Εθνικά τακτικά δικαστήρια

Στην ενότητα αυτή θα βρείτε πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση των γενικών και των διοικητικών δικαστηρίων στη Φινλανδία.

Γενικά και διοικητικά δικαστήρια – εισαγωγή

Τα φινλανδικά δικαστήρια χωρίζονται σε γενικά δικαστήρια, τα οποία δικάζουν ποινικές και αστικές υποθέσεις, διοικητικά δικαστήρια, τα οποία είναι αρμόδια για την εποπτεία της διοικητικής δράσης, και ορισμένα ειδικά δικαστήρια.

Ο όρος «γενικά δικαστήρια» αναφέρεται σε δικαστήρια των οποίων η αρμοδιότητα είναι γενική. Με άλλα λόγια, αναλαμβάνουν την επίλυση των νομικών διαφορών για τις οποίες δεν είναι αρμόδιο κάποιο άλλο δικαστήριο. Γενικά δικαστήρια είναι τα εξής:

  • τα τοπικά δικαστήρια (käräjäoikeus/tingsrätt), τα οποία είναι 20,
  • τα εφετεία (hovioikeus/hovrätt), τα οποία είναι 5, και
  • Ανώτατο Δικαστήριο (korkein oikeus/högsta domstolen).

Διοικητικά δικαστήρια γενικής αρμοδιότητας είναι τα διοικητικά δικαστήρια (hallinto-oikeus/förvaltningsdomstol).

Γενικά διοικητικά δικαστήρια είναι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (korkein hallinto-oikeus/högsta förvaltningsdomstolen) και τα περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια. Στη Φινλανδία υπάρχουν έξι περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια: τα διοικητικά δικαστήρια του Ελσίνκι, της Hämeenlinna, της Ανατολικής Φινλανδίας, της Βόρειας Φινλανδίας, του Τούρκου και της Vaasa. Επιπλέον, οι Νήσοι Åland έχουν χωριστό διοικητικό δικαστήριο, το οποίο ονομάζεται Διοικητικό Δικαστήριο Åland.

Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο είναι το διοικητικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού.

Τοπικά δικαστήρια

Τα τοπικά δικαστήρια λειτουργούν ως πρωτοδικεία. Δικάζουν ποινικές και αστικές υποθέσεις, καθώς ορισμένες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως τα διαζύγια. Σήμερα υπάρχουν 20 τοπικά δικαστήρια στη Φινλανδία. Το μέγεθός τους ποικίλλει σημαντικά τόσο από άποψη προσωπικού όσο και από άποψη φόρτου υποθέσεων. Σε ετήσια βάση, τα τοπικά δικαστήρια χειρίζονται περίπου 550.000 υποθέσεις (80.000 ποινικές υποθέσεις, 420.000 αστικές υποθέσεις και 50.000 υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας). Τα τοπικά δικαστήρια απασχολούν συνολικά περίπου 1.900 εργαζόμενους.

Οι διατάξεις που διέπουν τις δραστηριότητες και τη διοίκηση των τοπικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται στον νόμο περί τοπικών δικαστηρίων (tuomioistuinlaki/domstolslag — νόμος αριθ. 673/2016) και στους εσωτερικούς κανονισμούς των τοπικών δικαστηρίων. Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, ο ανώτερος δικαστής τοπικού δικαστηρίου είναι επίσης ο διοικητικός διευθυντής του δικαστηρίου.

Στη σύνθεση τοπικού δικαστηρίου μπορεί επίσης να συμμετέχουν λαϊκοί δικαστές, οι οποίοι συμμετέχουν στην εκδίκαση των σοβαρότερων ποινικών υποθέσεων και υποθέσεων που αφορούν δικαιώματα επί ακινήτων. Οι λαϊκοί δικαστές διορίζονται από τα δημοτικά συμβούλια. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιβεβαιώνει τον αριθμό των λαϊκών δικαστών που πρέπει να επιλέξει κάθε δήμος. Η αμοιβή των λαϊκών δικαστών καταβάλλεται από κρατικούς πόρους.

Διαδικασία στα τοπικά δικαστήρια

Οι αστικές υποθέσεις στα τοπικά δικαστήρια διαιρούνται σε δύο στάδια: την προκαταρκτική διαδικασία και την κύρια συζήτηση. Η προκαταρκτική διαδικασία αρχίζει με την υποβολή έγγραφων προτάσεων των διαδίκων. Οι υποθέσεις που αφορούν μη αμφισβητούμενες αξιώσεις συχνά διευθετούνται ήδη κατά το στάδιο αυτό. Η διαδικασία συνεχίζεται με προκαταρκτική συζήτηση ενώπιον δικαστή.

Αν δεν επιτευχθεί επίλυση της διαφοράς στο στάδιο αυτό, η υπόθεση παραπέμπεται σε χωριστή κύρια συζήτηση. Στην κύρια συζήτηση το δικαστήριο απαρτίζεται από έναν ή τρεις δικαστές. Αν είναι εφικτό, η κύρια συζήτηση πραγματοποιείται αμέσως μετά την προκαταρκτική συζήτηση.

Στις ποινικές υποθέσεις, η σύνθεση του δικαστηρίου εξαρτάται από το αδίκημα. Αν το αδίκημα είναι ήσσονος σημασίας, η υπόθεση μπορεί να εκδικαστεί από μονομελή σύνθεση, ενώ τα σοβαρότερα αδικήματα εκδικάζονται κατά κανόνα από σύνθεση που απαρτίζεται από έναν τακτικό δικαστή και δύο λαϊκούς δικαστές ή από τρεις τακτικούς δικαστές.

Η ποινική διαδικασία ακολουθεί τις ίδιες αρχές με τη διαδικασία των αστικών υποθέσεων. Η ποινική διαδικασία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει προκαταρκτική συζήτηση. Το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να εκθέσει τις θέσεις του σχετικά με την υπόθεση πριν από την κύρια συζήτηση. Η διαδικασία είναι προφορική και η απόφαση βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από τα μέρη στο δικαστήριο. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία λαμβάνονται κατά την κύρια συζήτηση. Στις ποινικές υποθέσεις η κύρια συζήτηση επίσης πραγματοποιείται, αν είναι εφικτό, αμέσως μετά την προπαρασκευαστική συζήτηση. Η σύνθεση του δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της κύριας συζήτησης. Ορισμένες ποινικές υποθέσεις είναι δυνατόν, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος, να εκδικαστούν με γραπτή διαδικασία, χωρίς να πραγματοποιηθεί κύρια συζήτηση.

Εάν το δικαστήριο δεν καταλήξει σε συναίνεση σχετικά με την απόφαση, λαμβάνει χώρα ψηφοφορία. Κάθε μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας σε αστική υπόθεση, η τελική απόφαση ανήκει στον τακτικό δικαστή, ενώ στις ποινικές υποθέσεις υπερισχύει η πιο επιεικής πρόταση.

Η απόφαση αποτελείται από διατακτικό και σκεπτικό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η απόφαση ανακοινώνεται στο τέλος της κύριας συζήτησης. Ωστόσο, στις υποθέσεις μεγάλης διάρκειας ή αυξημένης περιπλοκότητας η απόφαση μπορεί να εκδοθεί έως και δύο εβδομάδες μετά την κύρια συζήτηση. Στην περίπτωση αυτή, οι διάδικοι μπορούν να παραλάβουν εγγράφως την απόφαση από τη γραμματεία του δικαστηρίου.

Εφετεία

Στη Φινλανδία υπάρχουν πέντε εφετεία: στο Ελσίνκι, στην Ανατολική Φινλανδία (στο Kuopio), στο Ροβανιέμι, στη Vaasa και στο Τούρκου.

Ως δευτεροβάθμια δικαστήρια, τα εφετεία εξετάζουν εφέσεις και προσφυγές κατά αποφάσεων των τοπικών δικαστηρίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα εφετεία δικάζουν υποθέσεις σε πρώτο βαθμό. Για παράδειγμα, δικάζουν σε πρώτο βαθμό τις υποθέσεις που αφορούν αδικήματα στην υπηρεσία δικαστών ή ανώτερων δημόσιων υπαλλήλων διοικητικών δικαστηρίων τα οποία υπάγονται στην κατά τόπο αρμοδιότητά τους.

Κάθε εφετείο είναι επίσης αρμόδιο για την εποπτεία της λειτουργίας των τοπικών δικαστηρίων της περιφέρειάς του, καθώς και για ορισμένα θέματα διοίκησης των δικαστηρίων, όπως η υποβολή γνώμης στο Συμβούλιο Δικαστικών Διορισμών σχετικά με τους υποψηφίους για τη θέση δικαστή σε τοπικό δικαστήριο ή εφετείο. Η εν λόγω γνώμη εκδίδεται από σύνθεση του εφετείου που καθορίζεται στον νόμο. Ο πρόεδρος του εφετείου είναι υπεύθυνος για την καλή λειτουργία και την αποδοτικότητα του δικαστηρίου.

Το εφετείο υποδιαιρείται σε τμήματα. Κάθε τμήμα αποτελείται από έναν προϊστάμενο του τμήματος και από άλλους δικαστές. Οι υποθέσεις εκδικάζονται κατά κανόνα από σύνθεση τριών δικαστών.

Διαδικασία στα εφετεία

Σε ορισμένες ποινικές και αστικές υποθέσεις, ο εφεσιβάλλων πρέπει να ζητήσει από το εφετείο άδεια για την άσκηση της έφεσης. Η άδεια για την άσκηση έφεσης διέπεται από όρους από καθορίζονται στον νόμο. Η εκδίκαση της υπόθεσης πραγματοποιείται είτε με έγγραφη διαδικασία είτε στο πλαίσιο προφορικής κύριας συζήτησης.

Ανώτατο Δικαστήριο

Το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί το δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας στη Φινλανδία. Διαιρείται σε τμήματα, τα οποία συνεδριάζουν με νόμιμη απαρτία αν είναι παρόντα πέντε μέλη τους.

Για την παραπομπή υπόθεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο ενδιαφερόμενος διάδικος πρέπει να ζητήσει άδεια άσκησης προσφυγής κατά δικαστικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση και αποφασίζει αν μπορεί να χορηγηθεί άδεια για την άσκηση προσφυγής στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η απόφαση λαμβάνεται από σύνθεση δύο ή τριών δικαστών. Άδεια άσκησης προσφυγής μπορεί να χορηγηθεί μόνο υπό τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο.

Από το 1980 και μετά, οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου δημιουργούν νομικό προηγούμενο. Πρακτικά, οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου δημιουργούν κανόνες δικαίου τους οποίους τα άλλα δικαστήρια πρέπει να ακολουθούν σε παρόμοιες υποθέσεις. Δεν απαιτείται άδεια άσκησης προσφυγής στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό από εφετείο.

Οι εργασίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου εποπτεύονται από τον πρόεδρό του. Τα λοιπά μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου καλούνται ανώτατοι δικαστές (oikeusneuvos/justitieråd). Ως εισηγητές σε υπόθεση μπορούν να ενεργήσουν ο γενικός γραμματέας, εισηγητής-σύμβουλος, ανώτερος δικαστικός γραμματέας ή δικαστικός γραμματέας.

Πέραν των αμιγώς δικαστικών καθηκόντων του, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο για τον διορισμό δικαστών σε θέσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας άνω του ενός έτους. Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο γνωμοδοτεί επί των νομοσχεδίων και των προεδρικών διαταγμάτων απονομής χάρης που υποβάλλονται στον πρόεδρο της Δημοκρατίας προς υπογραφή.

Η διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι συνήθως έγγραφη, αλλά, αν είναι αναγκαίο, μπορεί να διεξαχθεί και προφορική συζήτηση.

Γενικά διοικητικά δικαστήρια

Διοικητικά δικαστήρια

Το Σύνταγμα της Φινλανδίας ορίζει ότι ο νόμος πρέπει να τηρείται αυστηρά σε κάθε δημόσια δραστηριότητα. Πρόσωπο ή οντότητα που θεωρεί ότι θίγεται από παράνομη απόφαση δημόσιας αρχής μπορεί, καταρχήν, να προσβάλει την εν λόγω απόφαση με προσφυγή.

Οι αρχές υποχρεούνται να συμπεριλαμβάνουν στις αποφάσεις τους πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες και τη διαδικασία προσβολής της εκάστοτε απόφασης. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί πρώτα θεραπεία από τη διοικητική αρχή που εξέδωσε την απόφαση και, στη συνέχεια, αν ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιηθεί, να ασκηθεί προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο. Οι δικαστικές περιφέρειες των διοικητικών δικαστηρίων βασίζονται στις διοικητικές περιφέρειες της Φινλανδίας, κατά τρόπο ώστε μία δικαστική περιφέρεια να καλύπτει μία ή περισσότερες διοικητικές περιφέρειες.

Κατόπιν προσφυγής, το διοικητικό δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης της διοικητικής αρχής. Αν ο προσφεύγων δεν ικανοποιηθεί με την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να προσβάλει την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου ή, τουλάχιστον, να υποβάλει στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αίτηση για να του επιτραπεί η άσκηση προσφυγής ενώπιόν του.

Η λειτουργία των διοικητικών δικαστηρίων διέπεται από τον νόμο περί διοικητικών δικαστηρίων (hallinto-oikeuslaki/lag om förvaltningsdomstolarna — νόμος αριθ. 430/1999), το κυβερνητικό διάταγμα σχετικά με τις δικαστικές περιφέρειες των διοικητικών δικαστηρίων (valtioneuvoston asetus hallinto-oikeuksien tuomiopiireistä/statsrådets förordning om förvaltningsdomstolarnas domkretsar — κυβερνητικό διάταγμα αριθ. 865/2016) και τους επιμέρους εσωτερικούς κανονισμούς. Οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων καθορίζονται στον νόμο περί διοικητικής δικονομίας (hallintolainkäyttölaki/förvaltningsprocesslag — νόμος αριθ. 586/1996).

Τα διοικητικά δικαστήρια δικάζουν περίπου 20.000 υποθέσεις ετησίως. Οι περισσότερες από τις υποθέσεις αυτές αφορούν προσφυγές, αλλά τα διοικητικά δικαστήρια επιλύουν επίσης διοικητικές διαφορές και κρίνουν διοικητικές αποφάσεις που υπόκεινται στην έγκριση των διοικητικών δικαστηρίων. Βάσει της ταξινόμησης των εγγράφων στο πρωτόκολλο, υπάρχουν σχεδόν 300 διαφορετικές κατηγορίες υποθέσεων, γεγονός που καταδεικνύει τη μεγάλη ποικιλία υποθέσεων που εξετάζονται από τα διοικητικά δικαστήρια. Τα διοικητικά δικαστήρια είναι γενικά περιφερειακά δικαστήρια και, κατά κανόνα, ασχολούνται με όλα τα ζητήματα διοικητικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, ορισμένες υποθέσεις υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα συγκεκριμένων διοικητικών δικαστηρίων:

  • το διοικητικό δικαστήριο του Ελσίνκι έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις φόρου προστιθέμενης αξίας και τελωνειακών δασμών·
  • το διοικητικό δικαστήριο της Vaasa έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις των αδειών και των δεσμευτικών αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του νόμου για τα ύδατα και του νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος·
  • το διοικητικό δικαστήριο της Hämeenlinna είναι αρμόδιο για τις προσφυγές που αφορούν γεωργικές επιδοτήσεις, μέτρα στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης και μέτρα διαρθρωτικής στήριξης στη γεωργία·
  • το διοικητικό δικαστήριο της Βόρειας Φινλανδίας είναι αρμόδιο για τις προσφυγές που αφορούν επιδοτήσεις για την εκτροφή ταράνδων και τα φυσικά μέσα διαβίωσης, καθώς και για τις προσφυγές σε ορισμένες υποθέσεις που σχετίζονται με τον νόμο για τους σκολτ (kolttalaki/skoltlag — νόμος αριθ. 253/1995).

Τα διοικητικά δικαστήρια απαρτίζονται από τον επικεφαλής δικαστή και τους δικαστές του διοικητικού δικαστηρίου. Ο επικεφαλής δικαστής διευθύνει τις εργασίες του δικαστηρίου και είναι υπεύθυνος για την αποδοτικότητά του. Τα διοικητικά δικαστήρια είναι δυνατόν να χωρίζονται σε τμήματα. Σε κάθε τμήμα ορίζεται ως επικεφαλής ένας δικαστής του διοικητικού δικαστηρίου. Πέραν των διοικητικών δικαστών, στα διοικητικά δικαστήρια υπηρετούν επίσης εισηγητές και γραμματείς. Στα διοικητικά δικαστήρια υπηρετούν συνολικά περίπου 550 άτομα.

Δικαστικοί σχηματισμοί στα διοικητικά δικαστήρια

Τα διοικητικά δικαστήρια είναι συλλογικά όργανα, τα οποία κατά κανόνα σχηματίζουν απαρτία αν είναι παρόντα τρία μέλη τους. Τα διοικητικά δικαστήρια απαρτίζονται από τον επικεφαλής δικαστή και τους δικαστές του διοικητικού δικαστηρίου. Σε ορισμένες υποθέσεις, όπως σε αυτές που αφορούν την ψυχική υγεία παιδιού ή τη θέση παιδιού υπό μέριμνα, στις συσκέψεις του δικαστηρίου και στη λήψη της απόφασης συμμετέχει επίσης επικουρικά και εμπειρογνώμονας στα σχετικά ζητήματα. Οι υποθέσεις που εμπίπτουν στον νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος ή στον νόμο για τα ύδατα εξετάζονται από σχηματισμό στον οποίο συμμετέχουν, πέραν των δικαστών, και εμπειρογνώμονες στις φυσικές επιστήμες ή στη μηχανική. Συνήθως, στις υποθέσεις αυτές το δικαστήριο συντίθεται από τέσσερα μέλη.

Τα διοικητικά δικαστήρια είναι επίσης δυνατόν να δικάζουν ορισμένες απλές προσφυγές με ολιγομελέστερη σύνθεση, υπό τον όρο ότι αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο την έννομη προστασία των μερών.

Ορισμένες προσφυγές, που απαριθμούνται στον νόμο, είναι δυνατόν να δικάζονται από διμελή σύνθεση, όταν τα τιθέμενα ζητήματα είναι σαφή και δεν απαιτείται νέα ερμηνεία του νόμου. Στις προσφυγές αυτές περιλαμβάνονται ορισμένες προσφυγές που αφορούν τους φόρους εισοδήματος, ακίνητης περιουσίας και οχημάτων, καθώς και τις οικοδομικές άδειες. Αν τα μέλη διμελούς σύνθεσης διαφωνούν ως προς την απόφαση, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί σε συνήθη σύνθεση τριών μελών. Από μονομελή σύνθεση είναι δυνατόν να δικαστούν, για παράδειγμα, προσφυγές που αφορούν κλήσεις για παράνομη στάθμευση, τέλη για τη ρυμούλκηση οχήματος, άδειες οδήγησης και πρόστιμα δημόσιων μεταφορών. Επιπλέον, από μονομελή σύνθεση είναι δυνατόν να δικαστούν όλες οι υποθέσεις προσωρινής απαγόρευσης εκτέλεσης, ενώ μονομελής σύνθεση μπορεί επίσης να απαγορεύσει ή να αναστείλει την εκτέλεση για την είσπραξη φόρων ή εισφορών.

Διαδικασία στα διοικητικά δικαστήρια

Στα διοικητικά δικαστήρια, οι υποθέσεις εκδικάζονται κατά βάση με έγγραφη διαδικασία, αν και τα τελευταία χρόνια έχει γίνει συχνότερη η διεξαγωγή προφορικών συζητήσεων και δικαστικών αυτοψιών. Η χρήση της προφορικής διαδικασίας έχει αυξηθεί ιδίως στις υποθέσεις που αφορούν την προστασία των παιδιών και τους αλλοδαπούς.

Κατά κανόνα, ο προσφεύγων (ή ο αιτών) έχει την υποχρέωση να προβάλει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Ωστόσο, τα διοικητικά δικαστήρια υποχρεούνται να μεριμνούν αυτεπαγγέλτως για τη διακρίβωση των περιστατικών των υποθέσεων που δικάζουν. Σύμφωνα με τον νόμο περί διοικητικής δικονομίας, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να διερευνήσει αυτεπαγγέλτως την υπόθεση στον βαθμό που επιβάλλουν οι απαιτήσεις αμερόληπτης και δίκαιης δίκης και η φύση της υπόθεσης.

Τα διοικητικά δικαστήρια επιδιώκουν να εκδικάζουν τις υποθέσεις με τη σειρά που τις παραλαμβάνουν. Ωστόσο, ορισμένες υποθέσεις εκδικάζονται επειγόντως. Από τη στιγμή που θα κινηθεί υπόθεση ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, ο εισηγητής προετοιμάζει τη δικογραφία. Στα διοικητικά δικαστήρια, τον ρόλο του εισηγητή ασκούν δικαστικοί γραμματείς και συμβολαιογράφοι, ενίοτε δε και διοικητικοί δικαστές. Ο εισηγητής είναι υπεύθυνος για τη λήψη όλων των απαιτούμενων δηλώσεων ή εκθέσεων από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και για την ακρόαση των διαδίκων.

Κατά την έναρξη της διαδικασίας, εξετάζονται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού και, στις υποθέσεις προσφυγής, λαμβάνονται δήλωση και τα τυχόν σχετικά έγγραφα από την αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση. Στη συνέχεια, ακούγονται οι τυχόν λοιποί διάδικοι και ο προσφεύγων.

Ο εισηγητής συντάσσει σχέδιο απόφασης για την υπό κρίση υπόθεση. Οι δικαστές εξετάζουν τα έγγραφα και το σχέδιο απόφασης και, στη συνέχεια, η υπόθεση κρίνεται σε συνεδρίαση του διοικητικού δικαστηρίου.

Το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει όλες τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης και αποφασίζει ποιες είναι κρίσιμες. Αν οι δικαστές που πρόκειται να εκδώσουν την απόφαση δεν επιτύχουν συναίνεση, διεξάγεται ψηφοφορία. Στην περίπτωση αυτή, ο εισηγητής έχει το δικαίωμα να διατυπώσει αποκλίνουσα γνώμη. Μετά τη συνεδρίαση, μπορεί να υπάρξει περαιτέρω επεξεργασία του αιτιολογικού της απόφασης και, μετά την υπογραφή της απόφασης από τους δικαστές, η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους.

Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο

Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο είναι το δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας στις διοικητικές υποθέσεις.

Οι περισσότερες από τις υποθέσεις που χειρίζεται το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αφορούν προσφυγές κατά αποφάσεων άλλων διοικητικών δικαστηρίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο προσφεύγων πρέπει πρώτα να υποβάλει αίτηση στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο για να του επιτραπεί η άσκηση προσφυγής ενώπιόν του.

Στη Φινλανδία, παρέχεται επίσης η δυνατότητα προσβολής με προσφυγή αποφάσεων της κυβέρνησης και των υπουργείων, δηλαδή των ανώτατων φορέων της εκτελεστικής εξουσίας.

Επιπλέον, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο μπορεί να εκδίδει γνώμες και να υποβάλλει προτάσεις για νομοθετικά ζητήματα. Ομοίως, εποπτεύει τη νομολογιακή πρακτική στα ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων του. Έχει καθήκον να διασφαλίζει τη συνεκτική και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος των διοικητικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για τον διορισμό διοικητικών δικαστών σε θέσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας άνω του ενός έτους.

Τη διεύθυνση των εργασιών του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου έχει ο πρόεδρός του. Τα λοιπά μέλη του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου καλούνται ανώτατοι διοικητικοί δικαστές (hallintoneuvos/förvaltningsråd). Ο αριθμός των ανώτατων διοικητικών δικαστών είναι περίπου 20. Επιπλέον, στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο υπηρετούν περίπου 50 εισηγητές και αντίστοιχος αριθμός άλλων εργαζομένων. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο χωρίζεται σε τμήματα. Προϊστάμενος της γραμματείας είναι ο γενικός γραμματέας.

Στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο κατατίθενται περίπου 6.000 προσφυγές ετησίως. Οι υποθέσεις ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου εκδικάζονται συνήθως από πενταμελή σύνθεση. Απόφαση απόρριψης αίτησης προσφυγής ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου μπορεί να εκδοθεί από τριμελή σύνθεση. Οι υποθέσεις που εμπίπτουν στον νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος ή στον νόμο για τα ύδατα, καθώς και οι υποθέσεις που αφορούν ορισμένα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, εξετάζονται από σχηματισμό στον οποίο, πέραν των δικαστών, συμμετέχουν επικουρικά και δύο εμπειρογνώμονες. Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες συμμετέχουν με καθεστώς ανεξάρτητου δικαστή. Στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, οι υποθέσεις εκδικάζονται κατά βάση με έγγραφη διαδικασία· οι προφορικές συζητήσεις και οι δικαστικές αυτοψίες που διεξάγονται ετησίως είναι λιγότερες από 10.

Νομικές βάσεις δεδομένων και ιστότοποι

Ονομασία βάσης δεδομένων

Ιστότοπος Finlex

Ιστότοπος του φινλανδικού δικαστικού σώματος

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στον ιστότοπο ή στη βάση δεδομένων;

Ναι, η πρόσβαση παρέχεται δωρεάν.

Ο ιστότοπος Oikeus.fi παρέχει πληροφορίες σχετικά με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης της Φινλανδίας. Αποτελεί κεντρική επιγραμμική υπηρεσία για όσους αναζητούν πληροφορίες σχετικά με τα δικαστήρια, τους εισαγγελείς, τους δικαστικούς επιμελητές, τα γραφεία νομικής συνδρομής και άλλους δημόσιους φορείς που συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης στη Φινλανδία.

Περιλαμβάνει, για παράδειγμα, την πλέον πρόσφατη νομολογία των εφετείων και των διοικητικών δικαστηρίων. Εκτενέστερες βάσεις δεδομένων σχετικά με το Ανώτατο Δικαστήριο, τα εφετεία, τα διοικητικά δικαστήρια και τα ειδικά δικαστήρια διατίθενται από τη δωρεάν υπηρεσία Finlex, την οποία διαχειρίζεται το φινλανδικό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/04/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.
Τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τη διαχείριση ιστοσελίδων με εθνικό περιεχόμενο προβαίνουν αυτή τη στιγμή στην επικαιροποίηση μέρους του περιεχομένου αυτού του ιστότοπου για να το προσαρμόσουν στην αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν στο περιεχόμενο του ιστοτόπου δεν λαμβάνεται ακόμη υπόψη η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για ακούσιο σφάλμα και θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις.

Σχόλια

Χρησιμοποιήστε το παρακάτω δελτίο για να διατυπώσετε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας για τον νέο μας ιστότοπο