία υπολογίζεται από μεσάνυχτα σε μεσάνυχτα. Υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της και περιλαμβάνει όλες τις ημέρες, καθώς και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις κατά τον νόμο εορτάσιμες ημέρες».

Εντούτοις, μια πράξη μπορεί να πραγματοποιηθεί έγκυρα στη γραμματεία του δικαστηρίου μόνο τις ημέρες και τις ώρες κατά τις οποίες η γραμματεία είναι ανοιχτή για την εξυπηρέτηση του κοινού, εκτός και αν πρόκειται για πράξεις που μπορούν να διενεργηθούν και ηλεκτρονικά.

Ως εκ τούτου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ημερολογιακές ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Σύμφωνα με το άρθρο 54 του δικαστικού κώδικα, η προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε μήνες ή έτη τρέχει από την ημερομηνία έναρξής της έως την προηγούμενη της αντίστοιχης ημερομηνίας.

Το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο σε προθεσμίες που έχουν προσδιοριστεί σε μήνες ή έτη (για παράδειγμα, η προθεσμία ανακοπής ή έφεσης: ένας μήνας) και –σε συνδυασμό με το άρθρο 53 του δικαστικού κώδικα– οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προθεσμία ενός μηνός, για παράδειγμα, δεν διαρκεί πάντα 30 ή 31 ημέρες, αλλά μπορεί επίσης να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη.

Η ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας είναι η ημέρα που έπεται της επίδοσης.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Σύμφωνα με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Δικαστικού Κώδικα, η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας (δηλαδή η dies ad quem) περιλαμβάνεται στην προθεσμία.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Σύμφωνα με το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα, προβλέπεται ότι αν η μέρα αυτή είναι το Σάββατο, η Κυριακή ή ημέρα κατά τον νόμο εορτάσιμη, η ημερομηνία λήξης μεταφέρεται στην επόμενη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

α/ Μη αποσβεστικές προθεσμίες:

Το άρθρο 49 του δικαστικού κώδικα ορίζει ότι οι προθεσμίες προβλέπονται από τον νόμο και πως ο δικαστής δεν μπορεί να τις προσδιορίσει ο ίδιος, εκτός αν ο νόμος τού το επιτρέπει.

Σύμφωνα με το άρθρο 51 του δικαστικού κώδικα, ο δικαστής μπορεί, πριν από τη λήξη της, να συντομεύσει ή να παρεκτείνει μια αποσβεστική προθεσμία. Εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά, η παρέκταση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την αρχική προθεσμία και δεν μπορεί να χορηγηθεί περαιτέρω παρέκταση, εκτός εάν αυτό γίνει με αιτιολογημένη απόφαση και συντρέχουν σοβαροί λόγοι.

β/ Πρόσωπο που δεν έχει τόπο κατοικίας, διαμονή ή τόπο επιδόσεων στο Βέλγιο:

Σύμφωνα με το άρθρο 55 του δικαστικού κώδικα, όταν ο νόμος ορίζει ότι οι προθεσμίες που επιβάλλονται σε διάδικο που δεν έχει τόπο κατοικίας, διαμονή ή τόπο επιδόσεων στο Βέλγιο πρέπει να παρεκταθούν, η παρέκταση αυτή είναι:

  1. 15 ημέρες, όταν ο διάδικος διαμένει σε γειτονική χώρα ή στο Ηνωμένο Βασίλειο,
  2. 30 ημέρες, όταν διαμένει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα,
  3. 80 ημέρες, όταν διαμένει σε τρίτη χώρα.

γ/ Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών:

Σύμφωνα με το άρθρο 50 δεύτερο εδάφιο, του δικαστικού κώδικα, εάν η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή ανακοπής που προβλέπεται στα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρα 1048, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο1051 και στο άρθρο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο1253quater, στοιχεία  c) και d), άρχεται και λήγει κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, τότε παρεκτείνεται έως και τη δέκατη πέμπτη ημέρα του επόμενου δικαστικού έτους.

Οι δικαστικές διακοπές διαρκούν από την 1η Ιουλίου έως και τις 31 Αυγούστου κάθε έτους.

Εάν η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ή έφεσης ξεκινά ή πρόκειται να λήξει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η dies ad quem της εν λόγω προθεσμίας παρεκτείνεται μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου.

Παράδειγμα 1: η επίδοση της απόφασης πραγματοποιείται στις 30 Ιουνίου (dies a quo). Η προθεσμία άρχεται την 1η Ιουλίου και λήγει (dies ad quem) στις 31 Ιουλίου.

Παράδειγμα 2: η επίδοση της απόφασης πραγματοποιείται στις 31 Ιουλίου (dies a quo). Η προθεσμία άρχεται την 1η Αυγούστου και λήγει (dies ad quem) στις 31 Αυγούστου.

Και στα δύο αυτά παραδείγματα, τόσο η πρώτη ημέρα της προθεσμίας όσο και η dies ad quem πέφτουν κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, και ως εκ τούτου η προθεσμία παρεκτείνεται μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου, η οποία είναι η τελευταία εργάσιμη ημέρα για την επίδοση της ανακοπής ή της έφεσης.

Παράδειγμα 3: η επίδοση της απόφασης πραγματοποιείται στις 29 Ιουνίου. Η προθεσμία άρχεται στις 30 Ιουνίου. Η dies ad quem είναι η 29η Ιουλίου.

Παράδειγμα 4: η επίδοση της απόφασης πραγματοποιείται την 1η Αυγούστου. Η προθεσμία άρχεται στις 2 Αυγούστου. Η dies ad quem είναι η 1η Σεπτεμβρίου.

Και στα δύο αυτά παραδείγματα, τόσο η πρώτη ημέρα της προθεσμίας όσο και η dies ad quem δεν πέφτουν κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, και, ως εκ τούτου, η προθεσμία δεν παρεκτείνεται μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο το άρθρο 50 δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα (παρέκταση λόγω δικαστικών διακοπών) όσο και το άρθρο 53 δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα (παρέκταση της ημερομηνίας λήξης μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα όταν πέφτει Σάββατο, Κυριακή ή άλλη κατά τον νόμο εορτάσιμη) εφαρμόζεται όταν η τελευταία ημέρα των δικαστικών διακοπών (31 Αυγούστου) πέσει Σάββατο ή Κυριακή και η τελευταία ημέρα της προθεσμίας (dies ad quem) είναι η 31η Αυγούστου.

Η εφαρμογή άρθρου 50 δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα πρέπει να προηγείται της εφαρμογής του άρθρου 53 δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα.

Υπόθεση:

Μια πράξη επιδίδεται στις 31 Ιουλίου. Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ή έφεσης τρέχει από την 1η έως την 31η Αυγούστου. Η 31η Αυγούστου είναι Σάββατο ή Κυριακή.

Σύμφωνα με το άρθρο 50 δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα, η πρώτη και τελευταία ημέρα της προθεσμίας πέφτει κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, πράγμα που συνεπάγεται την παρέκταση της προθεσμίας μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου.

Μόνον όταν η 15η Σεπτεμβρίου πέφτει Σάββατο ή Κυριακή, μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 53 δεύτερο εδάφιο του δικαστικού κώδικα, και η τελευταία ημέρα της προθεσμίας μεταφέρεται στη Δευτέρα.

δ/ Ο θάνατος του διαδίκου που δικαιούται στην άσκηση ανακοπής, έφεσης ή αίτησης αναιρέσεως:

Σύμφωνα με το άρθρο 56 του δικαστικού κώδικα, ο θάνατος του διαδίκου αναστέλλει την προθεσμία που του έχει ταχθεί για την άσκηση ανακοπής, έφεσης ή αίτησης αναίρεσης.

Η εν λόγω προθεσμία αρχίζει και πάλι με την εκ νέου επίδοση της απόφασης που εκδόθηκε από το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του θανόντος και άρχεται από τη λήξη των προθεσμιών για την κατάρτιση πίνακα απογραφής, εφόσον η απόφαση επιδοθεί πριν από τη λήξη των προθεσμιών αυτών.

Η απόφαση μπορεί να επιδοθεί από κοινού στους κληρονόμους, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα ή η ιδιότητά τους. Ωστόσο, αν o ενδιαφερόμενος δεν έχει λάβει γνώση της επίδοσης, μπορεί να εξαιρεθεί από το αποσβεστικό αποτέλεσμα της προθεσμίας το οποίο προκύπτει από την εκπνοή των προθεσμιών προσφυγής.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Κατά γενικό κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 1050 του δικαστικού κώδικα, ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί σε όλες τις περιπτώσεις μόλις εκδοθεί η απόφαση, έστω και αν αυτή εκδοθεί ερήμην. Κατά μιας απόφασης επί ζητήματος αρμοδιότητας ή, εκτός αν ο δικαστής αποφασίσει διαφορετικά, κατά προσωρινής απόφασης, έφεση μπορεί να ασκηθεί μόνο μαζί με την έφεση κατά της τελεσίδικης απόφασης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1051 του δικαστικού κώδικα, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι ένας μήνας από την επίδοση της απόφασης, σύμφωνα με το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 792, δεύτερο και τρίτο εδάφιο. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 1054 του δικαστικού κώδικα, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει αντέφεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ανά πάσα στιγμή, ακόμα και αν η απόφαση επιδόθηκε χωρίς επιφύλαξη ή έγινε δεκτή πριν από την επίδοση.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Σύμφωνα με το άρθρο 51 του δικαστικού κώδικα, ο δικαστής μπορεί, πριν από τη λήξη της, να συντομεύσει ή να παρεκτείνει μια μη αποσβεστική προθεσμία. Εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά, η παρέκταση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την αρχική προθεσμία και δεν μπορεί να χορηγηθεί περαιτέρω παρέκταση, εκτός εάν αυτό γίνει με αιτιολογημένη απόφαση και συντρέχουν σοβαροί λόγοι.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Το άρθρο 55 προστέθηκε στον δικαστικό κώδικα συγκεκριμένα γι’ αυτόν τον διάδικο. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου, ο εν λόγω διάδικος μπορεί να επωφεληθεί από αυτή τη διάταξη.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Σύμφωνα με το άρθρο 50 πρώτο εδάφιο του δικαστικού κώδικα, οι αποσβεστικές προθεσμίες δεν συντομεύονται ούτε παρεκτείνονται, ακόμα και με τη συμφωνία των μερών, εκτός εάν η απόσβεση καλύπτεται από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο.

Με άλλα λόγια, η διαδικαστική πράξη πρέπει να ενεργείται πριν λήξει η προθεσμία, διαφορετικά διατρέχει τον κίνδυνο να είναι εκπρόθεσμη και, συνεπώς, απαράδεκτη.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Η λήξη της προθεσμίας ενέργειας είναι οριστική. Με άλλα λόγια, δεν είναι πλέον δυνατή η άσκηση ένδικου μέσου, παρά μόνο σε περίπτωση που έχει παραβιαστεί ο νόμος.

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Βουλγαρία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

A) Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των υποκειμενικών ουσιαστικών δικαιωμάτων υπόκειται στις προθεσμίες παραγραφής και τις αποσβεστικές προθεσμίες που καθορίζει ο νόμος.

Προθεσμία παραγραφής είναι το διάστημα που, εάν περάσει άπρακτο, συνεπάγεται απώλεια της δυνατότητας του δικαιούχου υποκειμενικού δικαιώματος να ζητήσει την έννομη προστασία του. Η παρέλευση του εν λόγω διαστήματος συνεπάγεται την απώλεια όχι του ίδιου του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά του συνδεδεμένου δικαιώματος προσφυγής και του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης. Η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο μετά από ένσταση του οφειλέτη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή δικαστικού επιμελητή.

Οι κανόνες που διέπουν τη διάρκεια, τη διακοπή και την αναστολή των προθεσμιών παραγραφής καθορίζονται στον νόμο περί ενοχών και συμβάσεων («ΝΕΣ»). Σε γενική πενταετή προθεσμία παραγραφής υπόκεινται όλες οι αξιώσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται ειδική προθεσμία (άρθρο 110 του ΝΕΣ).

Σε τριετή προθεσμία παραγραφής υπόκεινται τρεις κατηγορίες αξιώσεων (άρθρο 111 του ΝΕΣ):

  • οι αξιώσεις για μισθούς για τις οποίες δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία παραγραφής
  • οι αξιώσεις αποζημίωσης και αποκατάστασης που απορρέουν από ανεκτέλεστη σύμβαση
  • οι αξιώσεις για μισθώματα, τόκους και άλλες περιοδικές πληρωμές

Τριετής προθεσμία παραγραφής προβλέπεται επίσης για το δικαίωμα επιδίωξης της δικαστικής ακύρωσης σύμβασης που έχει συναφθεί λόγω πλάνης απάτης ή απειλής, καθώς και σύμβασης που έχει συναφθεί από πρόσωπο χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα ή από τον αντιπρόσωπό του χωρίς να πληρούνται οι σχετικοί όροι.

Ετήσια προθεσμία παραγραφής προβλέπεται για το δικαίωμα επιδίωξης της δικαστικής ακύρωσης σύμβασης που έχει συναφθεί λόγω πιεστικής ανάγκης ή που περιέχει προδήλως καταπλεονεκτικούς όρους (άρθρο 33 του ΝΕΣ).

Εξάμηνη προθεσμία παραγραφής προβλέπεται για τις αξιώσεις που αφορούν ελάττωμα πωληθέντος κινητού ή ελαττωματική κατασκευή στο πλαίσιο σύμβασης έργου, εκτός από τις αξιώσεις που αφορούν κατασκευαστικά έργα, οι οποίες υπόκεινται στη συνήθη πενταετή προθεσμία παραγραφής (άρθρο 265του ΝΕΣ).

Η προθεσμία παραγραφής ξεκινά από τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης, ο οποίος εξαρτάται από τη φύση του οικείου ουσιαστικού δικαιώματος. Ο εν λόγω χρόνος μπορεί να είναι ο χρόνος κατά τον οποίο μια συμβατική ενοχή κατέστη ληξιπρόθεσμη, ο χρόνος τέλεσης μιας παράνομης πράξης ή ο χρόνος ταυτοποίησης του τελέσαντος μια αδικοπραξία, ο χρόνος παράδοσης του πράγματος στην περίπτωση αξίωσης λόγω ελαττωμάτων κ.ο.κ.

Η προθεσμία παραγραφής δεν μπορεί να συντμηθεί ή να παραταθεί με συμφωνία των διαδίκων.

Η προθεσμία παραγραφής μπορεί να διακοπεί και να ανασταλεί.

Η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται στις περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 115 του ΝΕΣ:

  • μεταξύ τέκνων και γονέων, όσο οι τελευταίοι ασκούν τη γονική τους μέριμνα
  • μεταξύ προσώπων που τελούν σε επιτροπεία ή κηδεμονία και των επιτρόπων ή κηδεμόνων τους, όσο διαρκεί η επιτροπεία ή η κηδεμονία
  • μεταξύ συζύγων
  • αξιώσεων προσώπων των οποίων η περιουσία τελεί υπό διαχείριση βάσει νόμου ή δικαστικής διαταγής κατά του διαχειριστή, όσο διαρκεί η διαχείριση
  • αξιώσεων αποζημίωσης των νομικών προσώπων κατά των διαχειριστών τους, όσο διαρκεί η θητεία τους
  • αξιώσεων ανηλίκων και προσώπων υπό κηδεμονία για το διάστημα που δεν υφίσταται νόμιμος εκπρόσωπος ή κηδεμόνας και για 6 μήνες μετά τον διορισμό τέτοιου προσώπου ή μετά την παύση της ανικανότητας
  • όσο διεξάγεται η δίκη για την αξίωση.

Στις εν λόγω περιπτώσεις, ο διάδικος στερείται προσωρινά και εκ του νόμου τη δυνατότητα να προσφύγει δικαστικά. Το διάστημα της προθεσμίας παραγραφής που έτρεξε έως την αναστολή λαμβάνεται υπόψη και η προθεσμία παραγραφής συνεχίζει να τρέχει μετά την άρση της περίστασης που επέφερε την αναστολή.

Η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται στις εξής περιπτώσεις:

  • με την αναγνώριση της αξίωσης από τον οφειλέτη
  • με την άσκηση αγωγής, την προβολή ένστασης ή την υποβολή αίτησης διαμεσολάβησης ωστόσο, εάν η αγωγή ή η ένσταση απορριφθεί, η προθεσμία παραγραφής δεν θεωρείται ότι έχει διακοπεί
  • με την αναγγελία απαίτησης κατά τη διαδικασία αφερεγγυότητας
  • με τη διενέργεια πράξεων εκτέλεσης

Στις εν λόγω περιπτώσεις, η παρέλευση του διαστήματος από τον χρόνο γέννησης του δικαιώματος προσφυγής έως την αναστολή της παραγραφής δεν παράγει έννομες συνέπειες και αρχίζει να τρέχει νέα προθεσμία παραγραφής. Όταν η διακοπή επέρχεται λόγω αγωγής ή ένστασης, ο νόμος καθορίζει και μια άλλη σημαντική συνέπεια: η νέα προθεσμία παραγραφής που ξεκινά μετά τη διακοπή είναι πάντοτε πενταετής.

Αποσβεστικές προθεσμίες είναι αυτές με την παρέλευση των οποίων αποσβένονται τα ίδια τα ουσιαστικά δικαιώματα. Οι εν λόγω προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από τον χρόνο γέννησης του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι του δικαιώματος προσφυγής.

Οι αποσβεστικές προθεσμίες δεν διακόπτονται ούτε αναστέλλονται όπως οι προθεσμίες παραγραφής.

Εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή τον δικαστικό επιμελητή, ακόμη και χωρίς να προβάλει ένσταση ο οφειλέτης.

Τέτοιες προθεσμίες αποτελούν: η τρίμηνη προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο ενεχυρούχος ή ο ενυπόθηκος δανειστής να προβάλει αντιρρήσεις αν η πληρωμή της ασφαλιστικής αποζημίωσης έγινε προς τον κύριο του πράγματος η δίμηνη προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο συγκύριος να ασκήσει αγωγή για την αγορά του κοινού πράγματος αν ο άλλος συγκύριος έχει πωλήσει το μερίδιό του σε τρίτο η ετήσια προθεσμία για την άσκηση αγωγής ακύρωσης δωρεάς κ.ο.κ.

B) Οι προθεσμίες για τη διενέργεια συγκεκριμένων διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους και το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης και στη διαδικασία εκτέλεσης καθορίζονται από τον κώδικα πολιτικής δικονομίας (ΚΠολΔ). Οι προθεσμίες για τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων στη διαδικασία φερεγγυότητας καθορίζονται στον εμπορικό νόμο (ΕΝ).

Όσον αφορά τους διαδίκους, η μη τήρηση της προθεσμίας οδηγεί στην απώλεια του δικαιώματος διενέργειας της οικείας διαδικαστικής πράξης. Η μη τήρηση της προθεσμίας από το δικαστήριο δεν παρεμποδίζει τη μεταγενέστερη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης, διότι υφίσταται πάντοτε η υποχρέωση διενέργειάς της.

Οι προθεσμίες διενέργειας διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους προβλέπονται από τον νόμο ή τάσσονται από το δικαστήριο.

Στις προθεσμίες που προβλέπονται από τον νόμο (νόμιμες προθεσμίες) περιλαμβάνονται:

  • η προθεσμία για τη θεραπεία ελαττωμάτων της αγωγής (μία εβδομάδα από την κοινοποίηση στον διάδικο - άρθρο 129 εδάφιο δεύτερο του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία που έχει ο εναγόμενος για να απαντήσει στην αγωγή, να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία, να αμφισβητήσει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων της αγωγής, να ασκήσει ανταγωγή, να προκαλέσει την παρέμβαση στη δίκη τρίτων υπέρ του και να ασκήσει αγωγή εναντίον τους, και να προβάλει ένσταση κατά της διαδικασίας που έχει ορίσει το δικαστήριο που θα δικάσει την υπόθεση. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει από την παραλαβή του αντιγράφου της αγωγής από τον εναγόμενο και διαρκεί έναν μήνα ή δύο εβδομάδες, ανάλογα με το αν η αγωγή εκδικάζεται κατά τη γενική ή την ειδική διαδικασία (άρθρο 131, άρθρο 133, άρθρο 367 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία για την άσκηση από τον ενάγοντα συμπληρωματικής αγωγής στη διαδικασία εμπορικών διαφορών –δύο εβδομάδες από την παραλαβή της απάντησης του εναγομένου (άρθρο 372 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία απάντησης του εναγομένου σε συμπληρωματική αγωγή στη διαδικασία εμπορικών διαφορών –δύο εβδομάδες από την παραλαβή της συμπληρωματικής αγωγής (άρθρο 373 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου – δύο εβδομάδες από την επίδοση της απόφασης στον διάδικο (άρθρο 259 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία απάντησης στην έφεση από τον αντίδικο και άσκησης αντέφεσης –δύο εβδομάδες από την παραλαβή αντιγράφου της έφεσης (άρθρο 263 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου – ένας μήνας από την επίδοση της απόφασης στον διάδικο (άρθρο 283 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά των διαταγών του δικαστηρίου –μία εβδομάδα από την κοινοποίησή τους στον διάδικο, ενώ, αν εκδόθηκαν σε συζήτηση στην οποία παρίστατο ο διάδικος, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της συζήτησης (άρθρο 275 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία κατάθεσης αίτησης ακύρωσης απόφασης που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου –τρεις μήνες από τη γέννηση του λόγου ακύρωσης (άρθρο 305 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο διάδικος να ζητήσει την εξαίρεση δικαστή – η πρώτη συζήτηση μετά τη γέννηση του λόγου της εξαίρεσης ή την περιέλευσή του σε γνώση του διαδίκου (άρθρο 23 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο διάδικος να προβάλει ένσταση έλλειψης καθ' ύλη αρμοδιότητας – έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας στον δεύτερο βαθμό (άρθρο 119 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο διάδικος να προβάλει ένσταση έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας βάσει του τόπου όπου βρίσκεται το ακίνητο – έως την ολοκλήρωση της δικαστικής διερεύνησης στον πρώτο βαθμό (άρθρο 119 του ΚΠολΔ), ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση παραβίασης των κανόνων της κατά τόπο αρμοδιότητας, ένσταση μπορεί να προβληθεί μόνο από τον εναγόμενο εντός της προθεσμίας απάντησης στην αγωγή (άρθρο 119 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο ενάγων να αποσύρει την αγωγή χωρίς τη συγκατάθεση του εναγομένου – έως την ολοκλήρωση της πρώτης συζήτησης (άρθρο 232 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί ο διάδικος μπορεί να καταθέσει παρεμπίπτουσα αγωγή – κατά την πρώτη συζήτηση για τον ενάγοντα και εντός της προθεσμίας απάντησης στην αγωγή για τον εναγόμενο (άρθρο 212 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία προσβολής της ακρίβειας εγγράφου – το αργότερο με την απάντηση στο δικόγραφο στο πλαίσιο του οποίου προσκομίζεται ενώ, αν προσκομίζεται με την αγωγή, ο εναγόμενος πρέπει να το προσβάλει με την έγγραφη απάντησή του (άρθρο 193 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής – δύο εβδομάδες από την επίδοση της διαταγής (άρθρο 414 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία προσφυγής κατά άρνησης έκδοσης διαταγής πληρωμής – μία εβδομάδα από την κοινοποίηση στον αιτούντα (άρθρο 413 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία ανακοπής κατά της διαταγής έκδοσης εντολής εκτέλεσης – δύο εβδομάδες που αρχίζουν να τρέχουν από την επίδοση της διαταγής για τον αιτούντα και από την επίδοση της πρόσκλησης σε εκούσια συμμόρφωση για τον οφειλέτη (άρθρο 407 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία εκούσιας συμμόρφωσης του οφειλέτη στη διαδικασία εκτέλεσης –δύο εβδομάδες από την επίδοση της πρόσκλησης από τον δικαστικό επιμελητή (άρθρο 428 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία ανακοπής κατά των πράξεων του δικαστικού επιμελητή – μία εβδομάδα από τη διενέργεια της πράξης αν ο διάδικος παρίστατο στην πράξη ή είχε κλητευθεί νομίμως ή από την ημερομηνία της κοινοποίησης στις λοιπές περιπτώσεις (άρθρο 436 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία αναγγελίας απαίτησης στη διαδικασία αφερεγγυότητας – ένας και τρεις μήνες, αντίστοιχα, από την καταχώριση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας στο εμπορικό μητρώο (άρθρο 685 και άρθρο 688 του ΕΝ)
  • η προθεσμία υποβολής σχεδίου εξυγίανσης – ένας μήνας από την ημερομηνία καταχώρισης στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής απόφασης έγκρισης του καταλόγου των απαιτήσεων που έγιναν δεκτές (άρθρο 696 του ΕΝ)
  • η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων κατά του καταλόγου των απαιτήσεων που έγιναν δεκτές – επτά ημέρες από τη δημοσίευση του καταλόγου στο εμπορικό μητρώο (άρθρο 690 του ΕΝ)
  • η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων κατά του λογαριασμού διανομής που έχει καταρτίσει ο διαχειριστής της αφερεγγυότητας –δεκατέσσερις ημέρες από τη δημοσίευση του λογαριασμού στο εμπορικό μητρώο (άρθρο 727 του ΕΝ)
  • άλλο

Στις προθεσμίες που τάσσονται δικαστικά περιλαμβάνονται:

  • η προθεσμία συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 157 του ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία καταβολής των εξόδων συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων (κλήτευση μαρτύρων, πληρωμή αμοιβής εμπειρογνωμόνων κ.ο.κ – άρθρο 160 ΚΠολΔ)
  • η προθεσμία θεραπείας των ελαττωμάτων διαδικαστικής πράξης που διενήργησε διάδικος (άρθρο 101 του ΚΠολΔ)
  • και άλλες

Οι προθεσμίες διακρίνονται επίσης σε δύο κατηγορίες ανάλογα με το αν το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να τις παρατείνει ή όχι.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Στις δημόσιες αργίες περιλαμβάνονται:

1 Ιανουαρίου – πρώτη του έτους

3 Μαρτίου – Ημέρα Απελευθέρωσης – εθνική εορτή

1 Μαΐου – Εργατική Πρωτομαγιά

6 Μαΐου – Εορτή Αγίου Γεωργίου, Ημέρα ανδρείας και βουλγαρικού στρατού

24 Μαΐου – Ημέρα βουλγαρικής παιδείας και πολιτισμού και σλαβονικής λογοτεχνίας

6 Σεπτεμβρίου – Ημέρα Ενοποίησης

22 Σεπτεμβρίου – Ημέρα Ανεξαρτησίας

1 Νοεμβρίου– Ημέρα ηγετών του έθνους (αργία για όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα)

24 Δεκεμβρίου – Παραμονή Χριστουγέννων, 25 και 26 Δεκεμβρίου – Χριστούγεννα

Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο και Κυριακή του Πάσχα – δύο ημέρες (Κυριακή και Δευτέρα), που ορίζονται προς εορτασμό το εκάστοτε έτος.

Το υπουργικό συμβούλιο μπορεί να ορίσει για το εκάστοτε έτος επιπλέον ημέρες δημόσιων αργιών ή ημέρες εορτασμού συγκεκριμένων επαγγελμάτων, καθώς και να μεταθέσει αργίες εντός του έτους.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες διενέργειας διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους και το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης και στη διαδικασία εκτέλεσης ορίζονται από τον κώδικα πολιτικής δικονομίας του 2007 (ΚΠολΔ). Αναλυτικές πληροφορίες για τους γενικούς κανόνες του κεφαλαίου επτά του κώδικα πολιτικής δικονομίας, με τίτλο «Προθεσμίες και επαναφορά προθεσμιών», παρέχονται στις απαντήσεις των ερωτήσεων 4, 5 και 6.

Οι γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες παραγραφής ορίζονται στα άρθρα 110 και επόμενα του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων. Αναλυτικές σχετικές πληροφορίες παρέχονται στην απάντηση της ερώτησης 1.

Οι γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από ενοχικές σχέσεις ορίζονται στα άρθρα 69-72 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Το σημείο έναρξης της προθεσμίας διενέργειας μιας διαδικαστικής πράξης είναι συνήθως η ημερομηνία κατά την οποία ο διάδικος ενημερώνεται ότι πρέπει να διενεργήσει την εν λόγω πράξη ή, αντίστοιχα, κατά την οποία ενημερώνεται για πράξη του δικαστηρίου κατά της οποίας μπορεί να προσφύγει.

  • Η προθεσμία θεραπείας ελαττωμάτων της αγωγής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κοινοποίησης των οδηγιών του δικαστηρίου στον διάδικο.
  • Η προθεσμία της έγγραφης απάντησης του εναγομένου στην αγωγή αρχίζει να τρέχει από την παραλαβή του αντιγράφου της αγωγής και των αποδεικτικών της στοιχείων, ενώ η κοινοποίηση με την οποία το δικαστήριο αποστέλλει στον εναγόμενο τα αντίγραφα πρέπει να προσδιορίζει την προθεσμία της απάντησης και τις συνέπειες της μη απάντησης.
  • Η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά απόφασης αρχίζει να τρέχει από την επίδοσή της στον διάδικο.
  • Η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε σε υπόθεση που εκδικάστηκε με ταχεία διαδικασία (τρίτο μέρος, κεφάλαιο 25 του κώδικα πολιτικής δικονομίας) αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία που το δικαστήριο ανακοίνωσε ότι θα γνωστοποιήσει την απόφασή του.
  • Η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά διαταγής αρχίζει να τρέχει από την κοινοποίησή της στον διάδικο, ενώ, αν εκδόθηκε σε συζήτηση στην οποία παρίστατο ο διάδικος, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της συζήτησης.
  • Η ανακοπή κατά πράξεων του δικαστικού επιμελητή ασκείται εντός μιας εβδομάδας από τη διενέργεια της πράξης αν ο διάδικος παρίστατο στην πράξη ή είχε κλητευθεί νομίμως ή από την ημερομηνία της κοινοποίησης στις λοιπές περιπτώσεις.
  • Οι προθεσμίες στη διαδικασία αφερεγγυότητας αρχίζουν να τρέχουν από τη δημοσίευση της οικείας πράξης του διαχειριστή της αφερεγγυότητας (για παράδειγμα, της συμπλήρωσης του καταλόγου των πιστωτών των οποίων έχουν γίνει δεκτές οι απαιτήσεις) ή του δικαστηρίου στο εμπορικό μητρώο.

Υπάρχουν επίσης προθεσμίες οι οποίες αρχίζουν να τρέχουν από την έναρξη της δίκης, διότι ο νόμος ορίζει μόνο τον τελικό χρόνο λήξης τους.

Για παράδειγμα:

  • ο ενάγων μπορεί να μεταβάλει τη βάση ή το αίτημα της αγωγής του ή να αποσύρει την αγωγή του χωρίς τη συγκατάθεση του εναγομένου, έως την ολοκλήρωση της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης,
  • σε αγωγή διανομής, κάθε κληρονόμος μπορεί, μέχρι την έναρξη της πρώτης συζήτησης, να ζητήσει με έγγραφη αίτηση τη συμπερίληψη επιπλέον περιουσιακών στοιχείων στο αντικείμενο της διανομής κ.ο.κ.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την κοινοποίηση στον διάδικο. Ο χρόνος κατά τον οποίο η κοινοποίηση στον διάδικο θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε προσηκόντως καθορίζεται διαφορετικά, ανάλογα με τον τρόπο της κοινοποίησης. Το κεφάλαιο VI, με τίτλο «Κοινοποιήσεις και κλήσεις», του κώδικα πολιτικής δικονομίας καθορίζει τους κανόνες επίδοσης κοινοποιήσεων και κλήσεων στους διαδίκους, καθώς και τον χρόνο κατά τον οποίο αυτές θεωρούνται ότι έχουν επιδοθεί προσηκόντως.

Όταν η κοινοποίηση επιδίδεται προσωπικά στον αποδέκτη της ή τον εκπρόσωπό του ή σε άλλο πρόσωπο αντίστοιχα που διαμένει ή εργάζεται στην οικεία διεύθυνση, πρέπει να περιλαμβάνει μνεία της ημερομηνίας κατά την οποία παραλήφθηκε από το οικείο πρόσωπο, είτε επιδόθηκε από δικαστικό επιμελητή είτε επιδόθηκε από ταχυδρομικό υπάλληλο. Από την ημερομηνία αυτή αρχίζουν να τρέχουν οι προθεσμίες διενέργειας της σχετικής διαδικαστικής πράξης.

Οι κοινοποιήσεις μπορούν επίσης να επιδίδονται σε διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχει ορίσει ο διάδικος. Θεωρούνται ότι έχουν επιδοθεί από την καταχώρισή τους στο συγκεκριμένο πληροφοριακό σύστημα.

Αν τίθενται νόμιμες προϋποθέσεις (για παράδειγμα, αν ο διάδικος έχει μεταβάλει τη διεύθυνση που είχε δηλώσει για την υπόθεση χωρίς να ενημερώσει το δικαστήριο), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την πραγματοποίηση της επίδοσης με επισύναψη της κοινοποίησης στον φάκελο της υπόθεσης, οπότε η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημέρα της επισύναψης.

Αν ο εναγόμενος δεν μπορεί να βρεθεί στον τόπο της κατοικίας του και κανείς δεν βρίσκεται εκεί για να παραλάβει την κοινοποίηση, ο επιδίδων πρέπει να θυροκολλήσει σχετική ειδοποίηση ή να επιθέσει τέτοια στο γραμματοκιβώτιο, αναγράφοντας σε αυτή ότι τα έγγραφα βρίσκονται στη γραμματεία του δικαστηρίου και μπορούν να παραληφθούν εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία της θυροκόλλησης της ειδοποίησης. Στην περίπτωση αυτή, εάν ο εναγόμενος δεν προσέλθει για να τα παραλάβει, η κοινοποίηση και τα συναφή έγγραφα θεωρούνται ότι έχουν επιδοθεί με την παρέλευση της προθεσμίας παραλαβής τους.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Η προθεσμία υπολογίζεται κατά έτη, μήνες, εβδομάδες και ημέρες. Προθεσμία που μετράται σε ημέρες υπολογίζεται από την επόμενη ημέρα της έναρξης της προθεσμίας και λήγει στο τέλος της τελευταίας ημέρας. Για παράδειγμα, αν υποδειχθεί στον διάδικο να άρει τα ελαττώματα μιας πράξης εντός επτά ημερών και η σχετική κοινοποίηση επιδοθεί την 1η Ιουνίου, αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να τρέχει η προθεσμία, ωστόσο ο υπολογισμός ξεκινά την επόμενη ημερολογιακή ημέρα, 2 Ιουνίου, και η προθεσμία θα λήξει στις 8 Ιουνίου.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Οι προθεσμίες προσδιορίζονται σε ημερολογιακές ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες λήγει την αντίστοιχη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας. Για παράδειγμα, αν υποδειχθεί στον διάδικο να άρει τα ελαττώματα της αγωγής εντός μιας εβδομάδας και η σχετική κοινοποίηση επιδοθεί ημέρα Παρασκευή, αυτή θα είναι η ημέρα από την οποία αρχίζει να τρέχει η προθεσμία και η προθεσμία θα λήξει την Παρασκευή της επόμενης εβδομάδας.

Προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες λήγει την αντίστοιχη ημέρα του τελευταίου μήνα, ενώ αν ο τελευταίος μήνας δεν έχει τέτοια ημερομηνία, η προθεσμία θα λήξει την τελευταία ημέρα του μήνα.

Προθεσμία που προσδιορίζεται σε έτη λήγει την αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους, ενώ αν ο σχετικός μήνας του τελευταίου έτους δεν έχει τέτοια ημερομηνία, η προθεσμία θα λήξει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Βλέπε την απάντηση στην ερώτηση 8.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας δεν είναι εργάσιμη ημέρα, η προθεσμία λήγει πάντοτε την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Οι μόνες προθεσμίες που δεν μπορούν να παραταθούν δικαστικά είναι οι προθεσμίες άσκησης έφεσης κατά αποφάσεων και διαταγών, άσκησης αίτησης ακύρωσης απόφασης που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και άσκησης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.

Όλες οι άλλες νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες μπορούν να παραταθούν δικαστικά, κατόπιν αίτησης του οικείου διαδίκου που υποβάλλεται πριν από τη λήξη της προθεσμίας και εφόσον υπάρχουν εύλογοι λόγοι (άρθρο 63 του ΚΠολΔ). Η νέα προθεσμία δεν μπορεί να είναι συντομότερη από την αρχική. Η παραταθείσα προθεσμία τρέχει από τη λήξη της αρχικής προθεσμίας.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας ορίζει τους γενικούς κανόνες άσκησης έφεσης κατά αποφάσεων και διαταγών σε όλες τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις τάσσοντας:

  • προθεσμία δύο εβδομάδων για την άσκηση έφεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το δικαστήριο, η οποία αρχίζει να τρέχει από την επίδοση της απόφασης στον διάδικο
  • προθεσμία ενός μήνα για την άσκηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το δικαστήριο, η οποία αρχίζει να τρέχει από την επίδοση της απόφασης στον διάδικο
  • προθεσμία μίας εβδομάδας για την άσκηση έφεσης κατά των διαταγών που εκδίδονται από το δικαστήριο, η οποία αρχίζει να τρέχει από την κοινοποίησή τους στον διάδικο, ενώ, αν εκδόθηκαν σε συζήτηση στην οποία παρίστατο ο διάδικος, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της συζήτησης

Οι εξαιρέσεις των εν λόγω γενικών κανόνων ορίζονται περιοριστικά στον νόμο και βασίζονται στα ειδικά χαρακτηριστικά της οικείας διαδικασίας. Τέτοιες εξαιρέσεις ορίζονται για:

  • τις αποφάσεις κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι οποίες προσβάλλονται με έφεση εντός επτά ημερών από την ημερομηνία καταχώρισής τους στο εμπορικό μητρώο
  • τις αποφάσεις που απορρίπτουν αίτηση κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι οποίες προσβάλλονται με έφεση εντός επτά ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του κώδικα πολιτικής δικονομίας
  • η απόφαση του δικαστηρίου, σε δίκη διανομής, σχετικά με τις αξιώσεις των συνδικαιούχων σε λογαριασμούς, η απόφαση δημόσιας εκποίησης ακινήτου του οποίου η αυτούσια διανομή δεν είναι εφικτή, η απόφαση απόδοσης ακινήτου του οποίου η αυτούσια διανομή δεν είναι εφικτή σε έναν από τους συνδικαιούχους, και η απόφαση δημοσίευσης του τελικού πρωτοκόλλου διανομής μπορούν να προσβληθούν με κοινή προσφυγή εντός της προθεσμίας έφεσης κατά της τελευταίας απόφασης
  • απόφαση που εκδόθηκε ερήμην δεν προσβάλλεται με έφεση, αλλά, εντός ενός μήνα από την επίδοσή της, ο διάδικος κατά του οποίου εκδόθηκε μπορεί να ζητήσει από το εφετείο την ακύρωση της απόφασης αν δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχει στη δίκη
  • οι αποφάσεις έκδοσης συναινετικού διαζυγίου δεν υπόκεινται σε έφεση
  • άλλες περιπτώσεις ένδικων μέσων που ορίζονται ρητά στον νόμο.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Δεν προβλέπεται δυνατότητα του δικαστηρίου να συντμήσει τις προθεσμίες που καθορίζει το ίδιο ή ο νόμος, παρά μόνο δυνατότητά του να παρατείνει προθεσμίες έπειτα από αίτημα των διαδίκων. Οι μόνες προθεσμίες που δεν μπορούν να παραταθούν δικαστικά είναι οι προθεσμίες άσκησης έφεσης κατά αποφάσεων και διαταγών, άσκησης αίτησης ακύρωσης απόφασης που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και άσκησης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.

Ωστόσο, το δικαστήριο δεν εμποδίζεται να μεταβάλει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος ενός από τους διαδίκους, την ημερομηνία συζήτησης, προγραμματίζοντάς την νωρίτερα ή αργότερα, εφόσον το επιτάσσουν σημαντικές συγκυρίες. Στις εν λόγω περιπτώσεις, ωστόσο, το δικαστήριο πρέπει να γνωστοποιήσει στους διαδίκους τη νέα ημερομηνία και η σχετική ειδοποίηση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μία εβδομάδα πριν από την ημερομηνία της συζήτησης.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Οι δικονομικοί κανόνες του κώδικα πολιτικής δικονομίας, περιλαμβανομένων όσων αφορούν την παράταση της προθεσμίας, ισχύουν για όλους τους μετέχοντες στη διαδικασία, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Γενικός κανόνας είναι ότι οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται μετά τη λήξη της προθεσμίας δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Πέραν του εν λόγω κανόνα, ο ΚΠολΔ ρητά ορίζει ότι αν τα ελαττώματα της αγωγής δεν θεραπευθούν εγκαίρως, η αγωγή επιστρέφεται αν έφεση, αίτηση ακύρωσης ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής κατατεθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας, επιστρέφεται ως εκπρόθεσμη αν διάδικος δεν καταθέσει εγκαίρως τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αυτά δεν θα γίνουν δεκτά στη δίκη, εκτός αν η παράλειψη οφείλεται σε ειδικές απρόβλεπτες περιστάσεις.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Ο διάδικος που δεν έχει τηρήσει τη νόμιμη ή δικαστική προθεσμία μπορεί να ζητήσει την επαναφορά της αν αποδείξει ότι η μη τήρηση της προθεσμίας οφειλόταν σε ειδικές, απρόβλεπτες περιστάσεις τις οποίες δεν ήταν σε θέση να υπερκεράσει. Επαναφορά δεν επιτρέπεται αν μπορούσε να παραταθεί η προθεσμία για τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης.

Η αίτηση επαναφοράς της προθεσμίας πρέπει να κατατεθεί εντός μίας εβδομάδας από την κοινοποίηση της μη τήρησης της προθεσμίας και να περιλαμβάνει αναφορά όλων των περιστάσεων που τη δικαιολογούν, καθώς και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη βασιμότητά της. Η αίτηση πρέπει να κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο έπρεπε να έχει διενεργηθεί η οικεία διαδικαστική πράξη. Μαζί με την αίτηση επαναφοράς της προθεσμίας κατατίθενται τα έγγραφα για τα οποία ζητείται η επαναφορά της προθεσμίας και, αν η προθεσμία αφορά την πληρωμή εξόδων, το δικαστήριο τάσσει νέα προθεσμία πληρωμής τους.

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/09/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Τσεχική ∆ηµοκρατία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Γενικά, οι προθεσμίες που ισχύουν στην αστική διαδικασία είναι είτε δικονομικές είτε ουσιαστικές.

Δύο είναι τα είδη των δικονομικών προθεσμιών: οι νόμιμες και οι δικαστικές.

Οι νόμιμες προθεσμίες ορίζονται από τον νόμο. Η μη τήρηση νόμιμης προθεσμίας συνεπάγεται πάντοτε κάποιας μορφής δικονομική επίπτωση (λ.χ., απώλεια της δυνατότητας επιτυχούς εκτέλεσης ενός συγκεκριμένου καθήκοντος, επιβολή πειθαρχικού προστίμου). Η μη τήρηση νόμιμης προθεσμίας μπορεί να είναι δικαιολογημένη [βλ. το άρθρο 58 του νόμου αριθ. 99/1963, του κώδικα πολιτικής δικονομίας (zákon č. 99/1963 Sb., občanský soudní řád, ve znění pozdějších předpisů) (κώδικας πολιτικής δικονομίας), όπως έχει τροποποιηθεί], εάν ο διάδικος ή νόμιμος εκπρόσωπός του δεν τήρησε την προθεσμία για λόγο που δικαιολογείται και εξαιτίας του οποίου δεν ήταν σε θέση να διενεργήσει πράξη την οποία νομιμοποιείται να επιχειρήσει. Η αίτηση πρέπει να κατατεθεί εντός 15 ημερών από την άρση του κρίσιμου εμποδίου με ταυτόχρονη εκτέλεση της πράξης που δεν διενεργήθηκε. Με αίτημα του διαδίκου το δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην αίτηση, ώστε να δικαιολογηθεί η μη τήρηση της προθεσμίας.

Η προθεσμία εκτέλεσης μιας πράξης που δεν ορίζεται απευθείας στον νόμο τάσσεται από τον πρόεδρο της (πολυμελούς) δικαστικής σύνθεσης (ή τον δικαστή σε περίπτωση μονομελούς σύνθεσης). Ο πρόεδρος της (πολυμελούς) σύνθεσης (ή ο δικαστής σε περίπτωση μονομελούς σύνθεσης) μπορεί να τάξει προθεσμία, όχι μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, αλλά και όποτε άλλοτε απαιτείται για τη διασφάλιση της επαρκούς και δεόντως ταχείας διεξαγωγής της διαδικασίας. Το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει μια δικαστική προθεσμία βασιζόμενο στις περιστάσεις (βλ. το άρθρο 55 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί). Δεν επιτρέπεται η δικαιολόγηση της μη τήρησης μιας προθεσμίας.

Οι δικονομικές προθεσμίες δεν είναι προθεσμίες που ισχύουν για το δικαστήριο, επί παραδείγματι, για την έκδοση μιας απόφασης: οι εν λόγω προθεσμίες είναι διοικητικές προθεσμίες.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Ημέρα αποκατάστασης του ανεξάρτητου κράτους της Δημοκρατίας της Τσεχίας, Πρωτοχρονιά: 1η Ιανουαρίου

Δευτέρα του Πάσχα: η εορτή είναι κινητή, αλλά συνήθως τοποθετείται στα τέλη Μαρτίου ή τις αρχές Απριλίου.

Εργατική Πρωτομαγιά: 1η Μαΐου

Ημέρα Νίκης: 8 Μαΐου

Ημέρα των Σλάβων αποστόλων Κύριλλου και Μεθόδιου: 5 Ιουλίου

Ημέρα αυτοθυσίας του Γιαν Χους (Jan Hus): 6 Ιουλίου

Ημέρα της τσεχικής πολιτείας: 28 Σεπτεμβρίου

Ημέρα της δημιουργίας του ανεξάρτητου τσεχοσλοβακικού κράτους: 28 Οκτωβρίου

Ημέρα του αγώνα για την ελευθερία και τη δημοκρατία: 17 Νοεμβρίου

Παραμονή Χριστουγέννων: 24 Δεκεμβρίου

Χριστούγεννα: 25 Δεκεμβρίου

Επομένη των Χριστουγέννων: 26 Δεκεμβρίου

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι νόμιμοι κανόνες που διέπουν τη μέθοδο υπολογισμού των προθεσμιών παραγραφής ορίζονται στα άρθρα 55-58 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί.

Προθεσμία που προσδιορίζεται σε ημέρες ξεκινά την επόμενη ημέρα από το γεγονός που έχει αποφασιστική σημασία για την έναρξή της.

Ως μισός μήνας νοείται το διάστημα των δεκαπέντε ημερών.

Η προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη λήγει την ημέρα που κατ’ όνομα ή αριθμό συμπίπτει με την ημέρα επέλευσης του αφετήριου γεγονότος της προθεσμίας. Εάν ο τελευταίος μήνας δεν έχει τέτοια ημέρα, το τέλος της προθεσμίας συμπίπτει με την τελευταία ημέρα του μήνα.

Εάν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι Σάββατο, Κυριακή ή αργία, τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι η επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ώρες λήγουν με την παρέλευση της ώρας που αντιστοιχεί στην ώρα επέλευσης του αφετήριου γεγονότος της προθεσμίας.

Η δικονομική προθεσμία τηρείται αν η πράξη εκτελεστεί ενώπιον δικαστηρίου ή αν η κατάθεση πραγματοποιηθεί ενώπιον αρχής που είναι υποχρεωμένη να την επιδώσει, δηλαδή συνηθέστερα σε κάτοχο ταχυδρομικής άδειας, κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας.

Εάν η διαδικασία έχει διακοπεί, διακόπτεται ομοίως και η προθεσμία (άρθρο 111 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Εάν η διαδικασία ξεκινήσει εκ νέου, οι προθεσμίες παραγραφής αρχίζουν να τρέχουν εκ νέου.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η ημέρα επέλευσης του αφετήριου γεγονότος της προθεσμίας δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία. Τούτο δεν ισχύει σε προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ώρες. Συνεπώς, γενικά η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την επόμενη ημέρα της επέλευσης του γεγονότος που έχει αποφασιστική σημασία για την έναρξη της προθεσμίας (βλ. το άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί).

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Όχι.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Η ημέρα επέλευσης του αφετήριου γεγονότος της προθεσμίας δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία. Τούτο δεν ισχύει σε προθεσμίες παραγραφής που προσδιορίζονται σε ώρες (βλ. το άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί).

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Οι προθεσμίες παραγραφής υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες παραγραφής που υπολογίζονται σε εβδομάδες είναι σπάνιες στον κώδικα πολιτικής δικονομίας (νόμος αριθ. 99/1963, όπως έχει τροποποιηθεί) (λ.χ., άρθρο 260 παρ. 3, άρθρο 295 παρ. 1, και άρθρο 295 παρ. 2). Συνήθως, αποτελούν δικαστικές προθεσμίες στη δικαστική πρακτική.

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες στον κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζονται με διάρκεια ενός μήνα (λ.χ., άρθρο 82 παρ. 3, άρθρο 336m παρ. 2, και άρθρο 338za παρ. 2) δύο μηνών (λ.χ., άρθρο 240 παρ. 1 και άρθρο 247 παρ. 1) τριών μηνών (λ.χ., άρθρο 111 παρ. 3, άρθρο 233 παρ. 1, και άρθρο 234 παρ. 1) και έξι μηνών (λ.χ., άρθρο 77a παρ. 2 και άρθρο 260g παρ. 3).

Δύο ειδών είναι οι προθεσμίες που προσδιορίζονται κατά έτη στον κώδικα πολιτικής δικονομίας: η ετήσια προθεσμία (λ.χ., άρθρο 111 παρ. 3) και η τριετής προθεσμία (λ.χ., άρθρο 99 παρ. 3, άρθρο 233 παρ. 2, και άρθρο 234 παρ. 2).

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη λήγουν στο τέλος της ημέρας που αντιστοιχεί στην ημέρα επέλευσης του αφετήριου γεγονότος της προθεσμίας και εάν ο μήνας δεν έχει τέτοια ημέρα, τότε την τελευταία ημέρα του μήνα (βλ. άρθρο 57 παρ. 2 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί).

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι (βλ. το άρθρο 57 παρ. 2 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί).

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Οι νόμιμες δικονομικές προθεσμίες δεν μπορούν να μεταβληθούν με δικαστική απόφαση.

Το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει τη δικονομική προθεσμία, ανάλογα με τις περιστάσεις.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Ο διάδικος μπορεί να προσβάλει την απόφαση του πρωτοδικείου (okresní soud) ή την απόφαση που έχει εκδώσει σε πρώτο βαθμό το περιφερειακό δικαστήριο (krajský soud), εκτός αν αυτό αποκλείεται από τον νόμο (βλ. το άρθρο 201 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί). Η έφεση πρέπει να κατατεθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την επίδοση της γραπτής απόφασης, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η προθεσμία κατάθεσης της έφεσης δεν περιλαμβάνει την ημέρα επίδοσης της απόφασης στον διάδικο. Για την τήρηση της εν λόγω δικονομικής προθεσμίας, αρκεί η κοινοποίηση της έφεσης σε αρχή που υποχρεούται να την επιδώσει (ιδίως, σε κάτοχο ταχυδρομικής άδειας, στο σωφρονιστικό κατάστημα για πρόσωπα που είναι φυλακισμένα ή τελούν σε κράτηση, στο ίδρυμα που είναι επιφορτισμένο με την ιδρυματική ή ασφαλή ανατροφή του προσώπου που έχει τοποθετηθεί σ’ αυτό, κ.ο.κ.) ή στο δικαστήριο κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας παραγραφής.

Εάν εκδόθηκε διορθωτική απόφαση που αφορά την ίδια την απόφαση, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία που τίθεται σε ισχύ η διορθωτική απόφαση (βλ. το άρθρο 204 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Η έφεση που ασκείται μετά τη λήξη της δεκαπενθήμερης προθεσμίας, αποκλειστικά όμως επειδή ο εφεσιβάλλων ακολούθησε τις εσφαλμένες υποδείξεις του δικαστηρίου για την έφεση, θεωρείται ότι έχει ασκηθεί εγκαίρως. Εάν η απόφαση δεν περιλαμβάνει υποδείξεις για την έφεση, για την προθεσμία της έφεσης ή για το δικαστήριο στο οποίο θα κατατεθεί ή εάν περιλαμβάνει εσφαλμένες υποδείξεις σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης εντός τριών μηνών από την επίδοση της απόφασης.

Εάν σε μια υπόθεση εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων από την εν λόγω διαταγή μπορεί να εμποδιστεί μόνο με την άσκηση ανακοπής από τον καθ’ ου, εντός της νόμιμης προθεσμίας των 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της διαταγής, στο δικαστήριο που την εξέδωσε (βλ. το άρθρο 172 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται με την άσκηση ανακοπής και το δικαστήριο διατάσσει συζήτηση. Έφεση μπορεί να κατατεθεί μόνο κατά της ανακοπής που αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, ωστόσο κατά κανόνα δεν ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας (νόμος αριθ. 99/1963, όπως έχει τροποποιηθεί) επιτρέπει την αναβολή της συζήτησης για σοβαρούς λόγους, εάν δεν είναι δυνατή η εκδίκαση της υπόθεσης και η έκδοση απόφασης επ’ αυτής σε μία μόνο συζήτηση (βλ. το άρθρο 119 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Σημαντικός λόγος αναβολής μπορεί να είναι, επί παραδείγματι, το γεγονός ότι ένας από τους διαδίκους δεν παρέστη στο δικαστήριο, και είναι αδύνατη η διεξαγωγή της συζήτησης ερήμην αυτού (βλ. το άρθρο 101 παρ. 3 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), ή το ότι ένας από τους διαδίκους δεν είχε στη διάθεσή του επαρκή χρόνο προπαρασκευής για τη συζήτηση, επειδή η κλήση δεν του επιδόθηκε με επαρκή προηγούμενη ειδοποίηση ή για άλλους σοβαρούς λόγους.

Ο διάδικος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την αναβολή της συζήτησης. Το δικαστήριο αποφασίζει επί του αιτήματος του διαδίκου για αναβολή, το οποίο είχε κατατεθεί εκ των προτέρων, βάσει της σοβαρότητας του λόγου που αυτός επικαλείται. Εάν το δικαστήριο δεν κάνει δεκτό το αίτημα του διαδίκου, τότε ο διάδικος πρέπει να παραστεί στη συζήτηση.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Οι νόμοι της Δημοκρατίας της Τσεχίας δεν ρυθμίζουν ρητά την εν λόγω περίσταση.

Σε μια διαδικασία με διασυνοριακή διάσταση κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να επιδοθεί ένα έγγραφο σε διάδικο στο εξωτερικό, ισχύουν οι δικονομικοί κανόνες του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori), δηλαδή οι δικονομικοί κανόνες του κράτους το οποίο είναι αρμόδιο για την υπόθεση.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η μη τήρηση της δικονομικής προθεσμίας έχει δικονομικές επιπτώσεις.

Εάν ο κώδικας πολιτικής δικονομίας (νόμος αριθ. 99/1963, όπως έχει τροποποιηθεί) τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία για την εκτέλεση μιας πράξης (λ.χ., για την άσκηση τακτικού ή έκτακτου ένδικου μέσου), η μη τήρηση της προθεσμίας συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητας επιτυχούς εκτέλεσης της πράξης. Η απώλεια της προθεσμίας μπορεί να δικαιολογηθεί εάν ο διάδικος ή ο εκπρόσωπός του την είχε απολέσει για λόγο που μπορεί να δικαιολογηθεί (λ.χ., ξαφνική ασθένεια, τραυματισμός κ.ο.κ.) και εξαιτίας του οποίου δεν ήταν σε θέση να διενεργήσει την πράξη, την οποία νομιμοποιείται να επιχειρήσει (βλ. το άρθρο 58 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), εκτός εάν ο κώδικας πολιτικής δικονομίας αποκλείει τη δικαιολόγηση της μη τήρησης μιας συγκεκριμένης προθεσμίας (επί παραδείγματι, δυνάμει του άρθρου 235 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, η δικαιολόγηση της μη τήρησης της προθεσμίας αποκλείεται στην περίπτωση αιτήσεων επανάληψης της δίκης και ακύρωσης). Σε περίπτωση προθεσμίας που έχει ταχθεί για την τήρηση συγκεκριμένης υποχρέωσης, η μη τήρηση της προθεσμίας επιφέρει την επιβολή συγκεκριμένης κύρωσης (επί παραδείγματι, πειθαρχικού προστίμου).

Κάθε περίπτωση απώλειας μιας δικαστικής δικονομικής προθεσμίας επιφέρει, βάσει του νόμου, συγκεκριμένες επιπτώσεις. Η δικαστική προθεσμία μπορεί να παραταθεί μόνο από τον πρόεδρο της σύνθεσης (ή τον δικαστή, σε περίπτωση μονομελούς σύνθεσης). Δεν επιτρέπεται η δικαιολόγηση της μη τήρησης μιας προθεσμίας.

Η διαταγή πληρωμής κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή παράγει τα έννομα αποτελέσματα αμετάκλητης και εκτελεστής απόφασης (βλ. το άρθρο 174 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Η απώλεια συζήτησης έχει διαφορετικές επιπτώσεις από την απώλεια προθεσμίας. Εάν ο διάδικος που έχει κλητευθεί νομίμως δεν παρέστη στη συζήτηση χωρίς να ζητήσει αναβολή εγκαίρως και για σπουδαίο λόγο, το δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει την υπόθεση και να αποφανθεί επ’ αυτής ερήμην του (βλ. το άρθρο 101 παρ. 3 του νόμου αριθ. 99/1963, κώδικας πολιτικής δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί) και, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 153b του κώδικα πολιτικής δικονομίας, μπορεί να εκδώσει απόφαση ερήμην αυτού.

Εάν ο εναγόμενος δεν παραστεί δικαιολογημένα στην πρώτη συζήτηση μιας υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε απόφαση ερήμην, το δικαστήριο ακυρώνει την απόφαση έπειτα από αίτημα του εναγομένου και διατάσσει τη συζήτηση της υπόθεσης. Ο διάδικος μπορεί να καταθέσει σχετική αίτηση έως την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην (βλ. το άρθρο 153b παρ. 4 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Επιτρέπεται επίσης η άσκηση έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε ερήμην με βάση την ουσία της υπόθεσης. Εάν ο εναγόμενος, εκτός από αίτηση ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης, έχει επίσης ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, και η αίτηση ακύρωσης της απόφασης γίνει δεκτή με εκτελεστή απόφαση, η έφεση απορρίπτεται (βλ. το άρθρο 153b παρ. 5 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/07/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Ελλάδα

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Προθεσμίες είναι τα χρονικά διαστήματα μέσα στα οποία πρέπει να επιχειρηθεί μια πράξη, ή το οποίο πρέπει να παρέλθει προκειμένου να λάβει χώρα συζήτηση της υποθέσεως ή να επιχειρηθεί μια πράξη. Με την θέσπιση προθεσμιών επιδιώκεται η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του δικαιώματος ακροάσεως. Δικονομικές προθεσμίες είναι αυτές που με την τήρηση ή παραμέλησή τους συνδέονται δικονομικές συνέπειες. Διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες: 1) προθεσμίες ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ είναι αυτές εντός των οποίων πρέπει να ενεργηθεί η διαδικαστική πράξη, όπως για παράδειγμα η προθεσμία που τάσσει ο νόμος για την άσκηση της έφεσης (βλ. άρθρο 318 § 1 του ΚΠολΔ) και 2) προθεσμίες ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ είναι αυτές που η διαδικαστική πράξη πρέπει να ενεργηθεί μετά την πάροδό τους. Οι προθεσμίες αυτές είναι συνήθως προς όφελος του αμυνόμενου διάδικου, καθόσον του παρέχεται χρόνος προκειμένου να προετοιμασθεί, όπως για παράδειγμα η προθεσμία κλητεύσεως του εναγόμενου (βλ. άρθρο 228 του ΚΠολΔ). Η διάκριση αυτή έχει σημασία διότι οι μεν προθεσμίες ενέργειας μπορούν να παραταθούν με συμφωνία των διαδίκων ενώ οι προπαρασκευαστικές δεν παρατείνονται. Οι προθεσμίες ενέργειας λήγουν την επόμενη εργάσιμη ημέρα, αν η ημέρα λήξης τους συμπίπτει με εξαιρετέα κατά τον νόμο ημέρα, ενώ οι προπαρασκευαστικές λήγουν την ημέρα λήξης τους, ανεξάρτητα από το αν η ημέρα αυτή είναι αργία ή εξαιρετέα. Ενδεικτικά, σημαντικές δικονομικές προθεσμίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) είναι οι ακόλουθες:

  1. Προθεσμία κλητεύσεως διαδίκων μετά την άσκηση αγωγής (εξήντα [60] ημέρες πριν τη συζήτηση, εκτός εάν ο διάδικος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι ενενήντα [90] ημέρες πριν τη συζήτηση- βλ. άρθρο 228 ΚΠολΔ).
  2. Προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας (δεκαπέντε [15] ημέρες από την επίδοση της απόφασης, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι εξήντα [60] ημέρες από την επίδοση της απόφασης- βλ. άρθρο 503 ΚΠολΔ).
  3. Προθεσμία εφέσεως (τριάντα [30] ημέρες από την επίδοση της οριστικής απόφασης αν αυτός που ασκεί την έφεση διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν αυτός που ασκεί την έφεση διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι εξήντα [60] ημέρες από την επίδοση της οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση που δεν επιδοθεί η οριστική απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία [3] χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης- βλ. άρθρο 518 ΚΠολΔ).
  4. Προθεσμία αναψηλαφήσεως (εξήντα [60] ημέρες εάν εκείνος που ασκεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν εκείνος που ασκεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι εκατόν είκοσι [120] ημέρες- βλ. άρθρο 545 ΚΠολΔ).
  5. Προθεσμία αναιρέσεως (τριάντα [30] ημέρες από την επίδοση της απόφασης εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν αυτός που ασκεί την έφεση διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι ενενήντα [90] ημέρες από την επίδοση της απόφασης. Σε περίπτωση που δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία [3] χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης - βλ. άρθρο 564 του ΚΠολΔ).

Δικονομικές προθεσμίες ορίζονται ειδικότερα από τον ΚΠολΔ και σε άλλες διαδικασίες, όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούν τις γαμικές διαφορές (διαζύγιο, ακύρωση γάμου, κλπ), έκδοση διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά αυτής (βλ. άρθρο 632 ΚΠολΔ), μισθωτικές διαφορές, εργατικές διαφορές, ασφαλιστικά μέτρα, αναγκαστική εκτέλεση και ανακοπής κατά αυτής.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Οι αργίες στην Ελλάδα καθορίζονται από τον Ν. 1157/1981, χωρίς η απαρίθμησή τους να είναι εξαντλητική. Κριτήριο για την ύπαρξη αργίας είναι η μη διεξαγωγή συναλλαγών εν γένει, επομένως αργίες για συγκεκριμένα επαγγέλματα ή υπηρεσίες είναι αδιάφορες. Μπορεί να είναι εθνικού, θρησκευτικού ή άλλου περιεχομένου, ακόμα και τοπικού ή μη μόνιμου χαρακτήρα. Εξαιρετέες ημέρες είναι οι αργίες των δημοσίων υπηρεσιών. Ως ημέρες αργίας θεωρούνται οι: 25η Μαρτίου (εθνική εορτή), 28η Οκτωβρίου (εθνική εορτή), η πρώτη του έτους, τα Θεοφάνια (6 Ιανουαρίου), η Μεγάλη Παρασκευή, το Μεγάλο Σάββατο, η 1η Μαΐου, η 15η Αυγούστου, η πρώτη και η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, η Δευτέρα της Πεντηκοστής, η Καθαρά Δευτέρα, η Δευτέρα του Πάσχα και όλες οι Κυριακές.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Τα άρθρα 144- 151 του ΚΠολΔ αναφέρονται στις δικονομικές προθεσμίες. Με κριτήριο την πηγή που καθορίζει την διάρκειά τους, οι προθεσμίες διακρίνονται σε νόμιμες (αυτές που προσδιορίζονται από τον νόμο, όπως για παράδειγμα οι προθεσμίες άσκησης των ένδικων μέσων), δικαστικές (εκείνες που προσδιορίζονται από το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, όπως για παράδειγμα η προθεσμία για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων –βλ. άρθρο 245 του ΚΠολΔ), αναβλητικές (εκείνες που επιφέρουν την αναβολή της συζήτησης ως κύρωση για την μη τήρησή τους) και ανατρεπτικές (εκείνες που επιφέρουν έκπτωση από το δικαίωμα ως κύρωση για την μη τήρησή τους). Για την έναρξη και την λήξη των προθεσμιών θα γίνει λόγος κατωτέρω. Οι προθεσμίες διακόπτονται εάν κατά την διάρκεια μιας προθεσμίας, κάποιος διάδικος αποβιώσει. Αν η προθεσμία που διακόπηκε έχει αρχίσει από την επίδοση εγγράφου, η νέα προθεσμία αρχίζει με την νέα επίδοση σε αυτούς που κατά τον νόμο διαδέχθηκαν εκείνον που πέθανε. Αν έχει αρχίσει από κάποιο άλλο γεγονός, η νέα προθεσμία αρχίζει με την επίδοση σχετικής δήλωσης στα παραπάνω πρόσωπα. Η διακοπή της δίκης που επέρχεται κατά την διάρκεια κάποιας προθεσμίας, διακόπτει την προθεσμία και η νέα προθεσμία αρχίζει με την επανάληψη της δίκης. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες ενέργειας που αναφέρονται στο άρθρο 147 § 7 του ΚΠολΔ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι προθεσμίες των ένδικων μέσων και των ανακοπών.

Ο νόμος επιτρέπει την παράταση προθεσμίας, όχι όμως μόνο με συμφωνία των διαδίκων, αλλά και με συναίνεση του δικαστή. Σε παράταση υπόκεινται τόσο οι νόμιμες, όσο και οι δικαστικές προθεσμίες, με τον περιορισμό όμως ότι δεν θίγονται δικαιώματα τρίτων. Ο δικαστής δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της αιτήσεως για παράταση της συμφωνίας και έχει την δυνατότητα να την κάνει εν μέρει δεκτή, ή να την απορρίψει, σταθμίζοντας κάθε φορά τις περιστάσεις. Πρέπει δηλαδή οι διάδικοι να επικαλούνται και να προβάλλουν λόγους που δικαιολογούν την παράταση. Τέλος, επιτρέπεται σύντμηση προθεσμίας με δικαστική απόφαση, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων. Σε σύντμηση υπόκεινται όλες οι νόμιμες προθεσμίες, με εξαίρεση αυτές των ενδίκων μέσων.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η προθεσμία αρχίζει την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία συνέβη το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (a momento ad momentum).

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπεται παράταση ή σύντμηση της προθεσμίας σε περίπτωση μεταδόσεως ή αποστολής εγγράφων μέσω ταχυδρομείου, ή άλλου τύπου μεταφορικής υπηρεσίας.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Συναρίθμηση της ημέρας κατά την οποία λαμβάνει χώρα το αφετήριο γεγονός επιτρέπεται μόνο όταν προβλέπεται ρητά στον νόμο, την δικαστική απόφαση ή την σύμβαση. Τέτοια περίπτωση δεν αποτελεί η πρόβλεψη ότι ορισμένη προθεσμία αρχίζει με την επίδοση. Έτσι οι σημαντικές προθεσμίες ασκήσεως των ενδίκων μέσων της έφεσης, αναίρεσης ή της ανακοπής αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως ή της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Πάντως, όταν ορίζεται ότι η προθεσμία αρχίζει από ορισμένη ημέρα, αυτή συνυπολογίζεται. Όταν εναρκτήριο γεγονός αποτελεί η επίδοση, τυχόν γνώση του περιεχομένου του προς επίδοση εγγράφου με άλλον τρόπο είναι αδιάφορη για τον υπολογισμό της προθεσμίας.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Δεν έχει σημασία η παρεμβολή ημερών αργίας. Εργάσιμες ημέρες συνυπολογίζονται μόνο αν προβλέπεται ρητά κάτι τέτοιο (όπως στην προθεσμία για ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής).

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Ομοίως, σε περίπτωση που η χρονική προθεσμία προσδιορίζεται σε μήνες ή έτη, δεν έχει σημασία η παρεμβολή ημερών αργίας, παρά  μόνον  αν ορίζεται  ρητά  στο νόμο  ότι  η προθεσμία αφορά  εργάσιμες  ημέρες.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Αν η προθεσμία προσδιορίζεται σε έτη λήγει μόλις παρέλθει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους.  Σημειώνεται ότι δεν έχει σημασία για τον υπολογισμό αν παρεμβάλλεται δίσεκτο έτος.

Αν η προθεσμία προσδιορίζεται σε μήνες λήγει μόλις παρέλθει η ημέρα του τελευταίου μήνα που αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης. Αν δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία, υπολογίζεται η τελευταία ημέρα του μήνα. Σημειώνεται ότι δεν έχει σημασία ο αριθμός των ημερών που έχει κάθε μήνας.

Η προθεσμία μισού έτους ισχύει ως προθεσμία έξι (6) μηνών και η προθεσμία μισού μήνα ισχύει ως προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών.

Αν η προθεσμία  προσδιορίζεται  σε  εβδομάδες  λήγει μόλις  παρέλθει  η  αντίστοιχη ημέρα  της   εβδομάδας  που αντιστοιχεί στην ημέρα  έναρξης  δηλ  αν  το γεγονός  έλαβε   χώρα  την Δευτέρα , η  προθεσμία   της εβδομάδας λήγει  την  επόμενη  Δευτέρα.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Εάν η προθεσμία λήγει σε  Σάββατο, Κυριακή ή  ημέρα  αργίας  ή μη εργάσιμη , μετατίθεται η λήξη της στην επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Ο νόμος επιτρέπει την παράταση προθεσμίας, όχι όμως μόνο με συμφωνία των διαδίκων, αλλά και με συναίνεση του δικαστή. Σε παράταση υπόκεινται τόσο οι νόμιμες, όσο και οι δικαστικές προθεσμίες, με τον περιορισμό όμως ότι δεν θίγονται δικαιώματα τρίτων. Ο δικαστής δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της αιτήσεως για παράταση της συμφωνίας και έχει την δυνατότητα να την κάνει εν μέρει δεκτή, ή να την απορρίψει, σταθμίζοντας κάθε φορά τις περιστάσεις.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

  1. . Προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας (δεκαπέντε [15] ημέρες από την επίδοση της απόφασης, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι εξήντα [60] ημέρες από την επίδοση της απόφασης- βλ. άρθρο 503 ΚΠολΔ
  2. Η προθεσμία της εφέσεως ρυθμίζεται στο άρθρο 518 § 1 του ΚΠολΔ. Αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα (30) ημέρες και αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής είναι εξήντα (60) ημέρες. Η προθεσμία των εξήντα (60) ημερών δεν αφορά αυτούς που η διαμονή τους στο εξωτερικό είναι πρόσκαιρη (ταξίδια αναψυχής, ολιγοήμερη απουσία για ειδικό σκοπό), αλλά έχει κάποια διάρκεια, συνδεόμενη με την επαγγελματική ή οικογενειακή τους κατάσταση.
  3. Προθεσμία αναψηλαφήσεως (εξήντα [60] ημέρες εάν εκείνος που ασκεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν εκείνος που ασκεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι εκατόν είκοσι [120] ημέρες- βλ. άρθρο 545 ΚΠολΔ).
  4. Προθεσμία αναιρέσεως (τριάντα [30] ημέρες από την επίδοση της απόφασης εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, εκτός εάν αυτός που ασκεί την έφεση διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία είναι ενενήντα [90] ημέρες από την επίδοση της απόφασης. Σε περίπτωση που δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία [3] χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης - βλ. άρθρο 564 του ΚΠολΔ).

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Στην ελληνική έννομη τάξη γίνεται δεκτό ότι η αξίωση για ένδικη προστασία περιλαμβάνει, ανεξάρτητα από την φύση της διαφοράς, τόσο την οριστική, όσο και την προσωρινή δικαστική προστασία. Με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (κατά τα άρθρα 682-738 του ΚΠολΔ) ρυθμίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες λόγω του κατεπείγοντος, ή για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου, τα δικαστήρια μπορούν να διατάζουν μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα τους, αρμόδιος να ορίσει τον τόπο και τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι ο δικαστής, ο οποίος ενεργεί με γνώμονα την ταχύτητα, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη και το δικαίωμα ακροάσεως των διαδίκων. Έτσι έχει ευχέρεια να επιλέξει τον τρόπο κλητεύσεως και την προθεσμία κλητεύσεως, ακόμα και για πρόσωπα που διαμένουν στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής. Η συζήτηση μπορεί να ορισθεί και Κυριακή ή εορτή. Εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα, στις υπόλοιπες αστικές διαδικασίες εφαρμόζονται οι προθεσμίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω, χωρίς να προβλέπεται η επιμήκυνσή τους.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Δεν υπάρχει κάτι  τέτοιο  στην ελληνική έννομη τάξη.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η μη τήρηση προθεσμιών που αφορούν δικαστική ενέργεια δεν επάγεται δικονομικές συνέπειες. Η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ενέργειας για πράξεις των διαδίκων επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα, ενώ στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες επέρχονται άλλου είδους αποτελέσματα, όπως για παράδειγμα απαράδεκτο της συζήτησης (βλ. άρθρο 271 § 1 του ΚΠολΔ).

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι ένα ένδικο βοήθημα που προβλέπεται από το Σύνταγμα, με το οποίο εάν ο διάδικος εξ αιτίας ανωτέρας βίας του, ή δόλου του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την πάροδο της προθεσμίας κατάσταση.

Εξαιρετικά όμως, τέτοια αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί εάν στηρίζεται α) σε πταίσμα του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου, β) σε περιστατικά που ο δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης για παράταση προθεσμίας ή για αναβολή έκρινε προκειμένου να χορηγήσει την σχετική παράταση ή αναβολή. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν τηρήθηκε η προθεσμία, τα αποδεικτικά μέσα για εξακρίβωση της αλήθειας και την πράξη που παραλήφθηκε, ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί. Η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, πρέπει να συζητηθεί σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστά την ανωτέρα βία, ή της γνώσης του δόλου, χωρίς να επιτρέπεται η άσκηση νέας, αν για οποιονδήποτε λόγο χαθεί η παραπάνω προθεσμία (βλ. άρθρα 152-158 του ΚΠολΔ).

Εξαιρετικά όμως, τέτοια αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί εάν στηρίζεται α) σε πταίσμα του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου, β) σε περιστατικά που ο δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης για παράταση προθεσμίας ή για αναβολή έκρινε προκειμένου να χορηγήσει την σχετική παράταση ή αναβολή. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν τηρήθηκε η προθεσμία, τα αποδεικτικά μέσα για εξακρίβωση της αλήθειας και την πράξη που παραλήφθηκε, ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί. Η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, πρέπει να συζητηθεί σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστά την ανωτέρα βία, ή της γνώσης του δόλου, χωρίς να επιτρέπεται η άσκηση νέας, αν για οποιονδήποτε λόγο χαθεί η παραπάνω προθεσμία (βλ. άρθρα 152-158 του ΚΠολΔ).

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/05/2014

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Γαλλία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Εκτός από τις δικονομικές προθεσμίες, το γαλλικό δίκαιο προβλέπει παραγραφή και αποκλειστικές προθεσμίες.

Ο χρόνος παραγραφής είναι το χρονικό διάστημα μετά την πάροδο του οποίου ένα πρόσωπο αποκτά εμπράγματο δικαίωμα (στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για «κτητική παραγραφή») ή χάνει ένα δικαίωμα διότι δεν το άσκησε (στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για «αποσβεστική προθεσμία»). Η παραγραφή μπορεί να ανασταλεί ή να διακοπεί.

Η αποκλειστική προθεσμία αποτελεί περιορισμό της διάρκειας του δικαιώματος άσκησης αγωγής. Αντιστοιχεί στην έννοια του κοινοδικαίου «limitation of action». Η αποκλειστική προθεσμία δεν αναστέλλεται. Επίσης, καταρχήν δεν διακόπτεται. Εντούτοις, σύμφωνα με τα άρθρα 2241 και 2244 του αστικού κώδικα, διακόπτεται με ορισμένες πράξεις, όπως κλήση για παράσταση στο δικαστήριο ή πράξη εκτέλεσης (όπως η κατάσχεση).

Οι δικονομικές προθεσμίες εφαρμόζονται στις διαδικαστικές πράξεις στο πλαίσιο μιας δίκης. Καθορίζονται από τον νόμο ή από τον δικαστή. Αντίθετα από τις αποκλειστικές προθεσμίες, η λήξη τους δεν επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος άσκησης αγωγής. Οι προθεσμίες αυτές δεν μπορούν να διακοπούν ή να ανασταλούν.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας θεωρούνται αργίες :

  • η Κυριακή
  • η 1η Ιανουαρίου
  • η Δευτέρα του Πάσχα
  • η Πρωτομαγιά
  • η 8η Μαΐου
  • η Ανάληψη
  • η Δευτέρα της Πεντηκοστής
  • η 14η Ιουλίου
  • η Κοίμηση της Θεοτόκου (15η Αυγούστου)
  • η εορτή των Αγίων Πάντων (1η Νοεμβρίου)
  • η 11η Νοεμβρίου
  • η ημέρα των Χριστουγέννων (25η Δεκεμβρίου)

Σε ορισμένα διαμερίσματα και εδαφικές ενότητες προβλέπονται οι εξής αργίες για τον εορτασμό της κατάργησης της δουλείας: η 27η Μαΐου στη Γουαδελούπη, η 10η Ιουνίου στη Γουιάνα, η 22α Μαΐου στη Μαρτινίκα, η 20η Δεκεμβρίου στη Ρεϊνιόν και η 27η Απριλίου στο Μαγιότ.

Στα διαμερίσματα της περιφέρειας Αλσατίας-Μοζέλα, είναι αργία η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων και η Μεγάλη Παρασκευή.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αριθ. 2008-561 της 17ης Ιουνίου 2008 (που περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις), σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, η αποσβεστική προθεσμία είναι 5 έτη (από 30 έτη που ήταν προηγουμένως).

Ωστόσο, η αρχή αυτή έχει πολλές εξαιρέσεις, ιδίως για τις αγωγές αστικής ευθύνης για σωματική βλάβη, για τις οποίες η παραγραφή ορίζεται σε 10 έτη από την παγίωση ή την επιδείνωση της βλάβης, ή για τις εμπράγματες αγωγές επί ακινήτων, για τις οποίες ισχύει παραγραφή 30 ετών.

Η διάρκεια των αποκλειστικών και των δικονομικών προθεσμιών ποικίλλει ανάλογα με το θέμα και τη διαδικασία.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Όσον αφορά τις δικονομικές προθεσμίες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 640 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, αν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να ολοκληρωθεί πριν τη λήξη συγκεκριμένης προθεσμίας, η προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης από την οποία αρχίζει να τρέχει.

Όσον αφορά την παραγραφή ή τις αποκλειστικές προθεσμίες, εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας υπό την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων. Έτσι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2226 του αστικού κώδικα, οι αγωγές αστικής ευθύνης για σωματική βλάβη παραγράφονται εντός δέκα ετών από την εκδήλωση ή την επιδείνωση της ζημίας.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 664-1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όταν η επίδοση γίνεται από δικαστικό επιμελητή, ως ημερομηνία επίδοσης θεωρείται η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδίδεται άμεσα στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή στον τόπο διαμονής ή κατοικίας του εν λόγω προσώπου, ή η ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης στην οποία ο δικαστικός επιμελητής αναφέρει τις προσπάθειες που έκανε για την ανεύρεση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η επίδοση. Η ημερομηνία και η ώρα της επίδοσης με ηλεκτρονικά μέσα είναι η ώρα και η ημερομηνία αποστολής της πράξης προς το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται.

Κατ’ εφαρμογή των άρθρων 668 και 669 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, η ημερομηνία κοινοποίησης μέσω ταχυδρομείου είναι είναι, για τον επισπεύδοντα, η ημερομηνία αποστολής, και για το πρόσωπο στο οποίο αυτή απευθύνεται, η ημερομηνία παραλαβής της επιστολής. Ως ημερομηνία αποστολής κοινοποίησης μέσω ταχυδρομείου θεωρείται η ημερομηνία που αναγράφεται στη σφραγίδα του ταχυδρομείου αποστολής. Ως ημερομηνία παράδοσης θεωρείται η ημερομηνία της απόδειξης παραλαβής ή υπογραφής περιθωρίου. Ως ημερομηνία παραλαβής κοινοποίησης με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής θεωρείται η ημερομηνία που τίθεται από την ταχυδρομική υπηρεσία κατά την παράδοση της επιστολής στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται.

Κατά παρέκκλιση από τις προαναφερθείσες διατάξεις, το άρθρο 647-1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει ότι ως ημερομηνία κοινοποίησης πράξης σε υπερπόντια κοινότητα, στη Νέα Καληδονία ή στο εξωτερικό θεωρείται, έναντι του επισπεύδοντα, η ημερομηνία αποστολής της πράξης από δικαστικό επιμελητή ή από τη γραμματεία του δικαστηρίου ή, αν δεν υπάρχει, η ημερομηνία παραλαβής από την αρμόδια εισαγγελία.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 641 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, για τον υπολογισμό προθεσμίας που προσδιορίζεται σε ημέρες δεν λαμβάνεται υπόψη η ημέρα της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης από τις οποίες αρχίζει να τρέχει η προθεσμία.

Το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας δεν επηρεάζεται από το είδος της κοινοποίησης. Εντούτοις, σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης, ορισμένες διατάξεις επιτρέπουν να διαφοροποιηθεί το σημείο έναρξης της προθεσμίας, ώστε αυτή να αρχίσει να τρέχει από την ημερομηνία αυτοπρόσωπης επίδοσης της πράξης ή λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει της πράξης.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 642 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, η προθεσμία που θα έληγε κανονικά Σάββατο, Κυριακή ή αργία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Κατά συνέπεια, η προθεσμία εξακολουθεί να τρέχει τις Κυριακές και τις αργίες, αλλά παρατείνεται σε περίπτωση που κανονικά λήγει Σάββατο, Κυριακή ή αργία.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 641 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες ή έτη λήγει την ημέρα του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους η οποία αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης βάσει των οποίων η προθεσμία αρχίζει να τρέχει. Ελλείψει κατ’ αριθμόν αντίστοιχης ημέρας, η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του μήνα.

Για τον υπολογισμό προθεσμίας που προσδιορίζεται σε ημέρες και μήνες, μετρώνται πρώτα οι μήνες και στη συνέχεια οι ημέρες.

Ο κανόνας του άρθρου 642 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (βλ. προηγούμενη ερώτηση) εφαρμόζεται σε όλες τις προθεσμίες, ανεξαρτήτως του αν αυτές προσδιορίζονται σε ημέρες, μήνες ή έτη.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Όπως προαναφέρθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 642 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, οι προθεσμίες λήγουν στις 12 τα μεσάνυχτα της τελευταίας ημέρας, εκτός αν η προθεσμία θα έληγε κανονικά Σάββατο, Κυριακή ή αργία.

Όπως προαναφέρθηκε, η έναρξη των προθεσμιών γίνεται κατά την ημερομηνία της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης με αφορμή τα οποία αρχίζουν να τρέχουν.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Όπως προαναφέρθηκε, η προθεσμία που θα έληγε κανονικά Σάββατο, Κυριακή ή αργία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Το σημείο από το οποίο αρχίζει να τρέχει μια προθεσμία πρέπει να προσδιορίζεται ή να είναι προσδιορίσιμο. Μπορεί, εφόσον υπάρχει ανάγκη, να εκτιμηθεί από τον δικαστή. Κατά συνέπεια, η παράταση μέχρι την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα εφαρμόζεται σε όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 643 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όταν ασκείται αγωγή ενώπιον δικαστηρίου που εδρεύει στη μητροπολιτική Γαλλία, οι προθεσμίες παράστασης στο δικαστήριο, έφεσης, ανακοπής, αναψηλάφησης και αναίρεσης προσαυξάνονται κατά:

  • ένα μήνα για τα πρόσωπα που διαμένουν σε υπερπόντιο διαμέρισμα ή σε υπερπόντιο έδαφος ή κοινότητα
  • δύο μήνες για τα πρόσωπα που διαμένουν στο εξωτερικό.

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 644 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όταν ασκείται αγωγή ενώπιον δικαστηρίου που εδρεύει σε υπερπόντια εδαφική ενότητα την οποία προσδιορίζει, οι προθεσμίες παράστασης στο δικαστήριο, έφεσης, ανακοπής και αναψηλάφησης προσαυξάνονται κατά:

  • ένα μήνα για τα πρόσωπα που δεν διαμένουν στην εδαφική ενότητα στην οποία εδρεύει το δικαστήριο
  • δύο μήνες για τα πρόσωπα που διαμένουν στο εξωτερικό.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Καταρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 538 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι ένας μήνας για τις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και δεκαπέντε ημέρες για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντούτοις, πολλές διατάξεις εισάγουν εξαιρέσεις από την αρχή αυτή. Έτσι, παρέχεται προθεσμία δεκαπέντε ημερών για την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, αποφάσεων του δικαστή εκτέλεσης, διατάξεων του δικαστή οικογενειακών υποθέσεων και αποφάσεων του δικαστή ανηλίκων για θέματα εκπαιδευτικής συνδρομής.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Σε περίπτωση επείγοντος, οι δικαστές μπορούν να συντμήσουν τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο και να επιτρέψουν να κληθεί ο διάδικος να εμφανιστεί συγκεκριμένη ημέρα. Αντίστοιχα, οι δικαστές μπορούν να αναβάλουν την εξέταση της υπόθεσης για μεταγενέστερη ημερομηνία προκειμένου να μπορέσουν να παραστούν οι διάδικοι.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 647 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, αν πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα δικαιούτο παράτασης προθεσμίας του κοινοποιείται άμεσα σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, η κοινοποίηση υπάγεται στις προθεσμίες που εφαρμόζονται στα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στον εν λόγω τόπο.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής ή η λήξη αποκλειστικής προθεσμίας αποσβένουν το δικαίωμα άσκησης αγωγής, την οποία καθιστούν απαράδεκτη αποκλείοντας την εξέταση της ουσίας της.

Οι κυρώσεις τις οποίες επιφέρει η μη τήρηση δικονομικής προθεσμίας που τάσσεται από τον νόμο ή από τον δικαστή ποικίλλουν ανάλογα με τον ρόλο της προθεσμίας και την πράξη που έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Η μη τήρηση της προθεσμίας εμφάνισης στο δικαστήριο καθιστά άκυρη την απόφαση που εκδόθηκε πριν τη λήξη της προθεσμίας, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εναγόμενου. Αν οι διάδικοι δεν επιδείξουν τη δέουσα επιμέλεια, συνήθως η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο. Η κύρωση για τη μη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων είναι η ακυρότητα.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Δεν υπάρχει διάταξη που να ανατρέπει τα αποτελέσματα της απόσβεσης του δικαιώματος άσκησης αγωγής, η οποία αποτελεί την έννομη συνέπεια της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής ή της λήξης της αποκλειστικής προθεσμίας.

Εντούτοις, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα, όπου αυτό προβλέπεται από τον νόμο, να απαλλάσσει τον διάδικο από τα αποτελέσματα της λήξης αποκλειστικής προθεσμίας. Έτσι, το άρθρο 540 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αν η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ή που τεκμαίρεται ότι εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία παρήλθε άπρακτη διότι ο διάδικος, για λόγους που δεν οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα, δεν έλαβε γνώση της απόφασης εγκαίρως ώστε να ασκήσει το ένδικο μέσο ή βρισκόταν σε αδυναμία να ενεργήσει.

Κατά της δικαστικής απόφασης που κηρύσσει άκυρη διαδικαστική πράξη μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Επιπλέον, η ακυρότητα θέτει τέλος στη δίκη, αλλά δεν θίγει το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει έννομη προστασία. Συνεπώς, μπορεί να ασκηθεί νέα αγωγή, εφόσον δεν υφίσταται λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να επιδιωχθεί η αξίωση, όπως για παράδειγμα παραγραφή.

Δεν χωρούν ένδικα μέσα κατά της απόφασης με την οποία μια υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο. Εντούτοις, η διαγραφή δεν καταργεί την δίκη. Κατά συνέπεια, η διακοπή της παραγραφής ή της αποκλειστικής προθεσμίας λόγω κλήτευσης συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα. Με τη διενέργεια διατυπώσεως ή την υποβολή αίτησης επανεγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο παύει η αναστολή της δίκης την οποία προκάλεσε η διαγραφή.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος Legifrance – κώδικας πολιτικής δικονομίας

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος Legifrance - κώδικας πολιτικής δικονομίας στα αγγλικά και στα ισπανικά

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος Legifrance – αργίες

Τελευταία επικαιροποίηση: 23/07/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Κροατία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Στη Δημοκρατία της Κροατίας, οι προθεσμίες που εφαρμόζονται στις αστικές διαδικασίες διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 111-114 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας (Zakon o parničnom postupku — στο εξής «ZPP») [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας (Narodne Novine), αριθ. 53/91, 91/92, 112/99, 129/00, 88/01, 117/03, 88/05, 2/07, 96/08, 84/08, 123/08, 57/11, 25/13 και 89/14).

Ως προθεσμία νοείται ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να διενεργηθεί μια δικονομική πράξη ή το οποίο πρέπει να παρέλθει προκειμένου να μπορεί να διενεργηθεί μια δικονομική πράξη.

Το κροατικό δικονομικό δίκαιο γνωρίζει διάφορα είδη προθεσμιών:

• νόμιμες (zakonski) και δικαστικές (sudski) προθεσμίες — η διάρκεια των νόμιμων προθεσμιών καθορίζεται από τον νόμο και δεν μπορεί να μεταβληθεί από το δικαστήριο ή τους διαδίκους, ενώ η διάρκεια των δικαστικών προθεσμιών καθορίζεται από το δικαστήριο, κατά τη διακριτική του ευχέρεια για κάθε επιμέρους υπόθεση, βάσει εξουσιοδότησης από τον νόμο

• δυνάμενες να παραταθούν (produživi) και μη δυνάμενες να παραταθούν (neproduživi) προθεσμίες — οι νόμιμες προθεσμίες δεν μπορούν να παραταθούν, ενώ οι δικαστικές προθεσμίες μπορούν να παραταθούν, με απόφαση του δικαστηρίου, αλλά μόνο κατόπιν σχετικού αιτήματος του ενδιαφερομένου, αν υπάρχει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την παράταση (άρθρο 111 παράγραφος 2 του ΖΡΡ)

• υποκειμενικές (subjektivni) και αντικειμενικές (objektivni) προθεσμίες — υποκειμενικές είναι οι προθεσμίες των οποίων η έναρξη εξαρτάται από τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση του δικαιούχου προσώπου ορισμένο γεγονός το οποίο είναι κρίσιμο για τον υπολογισμό της προθεσμίας, ενώ αντικειμενικές είναι οι προθεσμίες που αρχίζουν από τη στιγμή κατά την οποία έλαβε χώρα το κρίσιμο γεγονός, ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά τον οποίο αυτό περιήλθε σε γνώση του δικαιούχου προσώπου

• ανατρεπτικές (prekluzivni) και ενδεικτικές (instruktivni) προθεσμίες — η μη τήρηση ανατρεπτικής προθεσμίας συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος μεταγενέστερης διενέργειας της σχετικής δικονομικής πράξης, ενώ η μη τήρηση ενδεικτικής προθεσμίας δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις και η δικονομική πράξη μπορεί να διενεργηθεί μεταγενέστερα

• αναβλητικές (dilatorni) προθεσμίες και προθεσμίες χάριτος (paricijski) — οι αναβλητικές προθεσμίες έχουν την έννοια ότι μια δικονομική πράξη δεν μπορεί να διενεργηθεί μέχρι την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος, ενώ οι προθεσμίες χάριτος έχουν την έννοια ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ορισμένη ενέργεια μέχρι να παρέλθει η προθεσμία χάριτος

• προθεσμίες αστικού δικαίου (građanskopravni) και προθεσμίες δικονομικού δικαίου (procesnopravni) — προθεσμίες αστικού δικαίου είναι εκείνες που τάσσουν προθεσμία για την άσκηση δικαιώματος ή την εκπλήρωση υποχρέωσης που απορρέει από το ουσιαστικό αστικό δίκαιο, ενώ προθεσμίες δικονομικού δικαίου είναι εκείνες που τάσσουν προθεσμία για την άσκηση δικαιώματος ή την εκπλήρωση υποχρέωσης που απορρέει από το δικονομικό (αστικό) δίκαιο.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Στη Δημοκρατία της Κροατίας, ο κατάλογος των αργιών καθορίζεται από τον νόμο για τις επίσημες αργίες, τις ημέρες μνήμης και τις μη εργάσιμες ημέρες στη Δημοκρατία της Κροατίας (Zakon o blagdanima, spomendanima i neradnim danima u Republici Hrvatskoj) (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας, αριθ. 33/96, 96/01, 13/02, 136/02, 112/05, 59/06, 55/08, 74/11, 130/11).

Οι επίσημες αργίες στη Δημοκρατία της Κροατίας είναι οι εξής:

1η Ιανουαρίου — Πρωτοχρονιά

6η Ιανουαρίου — Άγια Θεοφάνεια

Κυριακή του Πάσχα και Δευτέρα του Πάσχα

Της Αγίας Δωρεάς (Corpus Christi)

1η Μαΐου — Εργατική πρωτομαγιά

22α Ιουνίου — Ημέρα του αγώνα κατά του φασισμού

25η Ιουνίου — Εθνική εορτή

5η Αυγούστου — Ημέρα της νίκης και εθνικών ευχαριστιών και ημέρα των Κροατών βετεράνων πολέμου

15η Αυγούστου — Κοίμησης της Θεοτόκου

8η Οκτωβρίου — Ημέρα της ανεξαρτησίας

1η Νοεμβρίου — Των Αγίων Πάντων

25η Δεκεμβρίου — Χριστούγεννα

26η Δεκεμβρίου — Επομένη των Χριστουγέννων / του Αγίου Στεφάνου

Στη Δημοκρατία της Κροατίας, οι επίσημες αργίες αποτελούν μη εργάσιμες ημέρες.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι προθεσμίες υπολογίζονται σε ημέρες, μήνες και έτη.

Οι κανόνες για τον υπολογισμό των προθεσμιών εφαρμόζονται για όλες τις προθεσμίες. Οι προθεσμίες υπολογίζονται σε πλήρεις ημέρες, από τα μεσάνυχτα έως τα επόμενα μεσάνυχτα (computatio civilis, a die ad diem), και όχι από χρονική στιγμή σε χρονική στιγμή, με υπολογισμό των ωρών και των λεπτών (computatio naturalis, a momento ad momentum). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους γενικούς κανόνες, βλ. την απάντηση στο σημείο 1.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας είναι η ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας ή η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός (π.χ. η επίδοση, η αναγγελία) που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας. Η ημερομηνία έναρξης δεν περιλαμβάνεται στις προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες. Η προθεσμία αρχίζει την επόμενη ημέρα.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα, οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πρέπει να πραγματοποιούνται σε εργάσιμη ημέρα, από τις επτά το πρωί έως τις οκτώ το βράδυ, στην κατοικία ή στον χώρο εργασίας του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται ή στο δικαστήριο, αν το εν λόγω πρόσωπο βρίσκεται εκεί. Η εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα ότι οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πρέπει να πραγματοποιούνται σε εργάσιμη ημέρα και από τις επτά το πρωί έως τις οκτώ το βράδυ δεν εφαρμόζεται ως προς τις επιδόσεις ή κοινοποιήσεις μέσω ταχυδρομείου ή συμβολαιογράφου.

Επίδοση ή κοινοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε άλλο τόπο και χρόνο με τη συγκατάθεση του προσώπου προς το οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

Το δικαστήριο, αν το κρίνει απαραίτητο, μπορεί να διατάξει την πραγματοποίηση επίδοσης ή κοινοποίησης σε οποιονδήποτε άλλο τόπο ή σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο. Σε περίπτωση τέτοιας επίδοσης ή κοινοποίησης, πρέπει να κοινοποιείται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η επίδοση ή κοινοποίηση αντίγραφο της δικαστικής απόφασης με την οποία διατάχθηκε η επίδοση ή κοινοποίηση. Η εν λόγω απόφαση δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει αιτιολογία.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όταν μια προθεσμία έχει προσδιοριστεί σε ημέρες, η ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επίδοση ή κοινοποίηση ή η ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας δεν συμπεριλαμβάνεται στην εν λόγω προθεσμία. Αντιθέτως, η προθεσμία αρχίζει την επόμενη ημέρα.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία προθεσμίας 15 ημερών έλαβε χώρα στις 5 Φεβρουαρίου, η προθεσμία των 15 ημερών λήγει τα μεσάνυχτα της 20ής Φεβρουαρίου.

Δηλαδή, ο υπολογισμός της προθεσμίας δεν αρχίζει την ημέρα που έλαβε χώρα το κρίσιμο γεγονός (dies a quo), αλλά την επόμενη ημέρα.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται σε ημέρες, ο προσδιοριζόμενος αριθμός ημερών αναφέρεται σε ημερολογιακές ημέρες. Ωστόσο, αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας συμπίπτει με αργία, Κυριακή ή άλλη ημέρα κατά την οποία το δικαστήριο δεν λειτουργεί, η προθεσμία λήγει με την πάροδο της πρώτης εργάσιμης ημέρας που ακολουθεί.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες ή έτη λήγουν με την πάροδο της ημέρας του τελευταίου μήνα ή έτους που αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης της προθεσμίας.

Αν δεν υπάρχει αντίστοιχη ημέρα στον τελευταίο μήνα, η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Βλέπε σημείο 8.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Προθεσμία που έχει οριστεί από δικαστήριο μπορεί να παραταθεί μόνο μία φορά, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου και εφόσον υπάρχει εύλογη αιτία.

Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας της οποίας ζητείται παράταση.

Η απόφαση σχετικά με την παράταση προθεσμίας δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Το διάστημα της παράτασης της προθεσμίας αρχίζει την ημέρα που ακολουθεί την εκπνοή της προθεσμίας της οποίας ζητήθηκε η παράταση.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Οι διάδικοι μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά πρωτοβάθμιας απόφασης εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία τους επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε αντίγραφο της απόφασης, εκτός αν ο νόμος προβλέπει άλλη προθεσμία. Στις διαφορές από επιταγή ή συναλλαγματική η προθεσμία αυτή είναι οκτώ ημερών.

Περαιτέρω, στις διαδικασίες μικροδιαφορών, τις διαδικασίες ενώπιον εμποροδικείων και τις εργατικές διαφορές η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι οκτώ ημερών.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Προθεσμία που έχει οριστεί από δικαστήριο μπορεί να παραταθεί μόνο μία φορά, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου και εφόσον υπάρχει εύλογη αιτία.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Το κροατικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπει παράταση της προθεσμίας σε συνάρτηση με τον τόπο διαμονής των διαδίκων.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Οι συνέπειες εξαρτώνται από τη νομική φύση της εκάστοτε προθεσμίας. Στην περίπτωση των νόμιμων προθεσμιών, οι οποίες δεν δύνανται να παραταθούν, αν ο διάδικος δεν προβεί στην οικεία δικονομική πράξη εντός της τασσόμενης προθεσμίας, η μη τήρηση της προθεσμίας συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος μεταγενέστερης διενέργειας της εν λόγω δικονομικής πράξης.

Αντιθέτως, υπάρχουν προθεσμίες των οποίων η μη τήρηση δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος μεταγενέστερης διενέργειας της σχετικής πράξης, οι δε προθεσμίες αυτές καλούνται «ενδεικτικές».

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Αν διάδικος ερημοδικήσει ή δεν τηρήσει προθεσμία για τη διενέργεια δικονομικής πράξης και, για τον λόγο αυτόν, απολέσει το δικαίωμα διενέργειας της εν λόγω πράξης, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον εν λόγω διάδικο, κατόπιν αίτησής του, να προβεί στην οικεία πράξη σε μεταγενέστερο χρόνο (επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση), αν κρίνει ότι υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη του διαδίκου.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την ημέρα κατά την οποία έπαψε να υφίσταται ο λόγος στον οποίο οφειλόταν η παράλειψη. Αν ο διάδικος έλαβε γνώση της παράλειψης σε μεταγενέστερο χρόνο, η ανωτέρω προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έλαβε γνώση της παράλειψης. Μετά την παρέλευση δύο μηνών από την ημερομηνία της παράλειψης, δεν μπορεί πλέον να υποβληθεί αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Τελευταία επικαιροποίηση: 23/08/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Κύπρος

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Οι σημαντικότερες προθεσμίες βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι οι εξής:

Προθεσμίες για καταχώρηση Δικογράφων:

Στις περιπτώσεις γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας θα πρέπει να καταχωρήσει στο Δικαστήριο και να παραδώσει στον Εναγόμενο Έκθεση Απαίτησης εντός 10 ημερών από την ημερομηνία καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τον Εναγόμενο, εκτός εάν το Δικαστήριο ορίσει διαφορετικά.

Η Υπεράσπιση Εναγομένου που έχει ήδη καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Έκθεσης Απαίτησης, εκτός εάν η προθεσμία αυτή παραταθεί από το Δικαστήριο.

Προθεσμία για εκτέλεση δικαστικής απόφασης:

Δικαστική απόφαση δύναται να εκτελεστεί εντός 6 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη εκτελεστή. Σε περίπτωση που η εκτέλεση δεν κατέστη δυνατή εντός της τακτής προθεσμίας, ο Ενάγοντας δύναται να αιτηθεί ανανέωση της απόφασης (η οποία συνιστά έμμεση παράταση της προθεσμίας).

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Στην Κυπριακή Δημοκρατία, εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή, θεωρούνται ως αργίες και οι ακόλουθες ημέρες:

  • 1η Ιανουαρίου (Πρωτοχρονιά)
  • 6η Ιανουαρίου (Θεοφάνια)
  • Καθαρή Δευτέρα  (μετακινούμενη αργία)
  • 25 Μαρτίου (Εθνική εορτή – έναρξη επανάστασης 1821)
  • 1η Απριλίου (Εθνική εορτή – έναρξη απελευθερωτικού αγώνα 1955-1959)
  • 1η Μαΐου (Πρωτομαγιά)
  • Μεγάλη Παρασκευή
  • Δευτέρα της Διακαινησίμου (του Πάσχα)
  • Γιορτή του Αγίου Πνεύματος (μετακινούμενη γιορτή)
  • 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου)
  • 1 Οκτωβρίου (Ημέρα της Ανεξαρτησίας)
  • 28 Οκτωβρίου (Εθνική εορτή – επέτειος του ΟΧΙ (1940))
  • 24 Δεκεμβρίου (Παραμονή Χριστουγέννων)
  • 25 Δεκεμβρίου (Χριστούγεννα)
  • 26 Δεκεμβρίου (Επομένη Χριστουγέννων)

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Θεσμό 61 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επίσημες αργίες όσο αφορά τη Δικαστική Εξουσία θεωρούνται και οι ακόλουθες:

  • Η περίοδος από τη 10η Ιουλίου μέχρι την 9η Σεπτεμβρίου, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών (θερινές διακοπές)
  • Η περίοδος από τη 24η Δεκεμβρίου μέχρι την 6η Ιανουαρίου, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών (διακοπές Χριστουγέννων)
  • Η περίοδος από τη Μεγάλη Πέμπτη μέχρι την Κυριακή του Θωμά, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών (διακοπές του Πάσχα)

Η διενέργεια ακροάσεων ή άλλης διαδικασίας κατά τις πιο πάνω περιόδους είναι επιτρεπτή μόνο δυνάμει οδηγιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή οποιουδήποτε Δικαστή σε περίπτωση διαδικασίας που υπάγεται στην αρμοδιότητά του.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

  • Όσο αφορά δικονομικές προθεσμίες, ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας
  • Αναφορικά με προθεσμίες έγερσης αγωγής, ισχύουν οι διατάξεις του περί Παραγραφής Νόμου 165(Ι)/2002.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η προθεσμία ξεκινά από την επόμενη ημέρα της επίδοσης αφού, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, «ημέρες» σημαίνει «καθαρές» ημέρες.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας διενεργείται προσωπικά μέσω δικαστικού επιδότη [επιμελητή] (εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησης, μπορεί να διατάξει διαφορετικά). Η προθεσμία δεν επηρεάζεται από τον χρόνο επίδοσης.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όχι. Παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 4 ανωτέρω.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Όταν η προθεσμία αναφέρεται σε ημέρες εννοεί «ημερολογιακές ημέρες» εκτός εάν το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση ορίσει διαφορετικά. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο δύναται να ορίσει όπως η ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση καταχωρηθεί «εντός 3 εργάσιμων ημερών από σήμερα» ή όπως η επίδοση του διατάγματος (π.χ. στον Εναγόμενο σε μονομερή διαδικασία ή σε τραπεζικό ίδρυμα στα πλαίσια διαδικασίας παγοποίησης λογαριασμού) διενεργηθεί «εντός 5 εργάσιμων ημερών από τη σύνταξή του».

Σύμφωνα, δε, με τον Περί Ερμηνείας Νόμο, η αναφορά σε ημέρες σημαίνει πάντοτε «καθαρές» ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Η προθεσμία αφορά ημερολογιακές εβδομάδες ή μήνες.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Σε τέτοιες περιπτώσεις η προθεσμία λήγει με την εκπνοή της τελευταίας ώρας της  τελευταίας ημέρας της εβδομάδας, μήνα ή έτους της προθεσμίας.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι, σε τέτοιες περιπτώσεις η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Σύμφωνα με το Θεσμό 57, Διαταγή 2 (Θ.57.Δ.2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παρατείνει ή να συντμήσει προθεσμίες που προνοούνται από τους ως άνω Θεσμούς ή που καθορίζονται από σχετικό διάταγμα, χωρίς την επιβολή όρων ή υπό τέτοιους όρους ως απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Έφεση κατά διατάγματος, προσωρινού ή τελικού, για ζήτημα που δεν συνιστά αγωγή καθώς και εναντίον απόρριψης ενδιάμεσης αίτησης  καταχωρείται εντός 14 ημερών από την ημερομηνία που το διάταγμα καθίσταται δεσμευτικό ή από την ημερομηνία απόρριψης της αίτησης.

Σε οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις (π.χ. κατά τελικής απόφασης σε αστική αγωγή) η έφεση πρέπει να καταχωρηθεί εντός 6 εβδομάδων από την ημερομηνία που η απόφαση καθίσταται δεσμευτική.

Η προθεσμία δεν παρατείνεται, πλην σε εξαιρετικά σπάνιες και ιδιαίτερες περιπτώσεις.

Οι προθεσμίες για έγερση αγωγής προνοούνται στον περί Παραγραφής Νόμο, Ν. 165(Ι)/2002.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Μετά την επίδοση της αγωγής, υπάρχει προθεσμία 10 ημερών για καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από τον Εναγόμενο.

Κατά τα άλλα, οι ημερομηνίες εμφάνισης των διαδίκων στο Δικαστήριο καθορίζονται από το ίδιο το Δικαστήριο.

Ο καθορισμός της πρώτης εμφάνισης σε αίτηση ορίζεται από το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου με την καταχώριση της αίτησης εκτός εάν υπάρχει ειδικός λόγος για καθορισμό ειδικής ημερομηνίας εμφάνισης. Στην περίπτωση αυτή, η ειδική ημερομηνία ορίζεται μόνο αφότου προηγηθεί σχετική άδεια από το εκδικάζον Δικαστήριο.

Για την τροποποίηση των λοιπών προθεσμιών, παρακαλώ δέστε απάντηση στην ερώτηση 11 πιο πάνω.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Εφόσον το ισχύον δίκαιο στη διαδικασία είναι το κυπριακό, εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες και οι ίδιες προθεσμίες ανεξάρτητα με το πού κατοικεί ο διάδικος στον οποίο η πράξη επιδίδεται.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Σε περίπτωση Εναγομένου που δεν έχει καταχωρήσει είτε Σημείωμα Εμφάνισης είτε, ακολούθως, Υπεράσπιση εντός των προθεσμιών, ο Ενάγοντας δύναται να καταχωρήσει αίτηση για έκδοση απόφασης υπέρ του ως η αξίωση.

Αναλόγως, Εναγόμενος δύναται να αιτηθεί απόρριψη της αγωγής όταν, σε περίπτωση γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας παραλείπει να καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης εντός της καθοριζόμενης προθεσμίας.

Επιπρόσθετα, ένσταση, σε αίτηση, που καταχωρείται εκπρόθεσμα, δύναται να αγνοηθεί από το Δικαστήριο με συνέπεια ο απειθής καθ’ ου η αίτηση να απολέσει το δικαίωμά του να ακουσθεί στη διαδικασία.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Ο Ενάγοντας που ερημοδίκησε και απορρίφθηκε η αγωγή του, μπορεί να αιτηθεί την επαναφορά της.

Ο Εναγόμενος που ερημοδίκησε και εκδόθηκε εναντίον του απόφαση, μπορεί να αιτηθεί την απόφασή της.

Τέτοιες αιτήσεις κατ’ εξαίρεση γίνονται αποδεκτές.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Λιθουανία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Ο αστικός κώδικας (Civilinis kodeksas) προβλέπει μια γενική προθεσμία παραγραφής και ορισμένες βραχύτερες προθεσμίες παραγραφής. Οι προθεσμίες μπορεί να είναι δεκτικές επαναφοράς, κτητικές ή ανατρεπτικές.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Οι Κυριακές

1 Ιανουαρίου: πρωτοχρονιά

16 Φεβρουαρίου: ημέρα αποκατάστασης του κράτους της Λιθουανίας

11 Μαρτίου: ημέρα αποκατάστασης της ανεξαρτησίας της Λιθουανίας

Κυριακή του Πάσχα και Δευτέρα του Πάσχα (σύμφωνα με τη δυτική παράδοση)

1 Μαΐου: εργατική πρωτομαγιά

Πρώτη Κυριακή του Μαΐου: ημέρα της μητέρας

Πρώτη Κυριακή του Ιουνίου: ημέρα του πατέρα

24 Ιουνίου: θερινό ηλιοστάσιο, εορτή του Αγίου Ιωάννη

6 Ιουλίου: εθνική εορτή (στέψη του βασιλιά Μιντάουγκας)

15 Αυγούστου: Κοίμηση της Θεοτόκου

1 Νοεμβρίου: ημέρα των Αγίων Πάντων

24 Δεκεμβρίου: παραμονή Χριστουγέννων

25 και 26 Δεκεμβρίου: Χριστούγεννα

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι νόμιμες, οι συμβατικές και οι δικαστικές προθεσμίες προσδιορίζονται βάσει ορισμένης ημερομηνίας ή ως αριθμός ετών, μηνών, εβδομάδων, ημερών ή ωρών.

Προθεσμία μπορεί επίσης να προσδιορίζεται βάσει ορισμένου συμβάντος το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να επέλθει. Οι προθεσμίες μπορεί να είναι δεκτικές επαναφοράς, κτητικές ή ανατρεπτικές. Δεκτικές επαναφοράς είναι οι προθεσμίες που μπορούν να επαναφερθούν δικαστικά μετά την παρέλευσή τους, αν η απώλεια της οικείας προθεσμίας οφείλεται σε σπουδαίο λόγο. Οι κτητικές προθεσμίες συνίστανται σε ορισμένο χρονικό διάστημα με την παρέλευση του οποίου θεμελιώνεται (αποκτάται) ένα συγκεκριμένο αστικό δικαίωμα ή μια ενοχή. Οι ανατρεπτικές προθεσμίες συνίστανται σε ορισμένο χρονικό διάστημα με την παρέλευση του οποίου επέρχεται έκπτωση από ένα συγκεκριμένο αστικό δικαίωμα ή μια ενοχή. Οι ανατρεπτικές προθεσμίες δεν μπορούν να επαναφερθούν με δικαστική ή διαιτητική απόφαση.

Η γενική προθεσμία παραγραφής είναι δεκαετής.

Το δίκαιο της Λιθουανίας τάσσει βραχύτερες προθεσμίες παραγραφής για συγκεκριμένα είδη αξιώσεων.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας ενός μήνα, υπόκεινται οι αξιώσεις που απορρέουν από το αποτέλεσμα διαδικασίας ανάθεσης σύμβασης.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας τριών μηνών, υπόκεινται οι αξιώσεις που αφορούν την κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεων των οργάνων νομικού προσώπου.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας έξι μηνών, υπόκεινται:

  1. οι αξιώσεις για την καταβολή κύρωσης υπερημερίας (ποινής, τόκων υπερημερίας)
  2. οι αξιώσεις που αφορούν ελαττώματα πωληθέντων πραγμάτων.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας έξι μηνών, υπόκεινται οι αξιώσεις που απορρέουν από τις σχέσεις των μεταφορικών εταιρειών με τους πελάτες τους και αφορούν αποστολές στο εσωτερικό της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, ενώ σε προθεσμία παραγραφής ενός έτους υπόκεινται οι αξιώσεις που αφορούν αποστολές στο εξωτερικό.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας ενός έτους, υπόκεινται οι ασφαλιστικές αξιώσεις.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας τριών ετών, υπόκεινται οι αξιώσεις αποζημίωσης, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν λόγω της ελλειμματικής ποιότητας προϊόντων.

Σε βραχύτερη προθεσμία παραγραφής, διάρκειας πέντε ετών, υπόκεινται οι αξιώσεις για την καταβολή τόκων και άλλων περιοδικών πληρωμών.

10. Οι αξιώσεις που αφορούν ελαττώματα έργων που έχουν εκτελεστεί υπόκεινται σε βραχύτερες προθεσμίες παραγραφής.

Οι αξιώσεις που απορρέουν από τη μεταφορά φορτίων, επιβατών και αποσκευών υπόκεινται στις προθεσμίες παραγραφής που ορίζονται στους κώδικες (νόμους) που ρυθμίζουν τους οικείους τρόπους μεταφοράς.

Οι προθεσμίες παραγραφής και οι κανόνες υπολογισμού τους δεν μπορούν να μεταβληθούν με συμφωνία των μερών.

Δεν υπόκεινται σε παραγραφή:

1) οι αξιώσεις που απορρέουν από την παραβίαση προσωπικών μη περιουσιακών δικαιωμάτων, με τις εξαιρέσεις που ορίζονται στον νόμο

2) οι αξιώσεις των καταθετών για την επιστροφή των καταθέσεών τους που τηρούνται σε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα

3) οι αξιώσεις αποζημίωσης που απορρέουν από τις εξής εγκληματικές πράξεις που ορίζονται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροποινικό κώδικα (Baudžiamasis kodeksas):

1) γενοκτονία (άρθρο 99)

2) μεταχείριση προσώπων κατά τρόπο που απαγορεύεται από το διεθνές δίκαιο (άρθρο 100)

3) ανθρωποκτονία προσώπων που προστατεύονται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο (άρθρο 101)

4) απέλαση ή εκτόπιση αμάχων (άρθρο 102)

5) πρόκληση σωματικής βλάβης, υποβολή σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη μεταχείριση προσώπων που προστατεύονται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο (άρθρο 103)

6) καταναγκαστική στρατολόγηση αμάχων ή αιχμαλώτων πολέμου σε εχθρικές ένοπλες δυνάμεις (άρθρο 105)

7) καταστροφή προστατευόμενων αγαθών ή λεηλασία εθνικών θησαυρών (άρθρο 106)

8) επίθεση (άρθρο 110)

9) απαγορευμένες στρατιωτικές επιθέσεις (άρθρο 111)

10) χρήση απαγορευμένων πολεμικών μέσων (άρθρο 112)

11) αμελής εκτέλεση των καθηκόντων διοικητή

4) Περιπτώσεις που ορίζονται σε άλλους νόμους και άλλες αξιώσεις.

Προθεσμίες εκδίκασης αστικών υποθέσεων. Το δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει τη συντομότερη δυνατή εκδίκαση των αστικών υποθέσεων, να αποφεύγει τις καθυστερήσεις και να διασφαλίζει την ολοκλήρωση της συζήτησης των υποθέσεων σε μια μόνο συνεδρίαση.

Η νομοθεσία μπορεί να θεσπίζει ειδικές προθεσμίες για την εκδίκαση συγκεκριμένων κατηγοριών αστικών υποθέσεων. Εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν διενεργήσει δικονομική πράξη εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο αστικός κώδικας, ο διάδικος που έχει συναφώς έννομο συμφέρον δικαιούται να προσφύγει στο εφετείο με αίτημα να ταχθεί προθεσμία για τη διενέργειά της. Η σχετική αίτηση πρέπει να κατατεθεί μέσω του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση και αυτό οφείλει να αποφανθεί για το παραδεκτό της το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παραλαβή της. Εάν το δικαστήριο που δεν διενήργησε τη δικονομική πράξη στην οποία ερείδεται η αίτηση διενεργήσει εν τέλει την επίμαχη πράξη μέσα σε επτά εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της αίτησης, ο οικείος διάδικος θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από την αίτηση. Άλλως, η αίτηση παραπέμπεται στο εφετείο μέσα σε επτά εργάσιμες ημέρες από την ημέρα παραλαβής της. Οι εν λόγω αιτήσεις συνήθως εξετάζονται στο πλαίσιο γραπτής διαδικασίας, χωρίς να γνωστοποιείται στους διαδίκους ο χρόνος και ο τόπος της συνεδρίασης ή να καλούνται οι διάδικοι να παραστούν. Η αίτηση πρέπει να εξεταστεί μέσα σε επτά εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της από το εφετείο. Πρέπει να εξεταστεί και να εκδοθεί απόφαση επ’αυτής από τον πρόεδρο του εφετείου, τον πρόεδρο του τμήματος αστικών υποθέσεων ή δικαστή που έχει οριστεί από αυτούς. Η απόφαση που εκδίδεται δεν μπορεί να προσβληθεί με αυτοτελές ένδικο μέσο.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει στις 00:00 της ημέρας που έπεται της ημερομηνίας ή του συμβάντος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, εκτός αν ειδικός νόμος ορίζει διαφορετικά.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Κάθε γραπτή αίτηση ή κοινοποίηση που αποστέλλεται ταχυδρομικά, τηλεγραφικά ή διαβιβάζεται με άλλα μέσα επικοινωνίας πριν από τα μεσάνυχτα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας θεωρείται ότι έχει αποσταλεί εγκαίρως (άρθρο 1.122 του αστικού κώδικα).

Το άρθρο 123 παράγραφοι 3 και 4 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Civilinio proceso kodeksas) ορίζει ότι όταν το πρόσωπο που επιδίδει διαδικαστικό έγγραφο δεν βρίσκει τον παραλήπτη στον τόπο κατοικίας ή εργασίας του, πρέπει να επιδώσει το έγγραφο σε οποιοδήποτε ενήλικο μέλος της οικογένειάς του που συνοικεί με αυτόν [τέκνο (θετό τέκνο), γονέα (θετό γονέα), σύζυγο κ.ο.κ.], εκτός εάν τα μέλη της οικογένειας έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα όσον αφορά την έκβαση της υπόθεσης ή απουσιάζουν και αυτά, περίπτωση κατά την οποία το έγγραφο πρέπει να επιδοθεί στη διοίκηση του τόπου εργασίας του παραλήπτη.

Όταν το πρόσωπο που επιδίδει διαδικαστικό έγγραφο δεν βρίσκει τον παραλήπτη στην έδρα του νομικού προσώπου ή σε άλλον τόπο που προσδιορίζεται από το νομικό πρόσωπο, πρέπει να επιδώσει το διαδικαστικό έγγραφο σε οποιονδήποτε υπάλληλο του νομικού προσώπου που παρευρίσκεται στον τόπο της επίδοσης. Εάν διαδικαστικό έγγραφο δεν επιδοθεί με τον τρόπο που προσδιορίζει η παρούσα παράγραφος, πρέπει να ταχυδρομηθεί στη διεύθυνση της έδρας του νομικού προσώπου και θεωρείται ότι έχει επιδοθεί μέσα σε διάστημα δέκα ημερών από την ημερομηνία της ταχυδρόμησης.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει στις 00:00 της ημέρας που έπεται του συμβάντος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, εκτός αν ειδικός νόμος ορίζει διαφορετικά (άρθρο 73 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Οι προθεσμίες παραγραφής υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες. Αρχίζουν να τρέχουν στις 00:00 της ημέρας που έπεται της ημερομηνίας ή του συμβάντος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, εκτός αν ειδικός νόμος ορίζει διαφορετικά.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι δικονομικές προθεσμίες που προσδιορίζονται κατά έτη, μήνες, εβδομάδες ή ημέρες αρχίζουν να τρέχουν στις 00:00 της ημέρας που έπεται της ημερομηνίας ή του συμβάντος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, εκτός αν ειδικός νόμος ορίζει διαφορετικά.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Προθεσμία που προσδιορίζεται κατά εβδομάδες λήγει στις 24.00 της αντίστοιχης ημέρας της τελευταίας εβδομάδας της προθεσμίας. Προθεσμία που προσδιορίζεται κατά μήνες λήγει στις 24.00 της αντίστοιχης ημέρας του τελευταίου μήνα της προθεσμίας. Προθεσμία που προσδιορίζεται κατά έτη λήγει στις 24.00 της αντίστοιχης ημέρας του αντίστοιχου μήνα του τελευταίου έτους της προθεσμίας. Εάν προθεσμία που προσδιορίζεται κατά έτη ή μήνες λήγει σε μήνα που δεν περιλαμβάνει την εν λόγω ημερομηνία, η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Οι δημόσιες αργίες και οι μη εργάσιμες ημέρες (Σάββατο και Κυριακή) συνυπολογίζονται στην προθεσμία. Εάν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι αργία ή μη εργάσιμη ημέρα, η προθεσμία λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Επαναφορά δικονομικών προθεσμιών. Αν πρόσωπο δεν μπόρεσε να τηρήσει νόμιμη ή δικαστική προθεσμία για λόγο που το δικαστήριο κρίνει σπουδαίο, μπορεί να επιτύχει την επαναφορά της προθεσμίας. Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να επαναφέρει προθεσμία αυτεπαγγέλτως, αν από τη δικογραφία προκύπτει ότι η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε σπουδαίο λόγο.

Η αίτηση επαναφοράς προθεσμίας πρέπει να κατατεθεί στο δικαστήριο στο οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η σχετική διαδικαστική πράξη. Εξετάζεται στο πλαίσιο μιας γραπτής διαδικασίας. Η διαδικαστική πράξη (κατάθεση αγωγής, υποβολή εγγράφων ή διενέργεια άλλης πράξης) για τη διενέργεια της οποίας παρήλθε άπρακτη η προθεσμία πρέπει να διενεργηθεί παράλληλα με την υποβολή της αίτηση. Η αίτηση επαναφοράς προθεσμίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Πρέπει να συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ανάγκη επαναφοράς της προθεσμίας.

Οι δικονομικές προθεσμίες επαναφέρονται με δικαστική απόφαση. Για την άρνηση της επαναφοράς δικονομικής προθεσμίας εκδίδεται αιτιολογημένη δικαστική απόφαση. Η δικαστική απόφαση που απορρίπτει αίτηση επαναφοράς δικονομικής προθεσμίας που έχει απολεσθεί μπορεί να προσβληθεί με αυτοτελή έφεση.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Έφεση κατά απόφασης περιφερειακού δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί μέσα σε διάστημα 30 ημερών από την έκδοση της απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Αυτοτελής έφεση κατά απόφασης περιφερειακού δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί:

  • μέσα σε 7 ημέρες από την έκδοση της απόφασης στις περιπτώσεις που η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε στο πλαίσιο προφορικής διαδικασίας
  • μέσα σε 7 ημέρες από την επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της απόφασης στις περιπτώσεις που η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε στο πλαίσιο γραπτής διαδικασίας.

Έφεση μπορεί να ασκηθεί κατά των αποφάσεων των περιφερειακών δικαστηρίων που αποφαίνονται επί της ουσίας της υπόθεσης, ενώ αυτοτελής έφεση μπορεί να ασκηθεί κατά των ενδιάμεσων αποφάσεων των περιφερειακών δικαστηρίων που ορίζονται ρητά στον κώδικα πολιτικής δικονομίας [λ.χ., κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν αίτηση επαναφοράς δικονομικής προθεσμίας (άρθρο 78 παράγραφος 6 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), κατά των αποφάσεων επί των δικαστικών εξόδων (άρθρο 100 του κώδικα πολιτικής δικονομίας) και κατά των αποφάσεων για την περάτωση της διαδικασίας].

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων πρέπει να διεξάγονται συνεχόμενα, εκτός αν διαταχθεί αναβολή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε εργάσιμες ημέρες. Αναβολή μπορεί να διαταχθεί προκειμένου να δοθεί στο δικαστήριο και στους διαδίκους η δυνατότητα ανάπαυσης μετά από παρατεταμένη διαδικασία και συλλογής κάθε τυχόν ελλείποντος αποδεικτικού στοιχείου, ώστε να διασφαλίζεται η ταχύτερη δυνατή επίλυση της διαφοράς.

Σε περίπτωση αναβολής της εκδίκασης από το δικαστήριο, πρέπει να οριστεί ο χρόνος της επόμενης συζήτησης και να γνωστοποιηθεί στους διαδίκους έναντι ενυπόγραφης σχετικής βεβαίωσής τους. Τα πρόσωπα που δεν παρίσταντο στο δικαστήριο ή που συμπεριλήφθηκαν εκ των υστέρων στη διαδικασία ενημερώνονται για τον χρόνο της επόμενης συζήτησης σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη συζήτηση. Η αναστολή έχει την έννοια ότι κάθε διαδικαστική πράξη που χρειάζεται να διενεργηθεί για την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης αναστέλλεται προσωρινά για αόριστο διάστημα. Μια υπόθεση μπορεί να ανασταλεί για αντικειμενικούς λόγους που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, οι οποίοι αποκλείουν την εκδίκαση αστικής υπόθεσης και δεν υπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ή για λόγους που δεν προβλέπονται ειδικά από τη νομοθεσία, αλλά που δεν επιτρέπουν στο δικαστήριο να συζητήσει την υπόθεση επί της ουσίας.

Το δικαστήριο οφείλει να αναστείλει την εκδίκαση στις εξής περιστάσεις:

  • σε περίπτωση θανάτου φυσικού προσώπου ή λύσης νομικού προσώπου που ήταν διάδικος, εφόσον επιτρέπεται η διαδοχή στα δικαιώματα ενόψει των έννομων σχέσεων της διαφοράς αν διάδικος απολέσει τη δικαιοπρακτική του ικανότητα, η υπόθεση πρέπει να ανασταλεί έως ότου οριστεί ο διάδοχος του θανόντος φυσικού προσώπου ή του λυθέντος νομικού προσώπου ή αποσαφηνιστούν οι περιστάσεις που οδήγησαν στην αδυναμία διαδοχής ή οριστεί νόμιμος αντιπρόσωπος του φυσικού προσώπου που απώλεσε τη δικαιοπρακτική του ικανότητα
  • αν δεν μπορεί να συζητηθεί μια υπόθεση έως την έκδοση απόφασης επί άλλης υπόθεσης, η υπόθεση στην αστική, ποινική ή διοικητική διαδικασία θα ανασταλεί έως ότου αρχίσει να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μια δικαστική απόφαση, κρίση, διαταγή ή εντολή ή έως την έκδοση απόφασης στη διοικητική διαδικασία
  • αν σε υπόθεση που αφορά περιουσιακές αξιώσεις κατά εναγομένου προκύψει ότι η ικανοποίηση των εν λόγω περιουσιακών αξιώσεων σχετίζεται με την εξέταση ποινικής υπόθεσης, η υπόθεση θα ανασταλεί έως την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης ή την άρση των προσωρινών περιορισμών στα περιουσιακά δικαιώματα ειδικοί νόμοι προβλέπουν και άλλες συναφείς περιστάσεις.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Άνευ αντικειμένου.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η παρέλευση της προθεσμίας παραγραφής πριν από την κατάθεση της αγωγής θα επιφέρει την απόρριψη της αγωγής.

Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η απώλεια της προθεσμίας δικαιολογείται από σπουδαίο λόγο, το δικαίωμα που έχει παραβιαστεί πρέπει να προστατευτεί και η επίμαχη προθεσμία να επαναφερθεί.

Τα ζητήματα περιουσιακού δικαίου που αφορούν την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων που υπόκειται σε προθεσμίες παραγραφής που έχουν λήξει επιλύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους IV του αστικού κώδικα.

Το δικαίωμα διενέργειας μιας διαδικαστικής πράξης εκπνέει με την πάροδο της σχετικής νόμιμης ή η δικαστικής προθεσμίας. Οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο κατατεθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας επιστρέφεται στον καταθέτη του. Η απώλεια της προθεσμίας εκπλήρωσης ορισμένης διαδικαστικής υποχρέωσης δεν απαλλάσσει το οικείο πρόσωπο από την εν λόγω υποχρέωση.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Εάν προθεσμία δεν τηρηθεί για σπουδαίο λόγο και δεν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από την έκδοση της απόφασης, το δικαστήριο μπορεί κατόπιν αίτησης του εφεσιβάλλοντος να επαναφέρει την επίμαχη προθεσμία. Η προθεσμία άσκησης έφεσης μπορεί να επαναφερθεί αν το δικαστήριο κρίνει ότι η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε σπουδαίο λόγο. Δικαστική απόφαση που απορρίπτει αίτηση επαναφοράς της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης μπορεί να προσβληθεί με αυτοτελή έφεση. Εάν το εφετείο κάνει δεκτή την εν λόγω αυτοτελή έφεση και επαναφέρει την προθεσμία για την άσκηση έφεσης, ο πρόεδρος του τμήματος αστικών υποθέσεων του εφετείου οφείλει να παραπέμψει την έφεση, μαζί με τη δικογραφία, στη δικαστική επιτροπή του εφετείου ή να αναπέμψει το ζήτημα του παραδεκτού της έφεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εάν, στις εν λόγω περιστάσεις, η δικογραφία της υπόθεσης παραπεμφθεί στη δικαστική επιτροπή του εφετείου, το εφετείο οφείλει να αποστείλει αντίγραφα της έφεσης και των παραρτημάτων της στους διαδίκους μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την ημέρα που κρίθηκε παραδεκτή η έφεση. Αφού παρέλθει η προθεσμία προσβολής της απόφασης και απάντησης στην έφεση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαβιβάζει την υπόθεση στο εφετείο μέσα σε επτά ημέρες και ενημερώνει τους διαδίκους. Αν η υπόθεση διαβιβαστεί στο εφετείο και αυτό κρίνει ότι η προθεσμία της έφεσης έχει παρέλθει, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να επαναφέρει την προθεσμία, εφόσον προκύπτει σαφώς από τη δικογραφία ότι η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, ή να προτείνει στον διάδικο να καταθέσει αίτηση επαναφοράς της προθεσμίας της έφεσης (άρθρο 307 παράγραφοι 2 και 3, άρθρο 338 και άρθρο 78 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του εφεσιβάλλοντος για επαναφορά της προθεσμίας μπορεί να προσβληθεί με αυτοτελή έφεση (άρθρο 78 παράγραφος 6 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Λουξεµβούργο

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Στις δικονομικές προθεσμίες του λουξεμβουργιανού δικαίου περιλαμβάνονται οι προθεσμίες άσκησης ένδικων μέσων, οι προθεσμίες διεκπεραίωσης των δικονομικών διατυπώσεων, οι προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, οι προθεσμίες λόγω αποστάσεως και άλλες προθεσμίες.

Καθώς οι προθεσμίες παραγραφής και οι αποσβεστικές προθεσμίες δεν είναι αμιγώς δικονομικής φύσης, δεν εξετάζονται στο πλαίσιο του παρόντος δελτίου.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Ως αργίες νοούνται το Σάββατο και η Κυριακή καθώς και οι ακόλουθες επίσημες αργίες:

  • Πρωτοχρονιά, Δευτέρα του Πάσχα, 1η Μαΐου, της Αναλήψεως, του Αγίου Πνεύματος, εθνική εορτή της 23ης Ιουνίου,
  • Κοιμήσεως της Θεοτόκου, των Αγίων Πάντων και επίσης τα Χριστούγεννα και η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι δικονομικές προθεσμίες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τον τομέα δικαίου και την προβλεπόμενη διαδικασία.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η προθεσμία αρχίζει από τα μεσάνυχτα της ημέρας της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης της πράξης.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Ναι, εάν απαιτείται από τον νόμο επίδοση με πράξη δικαστικού επιμελητή ή κοινοποίηση από γραμματέα δικαστηρίου, η επίδοση ή η κοινοποίηση μπορεί να τεκμαίρεται ότι πραγματοποιήθηκε ημέρα άλλη από εκείνη της πραγματικής ιδιόχειρης παράδοσης του εγγράφου στον ενδιαφερόμενο (π.χ. σε περίπτωση άρνησης παραλαβής της πράξης, σε περίπτωση επίδοσης ή κοινοποίησης κατ’ οίκον...).

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Για κάθε δικονομική προθεσμία, ο υπολογισμός ξεκινά από τα μεσάνυχτα της ημέρας της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης που σηματοδοτεί την έναρξή της.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Οι επίσημες αργίες, το Σάββατο και η Κυριακή προσμετρώνται στις προθεσμίες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι επίσημες αργίες, το Σάββατο και η Κυριακή προσμετρώνται στις προθεσμίες.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Κάθε δικονομική προθεσμία λήγει τα μεσάνυχτα της τελευταίας ημέρας.

Όταν μια προθεσμία είναι εκφρασμένη σε εβδομάδες, λήγει την ημέρα της τελευταίας εβδομάδας της οποίας το όνομα αντιστοιχεί στην ημέρα της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας.

Όταν μια προθεσμία είναι εκφρασμένη σε μήνες ή σε έτη, λήγει την ημέρα του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους που είναι κατ’ αριθμόν αντίστοιχη με την ημέρα της πράξης, του γεγονότος, της απόφασης ή της κοινοποίησης που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας. Ελλείψει κατ’ αριθμόν αντίστοιχης ημέρας, η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του μήνα.

Όταν μια προθεσμία είναι εκφρασμένη σε μήνες και ημέρες ή κλάσματα μηνών, προσμετρώνται καταρχάς οι ακέραιοι μήνες και στη συνέχεια οι ημέρες ή τα κλάσματα μηνών. Για τον υπολογισμό των κλασμάτων μηνών, θεωρείται ότι ο μήνας έχει 30 ημέρες.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Κάθε προθεσμία που λήγει κανονικά Σάββατο, Κυριακή ή σε ημέρα επίσημης αργίας ή αργίας αντικατάστασης, παρατείνεται έως την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα. Το ίδιο ισχύει για τις επιδόσεις στο δημαρχείο, όταν οι υπηρεσίες του Δήμου είναι κλειστές για το κοινό την τελευταία ημέρα της προθεσμίας.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Για τα πρόσωπα που διαμένουν στο εξωτερικό προβλέπεται προθεσμία λόγω αποστάσεως σε περίπτωση άσκησης αγωγής εναντίον τους ενώπιον δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Η προθεσμία αυτή κυμαίνεται από δεκαπέντε έως τριανταπέντε ημέρες, ανάλογα με τον τόπο διαμονής του κλητευόμενου.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι, κατά κανόνα, σαράντα ημέρες, προσαυξημένη με προθεσμία λόγω αποστάσεως για τους κατοίκους εξωτερικού. Επίσης, δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων κατά προσωρινής μη εκτελεστής απόφασης πριν από την παρέλευση οκτώ ημερών.

Η προθεσμία άσκησης ανακοπής κατά απόφασης που εκδόθηκε ερήμην είναι δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση ή την κοινοποίηση.

Ένδικα μέσα κατά της διάταξης περί ασφαλιστικών μέτρων μπορούν να ασκηθούν εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την επίδοσή της. Σε περίπτωση ερημοδικίας, μπορεί να ασκηθεί ανακοπή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την επίδοση. Η προθεσμία ανακοπής αρχίζει ταυτόχρονα με την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Όσον αφορά τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτήσεις παραπέμπονται με επίδοση κλήσης σε ειδική ακρόαση, η οποία διεξάγεται τη συνήθη ημέρα και ώρα εξέτασης των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων. Εάν, ωστόσο, η υπόθεση είναι επείγουσα, ο πρόεδρος ή ο δικαστής που τον αντικαθιστά μπορεί να επιτρέψει την κλήτευση, σε καθορισμένη ώρα, ακόμη και σε αργίες ή άλλες μη εργάσιμες ημέρες, είτε στο δικαστήριο είτε στην κατοικία του με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Εάν η κλήση διαδίκου που κατοικεί εκτός του Μεγάλου Δουκάτου επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο στο Μεγάλο Δουκάτο, ισχύουν οι συνήθεις προθεσμίες, εκτός εάν το δικαστήριο τις παρατείνει, εφόσον συντρέχει λόγος.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η λήξη μιας προθεσμίας άσκησης ένδικων μέσων συνεπάγεται απόσβεση, απώλεια του δικαιώματος. Η λήξη προθεσμίας διεκπεραίωσης δικονομικών διατυπώσεων συνεπάγεται, κατά κανόνα, παραγραφή του δικαιώματος ή διαγραφή της υπόθεσης από το πινάκιο.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Εάν ένα πρόσωπο δεν προβεί σε δικαστικές ενέργειες εντός της ταχθείσας προθεσμίας, μπορεί, σε όλες τις υποθέσεις, να εξαιρεθεί από την αποσβεστική συνέπεια της λήξης της προθεσμίας εάν, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν έλαβε εγκαίρως γνώση της πράξης που σηματοδότησε την έναρξη της προθεσμίας ή εάν δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει. Η αίτηση είναι παραδεκτή μόνον εάν υποβληθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της πράξης που σηματοδότησε την έναρξη της προθεσμίας ή από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η αδυναμία του να ενεργήσει. Η αίτηση δεν είναι πλέον παραδεκτή μετά την παρέλευση ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας, της οποίας την έναρξη σηματοδοτεί κανονικά η πράξη. Οι προθεσμίες αυτές δεν είναι ανασταλτικές.

Κάθε δίκη καταργείται σε περίπτωση διακοπής των ενεργειών επίσπευσης για διάστημα τριών ετών. Η προθεσμία αυτή επαυξάνεται κατά έξι μήνες σε κάθε περίπτωση υποβολής αίτησης επανάληψης της δίκης ή ορισμού νέου αντικλήτου. Η πάροδος της προθεσμίας δεν καταργεί την αγωγή, συνεπάγεται απλώς τη λήξη της διαδικασίας. Το πρόσωπο που επιθυμεί να ενεργήσει δικαστικά μπορεί να ασκήσει νέα αγωγή για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, εφόσον βεβαίως η αγωγή του δεν έχει παραγραφεί.

Η διάταξη διαγραφής από το πινάκιο λόγω μη τήρησης των προβλεπόμενων προθεσμιών από τους δικηγόρους δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.legilux.lu/

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/04/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ουγγρικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Δικονομικές προθεσμίες - Ουγγαρία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Κατά γενικό κανόνα, οι διαδικαστικές ενέργειες για την επίτευξη του επιθυμητού έννομου αποτελέσματος μπορούν να εκτελεστούν εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη νομοθεσία. Σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό δίκαιο.

Οι σχετικοί όροι δυνάμει του ουσιαστικού δικαίου εν μέρει θεσπίζονται από τους κανόνες για τη δικαστική προσφυγή και εν μέρει διέπονται από τους κανόνες περί παραγραφής. Αυτοί καθορίζουν τις προθεσμίες για την κίνηση διαδικασιών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Ο νόμος χορηγεί απαλλαγή από αυτούς τους περιορισμούς αποκλειστικά και μόνο για τη διασφάλιση της άνευ όρων εκτέλεσης απαιτήσεων (για παράδειγμα, εμπράγματων αξιώσεων). Ορισμένες διαδικαστικές ενέργειες μπορούν να εκτελεστούν νόμιμα μόνον εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (προθεσμίας). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διάρκεια της προθεσμίας προσδιορίζεται σαφώς από τον νόμο, όπως στην περίπτωση άσκησης ενδίκων μέσων προσφυγής (νόμιμη προθεσμία), ενώ σε άλλες –παραδείγματος χάρη, όταν πρόκειται για αποκατάσταση ελλείψεων– εξαρτάται από την απόφαση του δικαστηρίου (δικαστική προθεσμία).

Η μέθοδος υπολογισμού των δικονομικών προθεσμιών σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο διαφέρει σημαντικά από εκείνη που χρησιμοποιείται στην περίπτωση του δικονομικού δικαίου, όπως διαφέρουν και οι έννομες συνέπειες της μη τήρησης αυτών των δύο ειδών προθεσμιών. Η μη τήρηση προθεσμίας δυνάμει του ουσιαστικού δικαίου επιφέρει έκπτωση δικαιωμάτων και δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την προσκόμιση δικαιολογητικών στοιχείων. Μια «δικαιολογία» μπορεί να γίνει δεκτή μόνον εάν ισχύει παραγραφή και μόνο σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Όσον αφορά τις δικονομικές προθεσμίες, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ υποκειμενικών και αντικειμενικών προθεσμιών. Οι υποκειμενικές προθεσμίες περιλαμβάνουν τις προθεσμίες των οποίων η ημερομηνία έναρξης συμπίπτει με την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος διάδικος έλαβε κοινοποίηση και η μη τήρησή τους μπορεί γενικά να αποκατασταθεί με αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση [«restitutio in integrum»] (αίτηση για παράταση), ενώ οι αντικειμενικές προθεσμίες δεν συνδέονται με την παραλαβή κοινοποίησης από τον ενδιαφερόμενο διάδικο και η μη τήρησή τους δεν μπορεί να αποκατασταθεί με αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 1 του νόμου Ι του 2012 για τον Εργατικό Κώδικα, οι ακόλουθες ημέρες θεωρούνται αργίες: 1η Ιανουαρίου, 15η Μαρτίου, Δευτέρα του Πάσχα, 1η Μαΐου, Δευτέρα της Πεντηκοστής, 20ή Αυγούστου, 23η Οκτωβρίου, 1η Νοεμβρίου και 25η και 26η Δεκεμβρίου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι προθεσμίες υπολογίζονται σε ημέρες, μήνες ή έτη. Η ημερομηνία έναρξης δεν περιλαμβάνεται στις προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες. Η ημερομηνία έναρξης είναι η ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα η πράξη ή άλλο γεγονός (π.χ. επίδοση, δημοσίευση) που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας.

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες ή έτη εκπνέουν την ημέρα εκείνη του μήνα λήξης που αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης της προθεσμίας ή –εάν δεν υπάρχει τέτοια ημέρα κατά τον μήνα λήξης– την τελευταία ημέρα εκείνου του μήνα.

Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι αργία, η προθεσμία εκπνέει την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία αυτή. Η προθεσμία εκπνέει στο τέλος της τελευταίας ημέρας ωστόσο, οι προθεσμίες υποβολής δικογράφων ή προσφυγής στο δικαστήριο εκπνέουν ήδη κατά τη λήξη του ωραρίου εργασίας. Οι γενικοί κανόνες που ισχύουν για τις προθεσμίες σε όλες τις άλλες αστικές διαδικασίες θεσπίζονται από τα άρθρα 103 έως 112 του νόμου ΙΙΙ του 1952 περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας («Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας»).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η ημερομηνία έναρξης είναι η ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα η πράξη ή άλλο γεγονός (πχ. επίδοση, δημοσίευση) που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας. Η ημερομηνία έναρξης δεν περιλαμβάνεται στις προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Όσον αφορά τον υπολογισμό των προθεσμιών, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν κάνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων μεθόδων επίδοσης εγγράφων. Ωστόσο, ισχύουν ορισμένες ειδικές διατάξεις αν τα έγγραφα ανταλλάσσονται ηλεκτρονικά. Ορισμένα έγγραφα αποστέλλονται στον πραγματογνώμονα σε έντυπη μορφή, ακόμη και αν ο πραγματογνώμονας διατηρεί επικοινωνία με το δικαστήριο με ηλεκτρονικά μέσα: το δικαστήριο παρέχει στον πραγματογνώμονα παραρτήματα των δικαστικών εγγράφων σε έντυπη μορφή ή με άλλο μέσο αποθήκευσης δεδομένων εάν, λόγω του μεγάλου όγκου των παραρτημάτων ή της φύσης του μέσου αποθήκευσης δεδομένων, η ψηφιοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογο ή ανυπέρβλητο φόρτο, ή εάν είναι αμφίβολη η γνησιότητα του έντυπου εγγράφου. Εάν, για τους ανωτέρω λόγους, τα ηλεκτρονικά έγγραφα που αποστέλλει το δικαστήριο συνοδεύονται από παραρτήματα σε έντυπη μορφή, η βάση υπολογισμού της προθεσμίας είναι η ημερομηνία παραλαβής του παραρτήματος. Η υποβολή δικογράφων που αφορούν τη διαδικασία και η επίδοση δικαστικών εγγράφων στις περιπτώσεις που ορίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ήδη πραγματοποιούνται ηλεκτρονικά. Οι ημέρες κατά τις οποίες το σύστημα παράδοσης για τον σκοπό αυτό είναι εκτός λειτουργίας για τουλάχιστον τέσσερις ώρες δεν περιλαμβάνονται στην προθεσμία που ορίζεται από τον νόμο ή το δικαστήριο.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Η ημερομηνία έναρξης δεν περιλαμβάνεται στις προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες. Η ημερομηνία έναρξης είναι η ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα η πράξη ή άλλο γεγονός (πχ. επίδοση, δημοσίευση) που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται σε ημέρες, ο αναφερόμενος αριθμός ημερών αφορά ημερολογιακές ημέρες. Εάν, ωστόσο, η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι αργία, η προθεσμία εκπνέει μόνον την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία αυτή.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες ή έτη εκπνέουν την ημέρα εκείνη του μήνα λήξης που αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης της προθεσμίας ή –εάν δεν υπάρχει τέτοια ημέρα κατά τον μήνα λήξης– την τελευταία ημέρα εκείνου του μήνα.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες ή έτη εκπνέουν την ημέρα εκείνη του μήνα λήξης που αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης της προθεσμίας ή –εάν δεν υπάρχει τέτοια ημέρα κατά τον μήνα λήξης– την τελευταία ημέρα εκείνου του μήνα.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται ανωτέρω, το δικαστήριο μπορεί, για οποιονδήποτε σημαντικό λόγο, να παρατείνει προθεσμία που το ίδιο έχει ορίσει μόνο μία φορά η προθεσμία –μαζί με την παράτασή της– δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 45 ημέρες, εκτός αν απαιτείται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Οι νόμιμες προθεσμίες μπορούν να παραταθούν μόνο σε περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Η περίοδος από τις 15 Ιουλίου έως τις 20 Αυγούστου κάθε έτους δεν περιλαμβάνεται στις προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες (λόγω των δικαστικών διακοπών). Εάν μια προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες ή έτη πρόκειται να εκπνεύσει κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, θα εκπνεύσει την ημέρα εκείνη του επόμενου μήνα η οποία αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης της προθεσμίας ή, εάν και αυτή η ημέρα εμπίπτει στην περίοδο των δικαστικών διακοπών, την πρώτη ημέρα μετά τις δικαστικές διακοπές. Ο νόμος προβλέπει επίσης εξαιρέσεις για τις δικαστικές διακοπές. Το δικαστήριο πρέπει να εφιστά συγκεκριμένα την προσοχή των διαδίκων στις εν λόγω εξαιρέσεις. Στις εξωδικαστικές διαδικασίες που ρυθμίζονται από άλλους νόμους πλην του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι διατάξεις για τις δικαστικές διακοπές μπορούν να εφαρμοστούν μόνον εάν υπάρχει σχετική πρόβλεψη από χωριστό νόμο.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Κατά γενικό κανόνα, έφεση μπορεί να κατατεθεί εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Το δικαστήριο μπορεί, για οποιονδήποτε σημαντικό λόγο, να παρατείνει την προθεσμία που το ίδιο έχει ορίσει μόνο μία φορά η προθεσμία –μαζί με την παράτασή της– δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 45 ημέρες, εκτός αν απαιτείται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Οι νόμιμες προθεσμίες μπορούν να παραταθούν μόνο σε περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Οι κανόνες πολιτικής δικονομίας στην Ουγγαρία δεν προβλέπουν παράταση λόγω του τόπου κατοικίας των διαδίκων. Εντούτοις, η μη τήρηση της προθεσμίας μπορεί να δικαιολογηθεί εάν οι διάδικοι δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν στη διεύθυνση που αναφέρεται στο μητρώο προσωπικών δεδομένων και διευθύνσεων για βάσιμο λόγο.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο, οι διάδικοι δεν μπορούν πλέον να εκτελέσουν εγκύρως τις μη διενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις. Οι συνέπειες της μη εκτέλεσης αυτών των πράξεων –εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο– προκύπτουν αυτόματα, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Εάν, σύμφωνα με τον νόμο, οι συνέπειες μιας παράλειψης προκύπτουν μόνο κατόπιν προηγούμενης ειδοποίησης ή κατόπιν αιτήματος του αντιδίκου, η μη διενεργηθείσα πράξη μπορεί να εκτελεστεί κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην ειδοποίηση ή μέχρι την υποβολή του αιτήματος ή, εάν το αίτημα υποβληθεί σε ακροαματική διαδικασία, έως τον χρόνο έκδοσης της σχετικής απόφασης. Εάν οποιοσδήποτε από τους διαδίκους κωλύεται να εκτελέσει μια πράξη λόγω κάποιου κοινώς γνωστού φυσικού γεγονότος ή άλλων εμποδίων που εκφεύγουν του ελέγχου του, αυτό δεν θεωρείται παράλειψη. Οι συνέπειες της μη τήρησης των προθεσμιών δεν ισχύουν εάν ένα δικόγραφο ταχυδρομηθεί ως συστημένη επιστολή προς το δικαστήριο το αργότερο την τελευταία ημέρα της προθεσμίας.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum) για να δικαιολογήσουν την παράλειψή τους. Το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί δίκαια για την αίτηση.

Σε περίπτωση που ένας διάδικος ή ο αντιπρόσωπός του δεν εμφανιστεί στο δικαστήριο σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή δεν τηρήσει μια προθεσμία για λόγο που εκφεύγει του ελέγχου του, οι συνέπειες της παράλειψης –πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται κατωτέρω– μπορούν να αποκατασταθούν με την προσκόμιση δικαιολογητικών για την παράλειψη.

Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιολόγηση εάν η δυνατότητα δικαιολόγησης αποκλείεται από τον νόμο, εάν οι συνέπειες της παράλειψης μπορούν να αποτραπούν χωρίς δικαιολόγηση, εάν η παράλειψη δεν επιφέρει δυσμενείς συνέπειες που προσδιορίζονται σε απόφαση του δικαστηρίου, ή εάν ο διάδικος αδυνατεί να τηρήσει τη νέα προθεσμία που έχει οριστεί κατόπιν αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum).

Αιτήσεις επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μπορούν να υποβληθούν εντός 15 ημερών. Αυτή η προθεσμία πρέπει να αρχίζει από τη μη τηρηθείσα ημερομηνία λήξης ή την τελευταία ημέρα της μη τηρηθείσας προθεσμίας. Εάν, ωστόσο, ένας διάδικος ή ο αντιπρόσωπός του λάβει γνώση της παράλειψης σε μεταγενέστερη ημερομηνία ή εάν κάποιο εμπόδιο αρθεί μόνο σε μεταγενέστερη ημερομηνία, η προθεσμία για την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία ο διάδικος λάβει γνώση της παράλειψης ή αίρεται το εμπόδιο. Δεν μπορεί να υποβληθεί αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μετά την παρέλευση τριών μηνών από τον χρόνο της παράλειψης.

Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση πρέπει να αναφέρει τις αιτίες της παράλειψης και τις περιστάσεις λόγω των οποίων είναι πιθανό η παράλειψη να ήταν ακούσια. Σε περίπτωση μη τήρησης μιας προθεσμίας, η μη διενεργηθείσα πράξη πρέπει να εκτελείται ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Εάν η δυνατότητα δικαιολόγησης αποκλείεται από τον νόμο ή εάν η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση υποβληθεί εκπρόθεσμα, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει εάν –σε περίπτωση μη τήρησης μιας προθεσμίας– ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση δεν εκτελέσει τη μη διενεργηθείσα πράξη ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης.

Κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μπορεί να ασκηθεί έφεση.

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/10/2017

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Κάτω Χώρες

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Οι προθεσμίες του αστικού δικονομικού δικαίου μπορούν να ομαδοποιηθούν στις εξής ευρείες κατηγορίες:

α. Ελάχιστες προθεσμίες κλήτευσης του αντιδίκου, τρίτων και μαρτύρων για να παραστούν στη διαδικασία. Κατά κανόνα, ισχύει προθεσμία μίας τουλάχιστον εβδομάδας. Καταρχήν, προθεσμία μίας τουλάχιστον εβδομάδας ισχύει επίσης για την κλήτευση των ενδιαφερόμενων μερών για να παραστούν στη διαδικασία που κινείται με αίτηση (verzoekschriftprocedure), εκτός αν άλλως ορίζει το δικαστήριο [άρθρα 114-119 και 276 (κλήτευση διαδίκων και τρίτων) και τα άρθρα 170 και 284 (κλήτευση μαρτύρων) του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering)]. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, εάν ο εναγόμενος έχει γνωστή διεύθυνση ή τόπο διαμονής εκτός Κάτω Χωρών, η προθεσμία κλήτευσής του είναι τουλάχιστον 4 εβδομάδες (άρθρο 115 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

β. Ανώτατες προθεσμίες άσκησης ένδικων μέσων. Το ένδικο μέσο της ανακοπής (verzet) κατά κανόνα πρέπει να ασκηθεί εντός 4 εβδομάδων. Γενικά, προθεσμία 3 μηνών ισχύει για την άσκηση έφεσης (hoger beroep), αναίρεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου (cassatie) και αίτησης ακύρωσης τελεσίδικης απόφασης (herroeping) [βλέπε άρθρο 143 (ανακοπή), άρθρα 339 και 358 (έφεση), άρθρα 402 και 426 (αναίρεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου) και άρθρα 383 και 391 (ακύρωση τελεσίδικης απόφασης) του κώδικα πολιτικής δικονομίας].

γ. Προθεσμίες διενέργειας διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους και έκδοσης αποφάσεων από το δικαστήριο. Γενικά οι εν λόγω προθεσμίες κυμαίνονται από 2 έως 6 εβδομάδες. Σε συγκεκριμένες περιστάσεις το δικαστήριο ενδέχεται να επιτρέψει την αναβολή της διενέργειας των διαδικαστικών πράξεων.

δ. Προθεσμίες κίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου και επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης. Η γενική προθεσμία είναι 20 έτη. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, ισχύει συντομότερη πενταετής προθεσμία. Οι πρόσθετες χρηματικές ποινές παραγράφονται 6 μήνες μετά την ημέρα επιβολής τους. Παραγραφή που έχει ήδη αρχίσει μπορεί να διακοπεί, ενώ μετά τη διακοπή μπορεί να αρχίσει νέα παραγραφή. Επί παραδείγματι, η παραγραφή για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να διακοπεί με την επίδοση της απόφασης ή με οποιαδήποτε άλλη πράξη εκτέλεσης (άρθρα 306-325, Βιβλίο 3, του αστικού κώδικα (Burgerlijk Wetboek).

Οι νόμιμες προθεσμίες υπόκεινται επίσης στους κανόνες που ορίζει ο νόμος για τη γενική παράταση των προθεσμιών (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροAlgemene Termijnenwet).

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή, ο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο νόμος για τη γενική παράταση των προθεσμιών ορίζει ως επίσημες αργίες τις παρακάτω:

  • Πρωτοχρονιά: 1η Ιανουαρίου
  • Μεγάλη Παρασκευή: Παρασκευή προ του Πάσχα
  • Δευτέρα του Πάσχα: Δευτέρα μετά το Πάσχα
  • Εορτή της Αναλήψεως: Πέμπτη, 40 ημέρες μετά το Πάσχα
  • Ημέρα του Βασιλιά: 27 Απριλίου
  • Ημέρα Απελευθέρωσης: 5 Μαΐου
  • Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος: Δευτέρα μετά την Πεντηκοστή
  • Χριστούγεννα και δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων: 25 και 26 Δεκεμβρίου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι νόμιμες προθεσμίες διέπονται από τον νόμο για τη γενική παράταση των προθεσμιών. Ο εν λόγω νόμος ορίζει ότι νόμιμη προθεσμία που λήγει Σάββατο, Κυριακή ή σε επίσημη αργία παρατείνεται έως το τέλος της επόμενης ημέρας που δεν είναι Σάββατο, Κυριακή ή επίσημη αργία. Εάν είναι αναγκαίο, προθεσμία τουλάχιστον 3 ημερών παρατείνεται για να συμπεριλάβει τουλάχιστον 2 ημέρες που δεν είναι Σάββατο, Κυριακή ή επίσημες αργίες.

Στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες των αστικών υποθέσεων που κινούνται με κλήτευση (Landelijk procesreglement voor civiele dagvaardingen bij de rechtbanken), η προθεσμία 6 εβδομάδων θεωρείται το σημείο εκκίνησης για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους και την έκδοση της απόφασης. Σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες πολιτικής δικονομίας για τα ειρηνοδικεία (Landelijk reglement voor de civiele rol van de kantonsectoren), καταρχήν τα ειρηνοδικεία κάνουν χρήση της προθεσμίας των 4 εβδομάδων (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Το χρονικό σημείο έναρξης είναι πάντοτε η επόμενη ημέρα από το κρίσιμο γεγονός.

Κλήτευση

Άνευ αντικειμένου

Ένδικα μέσα

H προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της ανακοπής (επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην) έχει τρία διαφορετικά σημεία έναρξης:

  1. την επίδοση της απόφασης στον καταδικασθέντα διάδικο αυτοπροσώπως
  2. σε περίπτωση που χρησιμοποιείται άλλη μέθοδος επίδοσης: τη διενέργεια από τον καταδικασθέντα διάδικο πράξης με την οποία αποδεικνύεται ότι τελεί σε γνώση της απόφασης ή της έναρξης της εκτέλεσης και
  3. σε άλλες περιπτώσεις: κατά την περάτωση της εκτέλεσης της απόφασης.

Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και αναίρεσης υπολογίζεται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Πρώτη ημέρα της προθεσμίας είναι η επόμενη ημέρα από την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Βλέπε επίσης την απάντηση στην ερώτηση 12.

Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και αναίρεσης υπολογίζεται:

  • από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για τον διάδικο που ασκεί το ένδικο μέσο και τους ενδιαφερόμενους που παρίστανται στη διαδικασία, και
  • μετά την επίδοση ή άλλως κοινοποίηση της απόφασης, για τους άλλους ενδιαφερόμενους.

Η προθεσμία υποβολής αίτησης ακύρωσης δικαστικής απόφασης που έχει καταστεί τελεσίδικη αρχίζει αφότου προκύψει ο λόγος ακύρωσης και αφότου ο αιτών απέκτησε γνώση αυτού, πάντως όχι προτού καταστεί τελεσίδικη η δικαστική απόφαση, δηλαδή όταν πλέον δεν μπορεί να ακυρωθεί με ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Διαδικαστικές πράξεις

Οι πάγιες προθεσμίες διενέργειας διαδικαστικών πράξεων υπολογίζονται γενικά από την προηγούμενη ημερομηνία πινακίου, σε πλήρεις εβδομάδες. Παράδειγμα: κατόπιν συζήτησης υπόθεσης η οποία, σύμφωνα με το πινάκιο, διεξάγεται ημέρα Τετάρτη, η υπόθεση εγγράφεται εκ νέου στο πινάκιο ημέρα Τετάρτη, 4 εβδομάδες αργότερα, με προθεσμία κατάθεσης τις 10 π.μ. Εάν, για παράδειγμα, η υπόθεση διαγραφεί από το πινάκιο, το δικαστήριο ορίζει την ημερομηνία της εκ νέου εγγραφής της στο πινάκιο.

Προθεσμίες

Ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση αγωγής εξαρτάται από τη φύση της αγωγής. Για παράδειγμα, το δικαίωμα άσκησης αγωγής με αίτημα την εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσης που συνίσταται σε παροχή ή πράξη παραγράφεται 5 έτη μετά την ημέρα κατά την οποία η αξίωση κατέστη απαιτητή. Παράδειγμα: το δικαίωμα άσκησης αγωγής με αίτημα την άρση παρανομίας παραγράφεται 5 έτη μετά την έναρξη της επόμενης ημέρας από αυτή κατά την οποία μπορεί να αξιωθεί η άμεση άρση της παρανομίας.

Εκτέλεση

Καταρχήν, το δικαίωμα επίσπευσης της εκτέλεσης παραγράφεται 20 έτη μετά την έναρξη της επόμενης ημέρας από την έκδοση της απόφασης.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Όχι. Παρά ταύτα, σε ορισμένες περιπτώσεις ο τρόπος που η απόφαση περιέρχεται σε γνώση ενός διαδίκου επηρεάζει την έναρξη της προθεσμίας άσκησης ένδικου μέσου, λ.χ., της άσκησης ανακοπής. Βλέπε επίσης την απάντηση στην ερώτηση 4.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όχι. Η προθεσμία ξεκινά την επόμενη ημέρα από αυτή της επέλευσης του γεγονότος.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Εκτός αν άλλως ορίζεται, στο ολλανδικό δίκαιο χρησιμοποιούνται ημερολογιακές ημέρες. Ο νόμος για τη γενική παράταση των προθεσμιών ορίζει ότι η προθεσμία που λήγει Σάββατο, Κυριακή ή σε επίσημη αργία παρατείνεται έως το τέλος της επόμενης ημέρας που δεν είναι Σάββατο, Κυριακή ή επίσημη αργία.

Περαιτέρω, εάν κριθεί αναγκαίο, μια νόμιμη προθεσμία τουλάχιστον 3 ημερών παρατείνεται για να συμπεριλάβει τουλάχιστον 2 ημέρες που δεν είναι Σάββατο, Κυριακή ή επίσημες αργίες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες αυτές αναφέρονται επίσης σε ημερολογιακούς μήνες και ημερολογιακά έτη.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Κλήτευση

Άνευ αντικειμένου

Ένδικα μέσα

Στη διαδικασία που κινείται με κλήτευση τα ένδικα μέσα ασκούνται με επίδοση κλήσης. Ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να επιδώσει την κλήση μετά τις 8 μ.μ. χωρίς την άδεια του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου καλείται να παραστεί ο διάδικος. Συνεπώς, η προθεσμία λήγει στις 8 μ.μ. της τελευταίας ημέρας. Στην εν λόγω διαδικασία θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ούτε η ημέρα επίδοσης της κλήσης ούτε η ημέρα κατά την οποία ο διάδικος καλείται να παραστεί (η πρώτη ημερομηνία πινακίου) προσμετρώνται στον υπολογισμό της προθεσμίας κλήτευσης. Συνεπώς, η ελάχιστη προθεσμία πρέπει να περιλαμβάνεται μεταξύ των εν λόγω δύο ημερομηνιών.

Στη διαδικασία που κινείται με αίτηση τα ένδικα μέσα ασκούνται με κατάθεση αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου. Η εν λόγω κατάθεση μπορεί να γίνει μέσω ταχυδρομείου ή αυτοπροσώπως κατά τις εργάσιμες ώρες της γραμματείας ή με τηλεομοιοτυπία έως τα μεσάνυχτα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας.

Σε ένδικα μέσα που ασκούνται σε οικογενειακές υποθέσεις, ο χρόνος της έναρξης διαφέρει ελαφρά από αυτόν που ισχύει για τα ένδικα μέσα σε άλλες διαδικασίες που κινούνται με αίτηση (βλέπε επίσης την απάντηση στην ερώτηση 4. «Ένδικα μέσα»). Ο εφεσιβάλλων μπορεί να ασκήσει έφεση εντός 3 μηνών από την ημέρα της έκδοσης της απόφασης. Άλλοι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ασκήσουν έφεση εντός 3 μηνών από την επίδοση ή άλλως την κοινοποίηση της απόφασης.

Διαδικαστικές πράξεις

Εάν μια υπόθεση περιλαμβάνεται στο πινάκιο, ισχύουν τα παρακάτω για την κατάθεση των εγγράφων. Καταρχήν, ένα έγγραφο που προορίζεται για συγκεκριμένη ημερομηνία πινακίου κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου έως την προθεσμία κατάθεσης. Το δικαστήριο πρέπει να έχει στη διάθεσή του οποιοδήποτε έγγραφο και έκθεση, εκτός της κλήσης, το αργότερο έως τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες η ημέρα και η ώρα υποχρεωτικής κατάθεσης των εγγράφων είναι η Τετάρτη στις 10 π.μ. Εάν δεν διεξάγεται συζήτηση λόγω εξέτασης της υπόθεσης σε γραπτή διαδικασία, τα έγγραφα κατατίθενται στη γραμματεία του δικαστηρίου έως και την ημερομηνία του πινακίου. Το ειρηνοδικείο διεξάγει πάντοτε συζητήσεις, διότι εν προκειμένω οι διαδικαστικές πράξεις μπορούν επίσης να εκτελεστούν προφορικά. Τα έγγραφα πρέπει να κατατεθούν στη γραμματεία του δικαστηρίου το αργότερο κατά την προηγούμενη ημέρα από την ημερομηνία του πινακίου. Τούτο μπορεί να γίνει μέσω ταχυδρομείου ή αυτοπροσώπως κατά τις εργάσιμες ώρες της γραμματείας ή με τηλεομοιοτυπία έως τα μεσάνυχτα της εν λόγω ημέρας.

Προθεσμίες

Βλέπε επίσης την απάντηση «Προθεσμίες» στην ερώτηση 4. Για ορισμένα δικαιώματα προσφυγής στο δικαστήριο είναι σημαντικός ο χρόνος κατά τον οποίο ο διάδικος λαμβάνει γνώση ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Παράδειγμα: το δικαίωμα άσκησης αγωγής για την είσπραξη αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών παραγράφεται 5 έτη μετά την έναρξη της επόμενης ημέρας κατά την οποία ο δανειστής έλαβε γνώση της ύπαρξης της αξίωσης και της ταυτότητας του αποδέκτη, και σε κάθε περίπτωση 20 έτη μετά τη γέννηση της αξίωσης.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι, μια προθεσμία που λήγει Σάββατο, Κυριακή ή σε επίσημη αργία παρατείνεται έως το τέλος της επόμενης ημέρας που δεν είναι Σάββατο, Κυριακή ή επίσημη αργία. Ωστόσο, σύμφωνα με τον νόμο για τη γενική παράταση των προθεσμιών παραγραφής εξαιρούνται οι προθεσμίες που λήγουν σε συγκεκριμένο χρόνο ή με την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος. Δηλαδή, ο παρών κανόνας ισχύει για ανώτατες και όχι ελάχιστες προθεσμίες παραγραφής.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Σε ορισμένες περιπτώσεις ο νόμος τάσσει παράταση της προθεσμίας. Για παράδειγμα, εάν ο ηττηθείς διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης και οι κληρονόμοι του επιθυμούν να τον διαδεχθούν στη διαδικασία της έφεσης, ισχύει νέα περίοδος τριών μηνών.

Γενικά, ωστόσο, οι κανόνες για τις προθεσμίες εφαρμόζονται αυστηρά, παρότι το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden) έχει δεχτεί εξαίρεση για τις περιπτώσεις που ο εφεσιβάλλων δεν έλαβε αμέσως γνώση της απόφασης λόγω σφάλματος ή παράλειψης του δικαστηρίου. Στην εν λόγω περίπτωση, χορηγείται σύντομη παράταση στον διάδικο που ανυπαίτια δεν συμμορφώθηκε με την προθεσμία.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Η προθεσμία κατάθεσης έφεσης είναι συνήθως 3 μήνες. Σε ορισμένες αστικές υποθέσεις, όπως στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ταχεία διαδικασία) ισχύουν συντομότερες προθεσμίες για την άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, δηλαδή προθεσμίες 4 και 8 εβδομάδων αντίστοιχα.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Όλες οι προθεσμίες που αφορούν την εμφάνιση διαδίκου στο δικαστήριο συνιστούν ελάχιστες προθεσμίες. Δεν ορίζεται ανώτατη προθεσμία.

Κλήτευση

Το δικαστήριο μπορεί, με αίτημα του αιτούντος, να συντάμει τις προθεσμίες και εφόσον κριθεί αναγκαίο υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κλήτευση διενεργείται μόνον αφότου ο δικαστής έχει ορίσει την ημερομηνία και τον χρόνο της συζήτησης, που μπορεί να διεξαχθεί και Κυριακή. Εάν κριθεί αναγκαίο, ο διάδικος μπορεί να κληθεί εντός εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να ορίσει συντομότερη προθεσμία κλήτευσης διαδίκου σε διαδικασία που κινείται με αίτηση.

Το δικαστήριο δεν μπορεί να παρατείνει τις προθεσμίες για την κλήτευση διαδίκου, παρότι μπορεί να ορίσει μεγαλύτερη προθεσμία κλήτευσης για την εμφάνιση στη διαδικασία που κινείται με αίτηση (βλέπε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις 7 και 8).

Διαδικαστικές πράξεις

Το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει τις προθεσμίες εντός των οποίων οι διάδικοι πρέπει να διενεργήσουν διαδικαστικές πράξεις, εφόσον υποβληθεί σχετικό κοινό αίτημα των διαδίκων. Σε περίπτωση μονομερούς αιτήματος, παράταση χορηγείται μόνον για σπουδαίους λόγους ή λόγω ανωτέρας βίας. Οι σπουδαίοι λόγοι περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την πραγματική ή νομική πολυπλοκότητα της υπόθεσης, την ανάγκη αναμονής της έκδοσης απόφασης σε άλλες σχετικές διαδικασίες ή όταν ο διάδικος ή ο δικηγόρος του είναι ασθενής ή σε διακοπές.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Το ολλανδικό δίκαιο δεν περιέχει σχετική πρόβλεψη

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Κλήτευση

Εάν η κλήτευση διαδίκου δεν σεβαστεί τις ταχθείσες προθεσμίες και δεν προσέλθει ο κλητευθείς, και το δικαστήριο την κηρύττει άκυρη. Η ακυρότητα δεν επέρχεται αυτοδίκαια. Ο ενάγων μπορεί να θεραπεύσει το εν λόγω ελάττωμα αναθέτοντας στον δικαστικό επιμελητή να επιδώσει τροποποιημένη κλήση πριν από την πρώτη ημερομηνία του πινακίου.

Εάν ο εναγόμενος δεν παραστεί την πρώτη ημερομηνία του πινακίου, εξετάζεται το κατά πόσον η κλήση είχε ελαττώματα που ενδεχομένως την καθιστούν άκυρη. Αν η κλήση δεν είναι άκυρη, ο εναγόμενος κηρύσσεται ερημοδικήσας και η αγωγή γίνεται γενικά δεκτή ερήμην του. Εάν ο εναγόμενος δεν παραστεί και πιθανολογείται ότι δεν έχει λάβει την κλήση του δικαστικού επιμελητή λόγω του ελαττώματος, το δικαστήριο κηρύττει την κλήση άκυρη.

Εάν ο εναγόμενος δεν παραστεί ή δεν ορίσει δικηγόρο παρότι είχε ειδοποιηθεί σχετικά κατά την κλήτευση και προκύπτει ότι η κλήση του δικαστικού επιμελητή ήταν άκυρη λόγω ελαττώματος, ο εναγόμενος δεν κηρύσσεται ερημοδικήσας. Το δικαστήριο ορίζει νέα ημερομηνία πινακίου και διατάσσει την άρση του ελαττώματος με έξοδα του ενάγοντα. Εάν ο εναγόμενος παραστεί και δεν επικαλεστεί το ελάττωμα, η κλήτευση θεωρείται ότι διενεργήθηκε σωστά.

Ένδικα μέσα

Η μη τήρηση της προθεσμίας άσκησης ένδικου μέσου επισείει την απόρριψή του. Η υποκείμενη δικαστική απόφαση καθίσταται τότε τελεσίδικη, δηλαδή δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί με ένσταση, έφεση ή αναίρεση.

Διαδικαστικές πράξεις

Εάν μια διαδικαστική πράξη δεν διενεργηθεί ενός της καθορισμένης προθεσμίας, μπορεί να χορηγηθεί αναβολή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (βλέπε την απάντηση στην ερώτηση 10). Εάν δεν μπορεί να χορηγηθεί αναβολή, το δικαίωμα διενέργειας της διαδικαστικής πράξης παραγράφεται.

Προθεσμίες

Εάν ο ενδιαφερόμενος δεν ενέργησε εντός της προθεσμίας άσκησης αγωγής, το σχετικό του δικαίωμα το οποίο προστατεύεται από την αξίωση εξακολουθεί να υφίσταται. Ωστόσο, δεν είναι πλέον εφικτό να ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Οι διάδικοι που δεν τήρησαν τις δικονομικές προθεσμίες έχουν στη διάθεσή τους τα παρακάτω ένδικα μέσα.

Κλήτευση

Ο εναγόμενος που δεν παρίσταται στην πρώτη συζήτηση την ημερομηνία του πινακίου γενικά δικάζεται ερήμην. Έως την έκδοση της οριστικής απόφασης, ο εν λόγω εναγόμενος μπορεί να αποτρέψει την έκδοση ερήμην απόφασης εμφανιζόμενος στη διαδικασία ως διάδικος. Μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της ανακοπής. Η έκδοση απόφασης ερήμην, η αποτροπή της έκδοσης ερήμην απόφασης με την εμφάνιση στο δικαστήριο και η ανακοπή δεν ισχύουν στη διαδικασία που κινείται με αίτηση. Στις εν λόγω περιπτώσεις ο οικείος ερημοδικήσας διάδικος έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση.

Ένδικα μέσα

Οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων τηρούνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Οι προθεσμίες για την άσκηση έφεσης και αναίρεσης είναι αποκλειστική. Τα δικαστήρια εφαρμόζουν με ιδιαίτερη αυστηρότητα τις εν λόγω προθεσμίες για λόγους ασφάλειας δικαίου. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών έχει επιτρέψει έναν βαθμό ευελιξίας στις εφέσεις κατά αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε διαδικασίες που κινούνται με αίτηση. Στο δικόγραφο της έφεσης πρέπει να εκτίθενται οι λόγοι της έφεσης, ωστόσο όταν η απόφαση έχει εκδοθεί αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί και επομένως ο εφεσιβάλλων δεν έχει πρόσβαση στην αιτιολογία της, χωρεί η έκθεση των λόγων της έφεσης σε ένα μεταγενέστερο, συμπληρωματικό δικόγραφο. Η έφεση πρέπει ωστόσο να έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες το δικαστήριο είχε διαπράξει διπλό σφάλμα η προθεσμία παρατείνεται κατά 14 ημέρες μετά την παραλαβή της απόφασης. Τούτο ισχύει εάν ο εφεσιβάλλων δεν γνώριζε και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει πότε θα εκδιδόταν η απόφαση λόγω σφάλματος του δικαστηρίου (ή της γραμματείας του δικαστηρίου) και η απόφαση του κοινοποιήθηκε ή εκδόθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης λόγω σφάλματος που δεν μπορεί να αποδοθεί στον εφεσιβάλλοντα. Στη διαδικασία που κινείται με κλήτευση, το δικόγραφο της έφεσης δεν απαιτείται να εκθέτει τους λόγους της έφεσης. Οι λόγοι αυτοί εκτίθενται σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Διαδικαστικές πράξεις

Σε συγκεκριμένες περιστάσεις, μπορεί να ζητηθεί αναβολή για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων (βλέπε την απάντηση στην ερώτηση 13). Σε περίπτωση που δεν δοθεί αναβολή, το δικαίωμα διενέργειας της διαδικαστικής πράξης παραγράφεται.

Προθεσμίες

Δεν διατίθεται ένδικο μέσο για την προσβολή της λήξης μιας προθεσμίας παραγραφής, παρεκτός για την διακοπή της σε εύθετο χρόνο (βλέπε την απάντηση στην ερώτηση 1. δ.). Ωστόσο, σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιστάσεις το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι η επίκληση της παραγραφής αντίκειται στις αρχές του προσήκοντος και της δίκαιης δίκης.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γερμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Δικονομικές προθεσμίες - Αυστρία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Στο αυστριακό δίκαιο υπάρχουν διάφορα είδη προθεσμιών.

Γίνεται διάκριση μεταξύ των δικονομικών προθεσμιών, δηλαδή των χρονικών περιόδων έως τη λήξη των οποίων ένας διάδικος ή κάποιος άλλος εμπλεκόμενος μπορεί ή πρέπει να εκτελέσει μια συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, και των προθεσμιών ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των χρονικών περιόδων έως τη λήξη των οποίων πρέπει να συμβεί ένα συγκεκριμένο γεγονός, για να προκύψουν από αυτό ορισμένες συνέπειες ουσιαστικού δικαίου στο πλαίσιο του νομικού συστήματος (π.χ. η προθεσμία για την άσκηση αγωγής καταπάτησης σύμφωνα με το άρθρο 454 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO) ή οι προθεσμίες καταγγελίας συμβάσεων μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 560 του ZPO). Σημαντικό είναι ότι στις δικονομικές προθεσμίες, σε αντίθεση με τις προθεσμίες ουσιαστικού δικαίου, δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες της ταχυδρομικής αποστολής. Αυτό σημαίνει ότι, για παράδειγμα, μια προσφυγή θεωρείται εμπρόθεσμη εφόσον ταχυδρομήθηκε την τελευταία ημέρα της αντίστοιχης δικονομικής προθεσμίας (ημερομηνία της σφραγίδας του ταχυδρομείου), ακόμη και αν φθάσει στο δικαστήριο μετά τη λήξη της προθεσμίας.

Γίνεται επίσης διάκριση των προθεσμιών ανάλογα με το αν η διάρκεια της προθεσμίας ορίζεται άμεσα από τον νόμο (π.χ. οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής) ή αν ορίζεται από το δικαστή ανάλογα με τις απαιτήσεις της εκάστοτε υπόθεσης (π.χ. η προθεσμία για την καταβολή εγγυοδοσίας). Συνδυασμό των δύο περιπτώσεων αποτελούν οι προθεσμίες διεξαγωγής έρευνας, για τις οποίες ο νόμος καθορίζει απλώς ένα ορισμένο χρονικό πλαίσιο (μια ελάχιστη ή μια μέγιστη διάρκεια ή μια κατά προσέγγιση διάρκεια, όπως στο άρθρο 257 παράγραφος 1 του ZPO για την ημερομηνία προκαταρκτικής δικασίμου).

Οι απόλυτες προθεσμίες καθορίζονται μέσω της ημερομηνίας κατά την οποία λήγουν (συνήθως μια ημερολογιακή ημέρα), ενώ στις σχετικές προθεσμίες ορίζεται η έναρξη και η διάρκεια.

Κατά γενικό κανόνα, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται από το δικαστήριο (προθεσμίες που μπορούν να παραταθούν). Εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος απαγορεύει την παράταση είναι γνωστές ως προθεσμίες που δεν μπορούν να παραταθούν ή αναγκαστικές προθεσμίες (π.χ. οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής).

Η διάκριση ανάμεσα σε μεταβλητές και αμετάβλητες προθεσμίες γίνεται με βάση το αν, σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας, είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Η μεταβλητότητα αποτελεί τον γενικό κανόνα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση απαγορεύεται, τότε πρόκειται για αποκλειστική ή προκαθορισμένη προθεσμία (Fallfrist). Δικονομικές αποκλειστικές προθεσμίες είναι η προθεσμία για την άσκηση αγωγής ακύρωσης και αγωγής επανάληψης της διαδικασίας (άρθρο 534 ZPO).

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Στην Αυστρία μη εργάσιμες ημέρες είναι το Σάββατο, η Κυριακή, η Μεγάλη Παρασκευή και οι επίσημες αργίες. Επίσημες αργίες στην Αυστρία είναι η Πρωτοχρονιά (1η Ιανουαρίου), τα Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου), η Δευτέρα του Πάσχα, η Πρωτομαγιά (1η Μαΐου), η ημέρα της Αναλήψεως, η ημέρα του Αγίου Πνεύματος, η Αγία Δωρεά, η Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου), η Εθνική Εορτή (26 Οκτωβρίου), η εορτή των Αγίων Πάντων (1 Νοεμβρίου), η εορτή της Αμώμου Συλλήψεως (8 Δεκεμβρίου), τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου) και η εορτή του Αγίου Στεφάνου (26 Δεκεμβρίου).

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι περισσότερες διατάξεις σχετικά με τις χρονικές προθεσμίες περιλαμβάνονται στα άρθρα 123 έως 129 και στα άρθρα 140 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO), καθώς και στο άρθρο 89 του νόμου περί οργάνωσης των δικαστηρίων (GOG).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διάρκεια μιας προθεσμίας αρχίζει με την έναρξη ισχύος της επίδοσης της απόφασης με την οποία καθορίζεται ή ενεργοποιείται η προθεσμία διαφορετικά με τη δημοσίευσή της (άρθρο 124 του ZPO).

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Όχι όπως αναφέρεται στο σημείο 4, η επίδοση είναι κατά κανόνα το συμβάν που ενεργοποιεί την έναρξη μιας δικονομικής προθεσμίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η επίδοση.

Η προθεσμία αρχίζει με την επίδοση ή με τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία καθορίζεται ή ενεργοποιείται η προθεσμία.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όχι, κατά τον υπολογισμό της προθεσμίας δεν υπολογίζεται η ημέρα κατά την οποία συμβαίνει το γεγονός που ενεργοποιεί την προθεσμία (π.χ. η επίδοση).

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Οι προθεσμίες υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Και σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι εβδομαδιαίες, μηνιαίες ή ετήσιες προθεσμίες εκπνέουν με το τέλος της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας ή του τελευταίου μήνα, η οποία (ημέρα) αντιστοιχεί ονομαστικά ή αριθμητικά στην ημερομηνία έναρξης (άρθρο 125 παράγραφος 2 ZPO). Σε περίπτωση που η αντίστοιχη ημέρα δεν υπάρχει κατά τον τελευταίο μήνα της προθεσμίας (π.χ. όταν μια μηναία προθεσμία αρχίζει στις 31 Ιανουαρίου), η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του μήνα αυτού (άρθρο 125 παράγραφος 2 ZPO). Οι μη εργάσιμες ημέρες δεν επηρεάζουν την έναρξη και τη διάρκεια των προθεσμιών.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι, αν η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας είναι Σάββατο, Κυριακή, αργία ή Μεγάλη Παρασκευή, η προθεσμία λήγει κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Οι υποχρεωτικές προθεσμίες σε διαδικασίες προσφυγής αναστέλλονται μεταξύ της 15ης Ιουλίου και της 17ης Αυγούστου και μεταξύ της 24ης Δεκεμβρίου και της 6ης Ιανουαρίου. Αν μία από αυτές τις περιόδους ξεκινά κατά τη διάρκεια υποχρεωτικής προθεσμίας ή η έναρξη της υποχρεωτικής προθεσμίας εμπίπτει σε μία από αυτές τις περιόδους, η προθεσμία παρατείνεται κατά το σύνολο της περιόδου ή κατά την περίοδο που απομένει όταν ξεκινάει.

Αυτό δεν ισχύει για ορισμένες ειδικές διαδικασίες, ιδίως για διαφορές που αφορούν την καταπάτηση, τη διατροφή, την εκτέλεση απαιτήσεων και τα προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα ή για αποφάσεις ερημοδικίας ή αναγνώρισης της αξίωσης.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Οι προθεσμίες για την κατάθεση προσφυγής εξαρτώνται, κατά κανόνα, από το είδος της απόφασης (απόφαση ή διαταγή) και από το αντικείμενο. Σε αμφισβητούμενες αστικές υποθέσεις, η προθεσμία για την κατάθεση προσφυγής κατά διαταγής (Rekurs) είναι κατά κανόνα 14 ημέρες, ενώ η προθεσμία για την κατάθεση προσφυγής κατά απόφασης (Berufung) είναι τέσσερις εβδομάδες.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Κατά γενικό κανόνα, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται από το δικαστήριο (προθεσμίες που μπορούν να παραταθούν). Εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος απαγορεύει την παράταση είναι γνωστές ως προθεσμίες που δεν μπορούν να παραταθούν ή αναγκαστικές προθεσμίες (π.χ. οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής).

Όλες οι προθεσμίες μπορούν να συντμηθούν βάσει συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που αποδεικνύεται βάσει εγγράφων. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη σύντμηση μιας προθεσμίας, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, αν αποδειχθεί ότι η σύντμηση επιβάλλεται για την αποφυγή σημαντικών απωλειών και αν ο αντίδικος μπορεί να εκτελέσει χωρίς δυσκολία την απαιτούμενη διαδικαστική πράξη εντός της συντμηθείσας προθεσμίας (άρθρο 129 ZPO).

Μια προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατόπιν αιτήματος αν ο διάδικος ο οποίος επωφελείται από την παράταση της προθεσμίας αδυνατεί, για αναπόφευκτους ή πολύ σημαντικούς λόγους, να εκτελέσει τη διαδικαστική πράξη εντός της προθεσμίας και ιδίως αν, χωρίς την παράταση της προθεσμίας, θα υφίστατο ανεπανόρθωτη ζημία (άρθρο 128 παράγραφος 2 ZPO). Παράταση των προθεσμιών κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων δεν επιτρέπεται (άρθρο 128 παράγραφος 1 ZPO).

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Όχι, επειδή το σημαντικό είναι η εμπρόθεσμη διεκπεραίωση διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες πρέπει να γίνουν ενώπιον αυστριακού δικαστηρίου.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Κατά γενικό κανόνα ο διάδικος που αδυνατεί να εκτελέσει εμπρόθεσμα μια διαδικαστική πράξη αποκλείεται από την εκτέλεση της εν λόγω πράξης (ανατρεπτικός χαρακτήρας, άρθρο 144 ZPO). Εξαιρέσεις αποτελούν, π.χ., το άρθρο 289 παράγραφος 2 του ZPO (συνέπειες μη εμφάνισης στην αποδεικτική διαδικασία) και το άρθρο 491 του ZPO (συνέπειες μη εμφάνισης στην εκδίκαση έφεσης).

Η μη εμπρόθεσμη εκτέλεση διαδικαστικής πράξης απορρίπτεται κατά κανόνα εκ του νόμου, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται αίτηση.

Ορισμένες φορές η παράλειψη, εκτός από τις συνήθεις, έχει και ειδικές συνέπειες. Οι συνέπειες αυτές είναι εξαιρετικά πολυποίκιλες. Η σημαντικότερη ειδική συνέπεια παράλειψης είναι ότι, σε περίπτωση παράλειψης ενός διαδίκου, ο άλλος διάδικος μπορεί να ζητήσει την έκδοση απόφασης ερήμην (άρθρα 396 και 442 ZPO). Άλλα παραδείγματα είναι τα εξής: η μη εμφάνιση αμφότερων των διαδίκων στη δικάσιμο συνεπάγεται την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας για τρεις μήνες τουλάχιστον (άρθρο 170 ZPO) και, αν ο ενάγων δεν εμφανιστεί σε αγωγή διαζυγίου, η αγωγή, κατόπιν αίτησης του εναγομένου, κρίνεται ως αποσυρθείσα, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται παραίτηση του ενάγοντος από το σχετικό δικαίωμα (άρθρο 460 αριθ. 5 ZPO).

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Για την αποφυγή των έννομων συνεπειών που προκύπτουν από τη μη εμφάνιση σε δικάσιμο ή από τη μη εκτέλεση διαδικαστικής πράξης προβλέπονται τα ακόλουθα ένδικα μέσα:

Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρα 146 και επόμενα ZPO):

Η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την άρση των συνεπειών της μη εμφάνισης σε δικάσιμο ή της μη τήρησης της προθεσμίας για την εμπρόθεσμη εκτέλεση μιας διαδικαστικής πράξης σε περίπτωση που η μη τήρηση της προθεσμίας εκ μέρους του διαδίκου ή του εκπροσώπου του οφείλεται σε απρόβλεπτο και αναπόφευκτο γεγονός και δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου ή του εκπροσώπου του ή οφείλεται σε παράλειψη περιορισμένου βαθμού (ελαφρά αμέλεια). Αυτό το ένδικο μέσο πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας 14 ημερών από την άρση του κωλύματος.

Ένσταση (άρθρα 397α και 442α ZPO):

Η ένσταση είναι ένδικο μέσο που αποσκοπεί στην ακύρωση της ερήμην απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 396 ή το άρθρο 442 του ZPO. Η ένσταση πρέπει κατά κανόνα να ασκηθεί εντός 14 ημερών από την επίδοση της ερήμην απόφασης, με τη μορφή δικογράφου, στο αρμόδιο για την υπόθεση δικαστήριο (προθεσμία που δεν μπορεί να παραταθεί).

Έφεση (άρθρα 461 και επόμενα ZPO):

Μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά ερήμην απόφασης, ιδίως με το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται ερημοδικία, επειδή ισχύει ένας από τους λόγους ακυρότητας του άρθρου 477 παράγραφοι 1 αριθ. 4 και αριθ. 5 ZPO (πλημμελής επίδοση ή έλλειψη εκπροσώπησης του διαδίκου κατά τη διαδικασία).

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/10/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πολωνικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες

Δικονομικές προθεσμίες - Πολωνία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Η πολωνική πολιτική δικονομία ορίζει 1) νόμιμες, δικαστικές και συμβατικές προθεσμίες για τις διαδικαστικές πράξεις που πρέπει να διενεργηθούν από τους διαδίκους και 2) ενδεικτικές προθεσμίες για τις διαδικαστικές πράξεις που πρέπει να διενεργήσει το δικαστήριο.

Δεν επιτρέπεται η υπέρβαση των (καταληκτικών) νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών.

Οι νόμιμες προθεσμίες, οι οποίες ορίζονται ως αποσβεστικές προθεσμίες (γεγονός που σημαίνει ότι η μη τήρησή τους καθιστά άκυρη την εκάστοτε εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη), καθορίζονται σε τυπικούς νόμους. Οι εν λόγω προθεσμίες δεν μπορούν να παραταθούν ή να συντμηθούν. Οι νόμιμες προθεσμίες ξεκινούν να τρέχουν κατά τον χρόνο που ορίζει ο τυπικός νόμος. Δύο είναι τα είδη των νόμιμων προθεσμιών: οι προθεσμίες πριν από την παρέλευση των οποίων πρέπει να εκτελεστεί μια πράξη και οι προθεσμίες μετά τις οποίες μπορεί να εκτελεστεί μια πράξη. Οι νόμιμες προθεσμίες περιλαμβάνουν τις προθεσμίες κατάθεσης ένδικων μέσων, λ.χ. τις προθεσμίες κατάθεσης έφεσης ή προσφυγής.

Οι δικαστικές προθεσμίες ορίζονται ομοίως ως αποσβεστικές προθεσμίες, αλλά τάσσονται από το δικαστήριο ή από δικαστή. Οι δικαστικές προθεσμίες μπορούν να παραταθούν ή να συντμηθούν, μόνο όμως για σπουδαίο λόγο και έπειτα από αίτηση που κατατέθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας, ακόμη και χωρίς την ακρόαση του αντιδίκου. Οι εν λόγω προθεσμίες ξεκινούν να τρέχουν από την έκδοση της σχετικής απόφασης ή διαταγής όταν ο κώδικας πολιτικής δικονομίας ορίζει αυτεπάγγελτη επίδοση, η προθεσμία ξεκινά να τρέχει με την επίδοση της απόφασης ή της διαταγής. Στις δικαστικές προθεσμίες περιλαμβάνονται ιδίως οι προθεσμίες για τη θεραπεία προβλημάτων που αφορούν την ικανότητα διαδίκου ή την ικανότητα δικαστικής παράστασης και οι προθεσμίες για την αποκατάσταση τυπικών ελαττωμάτων έφεσης ή προσφυγής.

Οι συμβατικές προθεσμίες, όπως υποδηλώνει ο όρος, ορίζονται με συμφωνία των διαδίκων. Τυπικό παράδειγμα συνιστά η αναστολή της διαδικασίας έπειτα από κοινό αίτημα των διαδίκων. Εάν οι διάδικοι καταθέσουν τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο μπορεί (αλλά δεν είναι υποχρεωμένο) να αναστείλει τη διαδικασία. Η εφαρμογή των προθεσμιών αυτού του είδους εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση των διαδίκων.

Οι ενδεικτικές προθεσμίες κατά κανόνα απευθύνονται στις δικαστικές αρχές (δικαστήρια), όχι στους διαδίκους. Η μη τήρησή τους δεν συνεπάγεται δυσμενείς δικονομικές συνέπειες. Βασικός τους σκοπός είναι η εφαρμογή της αρχής της ταχύτητας της διαδικασίας. Παράδειγμα τέτοιας προθεσμίας είναι η προθεσμία που τάσσεται στο δικαστήριο για να συντάξει το σκεπτικό απόφασης.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Δυνάμει του νόμου της 18ης Ιανουαρίου 1951 για τις εξαιρετέες ημέρες, ισχύουν οι εξής εκ του νόμου εξαιρετέες ημέρες:

  • όλες οι Κυριακές (τα Σάββατα δεν αποτελούν εκ του νόμου εξαιρετέες ημέρες),
  • 1 Ιανουαρίου - Πρωτοχρονιά,
  • 6 Ιανουαρίου - Άγια Θεοφάνια,
  • Κυριακή του Πάσχα,
  • Δευτέρα του Πάσχα,
  • 1 Μαΐου - επίσημη αργία,
  • 3 Μαΐου - εθνική εορτή της τρίτης Μαΐου,
  • Κυριακή της Πεντηκοστής,
  • της Αγίας Δωρεάς,
  • 15 Αυγούστου - Κοίμηση της Θεοτόκου,
  • 1 Νοεμβρίου - Ημέρα των Αγίων Πάντων,
  • 11 Νοεμβρίου - εθνική εορτή - ημέρα ανεξαρτησίας,
  • 25 Δεκεμβρίου - Χριστούγεννα,
  • 26 Δεκεμβρίου - Επομένη των Χριστουγέννων.

Το 2017 Κυριακή του Πάσχα είναι η 16η Απριλίου, Δευτέρα του Πάσχα είναι η 17η Απριλίου, Κυριακή της Πεντηκοστής είναι η 4η Ιουνίου και η εορτή της Αγίας Δωρεάς είναι η 15η Ιουνίου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Στο αστικό δίκαιο, ο όρος «προθεσμία» χρησιμοποιείται με δύο έννοιες. Μπορεί να αναφέρεται σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο (λ.χ., 5 Απριλίου 2017) ή σε συγκεκριμένο διάστημα με αρχή και τέλος (λ.χ., 14 ημέρες).

Όταν ορίζεται καταληκτική προθεσμία (ημερομηνία έως την οποία πρέπει να γίνει κάτι), το κρίσιμο στοιχείο είναι ο ακριβής χρόνος λήξης της. Οι προθεσμίες δεν είναι υποχρεωτικό να προσδιορίζονται κατά ημέρες, ωστόσο πρέπει να προσδιορίζονται βάσει της επέλευσης ορισμένου γεγονότος το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προβλέπουν ότι θα επέλθει σε μια συγκεκριμένη περίσταση.

Οι δικονομικές προθεσμίες προσδιορίζονται με τη χρήση μονάδων χρόνου, όπως η ημέρα, η εβδομάδα, ο μήνας ή το έτος. Βάσει του άρθρου 165 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, στις περιπτώσεις που τυπικός νόμος, δικαστική απόφαση, απόφαση άλλης κρατικής αρχής ή άλλη νομική πράξη τάσσει προθεσμία χωρίς να προσδιορίζει τον τρόπο υπολογισμού της, η μέθοδος υπολογισμού των προθεσμιών στις αστικές δίκες ρυθμίζεται από τις διατάξεις του αστικού κώδικα σχετικά με τις προθεσμίες (άρθρο 110 του αστικού κώδικα). Η ταχυδρόμηση δικογράφου μέσω των πολωνικών ταχυδρομείων ή ταχυδρομικού γραφείου παρόχου καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισοδυναμεί με κατάθεση του εν λόγω δικογράφου στο δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει για την κατάθεση εγγράφου από στρατιώτη στα κεντρικά γραφεία της μονάδας του, για την κατάθεση εγγράφου από πρόσωπο που στερείται την ελευθερία του στη διοίκηση του σωφρονιστικού καταστήματος στο οποίο κρατείται και για την κατάθεση εγγράφου από μέλος του πληρώματος πολωνικού ποντοπόρου πλοίου στον καπετάνιο του εν λόγω πλοίου.

Η ημέρα έχει 24 ώρες, και αρχίζει και λήγει στις 24:00. Προθεσμία που προσδιορίζεται σε ημέρες εκπνέει στο τέλος της τελευταίας ημέρας. Προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη εκπνέει στο τέλος της αντίστοιχης ημέρας, κατ' όνομα ή αριθμό, με την πρώτη ημέρα της προθεσμίας ή, αν ο τελευταίος μήνας δεν έχει τέτοια ημέρα, την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα. Εάν προθεσμία προσδιορίζεται με βάση την έναρξη, το μέσο ή το τέλος ενός μήνα, νοούνται η πρώτη, η δέκατη πέμπτη ή η τελευταία ημέρα του μήνα, ενώ ο μισός μήνας αντιστοιχεί σε 15 ημέρες. Εάν προθεσμία προσδιορίζεται σε μήνες ή έτη και δεν απαιτείται να είναι συναπτά, ο μήνας θεωρείται ότι έχει 30 ημέρες και το έτος 365 ημέρες. Εάν το τέλος της προθεσμίας εκτέλεσης μιας πράξης συμπίπτει με εκ του νόμου εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, η προθεσμία λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα που δεν είναι εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Εάν η έναρξη προθεσμίας που προσδιορίζεται σε ημέρες εξαρτάται από συγκεκριμένο γεγονός, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία. Για παράδειγμα, εάν το δικαστήριο προέβη σε κοινοποίηση στον διάδικο με την οποία τον κάλεσε, στις 11 Ιανουαρίου 2017, να εκτελέσει μια συγκεκριμένη πράξη εντός προθεσμίας επτά ημερών, η εν λόγω προθεσμία έληξε τα μεσάνυχτα (24.00) της 18ης Ιανουαρίου 2017.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Το δικαστήριο μπορεί να πραγματοποιήσει κοινοποίηση με διάφορους τρόπους: μέσω ταχυδρομείου, με δικαστικό επιμελητή, με κλητήρα ή μέσω της υπηρεσίας επιδόσεων του δικαστηρίου. Η επίδοση στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί με την παράδοση του εγγράφου για τον παραλήπτη στη γραμματεία του δικαστηρίου. Στο μέτρο που η επίδοση έχει πραγματοποιηθεί νόμιμα, όλες οι εν λόγω μέθοδοι είναι εξίσου έγκυρες, ενώ η μέθοδος που επιλέγεται δεν επηρεάζει την πορεία των προθεσμιών.

Από τις 8 Σεπτεμβρίου 2016, η νομοθεσία παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να προβαίνει σε επιδόσεις μέσω ενός συστήματος διαβίβασης δεδομένων, εφόσον το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται έχει καταθέσει έγγραφα μέσω του εν λόγω συστήματος ή έχει επιλέξει τον εν λόγω τρόπο. Παραλήπτης που έχει επιλέξει να καταθέτει έγγραφα μέσω συστήματος διαβίβασης δεδομένων μπορεί να αυτοεξαιρεθεί από την ηλεκτρονική επίδοση.

Έγγραφο που επιδίδεται με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι έχει επιδοθεί την ημερομηνία που προσδιορίζεται στην ηλεκτρονική πιστοποίηση της παραλαβής της αλληλογραφίας, ακόμη κι αν η εν λόγω ημερομηνία είναι εκ του νόμου εξαιρετέα ημέρα. Η παραλαβή της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας σε νυκτερινή ώρα δεν θίγει το κύρος της επίδοσης. Ελλείψει ηλεκτρονικής πιστοποίησης της παραλαβής της αλληλογραφίας, η επίδοση θεωρείται ότι αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της 14 ημέρες μετά την ημερομηνία ανάρτησης του εγγράφου στο σύστημα διαβίβασης δεδομένων. Οι ανωτέρω κανόνες επιβάλλουν στους διαδίκους να ελέγχουν τον ηλεκτρονικό τους λογαριασμό τουλάχιστον κάθε 14 ημέρες.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη προθεσμίας που προσδιορίζεται σε ημέρες, η ημέρα επέλευσής του δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες προσδιορίζονται σε ημερολογιακές ημέρες. Εάν η προθεσμία εκτέλεσης μιας διαδικαστικής πράξης λήγει σε εκ του νόμου εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, η προθεσμία λήγει την επόμενη ημέρα που δεν είναι εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη εκπνέει στο τέλος της αντίστοιχης ημέρας, κατ’ όνομα ή αριθμό, με την πρώτη ημέρα της προθεσμίας ή, εάν ο τελευταίος μήνας δεν έχει τέτοια ημέρα, την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα.

Εάν προθεσμία προσδιορίζεται με βάση την έναρξη, το μέσο ή το τέλος ενός μήνα, εννοούνται η πρώτη, η δέκατη πέμπτη ή η τελευταία ημέρα του μήνα. Ο μισός μήνας αντιστοιχεί σε 15 ημέρες.

Εάν προθεσμία προσδιορίζεται σε μήνες ή έτη και δεν απαιτείται να είναι συναπτά, ο μήνας θεωρείται ότι έχει 30 ημέρες και το έτος 365 ημέρες.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη εκπνέει στο τέλος της αντίστοιχης ημέρας, κατ’ όνομα ή αριθμό, με την πρώτη ημέρα της προθεσμίας ή, εάν ο τελευταίος μήνας δεν έχει τέτοια ημέρα, την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα.

Εάν προθεσμία προσδιορίζεται με βάση την έναρξη, το μέσο ή το τέλος ενός μήνα, εννοούνται η πρώτη, η δέκατη πέμπτη ή η τελευταία ημέρα του μήνα. Ο μισός μήνας αντιστοιχεί σε 15 ημέρες.

Εάν προθεσμία προσδιορίζεται σε μήνες ή έτη και δεν απαιτείται να είναι συναπτά, ο μήνας θεωρείται ότι έχει 30 ημέρες και το έτος 365 ημέρες.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Εάν το τέλος της προθεσμίας εκτέλεσης μιας πράξης συμπίπτει με εκ του νόμου εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, η προθεσμία λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα που δεν είναι εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Μόνο οι δικαστικές προθεσμίες, δηλαδή οι προθεσμίες που τάσσει το δικαστήριο ή ο πρόεδρός του, μπορούν να παραταθούν ή να συντμηθούν. Απόφαση παράτασης ή σύντμησης μιας προθεσμίας μπορεί να ληφθεί από το δικαστήριο ή τον πρόεδρο του δικαστηρίου, μόνο όμως για σπουδαίους λόγους, ενώ η αξιολόγηση των λόγων εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια.

Προθεσμία μπορεί να παραταθεί ή να συντμηθεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου, προσώπου που μετέχει σε εκουσία διαδικασία, παρεμβαίνοντα, εισαγγελέα, επιθεωρητή εργασίας, του συνηγόρου του καταναλωτή, μη κυβερνητικής οργάνωσης, πραγματογνώμονα που έχει διορίσει το δικαστήριο ή μάρτυρα, εάν η προθεσμία αφορά τις πράξεις τους. Τέτοια απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή δικαστή.

Η αίτηση πρέπει να κατατεθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας της οποίας ζητείται η παράταση ή η σύντμηση.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας της Πολωνίας ορίζει νόμιμες δικονομικές προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων ανάλογα με το είδος της δικαστικής απόφασης [απόφαση (wyrok), διαταγή επί της ουσίας της υπόθεσης σε εκουσία διαδικασία (postanowienie co do istoty sprawy w postępowaniu nieprocesowym), απόφαση που εκδόθηκε ερήμην (wyrok zaoczny), διαταγή πληρωμής σε διαδικασία βάσει εντολής πληρωμής (nakaz zapłaty w postępowaniu upominawczym), διαταγή πληρωμής σε διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής (nakaz zapłaty w postępowaniu nakazowym) και διαταγή (postanowienie)]. Συγκεκριμένα, προβλέπονται οι εξής νόμιμες προθεσμίες:

  • αποφάσεις και διαταγές επί της ουσίας της υπόθεσης στην εκουσία διαδικασία: το σκεπτικό καταρτίζεται εγγράφως έπειτα από αίτηση του διαδίκου για επίδοση της απόφασης και του σκεπτικού της, η οποία κατατίθεται εντός μίας εβδομάδας από την ημερομηνία απαγγελίας του διατακτικού της απόφασης. Σε δύο περιπτώσεις (αν διάδικος που ενεργεί χωρίς δικηγόρο, νομικό σύμβουλο ή πράκτορα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης επειδή στερούνταν την ελευθερία του και αν η απόφαση απαγγέλθηκε σε συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών), η εν λόγω προθεσμία της μίας εβδομάδας αρχίζει από την επίδοση του διατακτικού της απόφασης. Έφεση μπορεί να κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της απόφασης και του σκεπτικού της στον εφεσιβάλλοντα. Αν ο διάδικος δεν ζήτησε, εντός μίας εβδομάδας από την ημερομηνία απαγγελίας του διατακτικού της απόφασης, να του επιδοθεί η απόφαση και το σκεπτικό της, η προθεσμία κατάθεσης της έφεσης αρχίζει να τρέχει από την ημέρα λήξης της προθεσμίας υποβολής της εν λόγω αίτησης
  • διαταγές: η προθεσμία κατάθεσης προσφυγής είναι μία εβδομάδα και αρχίζει να τρέχει από την επίδοση της διαταγής ή, αν ο διάδικος δεν ζήτησε εμπρόθεσμα την επίδοση της διαταγής που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο, από την απαγγελία της διαταγής
  • αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην του εναγομένου: ο εναγόμενος που ερημοδικάστηκε μπορεί να ασκήσει ανακοπή εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της απόφασης
  • αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην του ενάγοντα: το δικαστήριο παραθέτει το σκεπτικό της απόφασης που εξέδωσε ερήμην αν η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ή εν μέρει και αν ο ενάγων είχε ζητήσει να του κοινοποιηθεί το σκεπτικό της απόφασης εντός μίας εβδομάδας από την επίδοση της απόφασης ή αν ο ενάγων δεν είχε καταθέσει τέτοιο αίτημα αλλά άσκησε έφεση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας
  • διαταγές πληρωμής βάσει εντολής πληρωμής: ο καθ’ ου οφείλει, βάσει της διαταγής πληρωμής, είτε να ικανοποιήσει την αξίωση στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, είτε να καταθέσει ανακοπή εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της διαταγής
  • διαταγές πληρωμής σε διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής: με την έκδοση της διαταγής πληρωμής, το δικαστήριο ορίζει ότι ο καθ’ ου οφείλει είτε να ικανοποιήσει την αξίωση στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία της επίδοσης της διαταγής είτε να ασκήσει ανακοπή εντός της ίδιας προθεσμίας.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Οι μάρτυρες και οι διάδικοι βαρύνονται με την απόλυτη υποχρέωση να εμφανιστούν στο δικαστήριο. Οι μάρτυρες πρέπει να εμφανιστούν στο δικαστήριο ακόμη και αν δεν γνωρίζουν τις περιστάσεις της υπόθεσης ή έχουν ήδη αποφασίσει να ασκήσουν το δικαίωμά τους να αρνηθούν να καταθέσουν. Οι μάρτυρες πρέπει να δικαιολογήσουν εγγράφως την τυχόν απουσία τους πριν από την ημερομηνία της συζήτησης. Η μεταγενέστερη παράθεση λόγων που δικαιολογούν τη μη εμφάνιση στο δικαστήριο δεν αποτρέπει την επιβολή προστίμου στον μάρτυρα από το δικαστήριο κατά τη συζήτηση. Οι μάρτυρες πρέπει να επισυνάψουν στο έγγραφο δικαιολόγησης της απουσίας τους σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Η μη εμφάνιση μάρτυρα στο δικαστήριο μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω ασθένειας, σημαντικού επαγγελματικού ταξιδιού ή σοβαρού απρόβλεπτου περιστατικού. Όταν γίνεται επίκληση ασθένειας για τη μη εμφάνιση μάρτυρα που έχει κλητευθεί, πρέπει να υποβληθεί πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα στο δικαστήριο το οποίο να έχει εκδοθεί από εξουσιοδοτημένο ιατρό. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο θα ορίσει άλλη ημερομηνία εμφάνισης στο ακροατήριο.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Οι διάδικοι και οι μάρτυρες υπόκεινται στους κανόνες της πολιτικής δικονομίας που εφαρμόζει η δικαστική αρχή (δικαστήριο).

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Διαδικαστική πράξη που διενεργεί διάδικος μετά τη λήξη της προθεσμίας είναι άκυρη. Η εν λόγω αρχή ισχύει τόσο για τις νόμιμες όσο και τις δικαστικές προθεσμίες. Η ακυρότητα διαδικαστικής πράξης έχει την έννοια ότι πράξη που διενεργήθηκε εκπρόθεσμα δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα που της προσδίδει η νομοθεσία. Διαδικαστική πράξη που διενεργήθηκε εκπρόθεσμα είναι άκυρη ακόμη κι αν το δικαστήριο δεν έχει ακόμη εκδώσει την απόφασή του που υπαγορεύεται από τη λήξη της προθεσμίας.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Σε περίπτωση παρέλευσης μιας προθεσμίας, ο διάδικος μπορεί να ζητήσει την επαναφορά της ή την επανάληψη της διαδικασίας.

Εάν ο διάδικος έχει απολέσει την προθεσμία διενέργειας διαδικαστικής πράξης χωρίς δική του υπαιτιότητα, το δικαστήριο θα επαναφέρει την προθεσμία κατόπιν αίτησης του διαδίκου. Ωστόσο, επαναφορά της προθεσμίας δεν είναι δυνατή αν η μη τήρηση της προθεσμίας δεν συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον διάδικο. Δικόγραφο με αίτηση επαναφοράς της προθεσμίας πρέπει να κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο επρόκειτο να διενεργηθεί η πράξη το αργότερο μία εβδομάδα αφότου παρήλθε ο λόγος της μη τήρησης της προθεσμίας. Στο δικόγραφο πρέπει να τεκμηριώνονται οι περιστάσεις που δικαιολογούν την αίτηση επαναφοράς. Ο διάδικος πρέπει να διενεργήσει τη διαδικαστική πράξη ταυτόχρονα με την κατάθεση της αίτησης. Εάν έχει παρέλθει ένα έτος από την εκπνοή της προθεσμίας, η επαναφορά της επιτρέπεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Επαναφορά της προθεσμίας έφεσης κατά απόφασης ακύρωσης γάμου ή διαζυγίου ή κατά απόφασης που αναγνωρίζει το ανυπόστατο γάμου δεν γίνεται δεκτή αν έστω και ένας από τους διαδίκους τέλεσε νέο γάμο αφότου κατέστη αμετάκλητη η απόφαση. Το δικαστήριο απορρίπτει αίτηση επαναφοράς προθεσμίας που κατατίθεται εκπρόθεσμα ή που είναι απαράδεκτη βάσει της νομοθεσίας. Η κατάθεση αίτησης επαναφοράς προθεσμίας δεν αναστέλλει τη διαδικασία ή την εκτέλεση της απόφασης. Το δικαστήριο μπορεί, ωστόσο, ανάλογα με τις περιστάσεις, να αναστείλει τη διαδικασία ή την εκτέλεση της απόφασης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, το δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει αμέσως στην εκδίκαση της υπόθεσης.

Η επανάληψη της διαδικασίας επιτρέπει την εκ νέου εκδίκαση μιας υπόθεσης που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση. Η προσφυγή με αίτημα την επανάληψη της διαδικασίας συχνά χαρακτηρίζεται ως έκτακτο ένδικο μέσο, που χρησιμοποιείται για την προσβολή αμετάκλητων αποφάσεων, σε αντίθεση με τα τακτικά ένδικα μέσα (που χρησιμοποιούνται για την προσβολή μη αμετάκλητων αποφάσεων). Επανάληψη της διαδικασίας μπορεί να ζητηθεί: για τον λόγο ότι η απόφαση βασίστηκε σε πλαστογραφημένο ή παραποιημένο έγγραφο ή σε ποινική καταδικαστική απόφαση που στη συνέχεια ανατράπηκε, ή για τον λόγο ότι η απόφαση εκδόθηκε ως αποτέλεσμα εγκληματικής πράξης. Επανάληψη της διαδικασίας μπορεί να ζητηθεί επίσης: αν έγινε μεταγενέστερα γνωστή άλλη αμετάκλητη απόφαση που αφορά την ίδια έννομη σχέση, ή αν έγιναν γνωστά αποδεικτικά στοιχεία ή πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση της υπόθεσης και τα οποία δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο διάδικος στην προηγούμενη δίκη αν το περιεχόμενο της απόφασης επηρεάστηκε από απόφαση που δεν περάτωνε τη διαδικασία της υπόθεσης και η οποία εκδόθηκε βάσει κανονιστικής πράξης που κηρύχθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο αντίθετη στο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣύνταγμα, σε επικυρωμένη διεθνή συνθήκη ή σε τυπικό νόμο (ακυρώνεται ή τροποποιείται σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Επανάληψη της διαδικασίας δεν μπορεί να ζητηθεί αν έχουν παρέλθει δέκα έτη αφότου κατέστη αμετάκλητη η απόφαση, εκτός αν ο διάδικος δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει ή δεν είχε εκπροσωπηθεί δεόντως.

Τελευταία επικαιροποίηση: 27/06/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Πορτογαλία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Στην έννομη τάξη, ο χρόνος έχει επιπτώσεις. Στις αστικές υποθέσεις, οι νομικές καταστάσεις επηρεάζονται και διέπονται από δύο διαφορετικά είδη προθεσμιών: προθεσμίες αστικού δικαίου και δικονομικές προθεσμίες. Οι προθεσμίες υπόκεινται σε κανόνες και μεθόδους υπολογισμού που εξαρτώνται από το κατά πόσον πρόκειται για προθεσμίες ουσιαστικού δικαίου ή για δικονομικές προθεσμίες.

Εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά, οι θεσπιζόμενες από τον νόμο προθεσμίες είναι αστικού δικαίου.

Όσον αφορά τις προθεσμίες σε αστικές υποθέσεις, στην πορτογαλική νομοθεσία αναφέρονται ρητά η παραγραφή, η αποσβεστική προθεσμία και η αποδυνάμωση δικαιώματος (άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα).

Το δικαίωμα επίκλησης της παραγραφής προκύπτει όταν ο δικαιούχος ενός συγκεκριμένου δικαιώματος δεν το άσκησε κατά τη διάρκεια μιας προθεσμίας που προβλέπεται από τον νόμο, υπό την προϋπόθεση το ότι δικαίωμα αυτό ασκείται ελεύθερα από τον δικαιούχο και δεν απαγορεύεται η άσκησή του από τον νόμο. Η σημασία της βεβαιότητας και της ασφάλειας των εννόμων σχέσεων επιβεβαιώνεται με την πρόβλεψη να μην εκκρεμεί η άσκηση των δικαιωμάτων για αόριστο χρόνο. Την παραγραφή επικαλείται ο έχων έννομο συμφέρον η παραγραφή δεν δύναται να προβληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Η αποσβεστική προθεσμία συνεπάγεται κατά κυριολεξία την παύση, χωρίς αναδρομική ισχύ, ενός δικαιώματος ή μιας νομικής κατάστασης μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας.

Εάν οι οριζόμενες προθεσμίες αφορούν θέματα που δεν εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων, η λήξη της προθεσμίας εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και μπορεί να προβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εάν συμφωνηθούν προθεσμίες σε θέματα που εμπίπτουν στη ευχέρεια των διαδίκων, πρέπει να γίνει επίκλησή τους εντός ή εκτός δικαστηρίου, ούτως ώστε να παράγουν έννομες συνέπειες.

Η αποδυνάμωση δικαιώματος συνίσταται στη μη άσκηση του δικαιώματος, εν όλω ή εν μέρει, ήτοι τη μη απόλαυση της ωφέλειας ή των οικονομικών πλεονεκτημάτων, κατά τη διάρκεια περιόδου που καθορίζεται από τον νόμο. Συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος.

Η αποδυνάμωση δικαιώματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Οι δικονομικές προθεσμίες θεσπίζονται από τον νόμο για να παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα στο πλαίσιο μιας διαδικασίας (παραδείγματος χάρη, προθεσμία άσκησης αγωγής ή ενδίκου μέσου) και διακρίνονται σε αναβλητικές ή επιτακτικές.

Οι αναβλητικές προθεσμίες μεταθέτουν, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας πράξης ή το χρονικό σημείο έναρξης μιας άλλης προθεσμίας.

Σε περίπτωση που η επιτακτική προθεσμία έπεται της αναβλητικής, τα δύο χρονικά διαστήματα συνυπολογίζονται.

Μια δικονομική προθεσμία μπορεί να θεσπιστεί από τον νόμο ή να καθορισθεί από το δικαστήριο.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Δυνάμει του παραπάνω κανονισμού, ως επίσημες αργίες στην Πορτογαλία καθιερώνονται οι εξής ημερομηνίες:

Η 1η Ιανουαρίου, η Μεγάλη Παρασκευή, η 25η Απριλίου, η 1η Μαΐου, η 10η Ιουνίου, η 15η Αυγούστου, η 8η και η 25η Δεκεμβρίου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Ο γενικός κανόνας στην πορτογαλική πολιτική δικονομία προβλέπει ότι, ελλείψει ειδικής διάταξης, η προθεσμία των διαδίκων να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη ή διαδικασία, αίτηση ακυρώσεως, υποβολή πρόσθετων ισχυρισμών ή άσκηση οποιουδήποτε δικονομικού δικαιώματος, ανέρχεται σε δέκα (10) ημέρες η προθεσμία του αντιδίκου να απαντήσει στους ισχυρισμούς είναι επίσης δέκα (10) ημέρες (άρθρο 149 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι η προθεσμία για οποιαδήποτε απάντηση αρχίζει από την ημερομηνία επιδόσεως της συγκεκριμένης πράξης (άρθρο 149 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Οι κοινοποιήσεις προς τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας γίνονται προς τους νόμιμους εκπροσώπους τους.

Όταν η κοινοποίηση στοχεύει να κληθεί ένας διάδικος να παραστεί αυτοπροσώπως, πέραν της κοινοποίησης προς το νόμιμο εκπρόσωπό του, αποστέλλεται και στον ίδιο κοινοποίηση με συστημένη επιστολή, στην οποία αναφέρεται η ημερομηνία, ο τόπος και ο σκοπός της εμφάνισης.

Η κοινοποίηση προς στους νόμιμους εκπροσώπους γίνεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου [για περαιτέρω διευκρινίσεις, βλ. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο εκτελεστικό διάταγμα (Portaria) αριθ. 280/13 της 26ης Αυγούστου 2013], και το ηλεκτρονικό σύστημα επιβεβαιώνει την ημερομηνία της κοινοποίησης, τεκμαίρεται δε ότι η κοινοποίηση έλαβε χώρα την τρίτη ημέρα από τη σύνταξή της ή την πρώτη εργάσιμη μέρα μετά την ημερομηνία αυτή, σε περίπτωση που δεν είναι εργάσιμη.

Η επίδοση με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής θεωρείται ότι έγινε κατά την ημέρα υπογραφής της απόδειξης παραλαβής και ότι κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη, ακόμη και εάν η απόδειξη παραλαβής υπογράφηκε από τρίτο πρόσωπο, θεωρείται δε, εκτός εάν υπάρχει απόδειξη για το αντίθετο, ότι η επιστολή επιδόθηκε αμελλητί στον παραλήπτη (άρθρο 230 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σε περίπτωση διαδικασιών για την εκπλήρωση χρηματικών υποχρεώσεων που απορρέουν από γραπτές συμβάσεις, σύμφωνα με τις οποίες τα μέρη έχουν επιλέξει τόπο επιδόσεων, η κοινοποίηση ή η επίδοση γίνεται με ταχυδρομική αποστολή στη διεύθυνση που έχουν επιλέξει τα μέρη, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία της ένδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τα 30 000,00 ευρώ ή, σε περίπτωση που η αξία της ένδικης διαφοράς υπερβαίνει το ποσό αυτό, όταν υπάρχει υποχρέωση συνεχιζόμενης παροχής αγαθών ή υπηρεσιών. Σε περίπτωση που ο παραλήπτης αρνηθεί να υπογράψει το αποδεικτικό παραλαβής ή να παραλάβει την επιστολή, ο ταχυδρομικός υπάλληλος συντάσσει αναφορά του περιστατικού πριν από την επιστροφή της επιστολής, συνεπώς η επίδοση θεωρείται ότι έχει γίνει με βάση την καταγραφή του περιστατικού. Το γεγονός από το οποίο ξεκινά η προθεσμία είναι η ημερομηνία κατά την οποία καταγράφεται το περιστατικό.

Εάν η επιστολή επιστράφηκε διότι ο παραλήπτης δεν την παρέλαβε από την ταχυδρομική υπηρεσία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή εάν άλλο πρόσωπο από εκείνο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση αρνηθεί να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής ή να παραλάβει την επιστολή, η επίδοση επαναλαμβάνεται και αποστέλλεται άλλη συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής στο πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση. Στην περίπτωση αυτή, η επιστολή -με τήρηση των επίσημων διατυπώσεων- παραδίδεται μαζί με αντίγραφο όλων των υποχρεωτικών στοιχείων. Ο ταχυδρομικός υπάλληλος οφείλει να καταχωρήσει την ημερομηνία και τον ακριβή τόπο παράδοσης της επιστολής και να διαβιβάσει αμέσως την έκθεση επιδόσεως στο δικαστήριο. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η τοποθέτηση της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, ο ταχυδρομικός υπάλληλος αφήνει ειδοποίηση στον παραλήπτη. Σε αυτή την περίπτωση, θεωρείται ότι έγινε επίδοση κατά την ημερομηνία που καταχωρίστηκε από τον ταχυδρομικό υπάλληλο ή εάν ο υπάλληλος άφησε ειδοποίηση, κατά την όγδοη μέρα μετά την ημερομηνία αυτή (ο παραλήπτης ενημερώνεται σχετικά, με την πιο πρόσφατη επιστολή που του έχει αποσταλεί). Από αυτή η χρονική στιγμή αρχίζει η δικονομική προθεσμία που είχε ως εναρκτήριο γεγονός την επίδοση.

Όταν η επίδοση γίνεται μέσω νομίμου αντιπροσώπου, δικαστικού επιμελητή ή δικαστικού υπαλλήλου, η προθεσμία αρχίζει από το χρονικό σημείο υπογραφής της απόδειξης παραλαβής από το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση.

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει παρέκταση (πρόσθετη περίοδος που θεσπίζεται από τον νομοθέτη) λόγω γεωγραφικής απόστασης μεταξύ του τόπου της επίδοσης και του δικάζοντος δικαστηρίου ή λόγω του γεγονότος ότι η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε προσωπικά στο διάδικο μέρος. Στις περιπτώσεις αυτές το σημείο έναρξης της προθεσμίας τοποθετείται μετά τη λήξη της παρέκτασης της προθεσμίας.

Η επίδοση γίνεται μέσω δημόσιων ανακοινώσεων και δημοσιεύσεων όταν δεν είναι γνωστή η διεύθυνση του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, και ακολούθως δημοσιεύεται ανακοίνωση σε δημόσιο ιστότοπο (βλ. ανωτέρω το άρθρο 24 του εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 280/13, της 26ης Αυγούστου 2013). Στις περιπτώσεις αυτές, η επίδοση θεωρείται ότι έγινε κατά την ημέρα της δημοσίευσης της τελευταίας ανακοίνωσης Η παρεκταθείσα προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης. Η προθεσμία υποβολής μέσου άμυνας αρχίζει από τη λήξη της νόμιμης παράτασης της προθεσμίας.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Ναι. Βλέπε την απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Δεν συνεκτιμάται η ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η πράξη, το γεγονός, η απόφαση, η επίδοση ή η κοινοποίηση.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Η δικονομική προθεσμία που προβλέπεται στον νόμο ή καθορίστηκε από το δικαστήριο είναι συνεχής. Η προθεσμία αυτή ωστόσο αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εκτός εάν η διαδικαστική προθεσμία είναι ίση ή ανώτερη των έξι μηνών ή σε περίπτωση που αφορά σε διαδικαστικές πράξεις σε δίκες που από τον νόμο ορίζονται ως επείγουσες, εκτός εάν με δικαιολογημένη διάταξη και κατόπιν ακροάσεως των μερών, ο δικαστής αποφασίζει να αναστείλει τη διαδικαστική προθεσμία. Εάν η προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης λήγει κατά την ημέρα που τα δικαστήρια είναι κλειστά, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Οι δικαστικές διακοπές διαρκούν από τις 22 Δεκεμβρίου έως την 3η Ιανουαρίου, από την Κυριακή των Βαΐων έως τη Δευτέρα του Πάσχα και από την 16η Ιουλίου έως την 31η Αυγούστου.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά μήνες ή έτη, το εναρκτήριο γεγονός καθορίζεται την ίδια ημέρα, ήτοι η περίοδος ξεκινά από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία της επίδοσης, κοινοποίησης ή του σχετικού εναρκτήριου γεγονότος.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Ο υπολογισμός της λήξης της προθεσμίας που προσδιορίζεται σε ημέρες γίνεται με την πρόσθεση του αριθμού των ημερών στην ημέρα του εναρκτήριου γεγονότος, όπως περιγράφεται στην απάντηση της ενότητας β) της παρούσας ερώτησης.

Σε περίπτωση που η προθεσμία προσδιορίζεται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη και ξεκινά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία, λήγει την 24.00 ώρα της αντίστοιχης ημέρας της τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντίστοιχη ημέρα στον τελευταίο μήνα, η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα (άρθρο 279 στοιχείο γ) του Αστικού Κώδικα).

Εφόσον οι Κυριακή και οι αργίες θεωρούνται δικαστικές διακοπές, σε περίπτωση λήξης προθεσμίας ημέρα Κυριακή ή κατά τις αργίες, η ημερομηνία λήξης μετατίθεται στην πρώτη εργάσιμη μέρα που ακολουθεί, εάν πρέπει να λάβει χώρα δικάσιμος για την επίδικη πράξη.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Τα δικαστήρια λειτουργούν μόνο τις εργάσιμες ημέρες.

Ο κανόνας για τον υπολογισμό όλων των δικονομικών προθεσμιών είναι ότι η λήξη της προθεσμίας για τη διεξαγωγή της δικονομικής πράξης παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα εφόσον συμπίπτει με ημέρα που τα δικαστήρια είναι κλειστά.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Οι νόμιμες δικονομικές προθεσμίες μπορούν να παραταθούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο. Επιτρέπεται η παράταση της προθεσμίας άπαξ και για την ίδια χρονική περίοδο, κατόπιν συμφωνίας των μερών (άρθρο 141 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 30 ημέρες από την επίδοση της απόφασης και 15 ημέρες σε επείγουσες περιπτώσεις και στις περιπτώσεις που προβλέπονται Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροστο άρθρο 644 παράγραφος 2 και Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο στο άρθρο 677 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Εάν ένας διάδικος ερημοδικεί και δεν μπορεί να του γίνει η επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 249 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η προθεσμία άσκησης της έφεσης αρχίζει με τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός εάν ο διάδικος παύσει να ερημοδικεί πριν από την εκπνοή της περιόδου. Σε αυτή την περίπτωση, η απόφαση ή η εντολή πρέπει να κοινοποιηθεί στα μέρη και η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης αρχίζει την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης.

Σε περίπτωση προφορικής διαταγής ή αποφάσεων που δημοσιεύονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία της επίδοσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος είχε παραστεί ή είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο.

Σε περίπτωση που δεν απαιτείται κοινοποίηση, εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται ανωτέρω, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία το διάδικο μέρος έλαβε γνώση της απόφασης.

Εντός της ιδίας προθεσμίας που ισχύει και για την άσκηση της έφεσης, ο εφεσίβλητος μπορεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς του εκκαλούντος.

Ο εφεσίβλητος μπορεί να αμφισβητήσει την τήρηση της προθεσμίας υποβολής της έφεσης, καθώς και τη νομιμοποίηση του εκκαλούντος.

Σε περίπτωση που σκοπός της έφεσης είναι η επανεκτίμηση των καταχωρισμένων αποδεικτικών στοιχείων, η προθεσμία για την άσκηση και την άμυνα κατά της έφεσης αυξάνεται κατά 10 εργάσιμες ημέρες.

Σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος αιτηθεί τη διεύρυνση του αντικειμένου της έφεσης, ο εκκαλών μπορεί να απαντήσει εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης.

Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι εκκαλούντες ή περισσότεροι εφεσίβλητοι, ακόμη και εάν εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους, κάθε αίτηση που κατατίθεται υπάγεται σε ξεχωριστή προθεσμία. Η γραμματεία του δικαστηρίου είναι αρμόδια να διασφαλίζει ότι όλες οι υποθέσεις εισάγονται προς εκδίκαση εντός των προθεσμιών που ορίζονται από τον νόμο.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Οι νόμιμες προθεσμίες δεν μπορούν να συντμηθούν.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Ο εναγόμενος στον οποίο έχει επιδοθεί η αγωγή διαθέτει συγκεκριμένη προθεσμία για να αμυνθεί κατά της αγωγής. Η συγκεκριμένη προθεσμία μπορεί να επεκταθεί όταν η αγωγή έχει επιδοθεί εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η διαδικασία. Η επέκταση της προθεσμίας άμυνας κατά της αγωγής εξαρτάται από τον τόπο της επίδοσης της αγωγής (εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η διαδικασία) και όχι από τον τόπο κατοικίας του διαδίκου προς τον οποίο πραγματοποιείται η επίδοση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(άρθρο 245 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η λήξη της επιτακτικής προθεσμίας συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος άσκησης αγωγής. Ωστόσο, η αγωγή μπορεί να ασκηθεί εκτός της ταχθείσας προθεσμίας σε περίπτωση δικαιολογημένου κωλύματος και, ανεξαρτήτως αυτής της αιτίας, μπορεί επίσης να ασκηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας, με άμεση καταβολή προστίμου σε περίπτωση μη υποβολής.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Η αγωγή μπορεί να ασκηθεί κατόπιν παρέλευσης της ταχθείσας προθεσμίας, όπως αναφέρεται στην απάντηση της ερώτησης 14, ήτοι ως αποτέλεσμα γεγονότος για το οποίο εκείνοι στους οποίους επιβλήθηκε η προθεσμία ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, δεν είχαν υπαιτιότητα και το οποίο εμπόδισε τη διενέργεια συγκεκριμένης πράξης εντός ορισμένης προθεσμίας. Στην περίπτωση αυτή, ο διάδικος που προβάλλει το κώλυμα φέρει και το βάρος να προσκομίσει εγκαίρως αποδεικτικά στοιχεία.

Ανεξαρτήτως δικαιολογημένου κωλύματος, η αγωγή μπορεί να ασκηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη λήξη της προθεσμίας, με καταβολή προστίμου, όπως σημειώθηκε ανωτέρω, και ο δικαστής μπορεί, κατ᾽ εξαίρεση, να αποφασίσει τη μείωση ή τη μη επιβολή του προστίμου σε περίπτωση σαφούς οικονομικής αδυναμίας καταβολής του οφειλόμενου ποσού ή σε περίπτωση που το ποσό θεωρηθεί δυσανάλογο, ιδίως σε αγωγές στις οποίες δεν απαιτείται ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου και η αγωγή έχει κατατεθεί από τα ίδια τα μέρη.

Περισσότερες πληροφορίες

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Ρουμανία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Από δικονομική άποψη, η προθεσμία μιας διαδικασίας, σύμφωνα με τον γενικό ορισμό, είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είναι υποχρεωτική ή αντιθέτως απαγορεύεται η διενέργεια συγκεκριμένων δικονομικών πράξεων. Διέπεται από τα άρθρα 180-186 του νόμου αριθ. 134/2010 (κώδικας πολιτικής δικονομίας), όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα (τέθηκε σε ισχύ στις 15 Φεβρουαρίου 2013).

Τα διάφορα είδη των προθεσμιών που ισχύουν στην αστική διαδικασία, κατατάσσονται βάσει του ορισμού τους σε νόμιμες, δικαστικές ή συμβατικές προθεσμίες (ανεξάρτητα από τη φύση τους). Νόμιμες προθεσμίες παραγραφής είναι όσες ρητά ορίζονται στον νόμο και είναι καταρχήν πάγιες, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι εφικτή η σύντμηση ή η παράτασή τους από τον δικαστή ή τους διαδίκους (επί παραδείγματι, η πενθήμερη προθεσμία επίδοσης της κλήσης). Κατ’ εξαίρεση, ο νόμος επιτρέπει την παράταση ή τη σύντμηση συγκεκριμένων νόμιμων προθεσμιών. Δικαστικές προθεσμίες είναι όσες ορίζονται από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση των υποθέσεων και αφορούν την εμφάνιση των διαδίκων, την ακρόαση των μαρτύρων, τη διαχείριση των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, δηλαδή των εγγράφων, των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης κ.ο.κ. Συμβατικές προθεσμίες είναι όσες προθεσμίες μπορούν να οριστούν από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της εκδίκασης των διαφορών και δεν προϋποθέτουν την έγκριση της δικαστικής αρχής.

Ανάλογα με το είδος τους, οι δικονομικές προθεσμίες διακρίνονται σε αποσβεστικές (δηλωτικές) και απαγορευτικές (με δυνατότητα αναβολής) οι πρώτες είναι οι προθεσμίες στις οποίες πρέπει να διενεργηθεί μια συγκεκριμένη δικονομική πράξη (επί παραδείγματι, οι προθεσμίες κατάθεσης ενός ενδίκου μέσου: έφεσης, δεύτερης έφεσης κ.ο.κ.), ενώ οι δεύτερες είναι οι προθεσμίες κατά τη διάρκεια των οποίων ο νόμος απαγορεύει τη διενέργεια δικονομικών πράξεων.

Ένα άλλο κριτήριο της κατάταξης των προθεσμιών είναι η κύρωση που επιβάλλεται σε περίπτωση μη τήρησής τους, και γίνεται διάκριση ανάμεσα σε απόλυτες και σχετικές προθεσμίες. Η μη τήρηση των απόλυτων προθεσμιών εν τέλει επηρεάζει το κύρος των δικονομικών πράξεων, ενώ η μη τήρηση των σχετικών προθεσμιών, ακόμη κι αν δεν επιφέρει κατ’ ανάγκη την ακύρωση των δικονομικών πράξεων, μπορεί να σημάνει την επιβολή πειθαρχικών ή χρηματικών κυρώσεων στους υπαίτιους διαδίκους (η προθεσμία απόφασης, η προθεσμία προπαρασκευής κ.ο.κ).

Τέλος, σε συνάρτηση με τη διάρκειά τους, οι προθεσμίες μπορούν να προσδιορίζονται κατά ώρες, ημέρες, εβδομάδες, μήνες και έτη, και η εν λόγω κατηγοριοποίηση ορίζεται επίσης στο άρθρο 181 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Επιπλέον, για συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο νόμος δεν καθορίζει ένα συγκεκριμένο είδος προθεσμίας (ώρα, ημέρα κ.ο.κ.) αλλά ένα χρονικό σημείο περάτωσης μιας δικονομικής πράξης (όπως στην περίπτωση προβολής αντίρρησης κατά της εκτέλεσης, η οποία μπορεί να κατατεθεί έως την τελευταία πράξη εκτέλεσης) ή περιλαμβάνει διατάξεις που υποδεικνύουν ότι η πράξη θα πρέπει να διενεργηθεί «χωρίς καθυστέρηση» ή «το συντομότερο δυνατό» ή «κατεπειγόντως».

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Στο δίκαιο της Ρουμανίας, εξαιρετέες ημέρες είναι όλα τα Σάββατα και οι Κυριακές, που προστίθενται στις εθνικές αργίες (Εθνική εορτή: 1 Δεκεμβρίου, Εργατική Πρωτομαγιά: 1 Μαΐου), και τις σημαντικές θρησκευτικές αργίες (Χριστούγεννα: 25 και 26 Δεκεμβρίου, Πάσχα: δύο ημέρες και Πεντηκοστή: μια ημέρα ανάλογα με τις ημερολογιακές ημέρες, Κοίμηση της Θεοτόκου: 15 Αυγούστου, εορτή Αγίου Ανδρέα: 30 Νοεμβρίου), Πρωτοχρονιά: 1 και 2 Ιανουαρίου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι κανόνες που ισχύουν για τις προθεσμίες παραγραφής ορίζονται στα άρθρα 180-186 του κώδικα πολιτικής δικονομίας.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Κάθε προθεσμία έχει τον χρόνο έναρξης και λήξης της, καθώς και την ενδιάμεση διάρκειά της.

Όσον αφορά τον χρόνο έναρξης, το άρθρο 184 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι οι προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία επίδοσης των δικονομικών πράξεων, εκτός αν άλλως ο νόμος ορίζει.

Ωστόσο, υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες η επίδοση της δικονομικής πράξης που έχει οριστεί ως σημείο έναρξης της προθεσμίας μπορεί να αντικατασταθεί από ισοδύναμες δικονομικές πράξεις (περιπτώσεις ισοδυναμίας). Συνεπώς, η επίδοση της δικονομικής πράξης που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας αντικαθίσταται ενίοτε από άλλες διαδικασίες που συνιστούν το αφετήριο γεγονός της προθεσμίας (όπως το αίτημα επίδοσης των δικονομικών πράξεων στον αντίδικο, η κατάθεση έφεσης ή η επίδοση της εντολής εκτέλεσης).

Κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από άλλα χρονικά σημεία αντί της επίδοσης, και ειδικότερα από την έκδοση της απόφασης (με την οποία διαπιστώνεται η λήξη της προθεσμίας παραγραφής ή με την οποία συμπληρώνεται η απόφαση) από την πιστοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων (για την κατάθεση των αιτούμενων ποσών ή του καταλόγου των μαρτύρων, εντός πέντε ημερών), από τη δημοσίευση συγκεκριμένων εγγράφων (για τη διαφήμιση της πώλησης ενός κτιρίου, εντός πέντε ημερών).

Όσον αφορά τον χρόνο λήξης, αυτός ορίζεται ως το χρονικό σημείο κατά το οποίο τίθεται σε ισχύ η παραγραφή, που σημαίνει την παύση της δυνατότητας διεξαγωγής της διαδικασίας για την οποία έχει ταχθεί η προθεσμία (για τις αποσβεστικές προθεσμίες) ή, αντιθέτως, καθορίζει/σηματοδοτεί το χρονικό σημείο της γέννησης του δικαιώματος διενέργειας συγκεκριμένων δικονομικών πράξεων (για τις απαγορευτικές προθεσμίες).

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Μεταξύ του σημείου έναρξης και του σημείου λήξης οι προθεσμίες τρέχουν αδιάλειπτα, καταρχήν, χωρίς δυνατότητα διακοπής ή αναστολής. Ωστόσο, η παρεμπόδιση λόγω περίστασης που εκτείνεται πέρα από τη βούληση του διαδίκου —που αναφέρεται στο άρθρο 186 του κώδικα πολιτικής δικονομίας— συνιστά λόγο διακοπής των δικονομικών προθεσμιών. Στην εν λόγω περίπτωση προστίθενται και άλλες ειδικές περιστάσεις διακοπής: (επί παραδείγματι, η διακοπή μιας προθεσμίας άσκησης έφεσης: άρθρο 469 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Ταυτόχρονα, ο νόμος ορίζει ότι η δικονομική προθεσμία μπορεί επίσης να ανασταλεί (όπως ισχύει στην προθεσμία παραγραφής: άρθρο 418 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Εάν η προθεσμία διακόπτεται βάσει του άρθρου 186 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, μετά την εξάλειψη του εμποδίου, αρχίζει να τρέχει μια μη μεταβαλλόμενη προθεσμία 15 ημερών, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της προθεσμίας που διακόπηκε. Σε περίπτωση αναστολής, η προθεσμία θα συνεχίσει να τρέχει από το σημείο που έπαυσε η αναστολή, και θα συνυπολογιστεί ο χρόνος που είχε διανυθεί πριν από την αναστολή της προθεσμίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 183 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το δικονομικό έγγραφο που κατατέθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας με συστημένη επιστολή μέσω ταχυδρομείου ή υπηρεσίας ταχυμεταφοράς ή ειδικής υπηρεσίας επικοινωνιών θεωρείται ότι έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα. Το έγγραφο που κατέθεσε ο ενδιαφερόμενος διάδικος εντός της νόμιμης προθεσμίας στη στρατιωτική μονάδα ή το διοικητικό γραφείο ή τον τόπο κράτησής του θεωρείται επίσης ότι έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα. Η παραλαβή από το ταχυδρομείο και η καταχώριση ή πιστοποίηση του εγγράφου που έχει κατατεθεί από την υπηρεσία ταχυμεταφοράς, την ειδική υπηρεσία επικοινωνιών, τη στρατιωτική μονάδα ή τη διοικητική δομή στην οποία κρατείται το πρόσωπο, κατά περίπτωση, επέχει θέση απόδειξης της ημερομηνίας κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος διάδικος ξεκίνησε να ενεργεί.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Σύμφωνα με το άρθρο 181 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, οι προθεσμίες που προσδιορίζονται κατά ημέρες υπολογίζονται σύμφωνα με το αποκλειστικό σύστημα, δηλαδή σύμφωνα με πλήρεις ημέρες, μη συνυπολογιζομένης ούτε της ημέρας έναρξης –dies a quo– ούτε της ημέρας λήξης –dies ad quem–, ενώ εφαρμόζονται οι κανόνες που ορίζονται σε συνάρτηση με το αφετήριο γεγονός, όπως αυτοί παρατίθενται στην ενότητα 4.

Οι προθεσμίες παραγραφής που προσδιορίζονται κατά ημέρες υπολογίζονται πάντοτε σε πλήρεις ημέρες, ωστόσο η πράξη μπορεί να κατατεθεί μόνον κατά τις εργάσιμες ώρες των δικαστικών υπηρεσιών. Η εν λόγω έλλειψη, ωστόσο, μπορεί να θεραπευθεί με αποστολή της δικονομικής πράξης μέσω ταχυδρομείου, και ο υπάλληλος του ταχυδρομείου υποδεικνύει στον παραλήπτη την ημερομηνία και τα μέσα αποτελεσματικής επικοινωνίας. Βλ. επίσης την απάντηση στην ερώτηση 4.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Επί παραδείγματι, εάν το πρόσωπο πρέπει να ενεργήσει ή του επιδίδεται μια πράξη τη Δευτέρα, 4 Απριλίου 2005, και καλείται να παράσχει απάντηση εντός 14 ημερών από την επίδοση, αυτό σημαίνει ότι το υπόψη πρόσωπο πρέπει να απαντήσει πριν από:

i. τη Δευτέρα, 18 Απριλίου (ημερολογιακές ημέρες) ή

ii. την Παρασκευή, 22 Απριλίου (εργάσιμες ημέρες);

Η σωστή απάντηση είναι ότι ο καθορισμένος αριθμός ημερών περιλαμβάνει ημερολογιακές ημέρες. Το υπόψη πρόσωπο πρέπει να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποκλειστικά έως τις 18 Απριλίου.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Σύμφωνα με το άρθρο 182 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, οι προθεσμίες που προσδιορίζονται κατά έτη, μήνες ή εβδομάδες λήγουν την ημέρα του έτους, του μήνα ή της εβδομάδας που αντιστοιχεί στην ημέρα έναρξης.

Η προθεσμία που ξεκινά την 29η, την 30ή ή την 31η ημέρα του μήνα και λήγει σε μήνα που δεν έχει τέτοια ημέρα θεωρείται ότι λήγει την προηγούμενη ημέρα του μήνα.

Όταν η προθεσμία λήγει σε επίσημη αργία ή όταν έχει ανασταλεί η επίδοση, τότε η προθεσμία θα παρατείνεται έως το τέλος της πρώτης επόμενης εργάσιμης ημέρας.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Η προθεσμία που προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη λήγει την αντίστοιχη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας ή του τελευταίου μήνα ή έτους. Εάν ο τελευταίος μήνας δεν έχει αντίστοιχη ημέρα με την ημέρα έναρξης, η προθεσμία παραγραφής λήγει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα. Όταν η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρατείνεται έως την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι, όταν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα ημέρα, η προθεσμία παρατείνεται έως την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Το άρθρο 184 του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι η δικονομική προθεσμία διακόπτεται και αρχίζει να τρέχει νέα προθεσμία από την ημερομηνία της νέας επίδοσης, στις εξής περιπτώσεις:

  • όταν οποιοσδήποτε διάδικος έχει αποβιώσει στην εν λόγω περίπτωση, επιδίδεται νέο έγγραφο στην τελευταία κατοικία του θανόντος, με παραλήπτη τον κληρονόμο, χωρίς αναγραφή του ονόματος και της (δικονομικής) θέσης του κάθε κληρονόμου
  • όταν ο εκπρόσωπος οποιουδήποτε διαδίκου έχει αποβιώσει στην εν λόγω περίπτωση, επιδίδεται νέο έγγραφο στον υπόψη διάδικο.

Η δικονομική προθεσμία δεν αρχίζει να τρέχει —και εάν είχε ήδη αρχίσει να τρέχει τότε διακόπτεται— για τον διάδικο που δεν έχει την ικανότητα να ενεργήσει ή έχει περιορισμένη ικανότητα να ενεργήσει έως τον διορισμό προσώπου που θα τον εκπροσωπεί ή θα του παρέχει συνδρομή, αν ενδείκνυται.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Ναι, έχουν θεσπιστεί ειδικές προθεσμίες παραγραφής για τους διάφορους τομείς δικαίου. Οι γενικές προθεσμίες της έφεσης και της δεύτερης έφεσης είναι 30 ημέρες κατά τον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Σε συγκεκριμένες υποθέσεις (ειδικές διαδικασίες), όπως στην περίπτωση προεδρικού διατάγματος, η προθεσμία της έφεσης είναι πέντε ημέρες, δηλαδή μικρότερη από την προθεσμία κατάθεσης έφεσης βάσει του κοινού δικαίου.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Η απάντηση είναι θετική, με την έννοια ότι σε συγκεκριμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νόμος επιτρέπει στον δικαστή είτε να παρατείνει την προθεσμία (επί παραδείγματι, κατά πέντε ημέρες βάσει των άρθρων 469 και 490 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, σε υποθέσεις έφεσης και δεύτερης έφεσης, αντίστοιχα) είτε να τη συντμήσει (επί παραδείγματι, βάσει του άρθρου 159 του κώδικα πολιτικής δικονομίας σε συνάρτηση με την προθεσμία επίδοσης της κλήσης πέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία της συζήτησης).

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Βάσει του άρθρου 1087 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, στις διεθνείς αστικές διαδικασίες, το δικαστήριο εφαρμόζει το δικονομικό δίκαιο της Ρουμανίας, με την επιφύλαξη των ρητών αντίθετων διατάξεων. Βλ. επίσης την απάντηση στις ερωτήσεις 5, 11 και 16.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η μη τήρηση των απόλυτων προθεσμιών εν τέλει επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας, ενώ η μη τήρηση των σχετικών προθεσμιών, ακόμη κι αν δεν επιφέρει κατ’ ανάγκη την ακύρωση των δικονομικών πράξεων, μπορεί να σημάνει την επιβολή πειθαρχικών ή χρηματικών κυρώσεων για τους υπαίτιους διαδίκους (προθεσμίες έκδοσης απόφασης, προθεσμίες προπαρασκευής, κ.ο.κ).

Η μη τήρηση των δικονομικών προθεσμιών παραγραφής μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή διάφορων κυρώσεων, ως εξής:

  • ακυρότητα της δικονομικής πράξης
  • στέρηση της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη διενέργεια της δικονομικής πράξης
  • παρέλευση του κύρους του αιτήματος που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου
  • παρέλευση της προθεσμίας παραγραφής για τη νομιμοποίηση της επιβολής αναγκαστικής εκτέλεσης
  • χρηματικές κυρώσεις
  • πειθαρχικές κυρώσεις
  • υποχρέωση εκ νέου διενέργειας ή τροποποίησης μιας πράξης που διενεργήθηκε χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων
  • υποχρέωση χορήγησης αποζημίωσης στον διάδικο που υπέστη ζημία λόγω της αθέτησης των δικονομικών διατυπώσεων.

Το άρθρο 185 του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι, όταν ένα δικονομικό δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, η μη τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης επιφέρει την παύση της νομιμοποίησης, εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος. Η δικονομική πράξη που διενεργείται μετά την παρέλευση της προθεσμίας είναι άκυρη. Όταν ο νόμος ορίζει τη διακοπή μιας δικονομικής πράξης εντός μιας προθεσμίας, η πράξη που διενεργήθηκε πριν από την παρέλευση της προθεσμίας μπορεί να ακυρωθεί με αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Το άρθρο 186 του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι ο διάδικος που έχει απολέσει μια δικονομική προθεσμία λαμβάνει νέα προθεσμία αν αποδείξει ότι η καθυστέρηση δικαιολογείται νομίμως. Ο υπόψη διάδικος θα διενεργήσει τη δικονομική πράξη σε διάστημα 15 ημερών το αργότερο από την ημερομηνία της παύσης της διακοπής, με ταυτόχρονο αίτημα χορήγησης νέας προθεσμίας παραγραφής. Σε περίπτωση ενδίκων μέσων, η εν λόγω προθεσμία είναι η ίδια μ' αυτήν που έχει ταχθεί για την κατάθεση της έφεσης. Το αρμόδιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται του αιτήματος που αφορά το δικαίωμα που δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας θα επιληφθεί του αιτήματος χορήγησης νέας προθεσμίας. Αν ο διάδικος έχει ενεργήσει υπαίτια, δεν έχει στη διάθεσή του ένδικα μέσα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 27/06/2018

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Σλοβακία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

α) Nόμιμες — η διάρκειά τους καθορίζεται από τον νόμο.

β) Δικαστικές — το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου διαδίκου.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Μη εργάσιμες ημέρες είναι οι ημέρες που προβλέπονται για την ανάπαυση των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και οι επίσημες αργίες.

α) Μη εργάσιμες ημέρες στη Σλοβακική Δημοκρατία: 6η Ιανουαρίου, Μεγάλη Παρασκευή, Κυριακή του Πάσχα, Δευτέρα του Πάσχα, 1η Μαΐου, 8η Μαΐου, 15η Σεπτεμβρίου, 1η Νοεμβρίου, 24η Δεκεμβρίου, 25η Δεκεμβρίου 26η Δεκεμβρίου.

β) Επίσημες αργίες στη Σλοβακική Δημοκρατία: 1η Ιανουαρίου, 5η Ιουλίου, 29η Αυγούστου, 1η Σεπτεμβρίου, 17η Νοεμβρίου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

α) Σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 160/2015, κώδικας πολιτικής κατ’ αντιδικία διαδικασίας (zákon č. 160/2015 Civilný sporový poriadok) (εφεξής «ΚΠΑΔ»), ελλείψει ειδικότερης διάταξης περί του αντιθέτου, η προθεσμία για τη διενέργεια πράξης προσδιορίζεται από το δικαστήριο. Στις προθεσμίες που προσδιορίζονται σε ημέρες, η ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας δεν συνυπολογίζεται.

β) Οι προθεσμίες δεν τρέχουν εναντίον προσώπου που έχει απολέσει την ικανότητα διαδίκου ή την ικανότητα δικαστικής παράστασης (άρθρο 119 του ΚΠΑΔ).

γ) Αν παρέμβει στη δίκη νέος διάδικος, νόμιμος αντιπρόσωπος ή συμπαραστάτης διαδίκου, τρέχει εναντίον του νέα προθεσμία, η οποία αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο παρενέβη στη δίκη (άρθρο 120 του ΚΠΑΔ).

δ) Προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί αν η οικεία πράξη διενεργηθεί στο δικαστήριο ή αν το οικείο έγγραφο υποβληθεί στην αρχή που υποχρεούται να το κοινοποιήσει, κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας (άρθρο 121 παράγραφος 5 του ΚΠΑΔ)

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει την επομένη της ημέρας κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Όχι.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όχι.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Για τον υπολογισμό των προθεσμιών χρησιμοποιούνται οι ημερολογιακές ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη επίσης υπολογίζονται με βάση τις ημερολογιακές ημέρες.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη λήγουν κατά το τέλος της ημέρας που αντιστοιχεί στην ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας ή, αν δεν υπάρχει αντίστοιχη ημέρα στον κρίσιμο μήνα, την τελευταία ημέρα του μήνα. Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα αργίας, η λήξη της μετατίθεται στην αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα (άρθρο 121 του ΚΠΑΔ).

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Αν ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία για τη διενέργεια ορισμένης πράξης, τάσσει, εφόσον απαιτείται, προθεσμία το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να παρατείνει προθεσμία που έχει τάξει (άρθρο 118 παράγραφος 2 του ΚΠΑΔ).

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Η έφεση κατατίθεται εντός 15 ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 362 του ΚΠΑΔ).

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Ναι, αλλά μόνο τις προθεσμίες που αφορούν ακροάσεις ενημερωτικού χαρακτήρα.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η συνέπεια της μη τήρησης προθεσμίας είναι η απώλεια της προθεσμίας.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Το δικαστήριο μπορεί να άρει τις συνέπειες της μη τήρησης προθεσμίας αν ο διάδικος ή ο αντιπρόσωπός του απώλεσε την προθεσμία για εύλογη αιτία η οποία τον εμπόδισε να διενεργήσει την πράξη την οποία έπρεπε να διενεργήσει. Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός 15 ημερών από την άρση του εμποδίου και να συνοδεύεται από τη διενέργεια της μη διενεργηθείσας πράξης (άρθρο 122 του ΚΠΑΔ). Η κρίση περί του αν ο προβαλλόμενος λόγος μπορεί πράγματι να δικαιολογήσει τη μη τήρηση της προθεσμίας από τον διάδικο ή τον αντιπρόσωπό του ανήκει στην πλήρη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/01/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Φινλανδία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Οι χρονικές προθεσμίες αναφέρονται στα χρονικά περιθώρια που έχουν οριστεί για την ολοκλήρωση ενός συγκεκριμένου σταδίου μιας διαδικασίας. Ορισμένες χρονικές προθεσμίες προβλέπονται από τον νόμο, ενώ άλλες επιβάλλονται από τα δικαστήρια.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Εκτός από τα Σάββατα και τις Κυριακές, στην Φινλανδία θεωρούνται αργίες οι παρακάτω ημέρες:

  • Πρωτοχρονιά (1 Ιανουαρίου)
  • Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)
  • Μεγάλη Παρασκευή (κινητή)
  • Κυριακή του Πάσχα (κινητή)
  • Δευτέρα του Πάσχα (κινητή)
  • Πρωτομαγιά (1 Μαΐου)
  • Ανάληψη του Χριστού (κινητή)
  • Γιορτή του Αγίου Πνεύματος (κινητή)
  • Παραμονή θερινού ηλιοστασίου (κινητή)
  • Θερινό ηλιοστάσιο (κινητή)
  • Των Αγίων Πάντων (κινητή)
  • Ημέρα της Ανεξαρτησίας (6 Δεκεμβρίου)
  • Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου)
  • Ημέρα του Αγίου Στεφάνου (26 Δεκεμβρίου)

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Οι κανόνες για τον υπολογισμό των χρονικών προθεσμιών περιλαμβάνονται στον νόμο περί χρονικών προθεσμιών (määräaikalaki) (150/1930). Διατάξεις σχετικά με τη διάρκεια των χρονικών προθεσμιών περιλαμβάνονται επίσης στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (oikeudenkäymiskaari) και σε αρκετούς ακόμα κανονισμούς.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Οι χρονικές προθεσμίες υπολογίζονται γενικά από την επομένη της ημέρας κατά την οποία εκδηλώθηκε το γεγονός που οδήγησε στην πράξη ή τη διατύπωση. Για παράδειγμα, η χρονική προθεσμία για την προσβολή διαθήκης υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία κοινοποιήθηκε η διαθήκη.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Η μέθοδος διαβίβασης ή επίδοσης εγγράφων δεν επηρεάζει την ημερομηνία έναρξης. Η χρονική προθεσμία ξεκινά από τη στιγμή που έγινε η διαβίβαση ή επίδοση του εγγράφου.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όταν μια χρονική περίοδος εκφράζεται ως αριθμός ημερών μετά από συγκεκριμένη ημερομηνία, η τελευταία δεν λαμβάνεται υπόψη. Για παράδειγμα, δεν υπολογίζεται η ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε η κοινοποίηση.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Στον ενδεικτικό αριθμό ημερών λαμβάνονται υπόψη οι ημερολογιακές και όχι μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Εάν, ωστόσο, η τελευταία ημέρα της χρονικής προθεσμίας συμπέσει με μια από τις ημέρες που παρατίθενται στην ερώτηση 2, η χρονική προθεσμία παρατείνεται για την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Οι χρονικές προθεσμίες που προσδιορίζονται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη κατόπιν συγκεκριμένης ημερομηνίας λήγουν την ημέρα της εβδομάδας ή του μήνα που αντιστοιχεί σε όνομα ή αριθμητικώς με εκείνη την ημερομηνία. Εάν δεν υπάρχει ημερομηνία που να αντιστοιχεί στον μήνα κατά τον οποίο λήγει η προθεσμία, τότε η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα εκείνου του μήνα.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Βλέπε την απάντηση στην ερώτηση 8.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Βλέπε την απάντηση στην ερώτηση 7.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Οι χρονικές προθεσμίες μπορούν να παραταθούν εφόσον μπορεί να αιτιολογηθεί η ανάγκη παράτασης. Το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης, να χορηγήσει παράταση σε χρονικές προθεσμίες που αφορούν, για παράδειγμα, εν εξελίξει δικαστικές υποθέσεις. Το πρόσωπο που έχει οριστεί για την υπόθεση αποφασίζει τη χορήγηση ή όχι της παράτασης.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Ο διάδικος που επιθυμεί να προσφύγει κατά απόφασης περιφερειακού δικαστηρίου (käräjäoikeus) πρέπει να κοινοποιήσει την πρόθεσή του για προσφυγή το αργότερο εντός επτά ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του περιφερειακού δικαστηρίου. Η χρονική προθεσμία για την κατάθεση προσφυγής είναι 30 ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου. Ο προσφεύγων πρέπει να καταθέσει την επιστολή προσφυγής του στη γραμματεία του περιφερειακού δικαστηρίου το αργότερο έως την τελευταία ημέρα της χρονικής προθεσμίας, κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας.

Όσον αφορά τις αποφάσεις που εκδίδονται από τα εφετεία (hovioikeus), η χρονική προθεσμία για την υποβολή αίτησης για άδεια άσκησης προσφυγής και για την υποβολή της επιστολής προσφυγής είναι 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του εφετείου. Ο προσφεύγων πρέπει να υποβάλει την οικεία επιστολή προσφυγής, η οποία πρέπει να απευθύνεται στο Ανώτατο Δικαστήριο (korkein oikeus) και να συνοδεύεται από αίτηση για άδεια άσκησης προσφυγής καθώς και από την ίδια την προσφυγή, στη γραμματεία του εφετείου, το αργότερο έως την τελευταία ημέρα της χρονικής προθεσμίας.

Εάν η προσφυγή αφορά υπόθεση την οποία εκδίκασε το εφετείο ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η χρονική προθεσμία κατάθεσης της προσφυγής είναι 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του εφετείου.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Οι χρονικές προθεσμίες που ορίζονται στον νόμο περί χρονικών προθεσμιών δεν μπορούν να μειωθούν. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να ορίσει χρονικές προθεσμίες για συγκεκριμένες πράξεις και διατυπώσεις, καθώς επίσης να παρατείνει τις εν λόγω προθεσμίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα δικαστήρια μπορούν επίσης να παρατείνουν τις χρονικές προθεσμίες που προβλέπονται για τις προσφυγές.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Δεν υπάρχουν τέτοιου είδους μέρη στην Φινλανδία, οπότε δεν μπορούν να προκύψουν τέτοιες καταστάσεις.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Κατά γενικό κανόνα, η αδυναμία τήρησης των χρονικών προθεσμιών είναι επιζήμια για τον διάδικο που δεν τις τηρεί και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια των δικαιωμάτων του ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Δεν υπάρχει κάποιο καθολικό μέσο επανόρθωσης για την μη τήρηση προθεσμιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα καθορισμού νέας χρονικής προθεσμίας, κατόπιν αίτησης. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εξαιρετικά σπάνιο.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/09/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Δικονομικές προθεσμίες - Σουηδία

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται  στις αστικές διαδικασίες;

Υπάρχουν διάφοροι τύποι προθεσμιών σε αστικές υποθέσεις, καθώς και χρονικές περίοδοι που ορίζει το Σύνταγμα. Μεταξύ αυτών είναι, για παράδειγμα, οι προθεσμίες υποβολής αιτήματος αναιρέσεως, καταγγελίας και επανάληψης της υπόθεσης (η περίοδος εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί προσφυγή στο δικαστήριο). Υπάρχουν επίσης διατάξεις που ορίζουν απλώς τη λήψη μέτρου και την αρμοδιότητα των δικαστηρίων σχετικά με τη δέουσα χρονική περίοδο, όπως, για παράδειγμα, προθεσμίες για την προσκόμιση συμπληρωματικών πληροφοριών, αποδεικτικών στοιχείων ή υπομνήματος αντικρούσεως.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Σάββατα, Κυριακές και επίσημες αργίες θεωρούνται μη εργάσιμες ημέρες.

Επίσημες αργίες στη Σουηδία (νόμος 1989:253 περί αργιών («lagen om allmänna helgdagar»)) είναι οι ακόλουθες ημέρες:

  • Πρωτοχρονιά (1η Ιανουαρίου)
  • Των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου)
  • Μεγάλη Παρασκευή (η τελευταία Παρασκευή πριν από το Πάσχα)
  • Κυριακή του Πάσχα (η πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο ή μετά τις 21 Μαρτίου)
  • Δευτέρα του Πάσχα (η ημέρα μετά την Κυριακή του Πάσχα)
  • Της Αναλήψεως (η έκτη Πέμπτη μετά την Κυριακή του Πάσχα)
  • Πεντηκοστή (η έβδομη Κυριακή μετά το Πάσχα)
  • Εθνική εορτή (6 Ιουνίου)
  • Εορτή του Θερινού Ηλιοστασίου (το Σάββατο μεταξύ 20 και 26 Ιουνίου)
  • Των Αγίων Πάντων (το Σάββατο μεταξύ 31 Οκτωβρίου και 6 Νοεμβρίου)
  • Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου)
  • Δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων (26 Δεκεμβρίου).

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Η βασική αρχή που διέπει τις προθεσμίες είναι ότι όταν το δικαστήριο απαιτεί από ένα πρόσωπο να προβεί σε κάποια ενέργεια στο πλαίσιο της διαδικασίας, πρέπει να του παρέχει εύλογο χρόνο για να συμμορφωθεί προς την απαίτηση (κεφάλαιο 32 άρθρο 1 του σουηδικού δικονομικού κώδικα («rättegångsbalken»)). Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο επιτρεπόμενος χρόνος ορίζεται από το δικαστήριο, που πρέπει εν προκειμένω να τάξει προθεσμία που θα παράσχει στον διάδικο αποδεκτό χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να συμμορφωθεί.

Σε λιγοστές περιπτώσεις, ο χρόνος ορίζεται στον σουηδικό δικονομικό κώδικα. Αυτό ισχύει κυρίως για προθεσμίες υποβολής αίτησης αναιρέσεως κατά δικαστικής απόφασης, αίτησης επανάληψης περατωθείσας διαδικασίας ή, σε ορισμένες υποθέσεις, για αλλαγή της προθεσμίας.

Πρόσωπο που επιθυμεί να προσφύγει κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε υπόθεση αστικού δικαίου πρέπει να το πράξει εντός τριών εβδομάδων από την απαγγελία της απόφασης. Πρόσωπο που επιθυμεί να προσφύγει κατά απόφασης πρωτοδικείου («tingsrätt») σε υπόθεση αστικού δικαίου πρέπει να το πράξει εντός της ίδιας προθεσμίας. Ωστόσο, εάν απόφαση που ελήφθη εκκρεμούσης της δίκης δεν έχει απαγγελθεί ενώπιον ακροατηρίου και κανένα υπόμνημα δεν έχει υποβληθεί στο δικαστήριο ως προς τον χρόνο απαγγελίας της απόφασης, η περίοδος αναιρέσεως υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία ο αναιρεσείων παραλαμβάνει την απόφαση. Για αιτήματα αναιρέσεως κατά αποφάσεων Εφετείου («hovrätt»), η προθεσμία είναι τέσσερις εβδομάδες (κεφάλαιο 50 άρθρο 1, κεφάλαιο 52 άρθρο 1, κεφάλαιο 55 άρθρο 1 και κεφάλαιο 56 άρθρο 1 του σουηδικού δικονομικού κώδικα).

Σε περίπτωση απόφασης που εκδίδεται ερήμην από πρωτοδικείο («tingsrätt»), ο διάδικος δύναται, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία του επιδόθηκε η απόφαση, να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας (κεφάλαιο 44 άρθρο 9 του σουηδικού δικονομικού κώδικα).

Σε περίπτωση λήξης ισχύος της προσφυγής λόγω μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, ο αναιρεσείων δύναται, εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για επαναφορά της διαδικασίας (κεφάλαιο 50 άρθρο 22 του σουηδικού δικονομικού κώδικα).

Σε περίπτωση που ο διάδικος χάσει την προθεσμία άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτησης για επαναφορά ή επανάληψη της διαδικασίας, μπορεί να ζητήσει αποκατάσταση της προθεσμίας. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός τριών εβδομάδων από τη λήξη των δικαιολογημένων περιστάσεων και το αργότερο εντός ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας (κεφάλαιο 58 άρθρο 12 του σουηδικού δικονομικού κώδικα).

Ορισμένες προθεσμίες ισχύουν και για συνοπτικές διαδικασίες της σουηδικής Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Ο εναγόμενος διατάσσεται να γνωμοδοτήσει επί δικογράφου εντός ορισμένου χρόνου από την ημερομηνία κοινοποίησης. Εκτός ειδικών περιστάσεων, η περίοδος αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δύο εβδομάδες (άρθρο 25 του νόμου (1990:746) περί διαταγών πληρωμής και συνδρομής («lagen om betalningsföreläggande och handräckning»)). Εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει το δικόγραφο, ο ενάγων έχει στη διάθεσή του τέσσερις εβδομάδες κατ' ανώτατο όριο από την ημερομηνία κατά την οποία του εστάλη η κοινοποίηση της ανακοπής για να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης σε πρωτοδικείο («tingsrätt»), το οποίο θα επιληφθεί περαιτέρω (άρθρο 34). Εάν η σουηδική Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης αποφανθεί για υπόθεση που αφορά διαταγή πληρωμής ή γενική συνδρομή, ο εναγόμενος μπορεί να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας εντός ενός μηνός από την ημερομηνία λήψης της απόφασης (άρθρο 53). Προσφυγή μπορεί να ασκηθεί κατά και άλλων τύπων αποφάσεων που εκδίδει η Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση (άρθρα 55-57).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Εάν μια πράξη πρέπει να εκτελεστεί εντός δεδομένης περιόδου, η προθεσμία αρχίζει κανονικά να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση ή η διαταγή. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, στις οποίες απαιτείται η επίδοση δικογράφου στον διάδικο, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει αφότου ο διάδικος λάβει το δικόγραφο (ημερομηνία επίδοσης).

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η επίδοση δικογράφου στον διάδικο, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει μόνον αφότου ο διάδικος λάβει το δικόγραφο (ημερομηνία επίδοσης).

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όταν η ημερομηνία έναρξης είναι η ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση ή η διαταγή, η προθεσμία εκφράζεται συχνά υπό μορφή συγκεκριμένης ημερομηνίας έως την οποία πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή όπως προκύπτει από την απόφαση ή τη διαταγή. Ορισμένες φορές, όμως, προθεσμία τάσσεται επίσης όταν ορίζεται ότι η προσφυγή πρέπει να ασκηθεί εντός ορισμένου αριθμού ημερών, εβδομάδων, μηνών ή ετών, πάντα με βάση συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης. Όταν η ημερομηνία έναρξης είναι η ημερομηνία επίδοσης, αναφέρεται πάντα ότι η προσφυγή πρέπει να ασκηθεί εντός ορισμένου αριθμού ημερών, εβδομάδων, μηνών ή ετών από την ημερομηνία επίδοσης, που είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο διάδικος παραλαμβάνει το δικόγραφο.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Εάν η χρονική περίοδος εκφράζεται σε ημέρες, ο αριθμός των ημερών περιλαμβάνει ημερολογιακές και όχι μόνο εργάσιμες ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Εάν μια πράξη πρέπει να εκτελεστεί εντός δεδομένης περιόδου, η προθεσμία αρχίζει κανονικά να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση ή η διαταγή. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, στις οποίες απαιτείται η επίδοση δικογράφου στον διάδικο, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει αφότου ο διάδικος λάβει το δικόγραφο (ημερομηνία επίδοσης).

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Ο νόμος (1930:173) περί υπολογισμού των προβλεπόμενων από τον νόμο προθεσμιών αναφέρει ότι, όταν οι προθεσμίες εκφράζονται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη, η τελική ημερομηνία είναι η ημέρα η οποία, με την ονομασία της ή τον αριθμό της στον μήνα, αντιστοιχεί στην ημέρα κατά την οποία άρχισε να τρέχει η προθεσμία. Εάν δεν υπάρχει αντίστοιχη ημέρα στον τελικό μήνα, η τελευταία ημέρα της προθεσμίας θεωρείται η τελευταία ημέρα του μήνα.

Εάν η ημέρα έως την οποία πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή συμπίπτει με Σάββατο, Κυριακή ή άλλη αργία (βλ. ερώτηση 2 ανωτέρω), παραμονή της εορτής του Θερινού Ηλιοστασίου (η ημέρα πριν από την εορτή του Θερινού Ηλιοστασίου), παραμονή Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) ή παραμονή Πρωτοχρονιάς (31 Δεκεμβρίου), η προθεσμία άσκησης προσφυγής παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση προθεσμίας που αρχίζει κατά την ημερομηνία επίδοσης.

Αντ' αυτού, όπου εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Εάν η ημέρα έως την οποία πρέπει να εκτελεσθεί η πράξη συμπίπτει με Σάββατο, Κυριακή ή άλλη αργία (βλ. ερώτηση 2 ανωτέρω), παραμονή της εορτής του Θερινού Ηλιοστασίου (η ημέρα πριν από την εορτή του Θερινού Ηλιοστασίου), παραμονή Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) ή παραμονή Πρωτοχρονιάς (31 Δεκεμβρίου), η προθεσμία άσκησης προσφυγής παρατείνεται έως την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση προθεσμίας που αρχίζει κατά την ημερομηνία επίδοσης.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για παράταση προθεσμιών σε περιπτώσεις όπου ο διάδικος διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ή άλλως εδρεύει εκτός Σουηδίας ή σε απομακρυσμένη περιοχή. Ωστόσο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, σε πολλές υποθέσεις το ίδιο το δικαστήριο ορίζει τη διάρκεια της προθεσμίας και παράλληλα διασφαλίζει ότι ο διάδικος έχει στη διάθεσή του εύλογο χρόνο για να ενεργήσει.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων κατά δικαστικών αποφάσεων είναι συνήθως τρεις ή τέσσερις εβδομάδες.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Εάν η προθεσμία καθορίζεται από τον νόμο (π.χ. προθεσμία υποβολής αίτησης αναιρέσεως), η εν λόγω περίοδος δεν μπορεί ούτε να μειωθεί ούτε να αυξηθεί. Εάν διάδικος έχει διαταχθεί να παραστεί στο δικαστήριο ή να εκτελέσει κάποια άλλη πράξη, το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει το χρονικό διάστημα τάσσοντας νέα προθεσμία. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, τίποτα δεν εμποδίζει το δικαστήριο να ακυρώσει προγραμματισμένη ακροαματική διαδικασία και να οργανώσει άλλη σε προγενέστερη ημερομηνία. Ωστόσο, οι διάδικοι πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους εύλογο χρόνο προετοιμασίας.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Όχι, βλ. ερώτηση 11 ανωτέρω.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Προθεσμίες συμμόρφωσης προς διαταγές κ.λπ.

Εάν ο ενάγων δεν συμμορφώνεται προς διαταγή για την προσκόμιση συμπληρωματικών πληροφοριών όσον αφορά την αίτηση δικαστικής κλήσης που έχει υποβάλει ή εάν υπάρχει οιοδήποτε άλλο κώλυμα στην εκδίκαση της απόφασης, η αγωγή απορρίπτεται. Εάν ο εναγόμενος δεν υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως, μπορεί να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση ερήμην του. Η μη έγκαιρη συμμόρφωση προς διαταγή μπορεί επίσης να οδηγήσει εντούτοις το δικαστήριο να αποφανθεί επί της υποθέσεως.

Ερημοδικία

Σε υποθέσεις που μπορούν να διευθετηθούν εξωδικαστικά (π.χ. εμπορικές διαφορές), η μη αυτοπρόσωπη παρουσία ενός εκ των διαδίκων ενώπιον του πρωτοδικείου («tingsrätt») μπορεί να οδηγήσει σε ερημοδικία. Σε άλλες υποθέσεις μπορεί να επιβληθούν πρόστιμα. Ωστόσο, σε περιπτώσεις που δεν μπορούν να διευθετηθούν εξωδικαστικά (π.χ. οικογενειακές διαφορές), η μη αυτοπρόσωπη παρουσία του ενάγοντος ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να οδηγήσει στη θέση της υπόθεσης στο αρχείο, ενώ σε απόντα αντίδικο μπορεί είτε να επιβληθεί πρόστιμο είτε να παραγγελθεί η εμφάνισή του με βίαια προσαγωγή. Εάν ο προσφεύγων δεν εμφανιστεί ενώπιον Εφετείου, η προσφυγή μπορεί να καταστεί άκυρη. Σε περίπτωση μη αυτοπρόσωπης παρουσίας του αντιδίκου μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο.

Προθεσμία άσκησης προσφυγής

Εάν ένας εκ των διαδίκων προσφύγει εκπρόθεσμα, η προσφυγή απορρίπτεται.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους  διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Εάν η προθεσμία δεν ορίζεται από τον νόμο, ο διάδικος οφείλει, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, να αποταθεί στο δικαστήριο για την καθυστέρηση και να ζητήσει παράταση της περιόδου. Εάν η προθεσμία έχει λήξει και, ως εκ τούτου,το δικαστήριο έχει επιληφθεί, π.χ. εξέδωσε απόφαση για την υπόθεση, ο διάδικος μπορεί να λάβει ορισμένα τακτικά και έκτακτα μέτρα. Σκοπός αυτών των μέτρων είναι είτε η αποκατάσταση περατωθείσας υπόθεσης είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλαγή της προθεσμίας (βλ. ερώτηση 3 ανωτέρω).

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/09/2019

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.